Φαντασία και Εικονική Αντίληψη ( ΙΙ ) Φαντασία και Δημιουργικότητα.

Slides:



Advertisements
Παρόμοιες παρουσιάσεις
ΤΡΟΠΟΣ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΤΩΝ ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΔΕΞΙΟΤΗΤΩΝ ΤΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ  Εκπαιδευτικό Κεφάλαιο 1.1 Τεχνικές δεξιότητες και προσόντα.
Advertisements

ΤΡΟΠΟΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΤΗΣ ΙΔΕΑΣ ΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ  Εκπαιδευτικό Κεφάλαιο 2.2 Ορισμός των στόχων στην πράξη.
Η Θεματική Ταξινόμηση και η Συμβολή της στην Αναζήτηση Ευρωπαϊκών Κοινωνικών Δεδομένων.
Εικονική πραγματικότητα ένας τρισδιάστατος κόσμος!!!
Οι επιρροές του κοινωνικού περιβάλλοντος
Εισηγητής:Στέφανος Μέτης
Μερικά ακόμη παραδείγματα
Μοντέλο Διδασκαλίας Φυσικών Επιστήμων, για την Υποχρεωτική Εκπαίδευση, στην Κατεύθυνση της Ανάπτυξης Γνώσεων και Ικανοτήτων. Π. Κουμαράς.
4. Απόψεις και κίνητρα των μαθητών στο μάθημα των Μαθηματικών.
Βασικοί μηχανισμοί όρασης
Εν. 2.4 Γενικού Μέρους Εν. 6.5 & 6.6 Ειδικού Μέρους Το εκπαιδευτικό σενάριο Νότα Σεφερλή
Alfred Schutz. O Alfred Schutz θεωρείται ως ένας από τους σημαντικότερους θεωρητικούς της φαινομενολογίας στις κοινωνικές επιστήμες. Η συνεισφορά του.
ΣΤΟΧΟΣ : Ο μαθητής να μπορεί να, Διαδικασία του σχεδίου
ΠΡΟΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ  Εκπαιδευτικό Κεφάλαιο 6.1 Προπαρασκευαστικές δραστηριότητες πριν από την τοποθέτηση.
ΚΟΙΤΑΖΩ ΜΕΣΑ ΜΟΥ ΚΟΙΤΑΖΩ ΓΥΡΩ ΜΟΥ. Η Διαδικασία της λήψης απόφασης στην επιλογή σπουδών και επαγγελμάτων ΓΡΑΣΕΠ Γ/σιο Ερασμίου Ξάνθης.
Δόμηση και αποδόμηση κειμένων εκπαιδευτικής πολιτικής
Φαντασία και Δημιουργικότητα
V. Η Λειτουργία της Έκφρασης Ζητήματα στη Σύγχρονη Φιλοσοφία της Τέχνης.
ΣΤΟΧΟΣ : Ο μαθητής να μπορεί να, Προοπτική
Ι. Το Ζήτημα του Ορισμού ( β ) Ζητήματα στη Σύγχρονη Φιλοσοφία της Τέχνης.
Η σκηνή στον κινηματογράφο
Ζητήματα στη Σύγχρονη Φιλοσοφία της Τέχνης
Ένας φιλόσοφος του κοινού νου
Τι άλλαξε στα νέα αναλυτικά προγράμματα;. Βασικοί άξονες του νέου Αναλυτικού Προγράμματος Βασικοί άξονες του νέου Αναλυτικού Προγράμματος Ένα συνεκτικό.
Γλώσσα και σκέψη Με τον όρο σκέψη εννοούμε ένα μεγάλο φάσμα νοητικών διεργασιών: Επεξεργασία εννοιών, επίλυση προβλημάτων, ονειροπόληση, προγραμματισμό.
Τα Ψηφιακά μέσα, η Κινούμενη εικόνα και η Εκπαιδευτική Διαδικασία Χειμερινό Εξάμηνο
Τεχνολογία ΛογισμικούSlide 1 Τεχνολογία Απαιτήσεων u Καθορίζει τι θέλει ο πελάτης από ένα σύστημα λογισμικού.
Θεωρία Πολιτισμικού Κεφαλαίου
Υπερφυσικό και κοινωνικές πρακτικές Ιγνατιάδου Αναστασία-Μιχαέλα Παρουσίαση : από το βιβλίο «Μύθος, Λατρεία, Ταυτότητες» της Μαριλένας Παπαχρηστοφόρου.
