Η παρουσίαση φορτώνεται. Παρακαλείστε να περιμένετε

Η παρουσίαση φορτώνεται. Παρακαλείστε να περιμένετε

ΜΑΘΗΜΑ ΟΓΔΟΟ 1.Η ανάπτυξη της «μεταγλωσσικής και φωνολογικής επίγνωσης» στα δίγλωσσα παιδιά 2.Προβληματισμοί, απόψεις και κριτική στο μοντέλο των τριών.

Παρόμοιες παρουσιάσεις


Παρουσίαση με θέμα: "ΜΑΘΗΜΑ ΟΓΔΟΟ 1.Η ανάπτυξη της «μεταγλωσσικής και φωνολογικής επίγνωσης» στα δίγλωσσα παιδιά 2.Προβληματισμοί, απόψεις και κριτική στο μοντέλο των τριών."— Μεταγράφημα παρουσίασης:

1 ΜΑΘΗΜΑ ΟΓΔΟΟ 1.Η ανάπτυξη της «μεταγλωσσικής και φωνολογικής επίγνωσης» στα δίγλωσσα παιδιά 2.Προβληματισμοί, απόψεις και κριτική στο μοντέλο των τριών αναπτυξιακών βαθμίδων των Volterra και Taeschner(1978) 3.Δίγλωσση αγωγή και οικογένεια 4. ΔΙΑΔΟΧΙΚΗ ΚΑΤΑΚΤΗΣΗ ΜΙΑΣ ΔΕΥΤΕΡΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ 4.1. Μορφές διαδοχικής κατάκτησης 4.2. Έρευνες και μελέτες, θεωρίες και υποθέσεις 4.3. Ερευνητική στοχοθέτηση Ερευνητικά προγράμματα

2 ΜΑΘΗΜΑ ΟΓΔΟΟ 5. Υποθέσεις και θεωρίες για την διαδοχική κατάκτηση μιας L2 5.1.Η υπόθεση της παρεμβολής ( Die Interferenzhypothese) 5.2. Η Υπόθεση της Ταύτισης(Die Identitätshypothese) 5.3. Η θεωρία των μαθησιακών συστημάτων 5.4.Η υπόθεση των περιβαλλοντικών γλωσσικών ερεθισμάτων (Die Inputhypothese) 5.5. Η θεωρία των γλωσσικών υπομορφών Pidgin 5.6.Η θεωρία της κοινωνικής και πολιτισμικής προσαρμογής Die Akkulturationshypothese

3 2. Προβληματισμοί, απόψεις και κριτική στο μοντέλο των τριών αναπτυξιακών βαθμίδων των Volterra και Taeschner(1978) Το μοντέλο αυτό έγινε αποδεχτό από πολλούς επιστήμονες, δέχτηκε όμως και από άλλους κριτική, κυρίως για τη μέθοδο που χρησιμοποιήθηκε για να φτάσουν σε αυτά τα αποτελέσματα. Αμφισβητείται τόσο η αντικειμενικότητα όσο και η αξιοπιστία της μεθοδολογίας ( De Houwer 1995). Τίθεται το ζήτημα κατά πόσο ευσταθεί η διαπίστωση ότι παιδιά 2 ετών δεν μπορούν να κάνουν τον διαχωρισμό ανάμεσα στα δύο γλωσσικά συστήματα. Αμφισβητείται ο ισχυρός ότι η ανάμειξη διαφόρων γλωσσικών στοιχείων και από τις δύο γλώσσες από τα παιδιά αποδεικνύει την ύπαρξη ενός « undifferentiated or unitary underlying language system»(Genesse 1994).

4 3. Προβληματισμοί, απόψεις και κριτική στο μοντέλο των τριών αναπτυξιακών βαθμίδων των Volterra και Taeschner(1978) Επικρατέστερο είναι το ότι η ταυτόχρονη ανάπτυξη δύο γλωσσών δεν διαφέρει στην ουσία από αυτή της μίας γλώσσας. Οι διαφορές που παρουσιάζονται μεταξύ των δύο γλωσσικών αναπτυξιακών διαδικασιών είναι μικρές, σχεδόν ασήμαντες. Το δίγλωσσο παιδί ήδη από τη φάση της «μονόλεξης πρότασης» διαφοροποιεί τα δύο γλωσσικά συστήματα και χρησιμοποιεί τις ίδιες στρατηγικές ανάπτυξης, όπως το συνομήλικο μονόγλωσσο. Υπάρχουν ενδείξεις μιας διαφοροποιημένης κατάκτησης δύο ξεχωριστών γλωσσικών ικανοτήτων από δίγλωσσα παιδιά τουλάχιστον όσο αφορά το χώρο της θέσης των λέξεων στην πρόταση καθώς και την συμφωνία στην κατάληξη Υποκειμένου και ρήματος (Wortstellung /και Sbj.Verb-Kongruenz).(Meisel 1989)

5 Προβληματισμοί, απόψεις και κριτική στο μοντέλο των τριών αναπτυξιακών βαθμίδων των Volterra και Taeschner(1978) ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ Τα παιδιά μετά το τρίτο έτος της ηλικίας τους, όπου σχηματίζουν προτάσεις με πολλές λέξεις, είναι σε θέση να ξεχωρίζουν τα δύο γλωσσικά συστήματα. ΕΡΩΤΗΣΗ: Από ποιο χρονικό διάστημα και μετά πιστεύετε ότι αρχίζει να πραγματοποιείται η διαφοροποίηση αυτή;

6 Δίγλωσση αγωγή και οικογένεια ΕΡΩΤΗΣΗ Τι θα πρέπει να προσέξουν οι γονείς στην καθημερινή τους επαφή με το δίγλωσσο παιδί; Τι θα πρέπει να έχουν υπόψη τους; Οι Kielhoefer/Jonekeit(1983) παραθέτουν 10 συστάσεις, απαραίτητες τόσο για την επίτευξη μιας επιτυχημένης γλωσσικής ανάπτυξης όσο και μιας εξισορροπημένης ανάπτυξης της προσωπικότητας του δίγλωσσου ατόμου: Κατά τη δίγλωσση αγωγή είναι πολύ σημαντικό να παρέχονται και οι δύο γλώσσες ξεχωριστά στο παιδί, σύμφωνα με την αρχή «ένα πρόσωπο, μία γλώσσα» ή «γλώσσα του περιβάλλοντος» και «γλώσσα της οικογένειας». Θα πρέπει να παρέχονται και οι δύο γλώσσες στο παιδί με την ίδια φροντίδα, την ίδια δεξιότητα αλλά και με την ίδια αγάπη

7 Δίγλωσση αγωγή και οικογένεια Προτάσεις: Συχνά ταξίδια στη χώρα ή στις χώρες που μιλιέται/μιλιούνται η γλώσσα/οι γλώσσες. Συναντήσεις με φυσικούς ομιλητές. Τραγούδια, παιδικές ιστορίες, ήθη και έθιμα κ.α. Θα πρέπει να δοθεί στο παιδί μια γενική θετική στάση απέναντι στη δίγλωσση κατάκτηση την οποία καθημερινά βιώνει. Η διγλωσσία είναι ένα χαρακτηριστικό που κάνει τα παιδιά να ξεχωρίζουν από τους συνομηλίκους τους, πράγμα που πολλές φορές το βιώνουν ως αρνητική εμπειρία. Η στάση που κρατάει ένα άτομο απέναντι στη διγλωσσία μπορεί να επηρεάσει την γλωσσική, γνωστική και συναισθηματική του ανάπτυξη. Δεν πρέπει το παιδί να αισθάνεται μειονεκτικά γιατί είναι δίγλωσσο, αλλά να νιώθει υπερήφανο, γιατί μπορεί και μιλάει δύο γλώσσες, παρά τις επί μέρους δυσκολίες.

8 ΙΙΙ. ΔΙΑΔΟΧΙΚΗ ΚΑΤΑΚΤΗΣΗ ΜΙΑΣ ΔΕΥΤΕΡΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ Στο κεφάλαιο αυτό θα αναφερθούμε σε: α) έρευνες και μελέτες, πορίσματα και θεωρίες σχετικά με τη διαδοχική κατάκτηση μιας L2 β) κοινά χαρακτηριστικά γνωρίσματα της κατάκτησης της L2 γ) παράγοντες επίδρασης κατά την κατάκτηση της L2

9 1.Μορφές διαδοχικής κατάκτησης Δύο είναι οι τρόποι μέσω των οποίων ένα άτομο μαθαίνει μία δεύτερη ή μία τρίτη γλώσσα: Φυσική κατάκτηση μιας δεύτερης γλώσσας (naturlicher Zweitspracherwerb- second language acquisition Το άτομο έρχεται σε άμεση επαφή με το γλωσσικό περιβάλλον στο οποίο μιλιέται η γλώσσα Κατευθυνόμενη κατάκτηση της δεύτερης γλώσσας(gesteuerter Zweitspracherwerb- second language learning: εκμάθηση…) Το άτομα κατακτά τη L2 μέσω παρακολούθησης ενός συγκεκριμένου προγράμματος

10 2. Έρευνες και μελέτες, θεωρίες και υποθέσεις Σε αντίθεση με τις έρευνες της γλωσσικής ανάπτυξης του μονόγλωσσου παιδιού, οι οποίες ξεκίνησαν ήδη στα τέλη του 18ου αιώνα, η κατάκτηση της L2 ή μιας ξένης γλώσσας απασχόλησε έντονα τους ερευνητές μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Η διδακτική μιας γλώσσας καθώς και η διδασκαλία μιας ξένης γλώσσας αποτέλεσαν κεντρικές θεματικές ενότητες για μια σειρά ερευνών και θεωριών. Γινόταν αναφορά: στην μέθοδο διδασκαλίας, στα μέσα διδασκαλίας στον τρόπο εκμάθησης μιας ξένης γλώσσας και τίθετο το ερώτημα προς διερεύνηση κατά πόσο η ανάπτυξη της L1 παρουσιάζει μια κοινή πορεία με την εκμάθηση της ξένης γλώσσας και κατά πόσο η έμφυτη ικανότητα κατάκτησης μιας γλώσσας ενεργοποιείται κατά την εκμάθηση μιας ξένης γλώσσας.

