Η παρουσίαση φορτώνεται. Παρακαλείστε να περιμένετε

Η παρουσίαση φορτώνεται. Παρακαλείστε να περιμένετε

Ανθή Βαλαβάνη Ρόδος, 2012.  Εισαγωγή  Κεφάλαιο πρώτο: Θεωρητικό πλαίσιο  Κεφάλαιο δεύτερο: Μεθοδολογικό πλαίσιο  Κεφάλαιο τρίτο: Παρουσίαση μελετών.

Παρόμοιες παρουσιάσεις


Παρουσίαση με θέμα: "Ανθή Βαλαβάνη Ρόδος, 2012.  Εισαγωγή  Κεφάλαιο πρώτο: Θεωρητικό πλαίσιο  Κεφάλαιο δεύτερο: Μεθοδολογικό πλαίσιο  Κεφάλαιο τρίτο: Παρουσίαση μελετών."— Μεταγράφημα παρουσίασης:

1 Ανθή Βαλαβάνη Ρόδος, 2012

2  Εισαγωγή  Κεφάλαιο πρώτο: Θεωρητικό πλαίσιο  Κεφάλαιο δεύτερο: Μεθοδολογικό πλαίσιο  Κεφάλαιο τρίτο: Παρουσίαση μελετών περίπτωσης  Κεφάλαιο τέταρτο: Ανάλυση Συνεντεύξεων, Παρουσίαση αποτελεσμάτων  Κεφάλαιο πέμπτο: Προτάσεις για την πρόληψη και την αντιμετώπιση του φαινομένου της βίας των γυναικών. Ο ρόλος των Μη Κυβερνητικών και των Φεμινιστικών Οργανώσεων ως Συμβουλευτικών Κέντρων και Δομών Υποστήριξης

3  Η βία κατά των γυναικών αποτέλεσε, αποτελεί και θα αποτελεί ένα ζήτημα κλειδί για το σύγχρονο γυναικείο κίνημα και αυτό γιατί τα ερωτήματα που χρειάζονται απάντηση είναι ακόμα πολλά…  Οι πολυάριθμες έρευνες και μελέτες, οι οποίες έχουν πραγματοποιηθεί τις τελευταίες δεκαετίες καταλήγουν σε πολυάριθμα συμπεράσματα και στατιστικά στοιχεία. Κοινός παρονομαστής όλων; Το φύλο. Φύλο και βία λοιπόν συνδέονται, καθώς σήμερα μιλάμε πλέον για βία φυλετική.  Σκοπός της παρούσας εργασίας είναι αφενός να προσδιορίσει την κάθε μορφή βίας κατά των γυναικών, τις γενεσιουργές τους αιτίες και το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο και αφετέρου, να παρουσιάσει τις δράσεις και τις υπηρεσίες που παρέχουν στις γυναίκες θύματα βίας, οι φορείς και οι υποστηρικτικές υπηρεσίες που λειτουργούν στην Ελλάδα.

4 Ορισμός του φαινομένου: Η βία κατά των γυναικών είναι η έκφραση της ιστορικά διαπιστωμένης ανισότητας στις σχέσεις ισχύος μεταξύ ανδρών και γυναικών, η οποία οδήγησε στην κυριαρχία των ανδρών επί των γυναικών και στις διακρίσεις κατά των γυναικών, με αποτέλεσμα την παρεμπόδιση της ανάπτυξης τους (παρ. 113 και 118, πρόγραμμα Δράσης της Παγκόσμιας Διάσκεψης του ΟΗΕ, Πεκίνο, 1995). Μορφές Βίας Ενδοοικογενειακή Βία Η ενδοοικογενειακή βία ανήκει σε εκείνες τις μορφές βίας, οι οποίες αποτελούν μια σύνθεση διαφορετικών μορφών βίας όπως η σωματική ή φυσική, η ψυχολογική ή συναισθηματική και η σεξουαλική βία (Τσουδερού, 2009).

5 Επιχειρώντας μια ιστορική αναδρομή του φαινομένου μπορεί να υποστηριχθεί πως η ρίζα της ενδοοικογενειακής βίας είναι η άτυπη νομιμοποίηση της ανδρικής κυριαρχίας μέσα στο πλαίσιο της οικογένειας. Αυτό σημαίνει πως ο άνδρας επικράτησε να είναι εκείνος που φέρνει τα χρήματα στο σπίτι με αποτέλεσμα να είναι εκείνος που τελικά κερδίζει την εύνοια της οικογενειακής ομάδας. Αυτομάτως αυτό έθεσε τη γυναίκα σε έναν κατώτερο και πιο αδύναμο ρόλο, πράγμα που οδήγησε στη δημιουργία ενός στερεότυπου που μεταβιβάστηκε από γενιά σε γενιά. Την ίδια στιγμή τα στατιστικά στοιχεία καταδεικνύουν πως η βία στην οικογένεια συνιστά ένα περίπλοκο πρόβλημα για την αντιμετώπιση του οποίου δεν υπάρχει μία και μόνη στρατηγική, κατάλληλη για το σύνολο των περιπτώσεων, όπως δεν υπάρχει ένας και μοναδικός παράγοντας που να ευθύνεται για αυτή τη συνεχιζόμενη κατάσταση (Βουγιούκα, 2011).

6 Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Λόμπυ Γυναικών (1999) μία στις πέντε γυναίκες δηλώνει πως έχει πέσει θύμα κακοποίησης από το σύντροφο της, μία στις τρεις θα ξυλοκοπηθεί ή θα κακοποιηθεί από συγγενή ή γνωστό κατά τη διάρκεια της ζωής της, ενώ πάνω από 600 γυναίκες πεθαίνουν κάθε χρόνο εξαιτίας της σεξιστικής κακοποίησης που έχουν υποστεί στο οικογενειακό τους περιβάλλον. Στην ίδια κατεύθυνση ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας υπολόγισε από μια ανασκόπηση 35 εθνικών μελετών ότι μεταξύ του 10% και του 52% των γυναικών έχουν καταγγείλει σωματική κακοποίηση, ενώ μεταξύ του 10% και του 30% έχουν υποστεί σεξουαλική κακοποίηση από κάποιο σύντροφο σε κάποια φάση της ζωής τους (Daphne, 2008). Στην Ελλάδα, τα στοιχεία που προέκυψαν από την πρώτη επιδημιολογική έρευνα που διεξήχθη από το Κέντρο Ερευνών για Θέματα Ισότητας το 2003, υπογράμμισαν πως το 56% των γυναικών έχει υποστεί φραστική ή ψυχολογική βία,

7 το 3,6% δήλωσε πως έχει υποστεί σωματική βία από το σύζυγο ή το σύντροφό τους, ενώ σχεδόν μία στις τέσσερις γυναίκες γνωρίζει κάποια γυναίκα από το συγγενικό ή το φιλικό της περιβάλλον, η οποία έχει υποστεί ή υφίσταται ενδοοικογενειακή βία. Ανακεφαλαιώνοντας θα λέγαμε πως η ενδοοικογενειακή βία δεν αποτελεί σίγουρα ένα σύγχρονο πρόβλημα, αφού σχετίζεται άμεσα με το θέμα της κατανομής της δύναμης και της έννοιας της κυριαρχίας ανάμεσα στα δύο φύλα. Χωρίς αμφιβολία όμως πρόκειται για κατάφωρη παραβίαση των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, του δικαιώματος της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, η οποία καλύπτεται από μία σιωπή, η οποία πρέπει να σπάσει. Έπειτα, η βία στην οικογένεια υπερβαίνει τα ιδιωτικά πλαίσια, καθώς αφορά στο σύνολο της μια κοινωνία, η οποία οφείλει μέσα από τη συντεταγμένη πολιτεία της να αντιδράσει (Φατούρου, 2006).

8 Στο ζήτημα της ενδοοικογενειακής βίας το νομοθετικό πλαίσιο στην Ελλάδα παρουσιάζει αρκετές ελλείψεις, αφού η απουσία του ρητού προσδιορισμού της βίας εντός της οικογένειας ως «βία κατά των γυναικών», από τον Ελληνικό Ποινικό Κώδικα, έχει δημιουργήσει ποικίλα προβλήματα. Το ερώτημα λοιπόν πως ποινικοποιούνται οι βίαιες συμπεριφορές εντός της οικογένειας και ποιοι είναι οι νόμοι εκείνοι στους οποίους στηρίζονται τα επιχειρήματα για την ποινική δίωξη αυτού που ασκεί βία στη σύζυγο/σύντροφο του, παραμένει ακόμα αναπάντητο (Τσουδερού, 2009). Μελετώντας τις διατάξεις και τους νόμους που θεσπίστηκαν τις τελευταίες δεκαετίες στην Ελλάδα για την αντιμετώπιση του παραπάνω φαινομένου, διαπιστώνουμε πως σε όλα τα άρθρα του Ποινικού και του Αστικού Κώδικα που αφορούν στην ποινικοποίηση των εγκληματικών ενεργειών που τελούνται εντός της οικογένειας, ο νομοθέτης δεν προβαίνει σε καμία περίπτωση σε διαχωρισμούς φύλου για τον προσδιορισμό της ποινικής πράξης ως έμφυλης (Τσουδερού, 2009).