 Σήμερα θα ασχοληθούμε με θέματα ταυτότητας.  Αλλά τι είναι η ταυτότητα; Τι εννοούμε με τον όρο/ έννοια ταυτότητα;  Σε τι αναφερόμαστε όταν μιλάμε.
Αναπτυξιακή Ψυχολογία
Οι πεποιθήσεις για τη νοημοσύνη και τη σχέση της με τη σχολική επίδοση.
ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΟΥ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥ ΥΛΙΚΟΥ Δρ. Αθανάσιος Κόκορης Σχ. Σύμβουλος Φιλολόγων Ν. Ροδόπης.
Εργασία στο μάθημα : Η Λογοτεχνία στο Νηπιαγωγείο Καραμπότη Μαίρη.
Ονοματεπώνυμο: Γκουτζήκα Όλγα ΑΕΜ:3120 Εξάμηνο: Στ’ Μάθημα: Εκπαιδευτική Πολιτική Διδάσκουσα: Tάχου-Ηλιάδου.
Η σύγχρονη παιδαγωγική σκέψη βρίσκεται ανάμεσα σε δύο ρεύματα, της κοινωνικής ανανέωσης και της κοινωνικής συντήρησης. Τα νέα άτομα στη διαδικασία της.
ΗΛΕΚΤΡΙΚΕΣ ΜΕΤΡΗΣΕΙΣ ΣΦΑΛΜΑΤΑ ΜΕΤΡΗΣΗΣ.
«Οι Αρχές της διαφοροποιημένης παιδαγωγικής
ORGANIZATIONAL BEHAVIOR – CHAPTER 18 ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΗ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ (ORGANIZATIONAL CULTURE)
Υποδείγματα Συμπεριφοράς n Η ερμηνεία της χωροθέτησης πρέπει να στηρίζεται στην συμπεριφορά: –των ατόμων (decision makers) –των επιχειρήσεων (decision.
Τα καινοτόμα χαρακτηριστικά του Διαδικτύου και η ευρεία του αποδοχή από τις νεαρές ηλικίες καλλιέργησαν την ιδέα της αξιοποίησής του ως ένα εργαλείο στην.
Μάθημα: Ιστορία και πολιτισμός Ιστορία και πολιτισμός στην εκπαίδευση Etta R. Hollins Κεφάλαιο 8: Μετασχηματισμός της επαγγελματικής πρακτικής Διδάσκον:Α.Ανδρέου.
Αφήγηση αφήγηση.
Επίλυση Προβλημάτων με Αναζήτηση
Ανάλυση κρίσιμου συμβάντος
Déjà vu(προμνησία) Presque vu (Tip of the tongue)
Παρουσίαση: Ευτυχία Γιαννάκη
Η χρήση της ενσώματης μάθησης στην εκπαίδευση.
Προσεγγίσεις επεξεργασίας πληροφοριών Οι βασικές διεργασίες: Κωδικοποίηση, αποθήκευση, ανάσυρση.
Παρέμβαση σε μαθητές Α’Λυκείου
Διαδικασία Μάθησης Γνωστικές Δεξιότητες
ΗΘΙΚΟΣ ΣΧΕΤΙΚΙΣΜΟΣ.
Δραματική Τέχνη στην Εκπαίδευση και Επιστήμες της Αγωγής
Η λογική της συγκριτικής ανάλυσης
Συμμετοχική παρατήρηση Συστηματική παρατήρηση
Ευ. Φρυδάκη Καθηγήτρια Παιδαγωγικής
Τ.Π.Ε. Επιμόρφωση Β1 Επιπέδου
Η στροφή στον αναγνώστη
Σταυρούλα Σαμαρτζή και Σμαράγδα Καζή Τμήμα Ψυχολογίας
Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ- ΓΝΩΣΤΙΚΗΣ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗΣ
Έννοιες από τη Διδακτική Βασίλης Δαγδιλέλης. 2 Διδακτική Διδακτική. Είναι ένα πεδίο ερευνών (όχι ακόμη μια Επιστήμη) που παράγουν ένα σύνολο από προτάσεις.
Η εξέλιξη των θεωριών του Jim Cummins (α’)
τον αριθμό των πηγών (ένα ή πολλαπλά κείμενα)
Νατάσσα Κυριακοπούλου & Στέλλα Βοσνιάδου
Εννοιολογική Χαρτογράφηση
Σημειολογία και σχεδιασμός
Καθηγητής: Κ. Πιτσιλαδής Τάξη-Τμήμα: Α΄1 Μάθημα: Βιολογία
To Teach Curricular Subjects
Εισαγωγικά... ΓΡΑΦΙΣΤΙΚΕΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ
Μεταγράφημα παρουσίασης:

