Η παρουσίαση φορτώνεται. Παρακαλείστε να περιμένετε

Η παρουσίαση φορτώνεται. Παρακαλείστε να περιμένετε

‘’Δεν ελπίζω τίποτα, δεν φοβούμαι τίποτα, λυτρώθηκα από το νου κι από την καρδιά, ανέβηκα πιο πάνω, είμαι λεύτερος.’’

Παρόμοιες παρουσιάσεις


Παρουσίαση με θέμα: "‘’Δεν ελπίζω τίποτα, δεν φοβούμαι τίποτα, λυτρώθηκα από το νου κι από την καρδιά, ανέβηκα πιο πάνω, είμαι λεύτερος.’’"— Μεταγράφημα παρουσίασης:

1 ‘’Δεν ελπίζω τίποτα, δεν φοβούμαι τίποτα, λυτρώθηκα από το νου κι από την καρδιά, ανέβηκα πιο πάνω, είμαι λεύτερος.’’

2 «Τρεις ψυχές, τρεις προσευκές: Α’ Δοξάρι είμαι στα χέρια σου Κύριε˙ τέντωσε με αλλιώς θα σαπίσω Β’ Μη με παρατεντώσεις Κύριε˙ θα σπάσω Γ’ Παρατέντωσέ με Κύριε, κι ας σπάσω!» ( Νίκος Καζαντζάκης, Αναφορά στον Γκρέκο )

3

4

5 Ο Νίκος ήταν ο πρωτότοκος της οικογένειας. Μετά από αυτόν, γεννήθηκαν η Αναστασία, η Ελένη και ο Γιώργος, που πέθανε σε βρεφική ηλικία. Ο πατέρας του ήταν ο Μιχάλης Καζαντζάκης ( ), έμπορος και κτηματίας, καταγόταν από το χωριό Βαρβάροι (σημερινή Μυρτιά) της επαρχίας Πεδιάδος Ηρακλείου. Η μητέρα του ονομαζόταν Μαρία Χριστοδουλάκη ( ), που καταγόταν από το χωριό Ασυρώτοι της επαρχίας Μυλοποτάμου Ρεθύμνης. ‘’Όμορφη που ‘ναι η Κρήτη. Όμορφη! Ε και νάμουνα αετός να την καμάρωνα απ’ την κορφή του αέρα!’’( Καπετάν Μιχάλης) ΟΙ ΓΟΝΕΙΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ

6 Ο Νίκος Καζαντζάκης γεννήθηκε στο Μεγάλο Κάστρο(Ηράκλειο), πρωτεύουσα της τουρκοκρατούμενης Κρήτης την Παρασκευή 18 Φεβρουαρίου Η γριά μαμή «τον φούχτωσε στα χέρια της, τον πήγε στο φως και τον κοίταξε καλά καλά, σαν να ’βλεπε λες μυστικά σημάδια απάνω του, τον σήκωσε αψηλά κι είπε: “Ετούτο το παιδί, να μου το θυμηθείτε, μια μέρα θα γίνει δεσπότης”». (Αναφορά στο Γκρέκο) Στα έξι του χρόνια αναγκάζεται να καταφύγει με την οικογένειά του στον Πειραιά για έξι μήνες, εξαιτίας της επανάστασης του 1889 στην Κρήτη. Πίσω στο Ηράκλειο, φοιτά στο δημοτικό σχολείο, αλλά το 1897 η οικογένεια Καζαντζάκη, λόγω της επανάστασης, εγκαθίσταται στη Νάξο, όπου παραμένει για δύο περίπου χρόνια. Εκεί ο Νίκος ξεκινά τις γυμνασιακές του σπουδές στη γαλλική Εμπορική Σχολή του Τιμίου Σταυρού, την οποία διοικούσαν φραγκισκανοί μοναχοί. Μαθαίνει γαλλικά και ιταλικά και αρχίζει να γνωρίζει την ευρωπαϊκή λογοτεχνία, κυρίως όμως έρχεται σε επαφή με το δυτικό πολιτισμό. Το 1899, μετά την αποκατάσταση της ειρήνης, η οικογένεια επιστρέφει οριστικά στο Ηράκλειο, όπου ο Νίκος ολοκληρώνει τις γυμνασιακές του σπουδές, το Ο Νίκος Καζαντζάκης γεννήθηκε στο Μεγάλο Κάστρο(Ηράκλειο), πρωτεύουσα της τουρκοκρατούμενης Κρήτης την Παρασκευή 18 Φεβρουαρίου Η γριά μαμή «τον φούχτωσε στα χέρια της, τον πήγε στο φως και τον κοίταξε καλά καλά, σαν να ’βλεπε λες μυστικά σημάδια απάνω του, τον σήκωσε αψηλά κι είπε: “Ετούτο το παιδί, να μου το θυμηθείτε, μια μέρα θα γίνει δεσπότης”». (Αναφορά στο Γκρέκο) Στα έξι του χρόνια αναγκάζεται να καταφύγει με την οικογένειά του στον Πειραιά για έξι μήνες, εξαιτίας της επανάστασης του 1889 στην Κρήτη. Πίσω στο Ηράκλειο, φοιτά στο δημοτικό σχολείο, αλλά το 1897 η οικογένεια Καζαντζάκη, λόγω της επανάστασης, εγκαθίσταται στη Νάξο, όπου παραμένει για δύο περίπου χρόνια. Εκεί ο Νίκος ξεκινά τις γυμνασιακές του σπουδές στη γαλλική Εμπορική Σχολή του Τιμίου Σταυρού, την οποία διοικούσαν φραγκισκανοί μοναχοί. Μαθαίνει γαλλικά και ιταλικά και αρχίζει να γνωρίζει την ευρωπαϊκή λογοτεχνία, κυρίως όμως έρχεται σε επαφή με το δυτικό πολιτισμό. Το 1899, μετά την αποκατάσταση της ειρήνης, η οικογένεια επιστρέφει οριστικά στο Ηράκλειο, όπου ο Νίκος ολοκληρώνει τις γυμνασιακές του σπουδές, το 1902.

7 Ο Νίκος Καζαντζάκης ξεκινά να φοιτά στη Νομική Σχολή Αθηνών το φθινόπωρο του Το Δεκέμβριο του 1906, παίρνει με άριστα το δίπλωμα του διδάκτορος της Νομικής, το οποίο φέρει και την υπογραφή του Κωστή Παλαμά ως Γενικού Γραμματέως τού Πανεπιστημίου Αθηνών. Τότε εμφανίζεται στα γράμματα με το πρώτο του μυθιστόρημα Όφις και Κρίνο. Και παραμένει στην Αθήνα, όπου συνεργάζεται ως χρονογράφος στην εφημερίδα Ακρόπολις. Έπειτα, συνεχίζει τις σπουδές του στο Παρίσι, ενώ παράλληλα ασχολείται με τη λογοτεχνική συγγραφή και την εμβάθυνση στη φιλοσοφία του Νίτσε. Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του, ξεκινά τις περιηγήσεις του στη Ρώμη και τη Φλωρεντία, επιστρέφει για λίγο στο Ηράκλειο, ενώ τελικά γυρίζει στην Αθήνα. Ο Νίκος Καζαντζάκης ξεκινά να φοιτά στη Νομική Σχολή Αθηνών το φθινόπωρο του Το Δεκέμβριο του 1906, παίρνει με άριστα το δίπλωμα του διδάκτορος της Νομικής, το οποίο φέρει και την υπογραφή του Κωστή Παλαμά ως Γενικού Γραμματέως τού Πανεπιστημίου Αθηνών. Τότε εμφανίζεται στα γράμματα με το πρώτο του μυθιστόρημα Όφις και Κρίνο. Και παραμένει στην Αθήνα, όπου συνεργάζεται ως χρονογράφος στην εφημερίδα Ακρόπολις. Έπειτα, συνεχίζει τις σπουδές του στο Παρίσι, ενώ παράλληλα ασχολείται με τη λογοτεχνική συγγραφή και την εμβάθυνση στη φιλοσοφία του Νίτσε. Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του, ξεκινά τις περιηγήσεις του στη Ρώμη και τη Φλωρεντία, επιστρέφει για λίγο στο Ηράκλειο, ενώ τελικά γυρίζει στην Αθήνα.