11 2. Έρευνες και μελέτες, θεωρίες και υποθέσεις Στην δεκαετία του 60 απασχόλησε επίσης τους ερευνητές το ερώτημα της φυσικής κατάκτησης μιας δεύτερης γλώσσας τόσο κατά την παιδική όσο και κατά την εφηβική και μεταεφηβική ηλικία. Η αντιπαραθετική Γλωσσολογία(Kontrastive Linguistik) κατηύθυνε τις έρευνες στη σύγκριση των γλωσσικών υποσυστημάτων (φωνολογικού κ.α.) μεταξύ των δύο γλωσσών καθώς και στην εξακρίβωση τυχόν διαφοροποιήσεων στα υποσυστήματα και καταγραφή και μελέτη αυτών. Αποτέλεσμα ήταν η είσοδος/επεξεργασία νέων μεθόδων διδασκαλίας της ξένης γλώσσας, καθώς και η ενασχόληση με μια σειρά ζητήματα που έχριζαν διερεύνηση.

12 3. Ερευνητική στοχοθέτηση Στο επίκεντρο των ερευνών βρίσκεται πλέον το άτομο που κατακτά την L2. Το ενδιαφέρον εστιάζεται στη γλωσσική συμπεριφορά του ατόμου, στους πιθανούς κανόνες που διέπουν τον τρόπο με τον οποίο επεξεργάζεται τα γλωσσικά ερεθίσματα του περιβάλλοντος, Στους μηχανισμούς, τις στρατηγικές και τις αναπτυξιακές φάσεις που παρατηρούνται κατά την κατάκτηση μιας δεύτερης γλώσσας. Έρευνες έχουν αποδείξει ότι κατά την ανάπτυξη μιας οποιασδήποτε γλώσσας παρατηρούνται παρόμοιες αναπτυξιακές φάσεις και εμφανίζονται περίπου στο ίδιο χρονικό διάστημα γλωσσικές δομές που παρουσιάζουν μια παρόμοια γλωσσική δομή. Αυτές οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η κατάκτηση μιας γλώσσας είναι μια συστηματική και όχι τυχαία διαδικασία που κατευθύνεται κυρίως από συγκεκριμένους εσωτερικούς κανόνες.

13 3. Ερευνητική στοχοθέτηση Η γλωσσική ανάπτυξη πραγματοποιείται στα πλαίσια ενός βιογεννητικού προγράμματος, που διέπεται από συγκεκριμένες αμετάβλητες αρχές.(Felix 1982: 6f). Η κεντρική θεωρητική θέση που κυριαρχεί στηρίζεται σε ερευνητικά αποτελέσματα και στις θεωρητικές θέσεις της Γενετικής Μετασχηματιστικής Γραμματικής, που υποστηρίζει ότι: Οι διαδικασίες εκμάθησης μιας γλώσσας διέπονται και κατευθύνονται από γενικούς, μη μεταβαλλόμενους εσωτερικούς κανόνες και πραγματοποιούνται ακολουθώντας σταθερές σειρές αναπτυξιακών φάσεων. Η Θεωρία της έμφυτης βιολογικής ικανότητας για την κατάκτηση μιας γλώσσας και ιδιαίτερα μιας L2 τίθεται από διάφορους ερευνητές σε αμφισβήτηση.

14 4. Ερευνητικά προγράμματα Δύο είναι οι χώροι με τα πιο σπουδαία ερευνητικά κέντρα στα οποία πραγματοποιήθηκαν μεγάλες έρευνες που αφορούν την κατάκτηση της L2. Στις ΗΠΑ η έρευνα των H.Dulay και M.Burt (1974) Προσπάθησαν να εξακριβώσουν με ποια σειρά κατακτούν δίγλωσσα παιδιά με ως L1 ισπανικά και κινέζικα μια επιλογή από διάφορα μορφήματα της αγγλικής γλώσσας και κατέληξαν στα ακόλουθα αποτελέσματα: 1. παιδιά με διαφορετικές γλώσσες, διαφορετική ηλικία και από διαφορετική κοινωνική τάξη κατακτούν με την ίδια σειρά τα διάφορα μορφήματα μιας δεύτερης γλώσσας

15 4. Ερευνητικά προγράμματα 2.αυτή η σειρά κατάκτησης μορφημάτων διαφέρει σημαντικά από την αντίστοιχη σειρά κατάκτησης μορφημάτων της μητρικής γλώσσας. Αυτές οι έρευνες (morpheme order studies)δέχτηκαν έντονη κριτική Όμως αυτές έθεσαν σε αμφισβήτηση τις θεωρητικές θέσεις που επικρατούσαν στις ΗΠΑ. Συνειδητοποιήθηκε η ύπαρξη μιας καθορισμένης σειράς κανονισμών κάτω από τους οποίους πραγματοποιείται η κατάκτηση μιας γλώσσας. Αυτές οι έρευνες επέδρασαν επίσης στην έρευνα για την διαδοχική κατάκτηση μιας δεύτερης γλώσσας.

16 4. Ερευνητικά προγράμματα Στη Γερμανία στη δεκαετία του 70 εμφανίζονται έρευνες γύρω από τη φυσική κατάκτηση της L2, λόγω τη φοίτησης μεταναστόπαιδων με διαφορετικές L1 στα σχολεία της ΟΔΓ. Αναζητήθηκαν λύσεις στα προβλήματα που παρουσίαζαν αυτά τα παιδιά και αφορούσαν: την ομιλία τους τη συμπεριφορά τους τις σχολικές τους επιδόσεις Στις δεκαετίες του 70 και 80 τρία είναι τα γνωστά ερευνητικά Κέντρα: 1. Χαϊδελβέργη: Πρόγραμμα “Pidgindeutsch-Forschungsprojekt” των Klein και Dittmar(1980). Εξετάστηκε η κατάκτηση της Γερμανικής από Ισπανούς και Ιταλούς εργάτες. Κύριο ερώτημα αποτέλεσε το κατά πόσο εξωτερικοί παράγοντες επηρεάζουν γλωσσολογικά φαινόμενα κατάκτησης της γερμανικής γλώσσας.

17 4. Ερευνητικά προγράμματα 2. Wuppertal : Πρόγραμμα ZISA, υπεύθυνος ο Jurgen Meisel. Εξετάστηκε η κατάκτηση της γερμανικής από Ιταλούς, Ισπανούς και Πορτογάλους εργάτες καθώς και από τα παιδιά τους. Εξετάστηκε η κατάκτηση της L2 τόσο από ενήλικες όσο και από παιδιά. Στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος βρίσκονταν συντακτικές δομές, συγκεντρώθηκαν όμως και στοιχεία που αφορούσαν και τα άλλα γλωσσικά επίπεδα. 3. Κίελο: πρόγραμμα που διηύθυνε ο Wode εξετάστηκαν ταυτόχρονα τρείς διαφορετικές μορφές της γλωσσικής ανάπτυξης: – Η κατάκτηση της L1 –Η φυσική κατάκτηση της L2 και –Η εκμάθηση μιας ξένης γλώσσας. Δύο ήταν οι βασικές γλώσσες προς διερεύνηση: Αγγλικά και Γερμανικά Στόχο αποτέλεσε η διαπίστωση, η περιγραφή και η αιτιολόγηση των κοινών στοιχείων και των διαφορών μεταξύ των 3 διαφορετικών μορφών γλωσσικής ανάπτυξης.