9 Αυτό σημαίνει πως στο πλαίσιο των γενικών κανόνων, υπάρχουν και ορισμένες διάσπαρτες εξειδικεύσεις που αντιμετωπίζουν κατά περίπτωση και τα ζητήματα βίας κατά των γυναικών (Σπανού, 2005). Πιο συγκεκριμένα κάποιες πρώτες προσπάθειες ξεκίνησαν τον Οκτώβριο του 2002, όταν η Διϋπουργική Επιτροπή κατέθεσε στον τότε Υπουργό Εσωτερικών νομοσχέδιο για τη βία, ενώ στην ίδια κατεύθυνση κινείται και ο νόμος 3226/2004, ο οποίος δίνει τη δυνατότητα στη γυναίκα θύμα οικογενειακής βίας, με χαμηλό ή και ανύπαρκτο εισόδημα να ζητήσει δωρεάν νομική βοήθεια. Επίσης, ο νόμος 3232/2004 δίνει τη δικαίωμα στη γυναίκα που έχει υποστεί βία και έχει πάρει διαζύγιο – στην περίπτωση που έχει αναγνωριστεί η βίαιη συμπεριφορά του δράστη ως αιτία του διαζυγίου-, να δικαιούται μετά το θάνατο του, το 40% της σύνταξής του (Σπανού, 2005).

10 Τέλος, ένα πρόσφατο βήμα για την ελληνική νομοθεσία συνιστά ο Νόμος 3500/2006, με τον οποίο αυτό επιχειρείται η αντιμετώπιση του φαινομένου στη βάση των αρχών της ελευθερίας, της αυτοδιάθεσης και της αξιοπρέπειας του ατόμου, με στόχο την ενίσχυση της αρμονικής συμβίωσης των προσώπων στο πλαίσιο της οικογένειας. Σεξουαλική Παρενόχληση Η σεξουαλική παρενόχληση αποτελεί μία μορφή βίας κατά των γυναικών, η οποία έχει συναντήσει διάφορες δυσκολίες στον ορισμό της, υπό την έννοια πως οι παράγοντες που καθορίζουν το νόημα της είναι ρευστοί, στο βαθμό που μεταβάλλονται ανάλογα με την κοινωνική, ιστορική και πολιτισμική συγκυρία (Παπαθεοδώρου, Καρύδης, Βιδάλη, 2001). Παρά το γεγονός πως το φαινόμενο της σεξουαλικής παρενόχλησης έχει απασχολήσει έντονα την επιστημονική και ερευνητική κοινότητα, εντούτοις λίγες εμπειρικές μελέτες έχουν εκπονηθεί, οι οποίες αναδεικνύουν ακριβώς αυτή την

11 ακριβώς αυτή την περιπλοκότητα αλλά και την έκταση του φαινομένου. Ενδεικτικά αναφέρουμε πως μελέτες που πραγματοποιήθηκαν στη Μεγάλη Βρετανία τη δεκαετία του 1980 υπογράμμισαν πως το 75% των ερωτηθέντων έχει υποστεί έστω και μία φορά σεξουαλική παρενόχληση στο χώρο εργασίας του, ενώ αντίστοιχη γερμανική μελέτη τόνισε πως 9 στις 10 γυναίκες έχουν παρενοχληθεί κατά τη διάρκεια της εργασιακής τους ζωής (Οδηγός για την αντιμετώπιση της βίας στην εργασία, 2007). Την ίδια στιγμή, το Ευρωπαϊκό Λόμπυ Γυναικών (2005) αναφέρει πως το % των γυναικών στην Ευρώπη έχουν υποστεί σεξουαλική παρενόχληση, ενώ τα στοιχεία του Equal Employment Opportunity επισημαίνουν πως μία στις δύο γυναίκες πρόκειται να παρενοχληθεί σεξουαλικά στο χώρο της εργασίας της (Παπαθεοδώρου, Καρύδης, Βιδάλη, 2001). Τέλος, στην Ελλάδα αν και δεν υπάρχουν πολλές σχετικές έρευνες, από τη μόνη επιδημιολογική έρευνα που διενεργήθηκε από το Κέντρο Ερευνών για Θέματα Ισότητας (2004) προκύπτει πως οι γυναίκες μικρότερης

12 ηλικίας (έως 25 ετών) είναι συχνότερα θύματα κακοποίησης, με τους άνδρες να είναι στη συντριπτική τους πλειοψηφία (97%) οι δράστες. Τέλος, τα στοιχεία που διατίθενται από τον Συνήγορο του Πολίτη και το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας είναι πως το 2006 και το 2007 υπήρξαν 3 αναφορές για σεξουαλική παρενόχληση, ενώ το 2008, 4,3% του συνόλου των περιπτώσεων διακρίσεων λόγω φύλου αφορούσαν φύλου αφορούσαν περιπτώσεις σεξουαλικής παρενόχλησης (Φίτσιου, 2011). ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ Στην Ελλάδα η σεξουαλική παρενόχληση στην εργασία δεν έχει απασχολήσει αυτή καθ’ αυτή μέχρι σήμερα την ελληνική νομοθεσία, καθώς δεν υπάρχει καμία ποινική τυποποίηση που να αναφέρεται και να τιμωρεί την πράξη αυτή. Η κυρίαρχη νομική θέση είναι ότι η εργατική, η αστική και η ποινική νομοθεσία διασφαλίζει επαρκώς τα δικαιώματα των θυμάτων, ώστε να μην υφίσταται νομική ή κοινωνική ανάγκη για περαιτέρω ποινικοποίηση αυτής της συμπεριφοράς (Γιαννάκη, 2009)

13 Μελετώντας τους νόμους διαπιστώνουμε πως ένα βήμα για την ελληνική νομοθεσία αποτελεί ο νόμος 3488/2006, ο οποίος αποβλέπει στην εφαρμογή της προστασίας της ίσης μεταχείρισης μεταξύ ανδρών και γυναικών, τόσο στην πρόσβαση στην απασχόληση όσο και στους όρους και στις συνθήκες εργασίας. Παράλληλα, απαγορεύει κάθε μορφή άμεσης ή έμμεσης διάκρισης λόγω φύλου, εντάσσοντας και τη σεξουαλική παρενόχληση στις συμπεριφορές που συνιστούν διάκριση τέτοιου είδους (Σακκά, 2010). Ουσιαστικά ο ανωτέρω νόμος ενσωματώνει την Κοινοτική Οδηγία 2002/73/ΕΚ, υπό την έννοια πως αναδιατυπώνει όλες τις σχετικές με την ίση μεταχείριση οδηγίες, θεσμοθετώντας τη σεξουαλική παρενόχληση και ως πειθαρχικό παράπτωμα (Γενική Γραμματεία Ισότητας, 2011). Τέλος, ο πρόσφατα ψηφισθείς νόμος 3896/2010 αποβλέποντας στην εφαρμογή της αρχής των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης, απαγορεύει ρητά στο άρθρο 2 τη σεξουαλική παρενόχληση είτε προέρχεται από υφιστάμενο, είτε από απλό

14 είτε προέρχεται από υφιστάμενο, είτε από απλό συνάδελφο (Συνήγορος του Πολίτη, 2011). Η ανεπάρκεια ωστόσο και αυτού του νόμου είναι εμφανής, με αποτέλεσμα να αναφύονται πολύ σημαντικές κοινωνικές συνέπειες, οι οποίες όπως είναι λογικό επηρεάζουν κατά κύριο λόγο το θύμα. Για παράδειγμα η επαγγελματική σταδιοδρομία του θύματος, η σχέση του με τους συναδέλφους του και η αβεβαιότητα για τους ισχυρισμούς του, ισχυροποιεί την ήδη υπάρχουσα τάση του να μην καταγγέλλεται το γεγονός. Ολοκληρώνοντας πρέπει να επισημάνουμε πως η ενεργή συμμετοχή και οι επίμονες πιέσεις του φεμινιστικού κινήματος οδήγησαν εν τέλει στην αναθεώρηση των αντιλήψεων και των στάσεων, καθώς τόνισαν την ανάγκη της ποινικής ποινικοποίησης της πράξης της σεξουαλικής παρενόχλησης, υπό την έννοια πως αποτελεί μορφή διάκρισης, η οποία βασίζεται στο φύλο (Παπαθεοδώρου, Καρύδης, Βιδάλη, 2001).