Φαντασία και Εικονική Αντίληψη ( ΙΙ ) Φαντασία και Δημιουργικότητα

Στο έργο του Τέχνη και Γνώση ο James Young ερευνά την εικαστική τέχνη των τελευταίων εκατό χρόνων και παρατηρεί ότι η πιο σημαντική εξέλιξη υπήρξε η εμφάνιση της εικαστικής πρωτοπορίας (avant garde).

Όλα τα έργα της πρωτοπορίας, λέει ο Young, είναι θεωρητικές αναπαραστάσεις : αναπαριστούν το αντικείμενό τους μέσω μιας σχετικής θεωρίας που είναι συνήθως η θεωρία της τέχνης ή η ιδεολογία του καλλιτέχνη. O Young θεωρεί ότι αυτές οι αναπαραστάσεις βρίσκονται πιο κοντά στην γλώσσα παρά στα έργα της παραδοσιακής ζωγραφικής καθώς όλα τα τυπικά δείγματα αυτής αναπαριστούν με άμεσο τρόπο : τα παραδοσιακά έργα ζωγραφικής είναι προβολές, δηλαδή απλά προβάλλουν αυτό που αναπαριστούν.

Σύμφωνα με τον Young, η ασυνέχεια ανάμεσα στην πρωτοποριακή και την παραδοσιακή εικαστική τέχνη στηρίζεται στο ότι η δεύτερη έχει πάψει να είναι οπτική, έχει απολέσει τον οπτικό της χαρακτήρα. Και τον έχει απολέσει με δύο τρόπους : Α ) Από την μια πλευρά, το έργο τέχνης δεν είναι πια αυτόνομο, αλλά συνδέεται άρρηκτα με μια θεωρία από την οποία αντλεί και την οποία στοχεύει να προβάλλει.

( Β ) Από την άλλη πλευρά, και ως αποτέλεσμα, το έργο δεν μπορεί να γίνει κατανοητό μόνο μέσα από τις εμφανείς του ιδιότητες : ο θεατής δεν μπορεί να κατανοήσει το έργο βάσει των οπτικών πληροφοριών που προσφέρει η εικόνα αλλά θα πρέπει να γνωρίζει επιπλέον την θεωρία από την οποία αντλεί το νόημά του.

Για παράδειγμα το έργο του Warhol 200 κονσέρβες σούπας Campbell: ο πίνακας δείχνει κονσέρβες, αλλά αυτό που δείχνει, λέει ο Young, δεν έχει σχέση με αυτό που αναπαριστά : « Ο πίνακας στοχεύει να αναπαραστήσει κάτι πέρα από τις κονσέρβες. Συγκεκριμένα στοχεύει να αναπαραστήσει γεγονότα σχετικά με τις εικόνες και την καθημερινή ζωή στον μοντέρνο κόσμο. Ο πίνακας ωστόσο δεν μπορεί να αναπαραστήσει αυτά τα γεγονότα από μόνος του. Μπορεί να το κάνει μόνο σε συνδυασμό με ένα σώμα θεωρίας... Δεν μπορεί να γίνει κατανοητός και δεν αναπαριστά παρά μόνο σε σχέση με την ιδεολογία που τον περιβάλλει.»

Σε αντίθεση, ένας παραδοσιακός πίνακας, όπως o Άγιος Μάρκος του Canaletto θεωρείται εδώ ότι προβάλλει αυτό που αναπαριστά : ο πίνακας αναπαριστά τον Άγιο Μάρκο γιατί ο θεατής – κάθε θεατής οικείος με την εμφάνιση του Αγίου Μάρκου – μπορεί να αναγνωρίσει τον καθεδρικό της Βενετίας μέσα στον πίνακα. Ο θεατής έχει οπτική επίγνωση του αναπαριστώμενου αντικειμένου και αυτό κατά τον Young είναι η ουσία των οπτικών τεχνών. Τα έργα της πρωτοπορίας φαίνεται να αντιτίθενται σε αυτό το χαρακτηριστικό, αντιτίθενται στην οπτικότητα της εικαστικής τέχνης.