18 ΣΥΝΟΨΗ: Παρά τις πολυάριθμες και ποικίλες έρευνες που πραγματοποιήθηκαν ανά τον κόσμο με θέμα την κατάκτηση μιας δεύτερης γλώσσας, θεωρείται ότι αυτός ο επιστημονικός τομέας βρίσκεται ακόμη σε αρχικό στάδιο. Σε πολύ βασικά ερωτήματα δεν μπόρεσαν να βρεθούν ικανοποιητικές απαντήσεις. Υπάρχουν επίσης μια σειρά από ζητήματα και προβληματισμοί που δεν απασχόλησαν τον επιστημονικό κόσμο. Η έρευνα της L2 αποτελεί έναν αυτόνομο ερευνητικό χώρο με τη δική του οριοθέτηση και τα δικά του θέματα και σίγουρα δεν θα πρέπει να θεωρείται ως ένα τμήμα του ερευνητικού χώρου που απασχολείται με προβληματισμούς της κατάκτησης της πρώτης γλώσσας.(Mclaughlin 1982:220)

19 5. Υποθέσεις και θεωρίες για την διαδοχική κατάκτηση μιας L2 Γύρω από τη διαδοχική κατάκτηση μιας L2 αναπτύχθηκαν διάφορες υποθέσεις και θεωρίες οι οποίες ασχολήθηκαν μεμονωμένα με διάφορους τομείς και διαστάσεις του φαινομένου αυτού και τα πορίσματα των οποίων συμβάλλουν τόσο στην καλύτερη κατανόηση της συνολικής εικόνας των γλωσσικών διαδικασιών όσο και στην καλυτέρευση των μεθόδων διδασκαλίας της L2.

20 Υποθέσεις και Θεωρίες για την κατάκτηση μιας L2 Στο βιβλίο του “Foundations of Bilingual Education and Bilingualism” ο Baker(1993) παρουσιάζει τις ακόλουθες θεωρίες: 1. Η υπόθεση της παρεμβολής ή Υπόθεσης της αντιπαράθεσης διατυπώθηκε τη δεκαετία του 60 στο χώρο της συγκριτικής ανάλυσης, υποστηρίζοντας ότι η γλωσσική κατάκτηση μιας L2 εξελίσσεται διαφορετικά από την κατάκτηση της L1. Τα επιχειρήματά τους στηρίζονταν στις κατά τη γνώμη τους διαφορετικές συνθήκες και καταστάσεις που επικρατούν κατά τις αντίστοιχες διαδικασίες μάθησης. (ΕΡΩΤΗΣΗ) Θεωρούν ότι κατά την κατάκτηση της L2 το άτομο κάνει χρήση δομών και στοιχείων της L1, δηλ. η L1 κατευθύνει την πορεία της κατάκτησης της L2 (Wode 1985).Κατ΄αυτόν τον τρόπο μαθαίνονται πιο εύκολα δομές, στοιχεία και κανόνες της L2, που συμφωνούν με αντίστοιχα της L1 ( positiver Transfer).

21 5. Υποθέσεις και Θεωρίες για την κατάκτηση μιας L2 Σε αντίθετη περίπτωση, όταν δηλαδή όλα τα προαναφερόμενα είτε δεν υπάρχουν στην L2, είτε πραγματώνονται διαφορετικά από ότι στην L1, τότε εμφανίζονται συστηματικά λάθη ή ακόμη δομές της L1(negativer Transfer) και το άτομο δυσκολεύεται στην εκμάθησή τους. Σύμφωνα με τον Lado(1957) η σύγκριση της L1 με την L2 μπορεί να οδηγήσει στην πρόβλεψη των δυσκολιών που θα εμφανιστούν κατά την κατάκτηση/εκμάθηση της L2 και να βρεθούν τρόποι και μέθοδοι υπερσκέραισής τους. Εμφανίστηκαν μια σειρά από συγκριτικές μελέτες μεταξύ διαφόρων γλωσσών, αντιπαραθετικές γραμματικές με στόχο την βελτίωση της μεθοδολογίας στην διδασκαλία των Ξένων Γλωσσών.

22 5. Υποθέσεις και Θεωρίες για την κατάκτηση μιας L2 Κριτικές επισημάνσεις: Οι θέσεις του Lado ναι μεν έγιναν αποδεκτές από μία σειρά επιστημόνων, δέχτηκαν όμως και κριτική που αφορούσε το γεγονός ότι πολλές φορές δομές που δεν υπήρχαν ή διέφεραν κατά πολύ στην L1 κατακτήθηκαν πολύ πιο εύκολα στην L2 και άλλες πάλι που εμφάνιζαν ομοιότητες δυσκόλεψαν ιδιαίτερα τους μαθητές κατά την εκμάθησή τους. Πρέπει να ειπωθεί ότι η μέθοδος της συγκριτικής ανάλυσης βοηθά τόσο στην συστηματοποίηση τυχόν λαθών, στην ανάλυση των αιτιών που τα προκαλούν όσο και στην αντιμετώπισή τους. Συνοψίζοντας μπορούμε να πούμε ότι η Υπόθεση της Παρεμβολής υπηρετεί ουσιαστικά την διαπίστωση, ανάλυση και αντιμετώπιση καταγεγραμμένων γλωσσικών λαθών κατά την κατάκτηση της L2.

23 Η Υπόθεση της Ταύτισης (Die Identitätshypothese) 2. Η Υπόθεση της Ταύτισης (Die Identitätshypothese) Σύμφωνα με τη πιο ακραία εκδοχή αυτής της υπόθεσης η διαδοχική κατάκτηση της L2 πραγματοποιείται στο σύνολό της όπως και η L1 και διέπεται από τους ίδιους κανονισμούς( Klein 1984:36) Αυτή η ακραία μορφή δεν υποστηρίχτηκε από κανέναν επιστήμονα. Οι περισσότεροι είναι της γνώμης ότι η πρώτη γλωσσική ανάπτυξη καθώς και η κατάκτηση μιας L2 είναι στις σημαντικότερες αναπτυξιακές διαδικασίες ίδιες.(Dulay&Burt 1974, Wode 1985, στο: Klein 1984:36).

24 Η Υπόθεση της Ταύτισης (Die Identitätshypothese) Σύμφωνα επίσης με την ίδια υπόθεση άτομα που μαθαίνουν μία L2 κάνουν όπως και τα μικρά παιδιά λάθη, τα οποία δηλώνουν την ενεργητική διαδικασία κατά την γλωσσική κατάκτηση. Ακόμη αναφέρεται ότι μετά από έρευνες υπάρχουν ενδείξεις που δηλώνουν ότι η κατάκτηση μιας L2 χαρακτηρίζεται από μία συστηματικότητα η οποία έχει σχέση με την σειρά δυσκολίας των συντακτικών δομών που κατακτούνται και ότι οι ίδιες ψυχογλωσσολογικές στρατηγικές χρησιμοποιούνται για την κατάκτηση μιας συγκεκριμένης γλώσσας, τόσο όσο αυτή κατακτάται ως L1 όσο και όταν η ίδια γλώσσα κατακτάται ως L2.

25 Η Υπόθεση της Ταύτισης (Die Identitätshypothese) Σύμφωνα με τους Dulay&Burt (1974,1975) μετά από έρευνες που διεξήγαγαν σε παιδιά με διάφορές L1 κατά την κατάκτηση μορφολογικών δομών της αγγλικής ως L2 κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι υπάρχει απόλυτη συμφωνία στη σειρά κατάκτησης μορφολογικών δομών. Αυτές τις σειρές δομών τις ονόμασαν «φυσιολογικές σειρές». Είναι της γνώμης ότι τα παιδιά που μαθαίνουν μία L2 δεν μεταφέρουν διάφορες γλωσσικές δομές και χαρακτηριστικά στοιχεία της μιας γλώσσας στην άλλη αλλά χρησιμοποιούν από την πρώτη γλώσσα τις διαδικασίες και τους μηχανισμούς που χρησιμοποίησε το παιδί ή και που αυτό απέκτησε κατά την πρώτη γλωσσική ανάπτυξη.

26 Η Υπόθεση της Ταύτισης (Die Identitätshypothese) Σύμφωνα με τον Klein(1987:36) συχνά υπάρχουν τεράστιες διαφορές μεταξύ της κατάκτησης της L1 και της L2. Την προφορά της L1 την μαθαίνουμε συνήθως τέλεια. Από την άλλη δεν είναι σύνηθες φαινόμενο να μαθαίνει ένας ενήλικας μία L2 χωρίς προβλήματα στην προφορά. Αυτό δεν αποκλείει το ότι υπάρχει η πιθανότητα να το κατορθώσει ένας ενήλικας. Αυτό όμως που είναι ουσιαστικό για μας να ξέρουμε είναι όχι τι είναι δυνατό να συμβεί αλλά πολύ περισσότερο ποιά είναι γενικά η πραγματικότητα. Σύμφωνα με τον Felix (1982: 81) η εκμάθηση μιας γλώσσας δεν πραγματοποιείται με βάση το συμπεριφοριστικό μοντέλο S-R(ερέθισμα- αντίδραση)αλλά αποτελεί μια γνωστική διαδικασία του τύπου «creative construction», κατά την οποία το άτομο σχηματίζει συστηματικά υποθέσεις σχετικά με τις διάφορες γλωσσικές δομές. Τις υποθέσεις αυτές τις εξετάζει και τις επαληθεύει ή τις απορρίπτει.