15 Βιασμός Ο βιασμός αποτελεί μία από τις πιο σημαντικές μορφές κακοποίησης του άνδρα προς τη γυναίκα, καθώς δεν αποτελεί μόνο ένα απλό έγκλημα «κατά της γενετήσιας ελευθερίας» αλλά προσβάλει όλη την δομή της ύπαρξης της (Παπάνης, 2007). Ο βιασμός έχει τις ρίζες του σε κοινωνικά κατασκευασμένους μύθους, οι οποίοι έχουν διαμορφωθεί εδώ και εκατοντάδες χρόνια και οι οποίοι προσπαθούν να εξηγήσουν με έναν υπεραπλουστευμένο τρόπο ένα τόσο περίπλοκο φαινόμενο. Σύμφωνα με έρευνα που διεξήγαγε το 2001 το Πάντειο Πανεπιστήμιο, αν και κάθε χρόνο στην Ελλάδα διαπράττονται βιασμοί, από αυτούς μόνο οι 270 γίνονται γνωστοί στην αστυνομία, οι 183 καταλήγουν σε σύλληψη κάποιου υπόπτου, ενώ μόλις σε 47 περιπτώσεις ασκείται περαιτέρω ποινική δίωξη (Βωβού, 2005). Αντίστοιχες έρευνες σε μια σειρά από Ευρωπαϊκές χώρες (COE 2006, 2007d, 2008c) επιβεβαίωσαν πως μολονότι τα τελευταία χρόνια διαπιστώνεται μία προσπάθεια αύξησης των καταγγελιών στις περιπτώσεις της

16 της σεξουαλικής βίας και του βιασμού, εντούτοις τα ποσοστά των καταδικαστικών αποφάσεων έχουν μειωθεί αισθητά (Κέντρο Γυναικείων Μελετών και Ερευνών, 2009). ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ Εξετάζοντας το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο διαπιστώνουμε πως η μοναδική περίπτωση που ο ελληνικός Ποινικός Κώδικας αναφέρεται στη σεξουαλική βία και όχι ειδικότερα στην ασκούμενη κατά των γυναικών, είναι ο βιασμός. Πιο συγκεκριμένα μέχρι και το 1984 ο βιασμός στη χώρα μας θεωρείτο έγκλημα κατά των ηθών, περιοριζόταν στην εξώγαμη συνουσία, προϋπέθετε ύπαρξη σωματικής βίας ή απειλή σοβαρού και άμεσου κινδύνου και διωκόταν κατ’ έγκληση (Παπαρρήγα - Κωσταβάρα, 2007). Μετά την τροποποίηση του Κώδικα στις ο βιασμός με το νόμο 1419/84 εντάσσεται πλέον στα «εγκλήματα κατά της σεξουαλικής ελευθερίας και τα εγκλήματα της οικονομικής

17 εκμετάλλευσης της σεξουαλικής ζωής». Τιμωρείται δε μόνο εφόσον τελείται εκτός γάμου, ενώ ο συζυγικός βιασμός εξακολουθεί να μην αποτελεί αδίκημα ποινικά κολάσιμο (Εθνικό Παρατηρητήριο για την αντιμετώπιση της βίας κατά των γυναικών, 2004). Στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμο να επισημάνουμε πως ο ρόλος του φεμινιστικού και γενικότερα του γυναικείου κινήματος στο θέμα του βιασμού υπήρξε καθοριστικός, καθώς συνέβαλλε στη διαμόρφωση του υπάρχοντος θεσμικού πλαισίου και γενικότερα στη θεσμική κατοχύρωση της ισότητας των φύλων, συμμετέχοντας και παρεμβαίνοντας στις ανάλογες νομοπαρασκευαστικές επιτροπές (Σκούταρη, 2003). Ειδικότερα, το φεμινιστικό κίνημα υπογράμμισε ότι ο βιασμός αποτελεί έγκλημα κατά της προσωπικότητας της γυναίκας επιχειρώντας μ’ αυτόν τον τρόπο να αποδείξει πως η γυναίκα εκτός από σεξουαλικά ελεύθερο όν, έχει ταυτόχρονα και μια προσωπικότητα η οποία προσβάλλεται από τον βιασμό. Αυτή η σημαντική διαφοροποίηση αν εξεταστεί νομοθετικά,

18 υποδηλώνει πως το θύμα μπορεί να διεκδικήσει περισσότερα στο δικαστήριο, γεγονός που το καθιστά λιγότερο αδύναμο στην υπεράσπισή του (Παπαρρήγα - Κωσταβάρα, 2007). Ανακεφαλαιώνοντας θα λέγαμε πως ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που συναντά η εφαρμογή της αρχής της ισότητας των δύο φύλων είναι αναμφισβήτητα ο βιασμός. Όσο θα υπάρχει ο φόβος του βιασμού δεν είναι δυνατό να προσδοκούμε ότι μπορεί να διαμορφωθεί Κοινωνία Δικαίου, κοινωνία στην οποία ο χαρακτηρισμός του φύλου δεν θα ασκεί καμία επίδραση για την αναγνώριση της συμβολής του κάθε ανθρώπου στην ανάπτυξή της, κοινωνία απαλλαγμένη από τις προδιαγραφές των στερεότυπων ρόλων, όπου άνδρες και γυναίκες θα μοιράζονται δικαιώματα και ευθύνες σε όλους τους τομείς της ζωής με πνεύμα ισότητας, αμοιβαιότητας και συντροφικότητας (Παπαρρήγα - Κωσταβάρα, 2007).

19 Πορνεία Στην Ελλάδα μέχρι και τα τέλη της δεκαετίας του 1970 η πορνεία είχε ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά: εντοπιζόταν στους οίκους ανοχής, οι εκδιδόμενες ήταν Ελληνίδες και οι πελάτες απαιτούσαν ορισμένες υπηρεσίες. Από το 1980 και έπειτα η εικόνα αυτή αλλάζει. Υπάρχει μια σαφής τάση προς διαφορετικούς τύπους γυναικών, οι οποίες δεν φέρουν τα μεσογειακά χαρακτηριστικά, απαιτούνται νέες τεχνικές και το πορνικό περιβάλλον γενικότερα αλλάζει (Λάζος, 2002). Κατά τη διάρκεια του 1990 πραγματοποιήθηκαν ριζικές αλλαγές στην πορνεία της σύγχρονης Ελλάδας. Οι αλλαγές αυτές προκλήθηκαν από ένα νέο στοιχείο: τις αλλοδαπές γυναίκες, τις οποίες προώθησαν και εκμεταλλεύθηκαν οικονομικά και σεξουαλικά οργανωμένα δίκτυα διεθνοσωματεμπορίας (Μπιτζανάκη, 2005).

20 Η αλλαγή αυτή της πορνείας στην Ελλάδα την τελευταία δεκαετία του 20 ου αιώνα σήμανε τόσο την αύξηση του πληθυσμού των εκδιδόμενων όσο και των πελατών. Η πορνεία διεκδίκησε κοινωνικούς χώρους και χρόνους για να στεγάσει τους νέους πορνικούς πληθυσμούς και έχτισε νέες πορνικές αγορές. Με λίγα λόγια η πορνεία άλλαξε ατμόσφαιρα ακόμα και ως προς το στήσιμο της εκδιδόμενης γυναίκας και του πελάτη (Μπιτζανάκη, 2005). Όμως η πορνεία – όπως αποδεικνύεται και από τα παραπάνω- αποτελεί ένα κατεξοχήν διεθνικό φαινόμενο, το οποίο δεν είναι εύκολο να αντιμετωπιστεί ούτε στην Ελλάδα ούτε και σε πολλές άλλες χώρες του κόσμου. Και αυτό γιατί αφενός, αφορά ποικίλα επίπεδα της οικονομικής, πολιτικής, πολιτισμικής και κοινωνικής ζωής και αφετέρου γιατί οι μηχανισμοί που αναπτύσσονται για την καταπολέμησή της, συναντούν σημαντικά εμπόδια, γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία μιας αίσθησης ατιμωρησίας. Αυτή λοιπόν την αίσθηση ατιμωρησίας καλείται να αντιμετωπίσει το νομοθετικό πλαίσιο που ακολουθεί.