Ο στόχος αυτής της παράδοσης δεν είναι να εξερευνήσει την σχέση ανάμεσα στην παραδοσιακή και την πρωτοποριακή εικαστική τέχνη, αλλά να θέσει υπό κρίση την σύλληψη του οπτικού χαρακτήρα των εικόνων που ο Young στηρίζει.

Συγκεκριμένα θέλω να εξετάσουμε την κατανόηση της οπτικότητας των εικόνων που προκύπτει μέσα από δύο παραδοχές : ( α ) ότι μια εικόνα μπορεί να αναπαριστά από μόνη της, δηλαδή χωρίς να αντλεί από πλαίσια πληροφορίας εξωτερικά της εικόνας, και ( β ) ότι συνεπώς προκειμένου να κατανοήσει κανείς μια εικόνα αρκεί το να την κοιτάξει, εφόσον έχει την ικανότητα αναγνώρισης του αντικειμένου που αναπαριστά.

Αυτή η σύλληψη του οπτικού χαρακτήρα των εικόνων είναι που επιβάλλει την ιδέα της ριζικής διάστασης ανάμεσα στην παραδοσιακή και την πρωτοποριακή εικαστική τέχνη. Αλλά αυτή η σύλληψη είναι, όπως θα δείξω, λανθασμένη στον βαθμό που οι εικόνες πάντοτε εξαρτώνται για το νόημά τους από πληροφορίες τις οποίες οι δημιουργοί τους είχαν λόγο να θεωρήσουν κοινό κτήμα των θεατών στους οποίους απευθύνονται.

Συνεπώς, η διαδικασία ερμηνείας την οποία ενεργοποιούν οι εικόνες απαιτεί, όπως θα δείξουμε, μια συνθετική ικανότητα – μια ικανότητα σύνθεσης διαφορετικών πληροφοριών ( εσωτερικών και εξωτερικών της εικόνας ) σε ένα οργανωμένο και συνεκτικό σύνολο με ορισμένο νόημα και εκφραστικές ιδιότητες. Η συνθετική ικανότητα της νόησης όμως είναι λειτουργία της φαντασίας. Έπεται λοιπόν ότι για να ανταποκριθεί σε μια εικόνα κατάλληλα ο θεατής πρέπει να ασκήσει τη φαντασία του αλλά και τη δημιουργικότητά του, ανασυνθέτοντας κατά κάποιο τρόπο τη δημιουργικότητα του καλλιτέχνη.

Στη βάση της υπόθεσης ότι οι εικόνες προκαλούν οπτικές εμπειρίες με συγκεκριμένο περιεχόμενο και ότι αυτό το περιεχόμενο θα πρέπει να σχετίζεται άμεσα με αυτό το οποίο αναπαριστούν θα διατυπώσουμε την Αρχή της Οπτικότητας των Εικόνων, μέσα από την ανάλυση της οποίας θα αναδείξουμε τις κανονικότητες που διέπουν τις εικονικές αναπαραστάσεις.

Αρχή της Οπτικότητας των Εικόνων : « Αν μια εικόνα αναπαριστά ένα αντικείμενο τότε θα πρέπει να μπορεί να προκαλέσει μια οπτική εμπειρία αυτού του αντικειμένου, η οποία εμπειρία άμεσα καθορίζει το τι αναπαριστά η εικόνα.»

Η αρχή αυτή προβάλλει το ακόλουθο γεγονός : ότι η εικόνα προσκαλεί μια ορισμένη στρατηγική ερμηνείας στην οποία η οπτική εμπειρία του θεατή έχει κεντρικό ρόλο. Αυτή η στρατηγική ερμηνείας είναι κατάλληλη για τις εικόνες στον βαθμό που σε μια επιτυχημένη εικόνα θα πρέπει να υπάρχει ανταπόκριση ανάμεσα στο περιεχόμενο της εικόνας και το περιεχόμενο της οπτικής εμπειρίας που μπορεί να εγείρει η εικόνα.

Ο Κατάλληλος Θεατής Θα πρέπει όμως να είμαστε προσεκτικοί στην κατανόηση της παραπάνω αρχής : δεν έπεται από αυτήν την αρχή ότι η οπτική εμπειρία οποιουδήποτε θεατή μπορεί να καταδείξει το περιεχόμενο μιας εικόνας. Αντίθετα μόνο η οπτική εμπειρία συγκεκριμένων κατάλληλων θεατών μπορεί να έχει αυτήν τη λειτουργία.