8 Αυτή την εποχή αναβιώνει η Μεγάλη Ιδέα στην Ελλάδα. Ο Νίκος Καζαντζάκης όμως, προσπαθεί τότε να οργανώσει τη ζωή του. Από τον Απρίλιο του 1910, εγκαθίσταται στην Αθήνα και σύντομα ξεκινά η συμβίωσή του με τη Γαλάτεια Αλεξίου, με την οποία θα παντρευτούν ενάμισυ χρόνο αργότερα και θα μείνουν μαζί για τα επόμενα 26 χρόνια. Αντιμετωπίζουν έντονα βιοποριστικά προβλήματα, αλλά ο Νίκος αρνείται το διορισμό του στη θέση του γραμματέα του Υπουργείου Παιδείας και προσπαθεί να εξασφαλίσει ένα εισόδημα ως μεταφραστής ή επιδίδεται σε ποικίλες επιχειρήσεις. Στους Βαλκανικούς πολέμους, κατατάσσεται ως εθελοντής και υπηρετεί στο ιδιαίτερο γραφείο του πρωθυπουργού Ελ. Βενιζέλου. Τέλος, ταξιδεύει την περίοδο στην Ελβετία. Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα, διορίζεται γενικός διευθυντής του Υπουργείου Περιθάλψεως και εργάζεται για τον επαναπατρισμό των Ελλήνων του Καυκάσου. Αυτή την εποχή αναβιώνει η Μεγάλη Ιδέα στην Ελλάδα. Ο Νίκος Καζαντζάκης όμως, προσπαθεί τότε να οργανώσει τη ζωή του. Από τον Απρίλιο του 1910, εγκαθίσταται στην Αθήνα και σύντομα ξεκινά η συμβίωσή του με τη Γαλάτεια Αλεξίου, με την οποία θα παντρευτούν ενάμισυ χρόνο αργότερα και θα μείνουν μαζί για τα επόμενα 26 χρόνια. Αντιμετωπίζουν έντονα βιοποριστικά προβλήματα, αλλά ο Νίκος αρνείται το διορισμό του στη θέση του γραμματέα του Υπουργείου Παιδείας και προσπαθεί να εξασφαλίσει ένα εισόδημα ως μεταφραστής ή επιδίδεται σε ποικίλες επιχειρήσεις. Στους Βαλκανικούς πολέμους, κατατάσσεται ως εθελοντής και υπηρετεί στο ιδιαίτερο γραφείο του πρωθυπουργού Ελ. Βενιζέλου. Τέλος, ταξιδεύει την περίοδο στην Ελβετία. Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα, διορίζεται γενικός διευθυντής του Υπουργείου Περιθάλψεως και εργάζεται για τον επαναπατρισμό των Ελλήνων του Καυκάσου.

9 Το Μάιο του 1919, ο Καζαντζάκης διορίζεται διευθυντής στο νεοσύστατο Υ π ουργείο Περιθάλψεως. Το καθήκον π ου του ανατέθηκε ήταν ο ε π ανα π ατρισμός των Ελλήνων π ροσφύγων π ου είχαν εγκλωβιστεί στον Καύκασο μετά την Οκτωβριανή Ε π ανάσταση. Για το σκο π ό αυτό, ταξίδεψε στον Καύκασο ως ε π ικεφαλής της α π οστολής, στην ο π οία συμμετείχαν οι Ηρακλής Πολεμαρχάκης, Γιάννης Αγγελάκης, Γιάννης Κωνστανταράκης, Γιώργης Ζορμ π άς και ο Γιάννης Σταυριδάκης ( α π ό το Υ π ουργείο Εξωτερικών ). Μέσα σε 15 μήνες, ο Καζαντζάκης φρόντισε για την π ερίθαλψη και τη μεταφορά Ελλήνων, τους ο π οίους εγκατέστησε στη Θεσσαλία και τη Δυτική Μακεδονία.

10 Ο Νίκος Καζαντζάκης ζει αυτή την περίοδο άλλοτε στην Ελλάδα και άλλοτε σε πόλεις του εξωτερικού. Εργάζεται πολύ και ξεκινά το σημαντικότερο –για εκείνον-έργο του, την Οδύσσεια. Γνωρίζει την Ελένη Σαμίου, η οποία πρόκειται να αποτελέσει τη σύντροφο της ζωής του. Επίσης, κάνει σημαντικές φιλίες με πνευματικούς ανθρώπους, όπως τον Παναΐτ Ιστράτι, τον Παντελή Πρεβελάκη. Επιπλέον, ο Νίκος κάνει τότε σημαντικά ταξίδια σε διάφορα μέρη του κόσμου αποκτώντας συνεχώς νέες γνώσεις και ιδέες για τα έργα του. Σ’ένα από αυτά ανακαλύπτει την ξεχωριστή ομορφιά της Αίγινας, όπου αργότερα θα επιλέξει να ζήσει μόνιμα. Αξίζει να σημειωθεί ότι το 1932 πεθαίνουν οι γονείς του.

11 Επιστρέφοντας από τα ταξίδια του στην Ευρώπη τον Απρίλιο του 1933, ο Καζαντζάκης πηγαίνει στην Αίγινα, τον τόπο που είχε ήδη διαλέξει για μόνιμη εγκατάσταση. Εκεί συνεχίζει να συνθέτει την Οδύσσεια και παράλληλα συνθέτει πλήθος νέων έργων. Χτίζει δικό του σπίτι στο νησί, όπου μένει μαζί με την Ελένη Σαμίου και γράφει το μεγαλύτερο μέρος του έργου του. Από την Αίγινα φεύγει σπάνια, για να ταξιδέψει (Ιαπωνία-Κίνα, Ισπανία, Αγγλία) ή για να επιβλέψει την έκδοση της Οδύσσειας (1938).

12 Στη διάρκεια της Κατοχής, ο Καζαντζάκης παραμένει κυρίως στην Αίγινα, εστιάζοντας στη σύνθεση μυθιστορημάτων. Ξεκινά τη συνεργασία του με τον Κακριδή για τη μετάφραση της Ιλιάδας. Μετά την αποχώρηση των Γερμανών, πηγαίνει στην Αθήνα και υποβάλλει υποψηφιότητα στην Ακαδημία Αθηνών, αλλά αποτυγχάνει και εκλέγεται πρόεδρος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών. Το καλοκαίρι του 1945 περιοδεύει στην Κρήτη ως μέλος της κυβερνητικής Επιτροπής Διαπιστώσεως Γερμανικών Ωμοτήτων. Έπειτα, το Νοέμβριο του 1945, παντρεύεται πια την Ελένη Σαμίου και διορίζεται υπουργός στην κυβέρνηση Σοφούλη, αλλά λίγο αργότερα παραιτείται. Τέλος, προτείνεται υποψήφιος για το βραβείο Νομπέλ μαζί με τον Άγγελο Σικελιανό το Μάιο του Από τη περιοδεία του Ν. Καζαντζάκη στην Αν. Κρήτη για την μελέτη των εγκλημάτων των Γερμανών καταχτητών