21 Μελετώντας την ελληνική νομοθεσία διαπιστώνουμε πως μέχρι και το 1955 οι νόμοι που αφορούσαν στην πορνεία ήταν προσανατολισμένοι κατά κύριο λόγο γύρω από το διακανονιστικό σύστημα. Το 1981 επιχειρείται μια πρώτη προσπάθεια, ώστε να νομοθετηθεί ένα μη κρατικό και φιλελεύθερο πλαίσιο για το θέμα της πορνείας. Ο νόμος 1193 του ίδιου έτους προσανατολίζεται κυρίως στην προστασία της δημόσιας υγείας με ρυθμίσεις όπως η απαγόρευση της λειτουργίας των οίκων ανοχής, η αναγνώριση του εταιρισμού των ανδρών και ο αποχαρακτηρισμός των επ’ αμοιβή εκδιδόμενων γυναικών, να υπάγονται σ’ αυτόν το γενικότερο πλαίσιο επαναπροσδιορισμού (Λάζος, 2002). Το 1999 η πολιτεία με τον νόμο 2734/99 προσπάθησε να διευθετήσει το ζήτημα της πορνείας στην Ελλάδα, εστιάζοντας στην πορνεία των οίκων ανοχής και του πεζοδρομίου, με αποτέλεσμα να απουσιάζουν οι άλλες μορφές πορνείας, όπως

22 η κατ’ οίκον πορνεία, η πορνεία στα μπαρ και τα νυχτερινά κέντρα και η πορνεία μέσω αγγελιών σε εφημερίδες. Εν κατακλείδι, θα λέγαμε πως είναι προφανές ότι υπάρχουν τεράστιες αντιφάσεις σχετικά με την αντιμετώπιση της πορνείας και τα παραδείγματα των χωρών, που έχουν πάρει ξεκάθαρη θέση πάνω στο ζήτημα, το αποδεικνύουν. Το αν η πορνεία πρέπει να γίνει αποδεκτή ως επάγγελμα/εργασία ή ως μορφή βίας, η απάντηση δεν είναι δύσκολο να δοθεί. Και αυτό γιατί κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει πως η πορνεία αποτελεί άσκηση εξουσίας και βίας κατά των γυναικών, η οποία οδηγεί σε χειραγώγηση και κατοχή του γυναικείου σώματος επ’ αμοιβή και επιθυμία μόνο του άνδρα (Βωβού, 2004).

23 Παράνομη διακίνηση και εμπορία γυναικών (trafficking) Το trafficking είναι μια σύνθετη έννοια που συχνά ανάγεται ή συγχέεται με κάποια παραπλήσια, όπως για παράδειγμα την πορνεία ή την παράνομη μετανάστευση (Λάζος, Ζάννη, 2003). Ο επίσημος ορισμός της διεθνικής σωματεμπορίας σύμφωνα με το Πρωτόκολλο του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, το οποίο ολοκληρώθηκε το Δεκέμβριο του 2000, οριοθετεί το trafficking ως: παράνομη διακίνηση και εμπορία ανθρώπων με σκοπό τη σεξουαλική και την οικονομική τους εκμετάλλευση. Από τον παραπάνω ορισμό, συνάγεται ότι το trafficking περιλαμβάνει σχηματικά τρία βασικά στάδια: τη στρατολόγηση, τη μεταφορά από τη χώρα προέλευσης ή διέλευσης στη χώρα προορισμού και την εκμετάλλευση (Τσακλάγκανου, 2002). Αναμφίβολα το trafficking αποτελεί τη πιο σύγχρονη μορφή βίας κατά των γυναικών, η οποία μάλιστα τα τελευταία χρόνια έχει λάβει ανησυχητικές διαστάσεις, καθώς έχει επιφέρει σημαντικές συνέπειες στις κοινωνίες που παρατηρείται (Λάζος, 2002).

24 Σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση του ΟΗΕ, η Ελλάδα είναι μία από τις βασικότερες χώρες διακίνησης θυμάτων σεξουαλικής εκμετάλλευσης. Τα θύματα προέρχονται κυρίως από χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, των Βαλκανίων και της Αφρικής, είναι στην πλειοψηφία τους γυναίκες, μεσαίου εκπαιδευτικού επιπέδου και ηλικιακά κυμαίνονται από 18 έως 30 ετών. Οι γυναίκες αυτές εγκλωβίζονται στη χώρα μας, αφού οι σωματέμποροι είτε τις κρατούν κλειδωμένες, είτε με άλλα μέσα όπως η κατάσχεση των ταξιδιωτικών τους εγγράφων ή με απειλές εναντίον τους, τις αιχμαλωτίζουν, ενώ πολλές φορές εκτός από την ψυχολογική υφίστανται και σωματική βία ή βασανιστήρια (Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών, 2007). Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τον Απρίλιο του 2001 να συσταθεί η Ομάδα Καταπολέμησης Εμπορίας Ανθρώπων (ΟΑΚΕ) με πρωτοβουλία του Υπουργείου Δημοσίας Τάξης, με σκοπό τη μελέτη του φαινομένου του trafficking και το σχεδιασμό μιας σειράς δράσεων για την αντιμετώπισή του. Πέρα όμως από την ΟΑΚΕ σημαντική δράση ανέπτυξαν και κάποιες Μη Κυβερνητικές και Φεμινιστικές Οργανώσεις όπως οι Γιατροί

25 του Κόσμου, ο ΔΟΜ (ελληνικό τμήμα), το Κέντρο Έρευνας Γυναικείων Θεμάτων, ο Σύνδεσμος για τα Δικαιώματα της Γυναίκας, το Δίκτυο Γυναικών Ευρώπης, το Ε.Κ.Υ.Θ.Κ.ΚΑ Ιωαννίνων, η Αλληλεγγύη και το Κέντρο Έρευνας και Δράσης για την Ειρήνη. Εν κατακλείδι, θα λέγαμε πως οι γυναίκες σήμερα μετακινούνται. Μετακινούνται με ή χωρίς τη συγκατάθεση τους, για πολλούς και ποικίλους λόγους. Η παράνομη διακίνηση και εμπορία των γυναικών και των κοριτσιών πρέπει να κατανοηθεί στο πλαίσιο της γυναικείας μετανάστευσης και των έμφυλων διακρίσεων και ανισοτήτων. Το trafficking αποτελεί χωρίς αμφιβολία ένα φαινόμενο που συγκροτεί κοινωνικές σχέσεις, οι οποίες μεταβάλλονται διαρκώς, καθώς υπόκεινται σε επαναπροσδιορισμούς και επαναπροσεγγίσεις. Παρόλα αυτά, η πρακτική του συνιστά κατάφωρη παραβίαση των θεμελιωδών δικαιωμάτων των διακινούμενων ατόμων, τα οποία υφίστανται βία σε όλες τις μορφές της (Οδηγός συμβουλευτικής για θύματα trafficking, 2007).

26 Στην Ελλάδα οι προσπάθειες για την καταπολέμηση του φαινομένου της εμπορίας και της διακίνησης ανθρώπων εξελίχθηκαν κατά τρόπο ανάλογο με την επιδείνωση του προβλήματος. Πιο συγκεκριμένα, μέχρι και το 2001 η νομοθεσία δεν ήταν επαρκής αλλά ούτε και σαφής ως προς την αντιμετώπιση του παραπάνω φαινομένου. Ειδικότερα, οι νόμοι 2910/2001 και 3064/2002 δεν αναφέρονται ρητά στην παράνομη διακίνηση και εμπορία, αφού εξετάζουν γενικά τη διακίνηση των ανθρώπων αφήνοντας κατά αυτόν τον τρόπο εκτός μελέτης, τόσο τον έλεγχο της εμπορίας των γυναικών όσο και το θέμα της άδειας εργασίας (Εθνικό Παρατηρητήριο για την αντιμετώπιση της βίας κατά των γυναικών, 2004). Από την άλλη πλευρά τον Αύγουστο του 2003 εκδίδεται και τίθεται σε ισχύ το Προεδρικό Διάταγμα 233/2003, το οποίο επιχειρώντας να συμπληρώσει το νόμο 3064/2002, έθεσε επί τάπητος τα θέματα αρωγής και προστασίας των θυμάτων, προτάσσοντας την ίδρυση και τη δημιουργία κέντρων φροντίδας, τα οποία θα στελεχώνονταν από εξειδικευμένο

27 προσωπικό. Αργότερα έρχεται ο Νόμος 3386/2005, ο οποίος ορίζει με σαφήνεια την έννοια του θύματος εμπορίας ανθρώπων (άρθρ. 1, εδ. ί.), ενώ προβλέπει παράλληλα τη χορήγηση και την ανανέωση της άδειας παραμονής στα θύματα εμπορίας, παρέχει ειδική μέριμνα στους ανηλίκους και χορηγεί προθεσμία περίσκεψης ενός μήνα (με περίθαλψη και νομική βοήθεια), με στόχο τα θύματα να συνέλθουν και να συνεργαστούν με τις διωκτικές αρχές (Γ.Γ.Ι, 2008). Στην ίδια κατεύθυνση, ο νόμος 3536/2007 εναρμονισμένος με τις ευρωπαϊκές διατάξεις έθεσε ως σκοπό την ποινικοποίηση της εμπορίας προσώπων, τη λήψη μέτρων για την προστασία και τη στήριξη των θυμάτων σωματεμπορίας και τη δημιουργία μηχανισμού ελέγχου εφαρμογής των ανωτέρω μέτρων. Τέλος, τον Αύγουστο του 2010 θεσπίστηκε ο νόμος 3875/2010, ο οποίος υλοποιούσε μεταξύ άλλων, το Πρωτόκολλο του Παλέρμο του ΟΗΕ του 2000 για την πρόληψη, καταστολή και τιμωρία της παράνομης διακίνησης προσώπων, ενώ περιελάμβανε και κάποιες θετικές τροπολογίες, όπως το ότι

28 καθιστούσε την προστασία και την υποστήριξη σε θύματα παράνομης διακίνησης, ανεξάρτητες από τη συνεργασία τους στη δίωξη των φερόμενων διακινητών, εφόσον πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις (Διεθνής Αμνηστία, 2011). Από τα παραπάνω συνάγεται πως τα τελευταία χρόνια έχουν καταβληθεί έντονες προσπάθειες για την αναγνώριση και την αντιμετώπιση του προβλήματος, ακολουθώντας μια πιο ολοκληρωμένη προσέγγιση, η οποία περιλαμβάνει νομοθετικές ρυθμίσεις, διϋπηρεσιακό συντονισμό των εμπλεκόμενων φορέων, προστασία των θυμάτων και ευαισθητοποίηση του κοινωνικού συνόλου. Παρόλα αυτά χρειάζεται να διανυθεί ακόμα πολύς δρόμος, ώστε το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο να οδηγήσει στην αποτελεσματική αντιμετώπιση του φαινομένου της διεθνικής σωματεμπορίας (Παπαγιαννοπούλου, 2007).