Για να κατανοήσετε το γιατί σκεφτείτε το ακόλουθο γεγονός : ένας δημιουργός ο οποίος γνωρίζει την πολιτισμική πρακτική της απεικόνισης ( και την άρρητη Αρχή Οπτικότητας που την διέπει ) γνωρίζει ότι αν θέλει να αναπαραστήσει το Χ μέσα από μια εικόνα τότε θα πρέπει να σχεδιάσει την εικόνα με τέτοιο τρόπο ώστε το Χ να είναι ορατό μέσα σε αυτήν.

Ωστόσο ο δημιουργός είναι ο ίδιος ένας θεατής που ανήκει σε ένα συγκεκριμένο χωρο - χρονικό πλαίσιο : οδηγός του στον τρόπο με τον οποίο θα επιλέξει να σχεδιάσει την εικόνα είναι η οπτική του γνώση για το Χ, δηλαδή το ποια είναι η εμφάνιση του Χ και σε ποιες αναγνωρίσιμες παραλλαγές μπορεί να εμφανιστεί. Η οπτική γνώση αυτή προκύπτει όμως μέσα από την οπτική του εμπειρία με τον κόσμο και αυτή η εμπειρία ενδέχεται να διαφέρει ανάμεσα σε υποκείμενα που ζουν σε τελείως διαφορετικά περιβάλλοντα ή έχουν τελείως διαφορετικό τρόπο ζωής.

Οπότε το αναπαριστώμενο αντικείμενο της εικόνας θα είναι ορατό μόνο για θεατές οι οποίοι μοιράζονται την οπτική γνώση του δημιουργού σχετικά με το αντικείμενο αναπαράστασης – δηλαδή θεατές οι οποίοι μοιράζονται τις ικανότητες οπτικής αναγνώρισης του δημιουργού.

Προκειμένου λοιπόν να είναι σε θέση να δει τι αναπαριστά μια εικόνα, ο θεατής θα πρέπει να έχει κατάλληλες ικανότητες οπτικής αναγνώρισης. Η Αρχή της Οπτικότητας συνεπώς δεν είναι αληθής για οποιαδήποτε οπτική εμπειρία της εικόνας αλλά μόνο για την οπτική εμπειρία αυτής που έχουν κατάλληλοι θεατές, δηλαδή θεατές που έχουν τις κατάλληλες ικανότητες οπτικής αναγνώρισης.

Αναθεωρημένη Αρχή της Οπτικότητας « Αν μια εικόνα αναπαριστά ένα αντικείμενο, τότε αναπαριστά το αντικείμενο που μπορεί να δει μέσα σε αυτήν ένας κατάλληλος θεατής, όπου κατάλληλος είναι ο θεατής που μοιράζεται τις σχετικές ικανότητες οπτικής αναγνώρισης του δημιουργού.»

Έστω αναθεωρημένη με αυτόν τον τρόπο όμως η Αρχή της Οπτικότητας δεν είναι πλήρης, δηλαδή δεν ανταποκρίνεται στον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν οι εικόνες : αυτό γιατί οι εικόνες από μόνες τους είναι απροσδιόριστες, δηλαδή δεν μπορούν να προσδιορίσουν επακριβώς αυτό το οποίο αναπαριστούν μέσω της οπτικής εμπειρίας που εγείρουν, παρά μόνο αν συμπληρωθούν από κατάλληλες εξωτερικές πληροφορίες.

Η Υπέρβαση της Απροσδιοριστίας

Το έργο της Paula Rego είναι σύγχρονο και αντλεί από ένα υπόβαθρο γνώσης κοινό στον Δυτικό πολιτισμό, άρα σύμφωνα με την παραπάνω αναθεωρημένη αρχή κάθε ένας από εμάς λογίζεται ως κατάλληλος θεατής. Δεδομένων των οπτικών μου πεποιθήσεων λοιπόν μπορώ να δω μέσα στην εικόνα μια ορισμένη διάταξη αναγνωρίσιμων αντικειμένων. Βλέποντας αυτή την διάταξη των αντικειμένων μέσα στην εικόνα, έπεται ότι βλέπω αυτό το οποίο η εικόνα αναπαριστά ;