13 Το 1946 αναχωρεί για την Ευρώπη, μένει για λίγο στην Αγγλία και το 1948 εγκαθίσταται μόνιμα στην Αντίμπ της Γαλλίας, όπου συνεχίζει να εργάζεται, αποκτά όλο και μεγαλύτερη διεθνή φήμη και ταξιδεύει. Το έργο του προκαλεί της αντιδράσεις της Εκκλησίας που ζητά τη δίωξή του. Αναφορικά με την κατάσταση της υγείας του, από το 1951, ολοένα κλονίζεται. Χάνει το δεξί του μάτι, ενώ κατά καιρούς εισάγεται στην Πανεπιστημιακή Κλινική του Φράιμπουργκ για τη θεραπεία της καλοήθους λεμφοειδούς λευχαιμίας που τον ταλαιπωρεί. Το 1946 αναχωρεί για την Ευρώπη, μένει για λίγο στην Αγγλία και το 1948 εγκαθίσταται μόνιμα στην Αντίμπ της Γαλλίας, όπου συνεχίζει να εργάζεται, αποκτά όλο και μεγαλύτερη διεθνή φήμη και ταξιδεύει. Το έργο του προκαλεί της αντιδράσεις της Εκκλησίας που ζητά τη δίωξή του. Αναφορικά με την κατάσταση της υγείας του, από το 1951, ολοένα κλονίζεται. Χάνει το δεξί του μάτι, ενώ κατά καιρούς εισάγεται στην Πανεπιστημιακή Κλινική του Φράιμπουργκ για τη θεραπεία της καλοήθους λεμφοειδούς λευχαιμίας που τον ταλαιπωρεί.

14 Α π όσ π ασμα α π ό συνέντευξη του Ν. Καζαντζάκη στον Pierre Sipriot, Γαλλική Ραδιοφωνία ( Παρίσι ), 6 Μαΐου 1955 Ο Ν. Καζαντζάκης μιλάει για την Ελλάδα " Όσο π ιο μακριά είμαστε α π ό την π ατρίδα μας, τόσο π ερισσότερο τη σκεφτόμαστε και τόσο π ερισσότερο, την αγα π άμε. Όταν βρίσκομαι στην Ελλάδα βλέ π ω τις μικρότητες, τις ίντριγκες, τις ανοησίες, τις ανε π άρκειες των αρχηγών, τη μιζέρια του λαού. Όμως α π ό μακριά δεν βλέ π ουμε τόσο ευδιάκριτα την ασκήμια και έχουμε π ερισσότερη ελευθερία να π λάσουμε μια εικόνα της π ατρίδας αντάξια ενός ολοκληρωτικού έρωτα. Να γιατί δουλεύω καλύτερα και αγα π ώ καλύτερα την Ελλάδα όταν βρίσκομαι στο εξωτερικό. Μακριά της καταφέρνω να συλλάβω καλύτερα την ουσία της και την α π οστολή της στον κόσμο, και συνακόλουθα τη δική μου τα π εινή α π οστολή. Κάτι ιδιαίτερο συμβαίνει στους Έλληνες π ου ζουν στο εξωτερικό. Γίνονται καλύτεροι. Έχουν την π ερηφάνια της φυλής τους, νιώθουν ότι όντας Έλληνες έχουν την ευθύνη να είναι αντάξιοι των π ρογόνων τους. H π ε π οίθησή τους, ότι κατάγονται α π ό τον Πλάτωνα και τον Περικλή, μ π ορεί ίσως να είναι μια ουτο π ία, μια αυθυ π οβολή χιλιετιών, όμως αυτή η αυθυ π οβολή, γενόμενη π ίστη, ασκεί μια γόνιμη ε π ίδραση στη νεοελληνική ψυχή. Χάρη σ ' αυτή την ουτο π ία ε π έζησαν οι Έλληνες. Μετά α π ό τόσους αιώνες εισβολών, σφαγών, λιμών, θα έ π ρε π ε να έχουν εξαφανιστεί. Όμως η ουτο π ία, π ου έγινε π ίστη, δεν τους αφήνει να π εθάνουν. H Ελλάδα ε π ιζεί ακόμα, ε π ιζεί νομίζω μέσα α π ό διαδοχικά θαύματα. "

15 Τον Ιούνιο του 1957, ο Νίκος αφήνει την Αντίμπ και ξεκινά μαζί με τη σύζυγό του, Ελένη το ταξίδι του για την Κίνα, καθώς είναι προσκεκλημένος της κινεζικής κυβέρνησης. Μετά από ένα περίπου μήνα περιήγησης στη χώρα ετοιμάζουν την επιστροφή τους μέσω Ιαπωνίας. Ο Καζαντζάκης εμβολιάζεται για ευλογιά και χολέρα, αλλά παθαίνει μόλυνση και νοσηλεύεται στο Εθνικό Νοσοκομείο της Κοπεγχάγης. Η κατάστασή του είναι πλέον κρίσιμη, γι’ αυτό μεταφέρεται στην πανεπιστημιακή κλινική του Φράιμπουργκ. Παρ’ όλο που ξεπερνά τη μόλυνση, προσβάλλεται από ασιατική γρίπη και πεθαίνει στις 26 Οκτωβρίου 1957 στο Φράιμπουργκ στις στις 10:20 το βράδυ... Ο Νίκος και η Ελένη Καζαντζάκη στο μπαλκόνι του σπιτιού τους στην Αντίμπ τον Μάϊο του 1957, πέντε μήνες πριν τον θάνατό του.

16 Η σορός του μεταφέρεται οδικώς από το Φράιμπουργκ στην Αθήνα και αεροπορικώς στο Ηράκλειο, όπου εκτίθεται σε λαϊκό προσκύνημα στον Άγιο Μηνά. Η κηδεία του γίνεται στις 5 Νοεμβρίου, στο κατάμεστο από κόσμο Ηράκλειο. Ενταφιάζεται στον προμαχώνα Μαρτινέγκο. Στον τάφο του δεσπόζει ένας μεγάλος ξύλινος σταυρός από ακατέργαστους κορμούς και η επιγραφή «Δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβούμαι τίποτα, είμαι λέφτερος».

17

18 « Άγριος και βαρύς άντρας », αυταρχικός και αυστηρός, π ροσηλωμένος σ ` έναν άκαμ π το ηθικό κώδικα, π εριμένει α π ό το γιο του να τιμήσει τις οικογενειακές π αραδόσεις και την κρητική του καταγωγή. Σ π άνια θα τον ε π αινέσει για τα ό π οια ε π ιτεύγματά του και ακόμη σ π ανιότερα θα του δείξει τρυφερότητα. Ο Νίκος Καζαντζάκης στο αυτοβιογραφικό του μυθιστόρημα « Αναφορά στον Γκρέκο » έχει γράψει γι ' αυτό : « Στη ζωή μου έναν μονάχα άνθρω π ο φοβήθηκα, τον π ατέρα μου. Οταν ήμουν μικρό π αιδί, σήκωνα τα μάτια, τον κοίταζα και μου φαίνουνταν γίγας όσο μεγάλωνα, όλα τα π ράματα γύρα μου μίκραιναν, άνθρω π οι, σ π ίτια, δέντρα... μονάχα αυτός α π όμενε π άντα, ό π ως τον έβλε π α π αιδί, γίγας π υργώνουνταν μ π ροστά μου και μου άκρυβε τον ήλιο. Μάταια α π όφευγα να μένω στο π ατρικό σ π ίτι, στη σ π ηλιά του λιόντα... ρεμ π έλευα, ταξίδευα, ρίχνουμουν σε δύσκολες π νεματικές π ερι π έτειες π άντα ανάμεσα εμένα και στο φως ο ίσκιος του... οδοι π ορούσα κάτω α π ό ακατά π αυτη έκλειψη ηλίου ». Μιχάλης Καζαντζάκης ( )