27 Η Υπόθεση της Ταύτισης (Die Identitätshypothese) Συνοψίζοντας μπορούμε να πούμε ότι: οι διαδικασίες κατάκτησης της L1 και L2 παρουσιάζουν τόσο ομοιότητες όσο και διαφορές, τόσο στις βασικές αρχές που τις διέπουν όσο και στους μηχανισμούς επεξεργασίας μέσω των οποίων κατακτούνται αυτές οι βασικές αρχές. Γι αυτό και σύμφωνα με τον Klein(1987:37) είναι πιο λογικό να ψάξουμε να βρούμε τόσο αυτές όσο και τις αιτίες τους και να μην καταναλωνόμαστε με το να θέτουμε μονόπλευρες υποθέσεις.

28 3. Η θεωρία των μαθησιακών συστημάτων α.Η θεωρία του κέντρου εποπτείας α) η θεωρία του κέντρου εποπτείας (die “Monitor-Theorie΄του Krashen) Η θεωρία αυτή μπορεί να παρουσιαστεί μέσω δύο αλληλεξαρτημένων κεντρικών υποθέσεων 1. Υπόθεση της θεωρίας: Ο Krashen υποστηρίζει ότι υπάρχουν δύο δυνατότητες κατάκτησης μιας L2: i.μέσω της ασυνείδητης γλωσσικής κατάκτησης (subconcious language aquisition) ii.μέσω της συνειδητής γλωσσικής μάθησης (conscious language learning)

29 3. Η θεωρία των μαθησιακών συστημάτων α.Η θεωρία του κέντρου εποπτείας Με τον όρο κατάκτηση χαρακτηρίζονται εκείνες οι γλωσσικές διαδικασίες εκμάθησης οι οποίες πραγματοποιούνται από το άτομο ασυνείδητα. Το άτομο δεν είναι σε θέση να δώσει πληροφορίες για τους κανόνες τους οποίους ακολουθεί κατά την παραγωγή εκφράσεων. Εδώ υπάρχει μια άμεση επαφή του ατόμου με την L2, που έχει ένα συγκεκριμένο λόγο καθώς και συγκεκριμένους στόχους. Ενδιαφέρεται: για άμεση επικοινωνία με το περιβάλλον δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για τη γλωσσική ορθότητα των εκφορών του Παρατηρείται αυθόρμητη παραγωγή εκφράσεων καθώς και παραγωγή εκφράσεων, όπως και κατά την πρώτη γλωσσική ανάπτυξη.

30 7. Η θεωρία των μαθησιακών συστημάτων α.Η θεωρία του κέντρου εποπτείας Κατά την εκμάθηση όμως μιας δεύτερης γλώσσας οι περισσότερες γλωσσικές διαδικασίες ανάπτυξης πραγματοποιούνται συνειδητά και το άτομο προσπαθεί σύμφωνα με τους κανόνες που έμαθε να παράγει γλωσσικές εκφράσεις. Μπορεί επίσης να περιγράψει τους γλωσσικούς κανόνες που χρησιμοποιεί. Μπορεί επίσης να αιτιολογήσει τα λάθη του βάσει μη τήρησης συγκεκριμένων κανόνων. Κατά την συνειδητή μάθηση το άτομο κατακτά τη γλώσσα μέσω ενός συγκεκριμένου προγράμματος μάθησης, όπου διδάσκονται οι κανόνες και οι μηχανισμοί παραγωγής λόγου. Πρωτεύον ρόλο παίζει ο αυτοέλεγχος των διδασκομένων. Δεν παρατηρούνται αναπτυξιακές μορφές παρόμοιες με εκείνες της πρώτης γλωσσικής ανάπτυξης.

31 3. Η θεωρία των μαθησιακών συστημάτων α. Η θεωρία του κέντρου εποπτείας Η δεύτερη και κεντρική υπόθεση αυτής της θεωρίας αναφέρεται στη συνειδητή εκμάθηση μιας L2 και υποστηρίζεται ότι: « πραγματοποιείται μέσω ενός κέντρου εποπτείας, το οποίο κατευθύνει και εποπτεύει συνεχώς με ένα καθορισμένο τρόπο την παραγωγή των γλωσσικών εκφράσεων. Μπορεί και επιδρά άμεσα και αν χρειαστεί κάνει διάφορες αλλαγές κατά τη γλωσσική επεξεργασία των εκάστοτε νέων γνώσεων». Learned system Acquired system Utterance Μοντέλο παραγωγής εκφράσεων δεύτερης γλώσσας από ενήλικες (Krashen 1981: 2)

32 3. Η θεωρία των μαθησιακών συστημάτων α. Η θεωρία του κέντρου εποπτείας Αυτό το κέντρο εποπτείας ενεργοποιείται μόνο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, που θα πρέπει να πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις: θα πρέπει να υπάρχει ικανοποιητικός χρόνος για τη γλωσσική επεξεργασία θα πρέπει ο ομιλητής κατά την παραγωγή των νέων προτάσεων να μην ξεφεύγει πολύ από τη δεδομένη σωστή γλωσσική μορφή θα πρέπει να γνωρίζει τους συγκεκριμένους γλωσσικούς κανόνες αυτής της γλώσσας Οι δύο μορφές κατάκτησης μιας L2 έχουν ένα κοινό σημείο: Δεν κατευθύνονται από εξωτερικούς παράγοντες, αλλά από το δυναμικό του ίδιου του μαθητευόμενου. Αυτό το μοντέλο θεωρείται για τον αμερικάνικο ερευνητικό χώρο από τις πιο ενδιαφέρουσες θεωρητικές θέσεις.

33 3. Η θεωρία των μαθησιακών συστημάτων α. Η θεωρία του κέντρου εποπτείας Συνοψίζοντας μπορούμε να πούμε ότι: η Θεωρία του κέντρου εποπτείας εστιάζει το ενδιαφέρον της κυρίως στις διαδικασίες παραγωγής γλωσσικών εκφράσεων. Δεν παραθέτονται ούτε συγκεκριμένες υποθέσεις αλλά ούτε και συγκεκριμένα στοιχεία για το πώς ακριβώς κατακτάται μία L2. ΄ Το ενδιαφέρον εστιάζεται στο αποτέλεσμα της μαθησιακής διαδικασίας. Η Θεωρία αυτή εστιάζει το ενδιαφέρον της κυρίως με ποιο τρόπο μπορεί η γλωσσική κατάκτηση να επηρεαστεί συνειδητά και ποιοι παράγοντες θα μπορούσαν να επηρεάσουν τη διαδικασία της γλωσσικής κατάκτησης.

34 β) Η θεωρία των ανταγωνιστικών-γνωστικών δομών Την θεωρία αυτήν την ανάπτυξε ο Felix(1981,1982, 1985) και βασίζεται στη διαφοροποίηση των ανθρωπίνων ικανοτήτων μέσω των οποίων κατακτά κάποιος μία γλώσσα. Ο Felix διακρίνει στον άνθρωπο δύο κατηγορίες γνωστικών ικανοτήτων, οι οποίες και ενεργοποιούνται κατά τη γλωσσική κατάκτηση: Ειδικές γλωσσο-γνωστικές ικανότητες Είναι αυτές που είναι υπεύθυνες μόνο για την κατάκτηση και τη χρήση της γλώσσας, όπου το άτομο κατακτά ασυνείδητα στην παιδική ηλικία, την πρώτη του γλώσσα Εδώ ανήκουν όλες οι έμφυτες ανθρώπινες ικανότητες.

35 3. Η θεωρία των μαθησιακών συστημάτων β) Η θεωρία των ανταγωνιστικών – γνωστικών δομών Γενικές γνωστικές ικανότητες Είναι αυτές που είναι γενικά υπεύθυνες για τη λύση κάθε γνωστικού προβλήματος και την επεξεργασία κάθε γνωστικής πληροφορίας, για την διεξαγωγή όλων των διανοητικών λειτουργιών Εδώ ανήκουν εκείνες οι γνωστικές ικανότητες τις οποίες αποκτά το άτομο μέσω των διαφόρων αναπτυξιακών διαδικασιών και των διαδικασιών ωρίμανσης που λαμβάνουν χώρα στην παιδική ηλικία. Οι ικανότητες αυτές αρχίζουν να αναπτύσσονται περίπου στο 12ο έτος της ηλικίας, Και οι δύο κατηγορίες ικανοτήτων υπάρχουν στον άνθρωπο ως γνωστικές δομές(kognitive Strukturen), και ενεργοποιούνται μέσω αντίστοιχων ειδικών μηχανισμών (cognitive organizers)

36 3. Η θεωρία των μαθησιακών συστημάτων β) Η θεωρία των ανταγωνιστικών – γνωστικών δομών Στο μοντέλο που ακολουθεί ο Felix κάνει τη διαφοροποίηση μεταξύ Των ειδικών γλωσσικών δομών: LS(Language specific structures) και των γενικών γνωστικών δομών: PS(Problem solving structures) Στο σχήμα Α. τα γλωσσικά ερεθίσματα περνούν από ένα φιλτράρισμα προτού φτάσουν στην ουσιαστική επεξεργασία. Για τις διαδικασίες που λαμβάνουν χώρα στο LS-φιλτράρισμα δεν υπάρχουν ακριβές πληροφορίες. Στο PS-φιλτράρισμα επιδρούν οι παράγοντες, που είναι οι υπεύθυνοι παράμετροι για την επιτυχία της κατάκτησης μιας L2. Κατά τον Felix η επίδραση της L1 ενεργεί ως ανεξάρτητη παράμετρος, δεν υπάγεται στις διαδικασίες του φιλτραρίσματος και επιδρά μέσω τριών διαδικασιών: ως αρχικές γνώσεις «προγνώσεις» στο σύστημα των γλωσσο-γνωστικών δομών ως εξωτερικός παράγοντας κατά το PS-φιλτράρισμα και απευθείας στο σύστημα των γενικών γνωστικών δομών.