Αν πρέπει να πω τι αναπαριστά η εικόνα στηριζόμενη μόνο σε αυτό που βλέπω, θα βρεθώ ανάμεσα σε πολλές διαφορετικές, περισσότερο ή λιγότερο πιθανές, ερμηνείες της εικόνας. Αλλά δεν θα μπορούσα να είμαι σίγουρη για κάποιες πλευρές του περιεχομένου γιατί η εικόνα δεν φέρει μαζί της ή δεν προσδιορίζει ένα σαφές πλαίσιο αναφοράς το οποίο θα προσέδιδε στα απεικονιζόμενα αντικείμενα μια συγκεκριμένη ταυτότητα : ένα πλαίσιο το οποίο θα προσδιόριζε χωρίς αμφιβολία το επιδιωκόμενο νόημα.

Οπότε η αρχή της οπτικότητας ακόμη και στην αναθεωρημένη της εκδοχή δεν είναι πλήρης : οι ικανότητες οπτικής αναγνώρισης του θεατή δεν μπορούν να προσδιορίσουν με ακρίβεια το περιεχόμενο μιας εικόνας καθώς ο ίδιος σχηματισμός συνήθως θα είναι συμβατός με διαφορετικές ερμηνείες.

Αν έπρεπε να βασιστώ μόνο στην οπτική μου εμπειρία προκειμένου να ερμηνεύσω την εικόνα της Rego δεν θα είχα καταφέρει να κατανοήσω ότι η γυναίκα στην εικόνα είναι η νεράιδα και το αγόρι ο Πινόκιο παρόλο που γνωρίζω αυτούς τους μυθοπλαστικούς χαρακτήρες : η ταυτότητα των απεικονιζόμενων χαρακτήρων θα ήταν για εμένα ασαφής παρόλο που μοιράζομαι την οπτική γνώση της καλλιτέχνιδος.

Σε αυτήν και σε πολλές άλλες περιπτώσεις, η εικόνα δεν προβάλλει απλά αυτό το οποίο αναπαριστά : θεωρούμενη αυτόνομα, δηλαδή χωρίς την υποστήριξη εξωτερικών πληροφοριών, η εικόνα είναι ασαφής, είναι δηλαδή συμβατή με διαφορετικές ερμηνείες.

Όταν μια εικονική αναπαράσταση δεν παρέχει σαφείς ενδείξεις για το τι αναπαριστά δεν είναι μια αυτόνομη οντότητα : η αναπαραστατική της λειτουργία εξαρτάται από πληροφορίες εξωτερικές της εικόνας, οπότε και η θέαση της εικόνας θα πρέπει να συμπληρωθεί με αυτές τις πληροφορίες.

Είδη σχετικών πληροφοριών. Τίτλος : Το έργο της Rego στηρίζεται στον τίτλο του, ο τίτλος χρησιμεύει για να ξεκαθαρίσει το νόημα : δίνει δηλαδή πληροφορίες απαραίτητες για την σωστή κατανόηση της εικόνας τις οποίες ο θεατής δεν θα μπορούσε να λάβει από την οπτική εμπειρία της εικόνας.

Αναφορά σε Κείμενο : Περαιτέρω, ο τίτλος παραπέμπει σε ένα κείμενο, την ιστορία του Πινόκιο. Οι εικονικές αναπαραστάσεις συχνά παραπέμπουν σε ( ή αντλούν από ) λογοτεχνικά κείμενα ή μύθους : συχνά έχουν δημιουργηθεί για να εικονοποιήσουν ή να σχολιάσουν ήδη υπάρχουσες αφηγήσεις. Όταν μια εικόνα αντλεί από ένα κείμενο, η κατανόηση της εικόνας προϋποθέτει την γνώση αυτού του κειμένου.

Αναφορά σε Εικόνες : Επιπλέον, οι εικόνες συχνά παραπέμπουν σε άλλες εικόνες, είτε με αναφορά στην τεχνοτροπία ή στο νόημά τους. Σε αυτές τις περιπτώσεις απαιτείται επίγνωση των σχετικών αναφορών προκειμένου να κατανοήσουμε το νόημα της εικόνας.