19 Ο Νίκος με τη μητέρα και τις δύο αδερφές του Οι ώρες π ου π ερνούσα με τη μητέρα μου ήταν γεμάτες μυστήριο καθόμασταν ο ένας αντίκρα στον άλλο, εκείνη σε καρέκλα π λάι στο π αράθυρο, εγώ στο σκαμνάκι μου, κι ένιωθα, μέσα στη σιω π ή, το στήθος μου να γεμίζει και να χορταίνει, σαν να ' ταν ο αγέρας ανάμεσά μας γάλα και βύζαινα. Α π ό π άνω μας ήταν η γαζία, κι όταν ήταν ανθισμένη, η αυλή μοσχομύριζε. Αγα π ούσα π ου τα ευωδάτα κίτρινα λουλούδια της, τα ' βαζε η μητέρα μου στις κασέλες και τα εσώρουχά μας, τα σεντόνια μας, όλη μου η π αιδική ηλικία μύριζε γαζία. Μιλούσαμε, π ολλές ήσυχες κουβέντες, π ότε η μητέρα μου δηγιόταν για τον π ατέρα της, για το χωριό π ου γεννήθηκε, και π ότε εγώ της στορούσα τους βίους των αγίων π ου είχα διαβάσει, και ξόμ π λιαζα τη ζωή τους με τη φαντασία μου δε μ ' έφταναν τα μαρτύριά τους, έβαζα κι α π ό δικού μου, ωσότου έ π αιρναν τη μητέρα μου τα κλάματα, τη λυ π όμουνα, κάθιζα στα γόνατά της, της χάιδευα τα μαλλιά και την π αρηγορούσα : - Μ π ήκαν στον Παράδεισο, μητέρα, μη στεναχωριέσαι, σεργιανίζουν κάτω α π ό ανθισμένα δέντρα, κουβεντιάζουν με τους αγγέλους και ξέχασαν τα βάσανά τους. Και κάθε Κυριακή βάζουν χρυσά ρούχα, κόκκινα κασκέτα με φούντες και π άνε να κάμουν βίζιτα στο Θεό. Κι η μητέρα σφούγγιζε τα δάκρυά της, με κοίταζε σα να μου έλεγε : « Αλήθεια λες ;» και χαμογελούσε. ( Αναφορά στο Γκρέκο ) Οι ώρες π ου π ερνούσα με τη μητέρα μου ήταν γεμάτες μυστήριο καθόμασταν ο ένας αντίκρα στον άλλο, εκείνη σε καρέκλα π λάι στο π αράθυρο, εγώ στο σκαμνάκι μου, κι ένιωθα, μέσα στη σιω π ή, το στήθος μου να γεμίζει και να χορταίνει, σαν να ' ταν ο αγέρας ανάμεσά μας γάλα και βύζαινα. Α π ό π άνω μας ήταν η γαζία, κι όταν ήταν ανθισμένη, η αυλή μοσχομύριζε. Αγα π ούσα π ου τα ευωδάτα κίτρινα λουλούδια της, τα ' βαζε η μητέρα μου στις κασέλες και τα εσώρουχά μας, τα σεντόνια μας, όλη μου η π αιδική ηλικία μύριζε γαζία. Μιλούσαμε, π ολλές ήσυχες κουβέντες, π ότε η μητέρα μου δηγιόταν για τον π ατέρα της, για το χωριό π ου γεννήθηκε, και π ότε εγώ της στορούσα τους βίους των αγίων π ου είχα διαβάσει, και ξόμ π λιαζα τη ζωή τους με τη φαντασία μου δε μ ' έφταναν τα μαρτύριά τους, έβαζα κι α π ό δικού μου, ωσότου έ π αιρναν τη μητέρα μου τα κλάματα, τη λυ π όμουνα, κάθιζα στα γόνατά της, της χάιδευα τα μαλλιά και την π αρηγορούσα : - Μ π ήκαν στον Παράδεισο, μητέρα, μη στεναχωριέσαι, σεργιανίζουν κάτω α π ό ανθισμένα δέντρα, κουβεντιάζουν με τους αγγέλους και ξέχασαν τα βάσανά τους. Και κάθε Κυριακή βάζουν χρυσά ρούχα, κόκκινα κασκέτα με φούντες και π άνε να κάμουν βίζιτα στο Θεό. Κι η μητέρα σφούγγιζε τα δάκρυά της, με κοίταζε σα να μου έλεγε : « Αλήθεια λες ;» και χαμογελούσε. ( Αναφορά στο Γκρέκο ) Μαρία Χριστοδουλάκη ( )

20 Ποιήτρια, π εζογράφος, θεατρικός συγγραφέας και μεταφράστρια, η φεμινίστρια Γαλάτεια Αλεξίου γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης το Μυήθηκε στον χώρο των γραμμάτων α π ό νεαρή ηλικία, μαζί με την αδελφή της, συγγραφέα Έλλη Αλεξίου και τον αδελφό της, π οιητή Λευτέρη Αλεξίου. Με τον Νίκο Καζαντζάκη π αντρεύτηκε το 1911 στο Ηράκλειο της Κρήτης. Κατά τη διάρκεια του γάμου τους, η Γαλάτεια Αλεξίου και ο Νίκος Καζαντζάκης συνέγραψαν μαζί και δημοσίευσαν αρκετά έργα με τα ψευδώνυμα Πέτρος και Πετρούλα Ψηλορείτη. « Αλλ ’ οι ψυχές τους δεν ταίριαζαν », έγραψε αργότερα ο Καζαντζάκης, και το 1926 π ήραν διαζύγιο. Για να συναινέσει στην έκδοση του διαζυγίου, η Γαλάτεια έθεσε ως όρο να κρατήσει το ε π ώνυμο του Καζαντζάκη, αν και συζούσε ήδη με τον π οιητή και κριτικό Μάρκο Αυγέρη, τον ο π οίο αργότερα π αντρεύτηκε. Πέθανε το 1962 στην Αθήνα έ π ειτα α π ό αυτοκινητιστικό δυστύχημα.

21 Η σχέση του Νίκου Καζαντζάκη με τον Άγγελο Σικελιανό υπήρξε μνημειώδης και ταραχώδης... Συναντιούνται στις 11 Νοεμβρίου 1914, στα γραφεία του Εκπαιδευτικού Ομίλου στην Αθήνα. Δεν γνωρίζονται καθόλου μεταξύ τους αν και ο Καζαντζάκης τον θαυμάζει ήδη, έχοντας διαβάσει την πρώτη του ποιητική συλλογή. Δένονται με μια μεγάλη φιλία αμέσως, μιας και οι ηλικίες αλλά και οι πνευματικές τους ανησυχίες και οραματισμοί ταυτίζονται με μεγάλη ακρίβεια. Κρατούν μαζί για παραπάνω από δέκα χρόνια ένα σημειωματάριο στολισμένο μάλιστα με αποξηραμένα λουλούδια στις σελίδες του. Ταξιδεύουν μαζί (περιήγηση στο Άγιο Όρος), συζητούν, διαφωνούν για τα πολιτικά θέματα. Κάποια διαστήματα δημιουργούνται εντάσεις ανάμεσά τους και υπάρχει έντονος ανταγωνισμός. Παρ’ όλα αυτά, η φιλία του Καζαντζάκη με αυτό τον άνδρα ήταν μοναδική και καθοριστική γι’ αυτόν. Πέθανε στις 19 Ιουνίου «…Σαράντα χρόνια φιλία ακατάλυτη μ' έσμιγε με το Σικελιανό, ήταν ο μόνος άνθρωπος που μπορούσα ν' αναπνέω, να μιλώ, να γελώ και να σωπαίνω μαζί του. Τώρα η Ελλάδα άδειασε…», έγραφε ο Νίκος Καζαντζάκης στις 22 Ιουνίου 1951 στον Σουηδό Borje Knoss