29 Ορισμός Μία από τις σημαντικότερες εξελίξεις στο κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι της χώρας μας τα τελευταία χρόνια υπήρξε αναμφίβολα η δημιουργία και η ανάπτυξη ενός σημαντικού αριθμού μη κυβερνητικών και γυναικείων οργανώσεων ή πρωτοβουλιών μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα και η συμμετοχή ενός αυξανόμενου αριθμού πολιτών σε αυτές. Πρόκειται για μη κρατικούς οργανισμούς, οι οποίοι επιδιώκουν κοινωνικά ωφέλιμους σκοπούς, ιδίως δε σκοπούς που σχετίζονται με την προάσπιση και την προώθηση των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων (Πατσέλης, 2008). Η παρουσία αυτών των οργανώσεων αποτελεί ίσως την πιο δυναμική μορφή έκφρασης της Κοινωνίας των Πολιτών, αφού σε πολλές περιπτώσεις αναλαμβάνουν δράσεις και πρωτοβουλίες με πολύ αξιόλογα αποτελέσματα.

30  Κίνηση Δημοκρατικών Γυναικών  Σύνδεσμος για τα Δικαιώματα της Γυναίκας  Γυναικεία Ομάδα Αυτοάμυνας  Κλίμακα  Αλληλεγγύη  Δίκτυο Γυναικών Ευρώπης  Κέντρο Έρευνας Γυναικείων Θεμάτων  Κέντρο Έρευνας και Δράσης για την Ειρήνη  Κέντρο Έρευνας και Υποστήριξης Θυμάτων Κακοποίησης και Κοινωνικού Αποκλεισμού (Ε.Κ.Υ.Θ.Κ.ΚΑ.) Ιωαννίνων  Κέντρο Γυναικείων Μελετών και Ερευνών «Διοτίμα»  Κέντρο Κοινωνικής Παρέμβασης νομού Κυκλάδων, Κέντρο γυναικών Δήμου Καρδίτσας, Σπίτι της Γυναίκας στις Σέρρες και Ξενώνας για την κακοποιημένη Γυναίκα και το παιδί του νομού Ηρακλείου

31 Στις περισσότερες χώρες οι προσπάθειες για την αντιμετώπιση της διαρκούς ανοχής της βίας κατά των γυναικών δεν είναι σταθερή, αδιάκοπη ούτε εκτείνεται σε βάθος χρόνου. Παρά το γεγονός ότι η αιτιολόγηση αυτής της συστηματικής απουσίας διαφέρει στο χρόνο και στον τόπο, η βία κατά των γυναικών δεν αντιμετωπίζεται ούτε με τον ίδιο τρόπο, ούτε και με την ίδια σοβαρότητα (Κέντρο Γυναικείων Μελετών και Ερευνών, 2009). Σε κάθε περίπτωση ωστόσο, υπάρχουν και τα παραδείγματα χωρών που με το νομοθετικό πλαίσιο, τα προγράμματα φύλου και τις ειδικευμένες υπηρεσίες που δημιούργησαν, προάσπισαν και διαφύλαξαν τόσο τα ανθρώπινα δικαιώματα όσο και την αρχή της ισότητας των φύλων. Οι καλές πρακτικές που ακολουθούν αντλήθηκαν από το Ευρωπαϊκό Λόμπυ Γυναικών (2001) και αποτελούν ολοκληρωμένα μοντέλα αντιμετώπισης της βίας κατά των γυναικών σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Κέντρο Γυναικείων Μελετών και Ερευνών, 2009).

32  Ιρλανδία: The Family Resource Centre  Γερμανία: Berlin Intervention Project Against Domestic Violence (BIG)  Αυστρία: Domestic Abuse Intervention Projects  Σουηδία: National Centre for Battered and Raped Women (RKC)  Ιταλία: Association “On the Road” ΣΚΟΠΟΣ ΚΑΙ ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ Στην ελληνική βιβλιογραφία εμφανίζεται ένα κενό και μια έλλειψη ερευνών τόσο στο θέμα της βίας κατά των γυναικών όσο και στον προσδιορισμό του ρόλου και της πολιτικής που ακολουθούν οι Μη Κυβερνητικές και Φεμινιστικές Οργανώσεις που δρουν στην Ελλάδα στο θέμα αυτό. Σκοπός της παρούσας ερευνητικής δραστηριότητας είναι να καλύψει εν μέρει αυτό το βιβλιογραφικό και ερευνητικό κενό.

33  Ποιες είναι οι πολιτικές που ακολουθεί η πολιτεία για την αντιμετώπιση και την εξάλειψη του φαινομένου της βίας κατά των γυναικών;  Με ποιο τρόπο το υπάρχον νομοθετικό πλαίσιο αντιμετωπίζει τη βία κατά των γυναικών;  Ποιος είναι ο ρόλος και οι παρεμβάσεις που ασκούν οι Μη Κυβερνητικές και οι Φεμινιστικές Οργανώσεις, οι οποίες δρουν στην Ελλάδα στο θέμα της βίας κατά των γυναικών;  Είναι αναγκαία η ύπαρξη των παραπάνω οργανώσεων για την πρόληψη και την αντιμετώπιση του φαινομένου στην Ελλάδα;  Ποιες είναι οι δράσεις που αναλαμβάνουν ως φορείς κοινωνικής παρέμβασης;  Η πολιτική που ακολουθούν στο θέμα της βίας κατά των γυναικών, συμπληρώνει ή υποκαθιστά τις δημόσιες πολιτικές;

34 Ερευνητικός Σχεδιασμός Η παρούσα έρευνα εντάσσεται στις μελέτες περιπτώσεων (case studies), οι οποίες αποτελούν ένα σημαντικό ερευνητικό εργαλείο στις πολιτικές και κοινωνικές επιστήμες. Ειδικότερα, εστίασε στη διερεύνηση του ρόλου και της παρέμβασης, η οποία ασκείται από 3 Μη Κυβερνητικές και Φεμινιστικές Οργανώσεις, στο θέμα της αντιμετώπισης και της μη ανοχής της βίας που ασκείται σε βάρος των γυναικών. Πληθυσμός – Δειγματοληψία Ένα σημαντικό βήμα για το σχεδιασμό και την υλοποίηση μιας μελέτης περίπτωσης αποτελεί ο προσδιορισμός του αντικειμένου της έρευνας, του τι δηλαδή θα αποτελέσει τη «περίπτωση» της μελέτης. Στην παρούσα εργασία το αντικείμενο μελέτης αποτέλεσαν 3 Μη Κυβερνητικές και Φεμινιστικές Οργανώσεις, οι οποίες δραστηριοποιούνται ενεργά –αν και με διαφορετικό τρόπο η κάθε μία- σε θέματα βίας γυναικών.

35 Όσον αφορά τη μέθοδο δειγματοληψίας, που ακολουθήθηκε κατά την υλοποίηση της έρευνας, αυτή ήταν η τεχνική της σκόπιμης δειγματοληψίας, σύμφωνα με την οποία η ερευνήτρια επέλεξε σκοπίμως και όχι τυχαία το δείγμα της, με την προϋπόθεση πως το συγκεκριμένο δείγμα έχει τη γνώση, τα χαρακτηριστικά και τη θέληση να της προσφέρει επαρκείς και κατάλληλες πληροφορίες για το υπό έρευνα φαινόμενο. Ερευνητικά Εργαλεία Κύριο εργαλείο της παρούσας έρευνας ήταν η συνέντευξη, η οποία ως επιστημονικό εργαλείο αποβαίνει ιδιαίτερα αποτελεσματική στη συλλογή έγκυρων και αξιόπιστων πληροφοριών. Την ίδια στιγμή ένα επιπλέον μέσο, το οποίο χρησιμοποιήθηκε για τη συλλογή των στοιχείων της έρευνας ήταν τα έντυπα, τα οποία βοήθησαν στη διασταύρωση των πληροφοριών και την εξαγωγή των τελικών εκτιμήσεων και συμπερασμάτων της έρευνας. Τέλος, το διαδίκτυο μέσω του internet αποτέλεσε μια εξίσου σημαντική πηγή άντλησης πληροφοριών, καθώς συνδέεται άρρηκτα με τα αντικείμενα μελέτης της παρούσας έρευνας.