Ο τίτλος, τα κείμενα στα οποία παραπέμπει μια εικόνα, τα έργα στα οποία αναφέρεται, η καλλιτεχνική τεχνοτροπία που υιοθετεί, συνιστούν όλα πλαίσια πληροφορίας από τα οποία οι εικόνες εξαρτούν το νόημά τους. Παρέχουν δηλαδή δεδομένα τα οποία ο θεατής χρειάζεται προκειμένου να ερμηνεύσει σωστά το επιδιωκόμενο νόημα μιας εικόνας.

Και υπάρχουν περισσότερα τέτοια πλαίσια : η σωστή ερμηνεία μιας εικόνας κάποιες φορές απαιτεί γνώση των εικονογραφικών συμβάσεων τις οποίες έχει χρησιμοποιήσει ο δημιουργός ( π. χ. το φωτοστέφανο συμβολίζει πάντα κάποιο άγιο πρόσωπο ), ή γνώση του κόσμου που η εικόνα προβάλλει – για παράδειγμα, των συνηθειών, των εθίμων, και των κοινωνικών σχέσεων που ισχύουν, ή γνώση του πλαισίου παρουσίασης, ή γνώση για τον ίδιο τον καλλιτέχνη - το ρεπερτόριο του ή την ιδεολογία του.

Από αυτή τη σκοπιά οι εικόνες δεν είναι αυτόνομες οντότητες. Αντίθετα με μια απλοϊκή σύλληψη του οπτικού χαρακτήρα τους ( σαν αυτή που προτείνει ο Young), καμμία εικόνα δεν αναπαριστά από μόνη της, προβάλλοντας άμεσα στο βλέμμα του θεατή το αντικείμενο της. Μάλλον οι εικόνες εξαρτούν το νόημά τους από πλαίσια πληροφορίας από τα οποία ο θεατής καλείται να αντλήσει προκειμένου να κατανοήσει το αναπαραστατικό περιεχόμενο μιας εικόνας.

Αυτό οφείλεται σε συγκεκριμένα γεγονότα σχετικά με την εικονική αναπαράσταση : (1) το γεγονός ότι μια εικονική σκηνή από μόνη της είναι απροσδιόριστη, οπότε προκειμένου να γίνει πιο συγκεκριμένη θα πρέπει να την περιβάλλουμε με το κατάλληλο πλαίσιο – συνήθως αυτό που προτείνει ο τίτλος.

(2) ότι η εικονική αναπαράσταση είναι μια πρακτική που έχει μακρά ιστορία : ιστορία διαφορετικών στυλ, ιστορία θεματικών, ιστορία τεχνικών, μια κοινωνική ιστορία. Αυτές οι διαστάσεις διαφοροποίησης δύνανται να επηρεάζουν το περιεχόμενο οποιασδήποτε εικόνας που βλέπουμε.

(3) το γεγονός ότι οι εικόνες είναι εργαλεία επικοινωνίας τα οποία οι δημιουργοί χρησιμοποιούν συχνά με σκοπό να σχολιάσουν τη σύγχρονή τους κοινωνική, πολιτική και πολιτισμική πραγματικότητα. Σε αυτές τις περιπτώσεις μια εικόνα έχει νόημα μόνο σε σχέση με την κατάσταση την οποία επιχειρεί να σχολιάσει ( και την οποία συνεπώς θα πρέπει να γνωρίζουμε προκειμένου να ερμηνεύσουμε σωστά το νόημα της εικόνας ).

Ισχύει λοιπόν ότι αν μια εικόνα αναπαριστά ένα αντικείμενο, αναπαριστά το αντικείμενο που μπορεί να δει ένας κατάλληλα ενημερωμένος θεατής μέσα σε αυτήν. Ωστόσο, κατάλληλα ενημερωμένος είναι ο θεατής που γνωρίζει ότι είναι αντιμέτωπος με ένα σύμβολο, το οποίο έχει ένα επιδιωκόμενο νόημα, το οποίο νόημα εξαρτάται από διαφορετικά πλαίσια πληροφορίας στα οποία θα πρέπει να ανατρέξει προκειμένου να ερμηνεύσει σωστά την εικόνα.

Μπορούμε λοιπόν να δεχτούμε ότι το περιεχόμενο μιας εικόνας είναι ορατό ή οπτικά εμφανές, όπως λέει ο Young, αλλά μόνο για « μάτια » που είναι κατάλληλα εξασκημένα και κατάλληλα πληροφορημένα. Ο θεατής που συλλαμβάνει άμεσα το περιεχόμενο μιας εικόνας, απλώς κοιτώντας την, είναι ο θεατής που όταν βλέπει την εικόνα έχει ήδη το γνωσιακό υπόβαθρο το οποίο αυτή απαιτεί. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις η κατανόηση μιας εικόνας προχωρά σταδιακά και κατά συνειδητό τρόπο : δεν είναι άμεσο ή μόνο οπτικό επίτευγμα εφόσον ο θεατής πρέπει να ανατρέξει σε σχετικές πληροφορίες ώστε να κατανοήσει την εικόνα.