22 Πολύπλευρη και πληθωρική προσωπικότητα, μυθιστοριογράφος, ποιητής, θεατρικός συγγραφέας, δοκιμιογράφος, ιστορικός της Τέχνης και μεταφραστής από το Ρέθυμνο της Κρήτης. Στις 12 Νοεμβρίου 1926, ο δεκαεπτάχρονος Παντελής Πρεβελάκης συναντά τον Καζαντζάκη στην Αθήνα και γίνεται από τότε ένας αφοσιωμένος αδερφικός φίλος για εκείνον. Επίσης, συνεργάζονται για πολλά χρόνια σε ποικίλες συγγραφικές δραστηριότητες. Μάλιστα, ο Καζαντζάκης τον αποκαλεί «αδερφό», τού αφιερώνει την Ασκητική και το κάντο «Γκρέκο» και του χαρίζει το χειρόγραφο της Οδύσσειας, ενώ ο Πρεβελάκης τον βοηθά, συμβάλλει σημαντικά και παρακολουθεί με αφοσίωση το συγγραφικό έργο και τις άλλες δραστηριότητες του.

23 «Αίγινα, Γενάρης 1934 Αγαπητέ αδελφέ! Όπως πάντα, το γράμμα σας μου έδωκε μεγάλη χαρά. Οι τόλμες που λέτε πως έχουν τα κάντα μου είναι εντελώς ασύνειδες, και ούτε τώρα τις διακρίνω. Γράφω με τη μεγαλύτερη απλότητα που είναι επιδεχτική η φύση μου, και όταν το υπογράψω, μου φαίνεται πολλά απλοϊκό και θέλω να το ξαναγράψω. Γράψετε μου αν είναι καλό το καινούργιο κάντο μου γιατί ιδέα δεν έχω. Σας στέλνω πρώτα το "Λένιν". Αν σας αρέσει, Σας στέλνω και τον "Δον Κιχώτη". Ντρέπουμαι, μη ξέροντας αν αυτά που γράφω έχουν καμιάν αξία. Η Ελένη Σας χαιρετάει θερμά». ( Νίκος Καζαντζάκης, από το βιβλίο ‘’ Τετρακόσια Γράμματα του Καζαντζάκη στον Πρεβελάκη ’’)

24 Ο Καζαντζάκης συναντήθηκε με τον Παναΐτ Ιστράτι, Ελληνορουμάνο συγγραφέα ( ) κατά το δεύτερο ταξίδι του στη Σοβιετική Ένωση, το Νοέμβριο του Τους δύο άντρες συνέδεσε ο ενθουσιασμός για την κοινωνική επανάσταση, τους απομάκρυναν όμως οι διαφορετικές τους κοσμοθεωρίες. Παρ’ όλο που αποφάσισαν να συμπράξουν σε κοινή πολιτική και συγγραφική δράση, ο Καζαντζάκης δεν μπορούσε να συμφιλιωθεί με την υλιστική οπτική του φίλου του, ενώ ο Ιστράτι έβρισκε τη σκέψη του Κρητικού πολύ μεταφυσική. Το 1928 κανονίζουν να συναντηθούν στη Σοβιετική Ένωση και σχεδιάζουν μια μεγαλόπνοη πολιτική αρθρογραφία στον παγκόσμιο τύπο. Ωστόσο, οι ανόμοιοι χαρακτήρες τους και άλλες αντιθέσεις συνέβαλαν στο να αποχωριστούν, μάλλον πικραμένοι. Πάντως, συνέχισαν ν’ αλληλογραφούν τα επόμενα χρόνια, ενώ ο Καζαντζάκης αφιέρωσε στον Ιστράτι το κάντο «Δον Κιχώτης». (www.kazantzaki.gr) «Ο Κρητικός ήτανε απ' αυτούς τους ανθρώπους. Ετρωγε μια σούπα, μια λίβρα πατάτες ή μια ρέγκα καπνιστή. Οι αποσκευές του: δέκα κιλά, για να κάνει τον γύρο του κόσμου. Το διαμέρισμά του: ένας κράβατος. Μα οι επιθυμίες του: ολόκληρο το σύμπαν. συντροφιά του μια ευτυχία που σπαράζει. Του χρωστώ τη λατρεία που ένιωσα κοιτάζοντας τον αξιοθρήνητο ανθρώπινο βόρβορο, τον αναγκασμένο να ξετυλίγεται ακατάπαυστα κι ας τραντάζεται αιματερά», από το βιβλίο του Παναΐτ Ιστράτι «Προς την άλλη φλόγα»

25 Η πρώτη συνάντηση του Καζαντζάκη με την Ελένη Σαμίου, Ελληνίδα πεζογράφο, συγγραφέα και δημοσιογράφο ( ) έγινε το Μάιο του 1924, σε μια εκδρομή του Οδοιπορικού Συλλόγου στην Πεντέλη. Λίγους μήνες αργότερα, παραθερίζουν οι δυο τους στο ερημικό ακρογιάλι του Λέντα, στα νότια του Ηρακλείου, ενώ το Σεπτέμβριο του 1925 συναντιούνται στην Αίγινα. Το 1928, πηγαίνει να τον ανταμώσει στη Μόσχα. Αυτή ήταν η απαρχή της κοινής τους ζωής, βασισμένη στην αμοιβαία υπόσχεση απόλυτης αφοσίωσης. Ο γάμος τους έγινε το Νοέμβριο του 1945, με κουμπάρους τον Άγγελο και την Άννα Σικελιανού. Έμειναν μαζί μέχρι το τέλος της ζωής του Καζαντζάκη, ταξίδεψαν, γνώρισαν ανθρώπους του πνεύματος, πέρασαν δυσκολίες αλλά και γαλήνιες στιγμές στην Αντίμπ και στην Αίγινα.

26 Η Ελένη υπήρξε το παν για τον Νίκο. Ήταν η πιστή φίλη, η τέλεια σύντροφος και σύζυγος, η ακαταπόνητη γραμματέας, η άγρυπνη φροντίστρια για όλα, ώστε εκείνος χωρίς έγνοιες και χωρίς προσκόμματα απερίσπαστος να δημιουργεί. Επίσης, μετά το θάνατό του εκείνη συνέχισε να προωθεί το έργο του. «Στην Ελένη», έγραψε ο Καζαντζάκης, «χρωστώ όλη την καθημερινή ευτυχία της ζωής μου· χωρίς αυτή θά 'χα πεθάνει τώρα και πολλά χρόνια». «Τριάντα τρία χρόνια μαζί του», έγραψε η Ελένη, «ποτέ μου δεν ντράπηκα για κακή του πράξη». Έγραψε, επίσης, γι' αυτήν ο Καζαντζάκης στην Αναφορά στον Γκρέκο, απευθυνόμενος στον Ελ Γκρέκο για τις γυναίκες τους: «Γενναία συναθλητίνα, δροσερή πηγή στην απάνθρωπη ερημιά μας, παρηγοριά μεγάλη. Φτώχεια, γύμνια, έχουν δίκιο οι Κρητικοί να το λένε, φτώχεια, γύμνια πράμα δεν είναι, φτάνει νά 'χεις καλή γυναίκα· είχαμε καλή γυναίκα, εσένα την έλεγαν Χερώνυμα, εμένα Ελένη. Τι τύχη ήταν ετούτη, παππού μου! Πόσες φορές, κοιτάζοντάς τις, δεν είπαμε κι οι δυο από μέσα μας: "Βλογημένη νά 'ναι η ώρα που γεννηθήκαμε!"». (σελ. 489).