36 Δεοντολογία Πολλές φορές η συλλογή δεδομένων για μια μελέτη περίπτωσης μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα ηθικής και δεοντολογίας. Κατά το σχεδιασμό λοιπόν και την υλοποίηση της παρούσας έρευνας, η ερευνήτρια προσπάθησε να τηρήσει κατά το δυνατό τον κώδικα δεοντολογίας προκειμένου να διασφαλίσει την ομαλή και απρόσκοπτη έκβαση της διαδικασίας. Πιο συγκεκριμένα πριν από το προκαθορισμένο κάθε φορά ραντεβού είχε αποστείλει προς όλες τις δομές, μία ενημερωτική επιστολή για την έρευνα και την επιδιωκόμενη συνέντευξη, στην οποία δίνονταν όλες οι απαραίτητες πληροφορίες αφενός για τους επιδιωκόμενους στόχους και σκοπούς και αφετέρου για τα βήματα που θα ακολουθηθούν μέχρι την περάτωση αυτής. Επίσης, ζήτησε και έλαβε τη συγκατάθεση των συνεντευξιαζόμενων, για να καταγράψει τη συνομιλία τους με μαγνητόφωνο, εξηγώντας τους λόγους για τους οποίους αυτό είναι απαραίτητο, εστιάζοντας στην πιστή αναπαραγωγή των όσων θα λεχθούν.

37 Επίσης, σε αυτή την πρώτη επικοινωνία συζητήθηκε και το ζήτημα (ή μη) της ανωνυμίας των συνεντευξιαζόμενων και δόθηκαν οι απαιτούμενες διευκρινίσεις για το πώς θα χρησιμοποιηθούν οι πληροφορίες και τα στοιχεία που θα δώσουν οι συνεντευξιαζόμενες. Τέλος, τονίσθηκε ότι θα υπάρξει απόλυτη εχεμύθεια τόσο στις προσωπικές πληροφορίες που θα κατατεθούν, όσο και στο περιεχόμενο των συνεντεύξεων, ενώ ολοκληρώνοντας το «συμβόλαιο» της συνέντευξης, δόθηκε η διαβεβαίωση πως σε όποια το επιθυμεί, θα δοθεί ένα αντίγραφο αυτής. Συνεντεύξεις και απομαγνητοφώνηση H ερευνήτρια πραγματοποίησε 4 ατομικές συνεντεύξεις, οι οποίες κατόπιν συνεννοήσεως με τις συνεντευξιαζόμενες, ηχογραφήθηκαν για τις ανάγκες της έρευνας. Οι συνεντεύξεις πραγματοποιήθηκαν στα γραφεία των δομών, σε ημερομηνία και ώρα που συμφωνήθηκε με τις συμμετέχουσες και ως διαδικασία διήρκησε περίπου από 30 λεπτά έως 1 ώρα και 30 λεπτά. Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης οι συμμετέχουσες έπρεπε να απαντήσουν σε μία σειρά ερωτημάτων που τους

38 τέθηκαν, ενώ ταυτόχρονα κλήθηκαν να καταθέσουν και τη προσωπική τους άποψη για τη πολιτική και κυρίως τη κοινωνική παρέμβαση και υποστήριξη που παρέχουν οι ΜΚΟ που εκπροσωπούν στις γυναίκες θύματα βίας. Όσον αφορά τη διαδικασία της απομαγνητοφώνησης, αυτή θα λέγαμε πως σε γενικές γραμμές ήταν ομαλή, με το στάδιο αυτό να περιλαμβάνει τη μετατροπή του προφορικού λόγου σε γραπτό κείμενο, ώστε να αναλυθεί με μεγαλύτερη συστηματικότητα.

39 Μελέτη Περίπτωσης Ι: Κέντρο Γυναικείων Μελετών και Ερευνών «Διοτίμα» Το Κέντρο Γυναικείων Μελετών και Ερευνών ‘Διοτίμα’ είναι μια Μη Κυβερνητική Οργάνωση Γυναικών, η οποία δημιουργήθηκε με την πρωτοβουλία μιας ομάδας φεμινιστριών επιστημονισσών με σκοπό τη συστηματική ανάδειξη των θεμάτων φύλου σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής και της οικονομικής ζωής. Το Κέντρο λειτουργεί με έδρα την Αθήνα και στη μακρόχρονη πορεία του έχει επιδιώξει να συμμετάσχει τόσο στη διαμόρφωση πολιτικών ισότητας όσο και στην ενσωμάτωση της οπτικής του φύλου (gender mainstreaming), αποτελώντας ένα σταθερό σημείο αναφοράς για τις ίδιες τις γυναίκες μέσα από μια πληθώρα δράσεων και πρωτοβουλιών που έχει αναπτύξει (Κέντρο Γυναικείων Μελετών και Ερευνών, 2012).

40 Τομείς δραστηριότητας και πεδία παρέμβασης Η Διοτίμα κατά τη διάρκεια της μακροχρόνιας διαδρομής της έχει κινηθεί κατά κύριο λόγο πάνω σε δύο βασικούς άξονες: σε ένα πρώτο επίπεδο έχει επιδιώξει μέσα από μια σειρά εξειδικευμένων δράσεων και πρωτοβουλιών, να αποτελέσει ένα σταθερό σημείο αναφοράς για τις ίδιες τις γυναίκες, ενώ σε ένα δεύτερο επίπεδο να συμβάλλει, μέσω των προτάσεων και των πολιτικών που παράγει στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων του, στη διαμόρφωση πολιτικών ισότητας. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να δραστηριοποιείται: Α. Στη διερεύνηση και μελέτη μιας σειράς σημαντικών θεμάτων, τα οποία αφορούν όλες τις πτυχές της ζωής των γυναικών Β. Στη δημιουργία και την ανάπτυξη συγκεκριμένων μεθόδων και εργαλείων σχεδιασμού και άσκησης πολιτικής υπέρ των γυναικών Γ. Στη διατύπωση πολιτικών και προτάσεων στη βάση της ερευνητικής δουλειάς του Κέντρου Δ. Στην παροχή συμβουλευτικής υποστήριξης

41 Μελέτη Περίπτωσης ΙΙ: Γυναικεία Ομάδα Αυτοάμυνας Η Γυναικεία Ομάδα Αυτοάμυνας ιδρύθηκε το 1988 από διάφορα μέλη αυτόνομων γυναικείων οργανώσεων, τα οποία δρούσαν στο «Βιβλιοπωλείο των Γυναικών». Η πρώτη ομάδα εκπαίδευσε περίπου γυναίκες, ενώ πήρε μέρος σε πολλές δράσεις του τότε γυναικείου κινήματος έως και το 1993, όπου σταμάτησε τη δράση της. Το Φεβρουάριο του 1995 με δασκάλα την Αντωνία Τσαρέα, ιδρυτικό μέλος της πρώτης Ομάδας, δημιουργήθηκε η δεύτερη Γυναικεία Ομάδα Αυτοάμυνας, η οποία έχει πάρει πλέον την ονομασία «Νατζινάτα Γιν» από το ομώνυμο όπλο με τη μυστική λεπίδα, που χρησιμοποιούσαν οι πολεμίστριες μιας κοινότητας γυναικών στην Ιαπωνία. Το Φεβρουάριο του 2000 δημιουργήθηκε η τρίτη Ομάδα Αυτοάμυνας, με δασκάλα επίσης την Αντωνία Τσαρέα, η οποία συνεχίζει έως και σήμερα τη δράση της συγκεντρώνοντας όλο και περισσότερα μέλη.