Αυτό που είναι κοινό ωστόσο και στις δύο περιπτώσεις είναι ότι ενεργοποιείται η φαντασία και η δημιουργικότητα του θεατή : Η φαντασία ενεργοποιείται στη διαδικασία εντοπισμού των πλαισίων πληροφορίας τα οποία ο θεατής ( συνειδητά ή υποσυνείδητα ) υποθέτει ότι είναι ερμηνευτικά σχετικά ( η εικόνα, όντας φύσει απροσδιόριστη, προτείνεται δηλαδή, ως ένα πρόβλημα το οποίο ο θεατής καλείται να λύσει ). Η δημιουργικότητα ενεργοποιείται στη σύνθεση αυτών των διαφορετικών πληροφοριών σε ένα οργανωμένο και συνεκτικό σύνολο, που είναι η ερμηνεία της εικόνας.

Για να κατανοήσετε αυτή τη διαδικασία σύνθεσης σκεφτείτε την περίπτωση της τεχνοτροπίας, σε σχέση με την απεικόνιση της Παναγίας από τον Parmigianino που είδαμε νωρίτερα. Από τη μια ο θεατής αναγνωρίζει μια γυναικεία φιγούρα και κατανοεί ότι είναι η Παναγία ( κρατάει ένα βρέφος, κτλ ). Από την άλλη αναγνωρίζει ότι κάποια εμφανή χαρακτηριστικά αυτής της φιγούρας ( π. χ. τα μακριά της δάχτυλα ) δεν έχουν αναπαραστατικό χαρακτήρα ( θα ήταν βλασφημία να απεικονιστεί η Παναγία ως παραμορφωμένη ) αλλά είναι στοιχεία τεχνοτροπίας. Η ερμηνεία δεν μπορεί να σταματήσει εκεί : πρέπει να γίνει μια σύνθεση αυτών των δεδομένων. Ο θεατής πρέπει να μπορέσει να συλλάβει οπτικά ποια λειτουργία έχει η τεχνοτροπία σε αυτό το πλαίσιο : η σύνθεση επιτελείται όταν μπορέσουμε να δούμε τη χάρη που έχει αυτή η γυναικεία μορφή, συνδυάζοντας τις ιδιότητες τεχνοτροπίας με τις αναπαραστατικές ιδιότητες της σύνθεσης.

Μάλιστα, καθώς υπάρχουν στην περίπτωση κάθε καλλιτεχνικής εικόνας διαφορετικοί τρόποι ερμηνείας ( ανάλογα με τις πληροφορίες τις οποίες επικαλείται κανείς και τη σύνθεση αυτών την οποία επιτελεί ), προκειμένου να αντιληφθεί ο θεατής την εικόνα σωστά θα πρέπει να ασκήσει τη φαντασία του και τη δημιουργικότητά του κατά τρόπο που να ανταποκρίνεται στην άσκηση αυτών των ικανοτήτων από την πλευρά του καλλιτέχνη. Θα πρέπει δηλαδή να μπορέσει, ενεργοποιώντας τη φαντασία και δημιουργικότητά του, να δει την εικόνα με τον τρόπο που προτείνει ο καλλιτέχνης : ως φέρουσα τις νοηματικές, αισθητικές και εκφραστικές ιδιότητες στις οποίες στόχευε ο δημιουργός.

Η χρήση της φαντασίας κατά τη διαδικασία εικονικής ερμηνείας δεν είναι λοιπόν ελεύθερη αλλά υπόκειται σε κριτήρια ορθότητας, τα οποία θέτει η πρόθεση του καλλιτέχνη : τόσο σε σχέση με το τι θα δούμε σε μια εικόνα ( τι αντικείμενα θα αναγνωρίσουμε σε αυτήν ) όσο και με το πώς θα τα δούμε ( δηλαδή ποιες νοηματικές, αισθητικές και εκφραστικές ιδιότητες θα αποδώσουμε σε αυτά ).