37

38 3. Η θεωρία των μαθησιακών συστημάτων β) Η θεωρία των ανταγωνιστικών – γνωστικών δομών Η κυρίως επεξεργασία των γλωσσικών ερεθισμάτων του περιβάλλοντος πραγματοποιείται στα δύο συστήματα γνωστικών δομών, δηλ. στο LS και PS, που αποτελούν το ανθρώπινο διανοητικό δυναμικό (mentale Kapazitaet), που είναι υπεύθυνο για την κατάκτηση και χρήση της ανθρώπινης γλώσσας και το οποίο αποτελεί ένα μέρος του ανθρώπινου διανοητικού δυναμικού. Σύμφωνα με τον Felix το LS υπάρχει μόνο στον άνθρωπο. Μετά την επεξεργασία στο LS /PS οι γνώσεις οδηγούνται στο “ cognitive output mixer” το οποίο ρυθμίζει και ορίζει τη σχέση που υπάρχει μεταξύ των επεξεργαζόμενων από το LS/PS γλωσσικών γνώσεων. Οι γνώσεις μετά οδηγούνται στο “OUTPUT”, που είναι το αποτέλεσμα όλων των διαδικασιών κατάκτησης της γλώσσας και αποτελεί το σύνολο των γνώσεων που κατέχει το άτομο στη συγκεκριμένη γλώσσα.

39 7. Η θεωρία των μαθησιακών συστημάτων β) Η θεωρία των ανταγωνιστικών – γνωστικών δομών Ως γλωσσική ικανότητα θεωρείται η SPRACHKOMPETENZ Ως PERFORMANZ θεωρείται η παραγωγή γλωσσικών εκφράσεων. Ο Felix τοποθετεί μεταξύ των δύο αυτών ικανοτήτων δύο στοιχεία που επηρεάζουν τη σχέση τους και τα οποία έχουν σχέση με την παραγωγή εκφράσεων. Πρόκειται για: τις στρατηγικές επικοινωνίας το κέντρο εποπτείας του Krashen Συγκεκριμένα: το κέντρο εποπτείας * παραθέτει τεχνικές μέσω των οποίων μια έκφραση διατυπώνεται καλύτερα και * ελέγχει παραγόμενες εκφράσεις Οι στρατηγικές επικοινωνίας συμβάλουν στην επίτευξη επικοινωνιακών στόχων κατά τη γλωσσική επικοινωνία Σύμφωνα με το Felix το μοντέλο αυτό θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί και για την κατάκτηση της L1.

40 4. Η υπόθεση των περιβαλλοντικών γλωσσικών ερεθισμάτων (Die Inputhypothese) Σύμφωνα με αυτήν την υπόθεση μια γλώσσα κατακτάται από ένα άτομο κυρίως μέσω των γλωσσικών ερεθισμάτων(Input) που του παρέχονται από το περιβάλλον. Πολλοί ερευνητές επιβεβαίωσαν ή στήριξαν με τα πορίσματα από τις μελέτες τους αυτήν την Θέση. Διαπιστώθηκε ότι τα γλωσσικά ερεθίσματα που παρέχονται από το περιβάλλον σε αυτούς που μαθαίνουν μία γλώσσα ανήκουν σε μία απλοποιημένη μορφή της γλώσσας. Σε κάθε γλώσσα είναι γνωστές οι δύο γλωσσικές μορφές : Η μωρουδίστικη (baby talk) και Η γλώσσα των αλλοδαπών (foreign talk)

41 Η υπόθεση των περιβαλλοντικών γλωσσικών ερεθισμάτων (Die Inputhypothese) ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ Μπορεί ένα άτομο να μάθει μία γλώσσα μόνο μέσω αυτής της απλοποιημένης γλωσσικής μορφής; Αλλάζουν με το χρόνο συστηματικά οι δομές και το περιεχόμενο των γλωσσικών ερεθισμάτων που παρέχονται από το περιβάλλον κατά τη διάρκεια εκμάθησης μιας L2; Η Evelyn Hatch(1978) στηριζόμενη στα πορίσματα έρευνάς της διατύπωσε την υπόθεση των περιβαλλοντικών ερεθισμάτων, υποστηρίζοντας ότι οι περισσότερες ιδιαιτερότητες που παρουσιάζονται κατά τη διαδικασία εκμάθησης μιας γλώσσας οφείλονται στις ιδιαιτερότητες των γλωσσικών ερεθισμάτων, όπως και των γλωσσικών δομών που παρέχονται καθημερινά από το περιβάλλον.

42 Η υπόθεση των περιβαλλοντικών γλωσσικών ερεθισμάτων (Die Inputhypothese) Θεωρεί επίσης ότι η κατάκτηση γλωσσικών δομών βασίζεται ακριβώς στην ικανότητα του ατόμου να έρχεται σε γλωσσική επαφή με το περιβάλλον του, η οποία κατευθύνεται από συγκεκριμένους κανόνες γλωσσικής επικοινωνίας. ΕΡΩΤΗΜΑ: Πώς παράγονται όμως αυτά τα περιβαλλοντικά γλωσσικά ερεθίσματα; Οι φυσικοί ομιλητές μπορούν στη συζήτηση με άτομα που μαθαίνουν τη δικής τους μητρική γλώσσα μπορούν να ελίσσονται γλωσσικά. Τέτοιου είδους στρατηγικές αφορούν το Φωνολογικό επίπεδο Σημασιολογικό επίπεδο Συντακτικό επίπεδο

43 Η υπόθεση των περιβαλλοντικών γλωσσικών ερεθισμάτων (Die Inputhypothese) Η Hatch έκανε τις ακόλουθες διαπιστώσεις: 1. αυτές οι γλωσσικές προσαρμογές που γίνονται από μεριάς του φυσικού ομιλητή βοηθούν στην καλύτερη κατανόηση του θέματος συζήτησης αυτοί οι γλωσσικοί ελιγμοί δίνουν στο άτομο που μαθαίνει τη γλώσσα να πλησιάσει να κατανοήσει και να κατακτήσει τις γλωσσικές δομές της L2

44 Η υπόθεση των περιβαλλοντικών γλωσσικών ερεθισμάτων (Die Inputhypothese) Κριτικές απόψεις Οι προαναφερόμενες θέσεις σε ορισμένα σημεία ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, σε άλλα όμως δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές Δεν έχει αποδειχθεί ‘ότι οι γλωσσικοί ελιγμοί συμβάλλουν καθοριστικά στην κατάκτηση της L2. Η θέση των περιβαλλοντικών γλωσσικών ερεθισμάτων δεν μπορεί να εξηγήσει το γεγονός ότι ένα άτομο που μαθαίνει μία γλώσσα, μπορεί να παράγει και να καταλαβαίνει προτάσεις που ποτέ δεν άκουσε στο περιβάλλον.

45 5. Η Θεωρία των γλωσσικών υπομορφών Pidgin Σε αυτήν την θεωρία το ενδιαφέρον εστιάζεται κυρίως σε κοινωνικούς παράγοντες, που επιδρούν στην κατάκτηση μιας L2.Έχοντας ως αφετηρία μία σειρά κοινωνικών, πολιτισμικών και πολιτικών κριτηρίων γίνεται ο διαχωρισμός του όλου συστήματος των ανθρωπίνων γλωσσών σε δύο υποσυστήματα: το υποσύστημα των «κατώτερων» το υποσύστημα των «ισχυρότερων γλωσσών» Με τον όρο Pidgin χαρακτηρίζονται εκείνες οι μορφές μιας L2, οι οποίες χρησιμοποιούνται από άτομα που τοποθετούνται από τους αποικιοκράτες γλωσσικά σε μία κοινωνικά και πολιτισμικά «κατώτερη» ή ασθενέστερη γλωσσική κοινότητα, τα μέλη της οποίας πρέπει να μάθουν να μιλούν υποχρεωτικά τη γλώσσα των κυρίαρχων, π.χ. Άγγλων, Γάλλων κ.α.. ώστε να μπορούν για διάφορους λόγους να επικοινωνούν μαζί τους. Δημιουργείται έτσι μία τύπου γλώσσας με περιορισμένο λεξιλόγιο, με απλές, βασικές εκφράσεις επικοινωνίας, με λανθασμένες τόσο συντακτικές όσο και μορφολογικές δομές.