42 Τομείς Δραστηριότητας και πεδία παρέμβασης Η Φεμινιστική Ομάδα Αυτοάμυνας, θεωρώντας ότι η πρόληψη της βίας δε σχετίζεται μόνο με την αυτοάμυνα αλλά και με την αλλαγή των κοινωνικών δομών και των πεποιθήσεων, - μια δουλειά που γίνεται κατά βάση από το φεμινιστικό κίνημα- προέβαλλε και υποστήριξε τη συνένωση όλων των δυνάμεων του συγκεκριμένου χώρου. Το ζήτημα της βίας των γυναικών Η Ομάδα Αυτοάμυνας είναι προσανατολισμένη σε μια διαφορετική αντιμετώπιση του προβλήματος της βίας κατά των γυναικών. Σκοπός της Ομάδας είναι να δώσει βαρύτητα στην πρόληψη της βίας μέσω της αυτοπροστασίας των γυναικών και της αντιμετώπισης του κινδύνου, αν και όταν αυτός εκδηλωθεί. Κατά συνέπεια βασική φιλοσοφία της Ομάδας είναι πως μέσα από τη συνεχή πρακτική και προπόνηση, οι γυναίκες μαθαίνουν να αντιδρούν στην ενόχληση και τον κίνδυνο, ενώ ταυτόχρονα εκπαιδεύονται στο να είναι ενεργητικές και όχι παθητικές ή υποτακτικές (Γυναικεία Ομάδα Αυτοάμυνας, 2012).

43 Μελέτη Περίπτωσης ΙΙΙ: Ελληνικό Δίκτυο Γυναικών Ευρώπης Το Ελληνικό Δίκτυο Γυναικών Ευρώπης είναι μια γυναικεία οργάνωση, ένα σωματείο μη κερδοσκοπικό, που στην Ελλάδα ξεκίνησε από μια ομάδα γυναικών στην Αθήνα, τη δεκαετία του Το ελληνικό τμήμα συμμετείχε στην ίδρυση του Ευρωπαϊκού Δικτύου, η οποία πραγματοποιήθηκε το 1983 στη Λισσαβώνα με τη συμμετοχή 12 χωρών. Κύρια δραστηριότητα του Δικτύου είναι να συντονίζει και να εισαγάγει δράσεις γύρω από θέματα που αφορούν τις γυναίκες στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ μέλη του είναι ομάδες γυναικών και οργανώσεις που λειτουργούν σε ευρωπαϊκό επίπεδο και παίρνουν μέρος σε εκστρατείες, με στόχο να επηρεάσουν την ευρωπαϊκή πολιτική στα θέματα ισότητας. Σήμερα το Δίκτυο λειτουργεί στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης με αντικείμενο την προώθηση των ίσων ανθρωπίνων δικαιωμάτων και για τα δύο φύλα, εστιάζοντας στην προσωπική και οικονομική ενίσχυση των κοινωνικά «αποκλεισμένων» γυναικών.

44 Τομείς Δραστηριότητας και πεδία παρέμβασης Το Δίκτυο μετά από τριάντα χρόνια παρουσίας στο γυναικείο χώρο και ένα δυναμικό σώμα εθελοντών έχει αναπτύξει σημαντικές δράσεις και πρωτοβουλίες στο θέμα της γυναικείας κακοποίησης με πολλαπλά αποτελέσματα. Ειδικότερα, κατά τη διάρκεια της μακροχρόνιας διαδρομής του, έχει ασχοληθεί κατά κύριο λόγο με τα παρακάτω αντικείμενα:  Υλοποίηση προγραμμάτων, τα οποία εστιάζουν στην καταπολέμηση του φαινομένου της βίας κατά των γυναικών και των παιδιών  Δημιουργία τηλεφωνικής γραμμής SOS και ξενώνα φιλοξενίας  Συμμετοχή σε διεθνή συνέδρια  Δικτύωση και ανάπτυξη διεθνών συνεργασιών για την πρόληψη και την προστασία των θυμάτων  Διοργάνωση ειδικών σεμιναρίων και εργαστηρίων πάνω σε θέματα βίας

45  Συνεργασία με ευρωπαϊκές οργανώσεις για κοινές εκστρατείες  Ίδρυση και λειτουργία από το 2005 της πρώτης Τράπεζας Εθελοντικού Χρόνου Το ζήτημα της βίας των γυναικών Η πολιτική που ακολουθεί το Δίκτυο στο θέμα της αντιμετώπισης και της μη ανοχής της βίας που ασκείται σε βάρος των γυναικών και των παιδιών κινείται σε γενικές γραμμές σε τρεις άξονες: την πρόληψη, την παροχή υποστηρικτικών υπηρεσιών και τη δημιουργία Ξενώνων Φιλοξενίας. Πιο συγκεκριμένα λειτουργεί και όσον αφορά τις υποστηρικτικές υπηρεσίες λειτουργεί την τηλεφωνική γραμμή «SOS Δίπλα σου», την τηλεφωνική γραμμή «SOS κατά της σωματεμπορίας», καθώς και ξενώνα φιλοξενίας.

46 Ανάλυση συνεντεύξεων Η ανάλυση και η κωδικοποίηση των αποτελεσμάτων της έρευνας πραγματοποιήθηκε με βάση τους δύο ερευνητικούς άξονες, που είχαν τεθεί από την αρχή. Πιο συγκεκριμένα, ο πρώτος ερευνητικός άξονας επικεντρώθηκε στη μελέτη του ρόλου που ασκούν οι εξεταζόμενες Μη Κυβερνητικές και Φεμινιστικές Οργανώσεις που δρουν στην Ελλάδα στο θέμα της καταπολέμησης και της μη ανοχής της βίας που ασκείται σε βάρος των γυναικών. Σε γενικές γραμμές, σκιαγραφήθηκε η δράση, οι παρεχόμενες υπηρεσίες στήριξης αλλά και η αλληλοσυμπληρωματικότητα ή μη των ρόλων πολιτείας, αυτοδιοίκησης και κοινωνίας των πολιτών για την πρόληψη και αντιμετώπιση του παραπάνω φαινομένου. Ο δεύτερος ερευνητικός άξονας επιχείρησε να προσδιορίσει και να επισημάνει την πολιτική, τη φιλοσοφία αλλά και την πρακτική που ακολουθούν οι παραπάνω Οργανώσεις στο θέμα της βίας των γυναικών.

47 Ειδικότερα, εστίασε στο αν η πολιτική που ακολουθούν, ως κοινωνική παρέμβαση, συμπληρώνει και ενισχύει τις δημόσιες πολιτικές στο πλαίσιο μιας ενιαίας στρατηγικής, η οποία θέτει ως πρωταρχικό στόχο την άρση των διακρίσεων σε βάρος των γυναικών και τη διασφάλιση της ισότητας των φύλων. Άξονας πρώτος: Ο ρόλος των εξεταζόμενων ΜΚΟ και Φεμινιστικών Οργανώσεων στο θέμα της βίας των γυναικών Όσον αφορά τον πρώτο ερευνητικό άξονα και το ρόλο που εν τέλει ασκούν οι Μη Κυβερνητικές και οι Φεμινιστικές Οργανώσεις στο θέμα της βίας των γυναικών, οι συμμετέχουσες στην έρευνα εξέφρασαν την άποψη πως οι παραπάνω οργανώσεις κάνουν ουσιαστική δουλειά στο πεδίο, υπό την έννοια πως πασχίζουν να κρατάνε το θέμα στην ατζέντα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ενώ ταυτόχρονα καλύπτουν και τα κενά της Πολιτείας. Παράλληλα, ως προς τις παρεχόμενες υπηρεσίες στήριξης, τα πεδία παρέμβασης, τα υπέρ και τα κατά της δράσης τους, η έρευνα προσδιόρισε και επισήμανε τα πλεονεκτήματα της τεχνογνωσίας τους,

48 τα τυχόν κενά στην παροχή των υπηρεσιών, αλλά και την ελλιπή σύνδεση των ρόλων πολιτείας, αυτοδιοίκησης και κοινωνίας των πολιτών. Άξονας δεύτερος: Ακολουθούμενη πολιτική σε θέματα βίας Μία σημαντική παράμετρος στο θέμα της πρόληψης και της αντιμετώπισης της βίας που ασκείται σε βάρος των γυναικών και των κοριτσιών είναι χωρίς αμφιβολία η πολιτική που ακολουθεί η Πολιτεία αλλά και οι φεμινιστικές και γυναικείες οργανώσεις στο θέμα, ως φορείς άσκησης κοινωνικών πολιτικών και παρεμβάσεων. Ειδικότερα, σε ό, τι αφορά τις Μη Κυβερνητικές και τις γυναικείες οργανώσεις, όπως επισημάνθηκε και κατά τη διάρκεια των συνεντεύξεων, αν και αποτελούν έναν πολύ σοβαρό πυλώνα άσκησης κοινωνικής κυρίως πολιτικής, εντούτοις αυτό δε γίνεται συχνά αντιληπτό ή και αποδεκτό από την Πολιτεία. Ο δεύτερος λοιπόν ερευνητικός άξονας επιχειρεί να αποσαφηνίσει τη φιλοσοφία, την πρακτική που αυτές ακολουθούν ως μέρος της κοινωνίας των πολιτών, προσδιορίζοντας ταυτόχρονα και τη θέση που καταλαμβάνουν ως Συμβουλευτικά Κέντρα και Δομές Υποστήριξης Γυναικών.