27

28 Ο Καζαντζάκης είναι π ολυγραφότατος, αληθινός ακούραστος εργάτης της γραφής. Έγινε γνωστός στον π ολύ κόσμο στην Ελλάδα και στο εξωτερικό με τα μυθιστορήματα του, π ου είναι καρ π ός της ώριμης συγγραφικής του δημιουργίας των τελευταίων δεκαετιών της ζωής του. Ασχολήθηκε όμως, σχεδόν με κάθε είδος λόγου : Ποίηση ( δραματική, ε π ική, λυρική ), δοκίμιο, μυθιστόρημα ( στα Ελληνικά και στα Γαλλικά ), ταξιδιωτικές εντυ π ώσεις, αλληλογραφία, π αιδικό μυθιστόρημα, μετάφραση ( α π ό τα Αρχαία Ελληνικά, Γαλλικά, Ιταλικά, Αγγλικά, Γερμανικά και Ισ π ανικά ), κινηματογραφικά σενάρια, ιστορία, σχολικά βιβλία, π αιδικά βιβλία ( διασκευή και μετάφραση ), λεξικά ( γλωσσικά και εγκυκλο π αιδικά ), δημοσιογραφία, κριτική, αρθρογραφία.

29 Ο Ν. Καζαντζάκης μιλάει για την αποστολή του συγγραφέα "Ένας πραγματικός μυθιστοριογράφος δεν μπορεί παρά να ζει μέσα στην πραγματικότητα του καιρού του και, ζώντας αυτή την πραγματικότητα, συνειδητοποιεί την ευθύνη του. Προσπαθεί λοιπόν να βοηθά τους ομοίους του, ν' αντιμετωπίζει και να λύνει, κατά το δυνατόν, τα πιεστικά προβλήματα της εποχής του. Το λογοτεχνικό έργο σήμερα, αν καθρεφτίζει την εποχή μας, είναι αναγκαστικά μια από τις πιο λεπτές και πιο αποτελεσματικές μορφές δράσης. Ή μάλλον μπορεί το ίδιο να γίνει το σπέρμα της δράσης. O μυθιστοριογράφος εφόσον συνειδητοποιεί την αποστολή του, προσπαθεί να σπρώξει την πραγματικότητα να πάρει τη μορφή που κρίνει ως την πιο ταιριαστή στον άνθρωπο. Σε άλλες εποχές, πιο ισορροπημένες, με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση, η ομορφιά μπορούσε ν' αρκέσει για την ικανοποίηση του ιδεώδους του συγγραφέα. Σήμερα ο συγγραφέας, αν είναι πραγματικά ζωντανός είναι ένας άνθρωπος που υποφέρει κι ανησυχεί βλέποντας την πραγματικότητα. Οδηγείται να συνεργασθεί με όλες τις δυνάμεις του φωτός που επιζούν ακόμη για να προχωρήσει λίγο το βαρύ πεπρωμένο του ανθρώπου. O συγγραφέας σήμερα, εφόσον μένει πιστός στην αποστολή του, είναι ένας μαχητής.’’ Απόσπασμα από συνέντευξη του Ν. Καζαντζάκη στον Pierre Sipriot, Γαλλική Ραδιοφωνία ( Παρίσι ), 6 Μαΐου 1955

30

31 Η «Οδύσσεια», το σπουδαιότερο- για εκείνον- έργο του Νίκου Καζαντζάκη αφηγείται τις περιπέτειες και τα ταξίδια του Οδυσσέα αφ' ότου επέστρεψε στην Ιθάκη, και μετά έφυγε ξανά, μέχρι τον θάνατό του στον Νότιο Παγωμένο Ωκεανό. Σύμφωνα με τον ερευνητή Νικόλαο Μαθιουδάκη : «Η ΟΔΥΣΣΕΙΑ του Νίκου Καζαντζάκη είναι μια σύγχρονη επική δημιουργία η οποία ουσιαστικά αποτελεί τη συνέχεια της ΟΔΥΣΣΕΙΑΣ του Ομήρου. Το ποίημα αποκαλύπτει την αγωνία και τον αγώνα του συγγραφέα να δημιουργήσει ένα έπος προκειμένου να θεωρηθεί ως ένα από τα σπουδαιότερα έργα της «λευκής φυλής» (Πρεβελάκης 1984) και να γίνει ισάξιο της ομηρικής δημιουργίας. Μετά από δεκατρία ολόκληρα χρόνια σκληρής δουλειάς, ο Καζαντζάκης, ως άλλος Οδυσσέας, περιπλανώμενος σε χιλιάδες στίχους, ανάμεσα σε εκατοντάδες λέξεις, αναγράφοντας την ποιητική του ιδέα εφτά φορές, αναζητά την αθάνατη πηγή, την προσωποποίηση του Θεού, καταλήγοντας στην τελική μορφή του μεγαλειώδους έργου των εικοσιτεσσάρων (24) ραψωδιών και των τριάντα τριών χιλιάδων τριακοσίων τριάντα τριών (33.333) στίχων». Σύμφωνα με τον ερευνητή Νικόλαο Μαθιουδάκη : «Η ΟΔΥΣΣΕΙΑ του Νίκου Καζαντζάκη είναι μια σύγχρονη επική δημιουργία η οποία ουσιαστικά αποτελεί τη συνέχεια της ΟΔΥΣΣΕΙΑΣ του Ομήρου. Το ποίημα αποκαλύπτει την αγωνία και τον αγώνα του συγγραφέα να δημιουργήσει ένα έπος προκειμένου να θεωρηθεί ως ένα από τα σπουδαιότερα έργα της «λευκής φυλής» (Πρεβελάκης 1984) και να γίνει ισάξιο της ομηρικής δημιουργίας. Μετά από δεκατρία ολόκληρα χρόνια σκληρής δουλειάς, ο Καζαντζάκης, ως άλλος Οδυσσέας, περιπλανώμενος σε χιλιάδες στίχους, ανάμεσα σε εκατοντάδες λέξεις, αναγράφοντας την ποιητική του ιδέα εφτά φορές, αναζητά την αθάνατη πηγή, την προσωποποίηση του Θεού, καταλήγοντας στην τελική μορφή του μεγαλειώδους έργου των εικοσιτεσσάρων (24) ραψωδιών και των τριάντα τριών χιλιάδων τριακοσίων τριάντα τριών (33.333) στίχων». Η «Οδύσσεια», το σπουδαιότερο- για εκείνον- έργο του Νίκου Καζαντζάκη αφηγείται τις περιπέτειες και τα ταξίδια του Οδυσσέα αφ' ότου επέστρεψε στην Ιθάκη, και μετά έφυγε ξανά, μέχρι τον θάνατό του στον Νότιο Παγωμένο Ωκεανό. Σύμφωνα με τον ερευνητή Νικόλαο Μαθιουδάκη : «Η ΟΔΥΣΣΕΙΑ του Νίκου Καζαντζάκη είναι μια σύγχρονη επική δημιουργία η οποία ουσιαστικά αποτελεί τη συνέχεια της ΟΔΥΣΣΕΙΑΣ του Ομήρου. Το ποίημα αποκαλύπτει την αγωνία και τον αγώνα του συγγραφέα να δημιουργήσει ένα έπος προκειμένου να θεωρηθεί ως ένα από τα σπουδαιότερα έργα της «λευκής φυλής» (Πρεβελάκης 1984) και να γίνει ισάξιο της ομηρικής δημιουργίας. Μετά από δεκατρία ολόκληρα χρόνια σκληρής δουλειάς, ο Καζαντζάκης, ως άλλος Οδυσσέας, περιπλανώμενος σε χιλιάδες στίχους, ανάμεσα σε εκατοντάδες λέξεις, αναγράφοντας την ποιητική του ιδέα εφτά φορές, αναζητά την αθάνατη πηγή, την προσωποποίηση του Θεού, καταλήγοντας στην τελική μορφή του μεγαλειώδους έργου των εικοσιτεσσάρων (24) ραψωδιών και των τριάντα τριών χιλιάδων τριακοσίων τριάντα τριών (33.333) στίχων». Σύμφωνα με τον ερευνητή Νικόλαο Μαθιουδάκη : «Η ΟΔΥΣΣΕΙΑ του Νίκου Καζαντζάκη είναι μια σύγχρονη επική δημιουργία η οποία ουσιαστικά αποτελεί τη συνέχεια της ΟΔΥΣΣΕΙΑΣ του Ομήρου. Το ποίημα αποκαλύπτει την αγωνία και τον αγώνα του συγγραφέα να δημιουργήσει ένα έπος προκειμένου να θεωρηθεί ως ένα από τα σπουδαιότερα έργα της «λευκής φυλής» (Πρεβελάκης 1984) και να γίνει ισάξιο της ομηρικής δημιουργίας. Μετά από δεκατρία ολόκληρα χρόνια σκληρής δουλειάς, ο Καζαντζάκης, ως άλλος Οδυσσέας, περιπλανώμενος σε χιλιάδες στίχους, ανάμεσα σε εκατοντάδες λέξεις, αναγράφοντας την ποιητική του ιδέα εφτά φορές, αναζητά την αθάνατη πηγή, την προσωποποίηση του Θεού, καταλήγοντας στην τελική μορφή του μεγαλειώδους έργου των εικοσιτεσσάρων (24) ραψωδιών και των τριάντα τριών χιλιάδων τριακοσίων τριάντα τριών (33.333) στίχων». ‘ ’Γεννήθηκα στην Κρήτη, στο νησί όπου πραγματοποιήθηκε μια σύνθεση της Ελλάδας και της Ασίας. Ο Οδυσσέας μου δεν είναι ούτε Έλληνας, ούτε Βάρβαρος, αλλά και τα δύο μαζί: είναι Κρητικός !’’ ΝΚ