46 5. Η θεωρία των γλωσσικών υπομορφών Pidgin Δύο είναι τα κύρια κριτήρια που χαρακτηρίζουν τις γλωσσικές αυτές υπομορφές ως Pidgin: α. ο ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο δημιουργούνται και χρησιμοποιούνται στην καθημερινή επικοινωνία και β. η υφή και η δομή των γλωσσικών μορφών αυτών. Τα Pidgin εμφανίζουν στοιχεία τόσο από τη μητρική γλώσσα των αποικιοκρατούμενων, όσο και από τη γλώσσα των αποικιοκρατών. Εμφανίζονται επίσης και νέα στοιχεία που δεν ανήκουν σε καμία από τις δύο γλώσσες.

47 9. Η θεωρία των γλωσσικών υπομορφών Pidgin English Kamerun she goes to the market i go maket she is going to the market i di go maket she will go to the market I go go maket bring the book bring di buk kom take the book tek di buk go I didn’t go a no bin go I didn’t have to go a no bin get fo go my friend’s book ma kombi I buk de the man who came di man we bin kom [Felix 1987:212]

48 5. Η θεωρία των γλωσσικών υπομορφών Pidgin Στα Pidgin χρησιμοποιούνται διάφορα γλωσσικά δομικά στοιχεία στο φωνολογικό γλωσσικό επίπεδο: μη σωστή παραγωγή, απλοποίηση και αποφυγή διαφόρων φωνημάτων, ιδιαίτερα πολύπλοκων, στο σημασιολογικό γλωσσικό επίπεδο: περιορισμένο λεξιλόγιο, τόσο ενεργητικό όσο και παθητικό στο γραμματικο/μορφολογικό γλωσσικό επίπεδο: * λανθασμένη χρήση των άρθρων, έλλειψη αυτών * λανθασμένη χρήση των χρόνων, της κλίσης των ρημάτων, των ουσιαστικών και των επιθέτων * έλλειψη μορφολογικών και γραμματικών δομών * χρήση μόνο παραθετικών προτάσεων και * έλλειψη της χρήσης δευτερευουσών προτάσεων (Klein 1984, Felix 1987)

49 Η θεωρία των γλωσσικών υπομορφών Pidgin Στις γλώσσες αυτές παρατηρήθηκαν και γνωστά δομικά γλωσσικά στοιχεία που εντοπίστηκαν επίσης και στις διάφορες φάσεις της φυσικής κατάκτησης μιας L2. Σύμφωνα με τον Wode(1985) το σύνολο όλων των μορφών Pidgin θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως μοντέλο μη κατευθυνόμενης κατάκτησης μιας L2. Σύμφωνα με τον Schumann(1978) οι διαδικασίες παραγωγής των γλωσσικών μορφών Pidgin είναι ταυτόσημες με τις γλωσσικές διαδικασίες κατάκτησης μιας L2. Σε αυτό το συμπέρασμα κατέληξε μετά από μελέτη που έκανε με έναν ενήλικα με πρώτη γλώσσα τη ισπανική και δεύτερη την αγγλική, την οποία έμαθε μέσω της επαφής με φυσικούς ομιλητές.

50 Η θεωρία των γλωσσικών υπομορφών Pidgin Κριτικές απόψεις: Είναι πολλές ενδιάμεσες γλωσσικές μορφές, όπως τα Gastarbeiter Deutsch στην ΟΔΓ τα οποία έγιναν προσπάθειες να χαρακτηριστούν ως Pidgin-Deutsch(Clahsen et al 1983). Θα πρέπει να θεωρήσουμε αυτή τη θεωρία ως μία επί μέρους θεωρία της διαδοχικής κατάκτησης μιας L2. Ως μία μορφή της φυσικής κατάκτησης της L2, όπου ενεργοποιούνται οι ίδιοι γνωστικοί και άλλοι μηχανισμοί μάθησης.

51 6. Η θεωρία της κοινωνικής και πολιτισμικής προσαρμογής Die Akkulturationshypothese Η θεωρία αυτή δεν εξετάζει μόνο γλωσσικές ή μόνο κοινωνικές παραμέτρους, αλλά εστιάζει το ενδιαφέρον της κυρίως σε ψυχολογικούς αλλά και κοινωνικούς παράγοντες που επιδρούν στις διαδικασίες μάθησης μιας L2. Διατυπώθηκε τη δεκαετία του 70 από τον Schumann. Στηρίζεται σε μία μελέτη που έγινε με έξι μετανάστες στις ΗΠΑ που έκαναν προσπάθειες να κατακτήσουν την αγγλική. Το ενδιαφέρον της έρευνας το εστίασε κυρίως σε έναν από αυτούς, τον Αλμπέρτο, έναν Ισπανόφωνο, 33 χρονών, απόφοιτο γυμνασίου, που εργαζόταν ως ανειδίκευτος εργάτης σε ένα εργοστάσιο κουφωμάτων στο Cambridge και έμενε μαζί με άλλους συμπατριώτες του σε μία περιοχή που κατοικούνταν κυρίως από Πορτογάλους.

52 6. Η θεωρία της κοινωνικής και πολιτισμικής προσαρμογής Die Akkulturationshypothese Ο Αλμπέρτο παρακολούθησε στην πατρίδα του μαθήματα Αγγλικών, επιλέχτηκε από τον ερευνητή διότι ήταν ο μόνος, ο οποίος μετά από 10 μήνες παραμονής και δουλειάς στις ΗΠΑ δεν κατάφερε να μιλάει σωστά Αγγλικά. Μιλούσε μία απλοποιημένη μορφή της αγγλικής γλώσσας, η οποία παρέμεινε σε ένα κατώτερο, αρχικό επίπεδο ανάπτυξης. Τα αγγλικά του παρουσίαζαν τόσο κοινά στοιχεία με τις αρχικές φάσεις κατάκτησης μιας L2 άλλων ατόμων, όσο και με χαρακτηριστικά των υπομορφών των Pidgin. Τόσο η ηλικία του Αλμπέρτου όσο και το μορφωτικό του επίπεδο δεν δικαιολογούσαν τις κατώτερες γλωσσικές γνώσεις στην αγγλική. Ο Schumann απέδωσε αυτό το φαινόμενο σε κοινωνικούς και συναισθηματικούς παράγοντες. Ο Αλμπέρτο έδειχνε μία κοινωνική και ψυχολογική απόσταση από τους φυσικούς ομιλητές και τον πολιτισμό τους και έτσι δεν ανέπτυξε την αγγλική πέρα από ένα αρχικό στάδιο κατάκτησης.

53 Η θεωρία της κοινωνικής και πολιτισμικής προσαρμογής Die Akkulturationshypothese Σύμφωνα με αυτήν τη θεωρία το πρώτο στάδιο κατάκτησης της L2 χαρακτηρίζεται από την εμφάνιση γλωσσικών υπομορφών που κατακτώνται με την βοήθεια της L1. Το στάδιο αυτό διαρκεί τόσο καιρό όσο το άτομο περιορίζει τη χρήση της L2 μόνο για καθαρά επικοινωνιακούς σκοπούς με το περιβάλλον. Το άτομο αισθάνεται ξένο, δεν αποδέχεται τον πολιτισμό της χώρας υποδοχής και αισθάνεται απομονωμένο. Ο Schumann διαπίστωσε στην έρευνά του ότι η όποια γλωσσική ανάπτυξη που παρατηρούνταν στους αλλοδαπούς εργάτες βρισκόταν σε άμεση συνάρτηση με συγκεκριμένες ψυχοκοινωνικές παραμέτρους.

54 Η θεωρία της κοινωνικής και πολιτισμικής προσαρμογής Die Akkulturationshypothese Σύμφωνα με τον Schumann ως «πολιτισμική προσαρμογή ορίζεται η κοινωνική και ψυχολογική ενσωμάτωση ενός ατόμου σε μια ομάδα ατόμων που έχουν άλλα πολιτισμικά και κοινωνικά στοιχεία από ό,τι ο ίδιος και μιλούν μια άλλη γλώσσα από τη μητρική του». Οι ψυχοκοινωνικές παράμετροι είναι κατά τον ίδιο οι πιο σπουδαίοι παράγοντες επίδρασης της κατάκτησης μιας L2 και προσδιορίζουν το βαθμό και την επιτυχία της πολιτισμικής προσαρμογής του ατόμου. Και αυτή από τη μεριά της ρυθμίζει το επίπεδο κατάκτησης της L2. Τα παιδιά και οι νέοι παρουσιάζουν μεγαλύτερη ευελιξία και ετοιμότητα προσαρμογής στο νέο περιβάλλον από ότι οι ενήλικες.

55 Η θεωρία της κοινωνικής και πολιτισμικής προσαρμογής Die Akkulturationshypothese Κριτικές απόψεις: Το μοντέλο του Schumann δίνει ένα γενικό πλαίσιο όπου θα μπορούσε να εντάξει κανείς τις διάφορες περιπτώσεις κατάκτησης της L2. Τα αποτελέσματα του Schumann επαληθεύονται και από άλλες έρευνες που πραγματοποιήθηκαν για την κατάκτηση της L2 από μετανάστες. Πρέπει να ειπωθεί ότι οι ψυχοκοινωνικοί παράγοντες ναι μεν παίζουν σπουδαίο ρόλο στην ομαλή κατάκτηση μιας L2, αλλά δεν είναι και οι μόνοι.

56 Χαρακτηριστικά γνωρίσματα και βασικές αρχές της διαδοχικής κατάκτησης μιας L2 Τέσσερα είναι τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της διαδοχικής κατάκτησης μιας L2 : 1.η ύπαρξη μιας ενδιάμεσης γλώσσας (Interlanguage, Interimsprache) 2.η ακολουθία των αναπτυξιακών φάσεων 3.οι στρατηγικές γλωσσικής κατάκτησης 4.η άμεση εξάρτηση από τη μητρική γλώσσα

57 1. Ενδιάμεση γλώσσα (Interlanguage, Interimsprache) Το χρονικό διάστημα που κάποιος μαθαίνει μία δεύτερη γλώσσα χειρίζεται έναν γλωσσικό κώδικα, ο οποίος συνεχώς αλλάζει, πλησιάζοντας βήμα προς βήμα την γλώσσα στόχο. Σύμφωνα με τον Selinker(1969) πρόκειται για μια μορφή ενδιάμεσης γλώσσας την «Interlanguage», η οποία είναι το αποτέλεσμα παραγωγής εκφράσεων τόσο από γνώσεις που ο μαθητής έχει αποκτήσει από την L1 όσο και από γνώσεις παράγοντας εκφράσεις στην L2.

58 1. Ενδιάμεση γλώσσα (Interlanguage, Interimsprache) Τα ενδιάμεσα γλωσσικά στάδια που θα πρέπει ο μαθητής να περάσει αποτελούν σύμφωνα με τον Wode μία ενδιάμεση γλωσσική συνέχεια (Interimsprachliches Kontinuum), όπου η κάθε ενδιάμεση γλώσσα θα πρέπει να θεωρείται ότι είναι ένα ξεχωριστό γλωσσικό σύστημα, το οποίο παρουσιάζει ναι μεν παρόμοιες ιδιότητες και δομές σε φωνολογικό, μορφολογικό και γραμματικό επίπεδο με αυτές ενός πλήρες γλωσσικού συστήματος, όμως αυτές δεν είναι σταθερές. Οι τυχόν αποκλίσεις που εμφανίζει η L2 από την γλώσσα στόχο γίνονται βάσει αρχών και παραμέτρων. Αυτό εμφανίζεται όχι μόνο σε ενήλικες αλλά και σε παιδιά.

59 1. Ενδιάμεση γλώσσα (Interlanguage, Interimsprache) Σύμφωνα με τον Apeltauer(1997:116) η ανάπτυξη της ενδιάμεσης γλώσσας παρουσιάζει μία κυματώδη μορφή. Στην αρχή το άτομο κατευθύνεται κυρίως από τα γλωσσικά ερεθίσματα που δέχεται από το περιβάλλον, σχηματίζει κανόνες, βάσει των οποίων απλοποιεί, γενικεύει ή κάνει χρήση «υπέρσωστων γλωσσικών μορφών»(Τριάρχη 2000:169) και παρατηρείται μία προσωρινή απόκλιση από τις συνηθισμένες νόρμες. Όμως μπορεί να συμβεί επίσης αυτές οι ενδιάμεσες γλωσσικές μορφές να σταθεροποιηθούν και να μην εξελιχτούν και τότε στη βιβλιογραφία γίνεται λόγος για το φαινόμενο της Fossilierung. Πρόκειται για απλοποιημένες, σύντομες γλωσσικές μορφές, π.χ. στη γερμανική γλώσσα: χρήση του das και για τα τρία γένη.

60 1. Ενδιάμεση γλώσσα (Interlanguage, Interimsprache) Στην απλοποιημένη αυτή γλώσσα παρατηρείται μια συστηματικότητα, δηλ. αυτή διέπεται από κανόνες και έχει τη δική της εσωτερική δομή. Μπορεί επίσης σύμφωνα με τον Selinker( 1975:141) να καταγραφούν στρατηγικές κατά την επεξεργασία των γλωσσικών ερεθισμάτων που παρέχει το περιβάλλον στο άτομο. Εμφανίζονται οι ίδιες μορφολογικές και συντακτικές δομές, ανεξάρτητα από την L1 των μαθητών. Αυτή όμως η ενδιάμεση γλώσσα δεν αποτελεί κάτι το αυτοτελές και ολοκληρωμένο γλωσσικό σύστημα και στοχεύει στο να πλησιάσει όλο και περισσότερο τη γλώσσα στόχου σε όλα τα γλωσσικά επίπεδα.

61 2. Η ακολουθία των αναπτυξιακών φάσεων (Entwicklungssequenz) Όπως έχουμε ήδη αναφέρει κατά τη διαδοχική κατάκτηση μιας L2 οι δομές της αναπτύσσονται μέσω ενεργητικών γλωσσικών διαδικασιών και εμφανίζονται σε μια συγκεκριμένη αναπτυξιακή ακολουθία, ανεξάρτητη από την L1 του μαθητή. Ο Wode(1993) την ονομάζει ακολουθία ανάπτυξης και μπορεί να κατανεμηθεί σε ξεχωριστά συνεχόμενα αναπτυξιακά στάδια, που χαρακτηρίζονται από συγκεκριμένες αναπτυξιακές γλωσσικές δομές εκμάθησης καθώς και από συγκεκριμένα λάθη που γίνονται λόγω της γλωσσικής εξέλιξης.

62 2. Η ακολουθία των αναπτυξιακών φάσεων (Entwicklungssequenz) Έχουν γίνει έρευνες για την εξακρίβωση σταθερών αναπτυξιακών φάσεων που εμφανίζονται με τον ίδιο τρόπο σε όσους μαθαίνουν μία L2. Διαπιστώθηκε ότι: τα περισσότερα λάθη που γίνονται κατά τη διαδοχική κατάκτηση μιας L2 έχουν αναπτυξιακό χαρακτήρα και δεν οφείλονται σε παρεμβολές της L1. ο τρόπος και η σειρά κατάκτησης των διαφόρων δομών και κανόνων της L2 κατευθύνεται από εσωτερικές δυνάμεις και δεν επηρεάζεται ούτε από ατομικούς, εξωτερικούς παράγοντες, όπως την L1, την ηλικία αλλά ούτε και από τις διαδικασίες κατάκτησης του γραπτού ή του προφορικού λόγου. (Elis 1986: 55)

63 2. Η ακολουθία των αναπτυξιακών φάσεων (Entwicklungssequenz) Όπως έχουμε ήδη αναφέρει η εξέλιξη της κατάκτησης μιας L2 περιγράφεται ως μια σειρά από διάφορα αναπτυξιακά στάδια, όπου τα όρια της μετάβασης από το ένα στάδιο στο άλλο δεν είναι πάντα ξεκάθαρα. Σύμφωνα με τον Wode(1993) τα χρονολογικά περιθώρια αυτών των σταδίων είναι σχετικά καθώς και το χρονικό διάστημα που θα παραμείνει ένα άτομο σε ένα στάδιο για να ολοκληρώσει την εκμάθηση μιας συγκεκριμένης δομής ποικίλει και σύμφωνα με τον Ellis(1986:64) διαφέρει σε κάθε άτομο, όπως για παράδειγμα να παραλείψουν ένα στάδιο και να προχωρήσουν στο επόμενο. Σταθερή όμως παραμένει η ακολουθία των αναπτυξιακών σταδίων που σύμφωνα με τον Wode(1993: 85) θα πρέπει να θεωρηθούν ως ένα πολύπλοκο πλέγμα τα μέλη του οποίου όχι μόνο προϋποθέτουν το ένα το άλλο, αλλά και δομούν το ένα την εμφάνιση του άλλου.