32 Ένα είδος πνευματικής αυτοβιογραφίας ή, όπως τη χαρακτηρίζει ο ίδιος ο Καζαντζάκης, μια «αναφορά» με τη στρατιωτική έννοια του όρου, σχετικά με τους στόχους του και τις προσπάθειές του. Ο συγγραφέας ξεκινά από τα παιδικά του χρόνια (αφού προηγουμένως αναφέρεται στους προγόνους και τους γονείς του) και σταματά στην ημέρα της «Κρητικής Ματιάς» και στη σύλληψη της Οδύσσειας. Δεν αφηγείται το σύνολο της ζωής του, αλλά παρουσιάζει τους σταθμούς της πνευματικής του πορείας, χωρίς να ακολουθεί την αυστηρή χρονολογική σειρά της πραγματικής του βιογραφίας. Ένα είδος πνευματικής αυτοβιογραφίας ή, όπως τη χαρακτηρίζει ο ίδιος ο Καζαντζάκης, μια «αναφορά» με τη στρατιωτική έννοια του όρου, σχετικά με τους στόχους του και τις προσπάθειές του. Ο συγγραφέας ξεκινά από τα παιδικά του χρόνια (αφού προηγουμένως αναφέρεται στους προγόνους και τους γονείς του) και σταματά στην ημέρα της «Κρητικής Ματιάς» και στη σύλληψη της Οδύσσειας. Δεν αφηγείται το σύνολο της ζωής του, αλλά παρουσιάζει τους σταθμούς της πνευματικής του πορείας, χωρίς να ακολουθεί την αυστηρή χρονολογική σειρά της πραγματικής του βιογραφίας.

33 ‘’Για ένα ήμουν σε όλη μου τη ζωή βέβαιος : πως ένας δρόμος, ένας μονάχα οδηγάει στο Θεό, ο ανήφορος. Ποτέ ο κατήφορος, ποτέ ο δρόμος ο στρωτός, ο ανήφορος μονάχα.’’ ‘ ’Μαζεύω τα σύνεργά μου: Όραση, ακοή, γέψη, όσφρηση, αφή, μυαλό, βράδυασε πια, τελεύει το μεροκάματο, γυρίζω σαν τον τυφλοπόντικα σπίτι μου, στο χώμα. Όχι γιατί κουράστηκα να δουλεύω, δεν κουράστηκα, μα ο ήλιος βασίλεψε.’’ ‘’Ό,τι έγραψα ή έπραξα γράφτηκε και πράχτηκε απάνω στο νερό και χάθηκε.’’ «Αν ήταν στη ζωή μου να διάλεγα ένα ψυχικό οδηγό, ένα Γκουρού, όπως λένε οι Ιντοί, ένα Γέροντα, όπως λένε οι καλόγεροι στο 'Αγιον'Ορος, σίγουρα θα διάλεγα το Ζορμπά»

34 ‘’Λονταρίσια η τροφή που με τάισε ο Νίτσε στην πιο κρίσιμη, την πιο πεινασμένη στιγμή της νιότης' θράσεψα, δεν μπορούσα πια να χωρέσω στο σημερινό άνθρωπο, όπως τον κατάντησαν. Α! φώναζα αγαναχτισμένος, η παμπόνηρη θρησκεία που μετατοπίζει τις αμοιβές και τιμωρίες σε μελλούμενη ζωή, για να παρηγορήσει τους σκλαβούς, τους κιότηδες, τους αδικημένους, και να μπορέσουν να βαστάξουν αγόγγυστα τη σίγουρη επίγεια ζωή και να σκύβουν υπομονετικά το σβέρκο στους αφεντάδες! Τι οβράικη Αγία Τράπεζα η θρησκεία ετούτη, που δίνεις μια πεντάρα επίγεια ζωή και εισπάττεις αθάνατα εκατομμύρια στην άλλη! Τι απλοικότητα, τι πονηριά, τι τοκογλυφία! Όχι, δεν μπορεί να' ναι λεύτερος που ελπίζει Παράδεισο ή που φοβάται την Κόλαση! Ντροπή πια να μεθάμε στις ταβέρνες της ελπίδας! Ή κάτω στα υπόγεια του φόβου. Πόσα χρόνια και δεν το' χα καταλάβει, κι έπρεπε να'ρθει ο άγριος ετούτος προφήτης να μου ανοίξει τα μάτια!Ως τώρα, όλη την κυβέρνηση του κόσμου την είχαμε εμπιστευτεί στο Θεό' μπας και ήρθε η σειρά του ανθρώπου ν'αναλάβει την ευθύνη; Να δημιουργήσουμε ένα κόσμο, τον κόσμο μας, με τον ιδρώτα του προσώπου μας; ‘’(σελ.327) ‘’Αν η πραγματικότητα δεν παίρνει τη μορφή που θέμε, εμείς φταίμε.. ό,τι δεν πεθυμήσαμε αρκετά, αυτό το λέμε ανύπαρχτο.. πεθύμησέ το, πότισέ το με το αίμα σου, με τον ιδρώτα και τα δάκρυα, και θα πάρει κορμί. Η πραγματικότητα τίποτ' άλλο δεν είναι πάρα ή υποταγμένη στην πεθυμιά μας και στον πόνο μας χίμαιρα. ‘’ (σελ. 386) ‘’Αν η πραγματικότητα δεν παίρνει τη μορφή που θέμε, εμείς φταίμε.. ό,τι δεν πεθυμήσαμε αρκετά, αυτό το λέμε ανύπαρχτο.. πεθύμησέ το, πότισέ το με το αίμα σου, με τον ιδρώτα και τα δάκρυα, και θα πάρει κορμί. Η πραγματικότητα τίποτ' άλλο δεν είναι πάρα ή υποταγμένη στην πεθυμιά μας και στον πόνο μας χίμαιρα. ‘’ (σελ. 386)