64 2. Η ακολουθία των αναπτυξιακών φάσεων (Entwicklungssequenz) Μοντέλα ακολουθίας ανάπτυξης: πολυδιάστατη ακολουθία ανάπτυξης ακολουθία ανάπτυξης των συχνότερων μαθησιακών δομών χρονολογική σειρά ειδικών αναπτυξιακών γλωσσικών δομών

65 3. Στρατηγικές /αρχές γλωσσικής κατάκτησης Η κατάκτηση της L2 κατευθύνεται σύμφωνα με τον Taylor( 1974:26) τόσο από έμφυτους γλωσσικούς μηχανισμούς γλωσσικής κατάκτησης όσο και από διάφορους κανόνες και από στρατηγικές μέσω των οποίων το άτομο επεξεργάζεται τις διάφορες γλωσσικές πληροφορίες που του παρέχονται από το περιβάλλον. Πρόκειται για τρόπους λύσεων γλωσσικών προβλημάτων, που χρησιμοποιεί το άτομο για να κατακτήσει διάφορες γλωσσικές δομές. Σύμφωνα με τον Apeltauer ( 1997) αυτές οι στρατηγικές μπορούν να μαθευτούν ή και να διδαχτούν. Ο Slobin (1973) μιλά για «operating principle» και ο Wode(1977) για «development principles»

66 3. Στρατηγικές /αρχές γλωσσικής κατάκτησης Οι Knapp-Potthoff και Knapp(1982) κάνουν μία διαφοροποίηση ανάμεσα στη διαδικασία που διεξάγεται κατά την εκμάθηση μιας L2 και τη στρατηγική που ακολουθείται για να κατακτηθεί η L2. Ως διαδικασία εκμάθησης αυτοί ορίζουν τις εγκεφαλικές διαδικασίες που έχουν σχέση με αυτόματες λειτουργίες αναγνώρισης και αποθήκευσης γλωσσικών στοιχείων και κανόνων που χαρακτηρίζουν και διέπουν τη γλώσσα στόχου. Εδώ ανήκει και η αυτόματη χρήση των κανόνων αυτών τόσο κατά την παραγωγή όσο και κατά την κατανόηση γλωσσικών εκφράσεων. Στα πλαίσια αυτά της διαδικασίας εκμάθησης γίνεται χρήση διαφόρων στρατηγικών, οι οποίες ορίζονται ως γνωστικές διαδικασίες και χρησιμοποιούνται τις περισσότερες φορές από το άτομο σκόπιμα, επιλεκτικά και κατευθυνόμενα με στόχο την κατάκτηση συγκεκριμένων γνώσεων.

67 3. Στρατηγικές /αρχές γλωσσικής κατάκτησης Ο Wode κατατάσσει τις στρατηγικές α) σε στρατηγικές εκμάθησης: συμβάλλουν κυρίως στην κατάκτηση γλωσσικών γνώσεων β) στις στρατηγικές επικοινωνίας : ενεργοποιούν τις γλωσσικές γνώσεις που έχουν ήδη κατακτηθεί κατά την επίτευξη επικοινωνιακών στόχων, όπως είναι οι διαπροσωπικές επαφές.

68 3.1. Στρατηγικές εκμάθησης Σύμφωνα με τους Knapp-Potthoff και Knapp(1982) οι στρατηγικές εκμάθησης διακρίνονται σε : στρατηγικές σχηματισμού υποθέσεων στρατηγικές εξέτασης υποθέσεων Οι υποθέσεις σχηματίζονται : α) με βάση τα γλωσσικά στοιχεία που παρέχονται από το περιβάλλον στο άτομο στη L2 β) με βάση τις γνώσεις που έχει ήδη αποκτήσει αυτό τόσο στην L1 όσο και στην L2

69 3.1. Στρατηγικές εκμάθησης Η εξέταση των υποθέσεων μπορεί να πραγματοποιηθεί με τέσσερεις τρόπους: 1. παθητικά (rezeptiv): γίνεται η προσπάθεια από το άτομο να ξεχωριστούν από τις παραγόμενες γλωσσικές εκφράσεις τα επαληθευόμενα στοιχεία και να βρεί την ορθότητα της υπόθεσής του. 2.ενεργητικά-διαπροσωπικά (productive- interaktiv):Με βάση μια συγκεκριμένη υπόθεση παράγει το άτομο σκόπιμες γλωσσικές εκφράσεις και μέσω των θετικών ή αρνητικών σχολίων των συνομιλητών του διαπιστώνει την ορθότητα της υπόθεσής του.

70 3.1. Στρατηγικές εκμάθησης 3. Μεταγλωσσικά-διαπροσωπικά (metasprachlich- interactiv): διαπιστώνεται η ορθότητα μιας συγκεκριμένης υπόθεσης μέσω συζήτησης μεταγλωσσικού περιεχομένου με φυσικούς ομιλητές 4. τυχαία διαπροσωπικά: Η ορθότητα της υπόθεσης εξετάζεται μέσω της χρήσης μιας τυχαίας γλωσσικής ή μη γλωσσικής συμπεριφοράς. Από την αποδοχή ή τη διόρθωση του συνομιλητή διαπιστώνει το άτομο αν η υπόθεση που κάνει ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ή όχι.

71 3.2.Στρατηγικές επικοινωνίας Τις χρησιμοποιεί το άτομο σκόπιμα κατά τις διαπροσωπικές του επαφές για να μπορέσει να εξισορροπήσει τις διαφορές που υπάρχουν μεταξύ των γλωσσικών απαιτήσεων που τίθενται κατά την επικοινωνία του με το περιβάλλον και των γλωσσικών γνώσεων που έχει το ίδιο ήδη αποκτήσει. Αυτές οι διαφορές μπορούν να παρουσιαστούν τόσο στην ενεργητική επαφή του ατόμου με τους άλλους συνομιλητές, όσο και κατά την κατανόηση των γλωσσικών εκφράσεων που ακούει.

72 3.2.Στρατηγικές επικοινωνίας Σύμφωνα με τους Knapp-Potthoff και Knapp(1982) υπάρχουν τρείς ομάδες στρατηγικών επικοινωνίας: στρατηγικές μείωσης Αυτές οι στρατηγικές χρησιμοποιούνται όταν αυτός που μαθαίνει μία L2 προσπαθεί να εξισορροπήσει τη διαφορά που υπάρχει μεταξύ των επικοινωνιακών απαιτήσεων και των γλωσσικών δυνατοτήτων που έχει μέσω των γνώσεων που έχει ήδη αποκτήσει στην L2. Αυτό μπορεί να συμβεί μέσω της μείωσης του περιεχομένου των εκφράσεων όσο και του αριθμού των γλωσσικών επαφών του.

73 3.2.Στρατηγικές επικοινωνίας στρατηγικές της ενδιάμεσης γλώσσας Για να μπορέσει να διατηρήσει τον επικοινωνιακό στόχο και να ανταποκριθεί στις διαφορά που υπάρχει μεταξύ των γλωσσικών του ικανοτήτων και των παρουσιαζόμενων επικοινωνιακών απαιτήσεων επιλέγει –περιοχές γνώσεων που ήδη τις κατέχει ή –διευρύνει την ενδιάμεση γλώσσα με το να σχηματίσει νέες λέξεις εφαρμόζοντας τους κανόνες που έχει ήδη κατακτήσει σε νέες περιπτώσεις.

74 3.2.Στρατηγικές επικοινωνίας στρατηγικές αντιστάθμισης Βοηθούν το άτομο να διατηρήσει το στόχο της επικοινωνιακής επαφής κάνοντας χρήση γλωσσικών γνώσεων, που κατέχει στην L1 και σε άλλες γλώσσες μη γλωσσικών μέσων, π.χ. μίμικ, διακυμάνσεις της φωνής, χρήση λεξικού κ.α.

75 4. Εξάρτηση από τη μητρική γλώσσα Η επίδραση της L1 στην εκμάθηση μιας L2 αποτέλεσε και αποτελεί θέμα προς διερεύνηση συμβάλλοντας στην ανάπτυξη διάφορων θεωριών: Άμεση και ουσιαστική επίδραση της L1 στην κατάκτηση της L2. * Ανάπτυξη της υπόθεσης της παρεμβολής του Lado(1957) καθώς και της * Υπόθεσης της ταύτισης των Dulay /Burt (1974,1975,1978)

76 4. Εξάρτηση από τη μητρική γλώσσα Υπόθεση της αλληλεξάρτησης του Cummins Ο Cummins υποθέτει ότι το γλωσσικό επίπεδο που κατακτά ένα άτομο στην L2 μπορεί να είναι αποτέλεσμα του επιπέδου κατοχής και λειτουργίας που είχε η L1 την περίοδο της εντατικής επαφής του ατόμου με την L2. Το επίπεδο ανάπτυξης της L1 επηρεάζει καθοριστικά την ανάπτυξη της L2. Η L1 επιδρά αποφασιστικά την κατάκτηση μιας L2 και σε αυτό συμβάλλουν μία σειρά παραγόντων όπως: * Ομοιότητες που υπάρχουν μεταξύ των δομών της L1με την L2. * Κατά την εκμάθηση συγγενών γλωσσών θα πρέπει να ανασυγκροτήσουμε τις υπάρχουσες γλωσσικές δομές, ενώ κατά την εκμάθηση μη συγγενών γλωσσών θα πρέπει να οικοδομήσουμε εκ νέου.(Apeltauer 1997)


Κατέβασμα ppt "ΜΑΘΗΜΑ ΟΓΔΟΟ 1.Η ανάπτυξη της «μεταγλωσσικής και φωνολογικής επίγνωσης» στα δίγλωσσα παιδιά 2.Προβληματισμοί, απόψεις και κριτική στο μοντέλο των τριών."

Παρόμοιες παρουσιάσεις


Διαφημίσεις Google