35

36 Ζούσε και έτρεχε, έγραφε και έσχιζε για να προλάβει όλα τα ανθρώπινα τραύματα. Το έργο του είχε έντονο φιλοσοφικό περιεχόμενο και στηριζόταν σε ιδέες που κατά καιρούς πίστευε με πάθος ο ίδιος ο Καζαντζάκης. Είχε δασκάλους και δεν το έκρυβε. «Εκείνους που άφηκαν βαθύτερα τ' αχνάρια τους στην Ψυχή μου. Τους αθάνατους νεκρούς. Τις Μεγάλες Σειρήνες. Ο Βούδας, ο Λένιν, ο Όμηρος, ο Νίτσε, ο Μπέρξονας, ο Ζορμπάς, ο Οδυσσέας. Αυτοί ήταν τα αποφασιστικά σκαλοπάτια στο ανηφόρισμά μου.» Ακόμα, μέσα από τα έργα του φαίνεται ότι βρισκόταν σε συνεχή αναζήτηση. Έψαχνε την κάθαρση. Ήταν σε μόνιμη διαμάχη με τον εαυτό του, τις ιδέες του, το περιβάλλον του. Προσπαθεί να συλλάβει με τον Λόγο την Αθάνατη ουσία, που ζει μέσα στον άνθρωπο. Επίσης, αξίζει να σημειωθεί ότι τον ενδιαφέρουν οι δυνατοί, οι διαρκώς έτοιμοι για δράση. Η πράξη η ίδια. Δεν τον ενδιαφέρουν οι παραδομένοι, οι υποταχτικοί. Όλοι οι ήρωές του ενεργούν, παλεύουν, προσπαθούν. Στους Μύθους οι Ήρωές του είναι ελεύθεροι, συμβολιστές, μεθυστικοί, πρωτόγονοι, εσωτερικοί, γήινοι, σταυρωμένοι, τραγικοί, πολεμιστές, φιλόσοφοι, διχασμένοι, σύγχρονοι, Οδύσσειοι, θεολόγοι, παγκόσμιοι, ιστορικοί, ανατολίτες, δυτικοί, εξόριστοι, στοχαστές, κήρυκες. Όλοι τους αναζητούν μία βαθύτερη αλήθεια, αυτή του Θεού, του ανθρώπου, του κόσμου, της ζωής. Τέλος, διαφαίνεται στα έργα του η άμεση σύνδεση του Καζαντζάκη με την τοπική παράδοση της Κρήτης μέσω της αντίληψης που ο ίδιος ονόμασε «Κρητική Ματιά», το παιχνίδι με το θάνατο, το ζύγισμα πάνω απ' την άβυσσο χωρίς τρόμο, με αυτοκυριαρχία και αξιοπρέπεια, στάση που υιοθετούν οι ήρωές του. Ζούσε και έτρεχε, έγραφε και έσχιζε για να προλάβει όλα τα ανθρώπινα τραύματα. Το έργο του είχε έντονο φιλοσοφικό περιεχόμενο και στηριζόταν σε ιδέες που κατά καιρούς πίστευε με πάθος ο ίδιος ο Καζαντζάκης. Είχε δασκάλους και δεν το έκρυβε. «Εκείνους που άφηκαν βαθύτερα τ' αχνάρια τους στην Ψυχή μου. Τους αθάνατους νεκρούς. Τις Μεγάλες Σειρήνες. Ο Βούδας, ο Λένιν, ο Όμηρος, ο Νίτσε, ο Μπέρξονας, ο Ζορμπάς, ο Οδυσσέας. Αυτοί ήταν τα αποφασιστικά σκαλοπάτια στο ανηφόρισμά μου.» Ακόμα, μέσα από τα έργα του φαίνεται ότι βρισκόταν σε συνεχή αναζήτηση. Έψαχνε την κάθαρση. Ήταν σε μόνιμη διαμάχη με τον εαυτό του, τις ιδέες του, το περιβάλλον του. Προσπαθεί να συλλάβει με τον Λόγο την Αθάνατη ουσία, που ζει μέσα στον άνθρωπο. Επίσης, αξίζει να σημειωθεί ότι τον ενδιαφέρουν οι δυνατοί, οι διαρκώς έτοιμοι για δράση. Η πράξη η ίδια. Δεν τον ενδιαφέρουν οι παραδομένοι, οι υποταχτικοί. Όλοι οι ήρωές του ενεργούν, παλεύουν, προσπαθούν. Στους Μύθους οι Ήρωές του είναι ελεύθεροι, συμβολιστές, μεθυστικοί, πρωτόγονοι, εσωτερικοί, γήινοι, σταυρωμένοι, τραγικοί, πολεμιστές, φιλόσοφοι, διχασμένοι, σύγχρονοι, Οδύσσειοι, θεολόγοι, παγκόσμιοι, ιστορικοί, ανατολίτες, δυτικοί, εξόριστοι, στοχαστές, κήρυκες. Όλοι τους αναζητούν μία βαθύτερη αλήθεια, αυτή του Θεού, του ανθρώπου, του κόσμου, της ζωής. Τέλος, διαφαίνεται στα έργα του η άμεση σύνδεση του Καζαντζάκη με την τοπική παράδοση της Κρήτης μέσω της αντίληψης που ο ίδιος ονόμασε «Κρητική Ματιά», το παιχνίδι με το θάνατο, το ζύγισμα πάνω απ' την άβυσσο χωρίς τρόμο, με αυτοκυριαρχία και αξιοπρέπεια, στάση που υιοθετούν οι ήρωές του.

37 Ο Καζαντζάκης για να δημοσιοποιήσει τον εσωτερικό του λόγο έπλασε λέξεις καινούργιες, νέες, Ελληνικές, Κρητικές, ατομικές, ‘’Καζαντζάκιες’’.Για να υπάρξει η σκέψη του έπρεπε να βρει μια καινούργια γλώσσα, με νέες λέξεις και όσο έπλαθε αυτές τις λέξεις τόσο προωθούσε τη σκέψη του. Οι λέξεις του Καζαντζάκη είναι αυτόνομα φιλοσοφήματα. Κάθε λέξη είναι ενεργή σκέψη. Χωρίς αυτή την ιδιαίτερη γλώσσα δεν θα υπήρχε ο Καζαντζάκης, καθώς δε θα μπορούσε να εκφράσει τις περίπλοκες ιδέες του, ούτε να κάνει τις λεπτομερειακές περιγραφές του. Εκείνος είναι ο μοναδικός σύγχρονος Έλληνας που γέννησε τόσες νέες λέξεις, οι οποίες μάλιστα, περιγράφουν με μεγάλη ακρίβεια και ξεχωριστό τρόπο τα μηνύματα που ο ίδιος θέλει να περάσει μέσα από τα έργα του. Έτσι, ο αναγνώστης δυσκολεύεται αρχικά να κατανοήσει το ιδιωματικό, προσωπικό λεξιλόγιο του Καζαντζάκη, αλλά τελικά διεισδύει σταδιακά στο ιδιαίτερο νόημα των λέξεων και μαγεύεται από την ξεχωριστή ομορφιά και σημασιολογική ακρίβειά τους.

38

39 Άννα Μαρία Πετρουλάκη Τμήμα:Β3, 3 ο ΓΕΛ ΡΕΘΥΜΝΟΥ


Κατέβασμα ppt "‘’Δεν ελπίζω τίποτα, δεν φοβούμαι τίποτα, λυτρώθηκα από το νου κι από την καρδιά, ανέβηκα πιο πάνω, είμαι λεύτερος.’’"

Παρόμοιες παρουσιάσεις


Διαφημίσεις Google