49 Αναφορικά με την υπόθεση που θέλει τις Μη Κυβερνητικές και τις φεμινιστικές οργανώσεις να λειτουργούν συμπληρωματικά με την Πολιτεία, η οποία ενδεχομένως είναι σε θέση να αντιμετωπίσει από μόνη της τα θέματα βίας, οι ερωτώμενες επισήμαναν πως οι γυναικείες οργανώσεις έχουν ασκήσει χωρίς αμφιβολία ένα πολύ σημαντικό ρόλο στο πεδίο. Όπως ανέφεραν, ένα μέρος του πλέον σημαντικού έργου για την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών έχει επιτευχθεί από γυναικείες οργανώσεις, οι οποίες δραστηριοποιούνται στον τομέα αυτό, καθώς αυτές έβαλαν για πρώτη φορά το ζήτημα, έφτιαξαν τα καταφύγια και τους ξενώνες και άνοιξαν το δρόμο στην Πολιτεία. Κατά συνέπεια, χωρίς τη δουλειά και την επίμονη άσκηση πίεσης των εξειδικευμένων αυτών οργανώσεων και πρωτοβουλιών, αφενός δεν θα είχε γίνει αντιληπτό τι σημαίνει βία με βάση το φύλο και αφετέρου δεν θα είχε τοποθετηθεί στην ατζέντα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

50 Την ίδια στιγμή, ένα ζήτημα που κρίθηκε σκόπιμο να αποσαφηνισθεί είναι κατά πόσο το εφαρμοζόμενο νομικό πλαίσιο προσφέρει τα όργανα και τα μέσα για τη διασφάλιση της επαρκούς προστασίας των γυναικών που είναι ή κινδυνεύουν να γίνουν θύματα βίας. Η έρευνα επισήμανε πως αν και υπάρχουν νόμοι, δεν είναι ωστόσο επαρκείς για τον προσδιορισμό και την αντιμετώπιση όλων των μορφών βίας κατά των γυναικών. Παρουσίαση αποτελεσμάτων Σκοπός της παρούσας έρευνας ήταν να διερευνήσει το ρόλο που ασκούν οι Μη Κυβερνητικές και οι Φεμινιστικές οργανώσεις στο θέμα της βίας κατά των γυναικών και να προσδιορίσει την πολιτική που ακολουθούν ως φορείς κοινωνικής παρέμβασης. Τα συμπεράσματα, όπως προκύπτουν από την ανάλυση των ποιοτικών δεδομένων, σε συνάρτηση και με τα ερευνητικά ερωτήματα που τέθηκαν, αναδεικνύουν πως ο ρόλος των παραπάνω οργανώσεων είναι εξαιρετικά σημαντικός, υπό την έννοια πως ανοίγουν την ατζέντα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, την εμπλουτίζουν, ή και βάζουν θέματα στην ατζέντα, που δεν υπάρχουν.

51 Αναφορικά λοιπόν με το ρόλο που ασκούν οι ΜΚΟ στον αγώνα της βίας κατά των γυναικών, αυτός –όπως προαναφέρθηκε- αποδεικνύεται πολύ σημαντικός, καθώς συμβάλει καταλυτικά, τόσο με τη δημιουργία χώρων υποδοχής και φιλοξενίας των θυμάτων όσο και με την παροχή συμβουλευτικής υποστήριξης και ευαισθητοποίησης της κοινής γνώμης. Κατά συνέπεια, σε ένα πρώτο επίπεδο και σε σχέση και με τα ερευνητικά ερωτήματα που τέθηκαν από την αρχή για το ρόλο, την αναγκαιότητα της ύπαρξης και τις δράσεις των ΜΚΟ, η παρούσα έρευνα υπογράμμισε πως οι παραπάνω οργανώσεις είναι συνολικότερα αναγκαίες, καθώς έχουν αναλάβει ένα σημαντικό μέρος του αγώνα για την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών, καλύπτοντας ταυτόχρονα και τα κενά της Πολιτείας. Σε ένα δεύτερο επίπεδο, το οποίο αφορά την πολιτική που ακολουθεί Πολιτεία στο θέμα της πρόληψης και της αντιμετώπισης του φαινομένου της βίας στην Ελλάδα, η έρευνα επισήμανε πως τόσο οι ΜΚΟ όσο και το γυναικείο κίνημα είναι γενικά κριτικοί απέναντι της, καθώς διαπιστώνονται πολύ σοβαρές ελλείψεις τόσο σε επίπεδο

52 δομών, όσο και σε επίπεδο νομοθετικό και θεσμικό. Από την άλλη πλευρά σε ό, τι αφορά τη νομοθεσία η έρευνα υπογράμμισε πως αν και υπάρχει ένα σχετικά καλό νομοθετικό πλαίσιο, εντούτοις αυτό δεν επαρκεί, καθώς χρειάζεται να γίνουν αρκετές αναπροσαρμογές και βελτιώσεις, οι οποίες μέχρι στιγμής δεν έχουν πραγματοποιηθεί. Εν κατακλείδι, και σε συνέχεια των όσων προαναφέρθηκαν, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει από τα ευρήματα της έρευνας και η θέση που τελικά καταλαμβάνουν οι ίδιες οι γυναίκες στο υπάρχον θεσμικό πλαίσιο. Για παράδειγμα, οι συμμετέχουσες στην έρευνα ανάφεραν πως η γυναίκα αυτή τη στιγμή θεσμικά δεν ενθαρρύνεται ούτε για να έχει λόγο ούτε για να έχει παρουσία, ούτε για να δημιουργεί πολιτικό λόγο. Γιατί η γυναίκα δημιουργεί πολιτικό λόγο. Ένα από τα πιο σημαντικά πράγματα που το γυναικείο κίνημα πρέσβευσε είναι πως το προσωπικό είναι πολιτικό. Όταν το προσωπικό μένει προσωπικό δε λύνεται τίποτα. Όταν το προσωπικό γίνεται πολιτικό τότε λύνονται τα προβλήματα. Γιατί μπαίνει στο εμείς, μπαίνει στο δικαίωμα. Και οι γυναίκες χωρίς αμφιβολία έχουν πολιτικό λόγο. Δεν μπορούν όμως να τον αρθρώσουν (Ρουμπάνη, 2012).

53 Σε ένα πρώτο επίπεδο η διατύπωση προτάσεων και η χάραξη στρατηγικών, οι οποίες αφορούν στην πρόληψη και στην αντιμετώπιση του φαινομένου της βίας κατά των γυναικών, προϋποθέτουν το σχεδιασμό και την υλοποίηση συγκεκριμένων πολιτικών και δράσεων, τόσο σε εθνικό, όσο και σε διεθνές πλαίσιο. Σε ένα δεύτερο επίπεδο, απαιτούν τη συνεργασία μεταξύ Κυβερνητικών και Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων και πρωτοβουλιών, οι οποίες αποσκοπούν στην ανάπτυξη πολιτικών και πρακτικών για την, όσο το δυνατόν, αποτελεσματικότερη και αμεσότερη αντιμετώπιση του φαινομένου (Σπανού, 2005).

54 Ζητήματα – Κλειδιά για τα πεδία παρέμβασης Χωρίς αμφιβολία η βία κατά των γυναικών επηρεάζει σημαντικά τη θέση τους στην κοινωνία και ειδικότερα την υγεία τους, την πρόσβαση τους στην απασχόληση και την εκπαίδευση, την ενσωμάτωση τους στις κοινωνικές και τις πολιτιστικές δραστηριότητες, τη συμμετοχή τους στο δημόσιο και τον πολιτικό βίο, αλλά και την οικονομική τους ανεξαρτησία. Επομένως τα μέτρα και οι στρατηγικές θα πρέπει να σχεδιάζονται αφενός για να διατέμνουν μια ευρεία γκάμα πεδίων και αφετέρου να προσδιορίζονται με βάση το συγκεκριμένο πεδίο, όπου θα εφαρμοστούν (Βουγιούκα, 2011). Αρχές που πρέπει να διέπουν τις παρεμβάσεις Όλες οι στρατηγικές και οι παρεμβάσεις για την αντιμετώπιση και την εξάλειψη του φαινομένου της βίας κατά των γυναικών, θα πρέπει να διέπονται από τις εξής αρχές:

55  Πρόληψη  Προστασία  Πρώιμη παρέμβαση  Ανασύσταση της ζωής των θυμάτων Ανάγοντας την Εξάλειψη της βίας κατά των γυναικών σε πολιτική προτεραιότητα Αναμφίβολα η βία κατά των γυναικών δε συνιστά ιδιωτικό ζήτημα, υπό την έννοια πως είναι άκρως δημόσιο και πολιτικό θέμα. Παρά το γεγονός ότι συχνά καταδικάζεται δημόσια, το ζήτημα περιβάλλεται από μια ευρέως διαδεδομένη αίσθηση ατιμωρησίας. Αυτό αρχίζει σιγά - σιγά να αλλάζει, καθώς σήμερα οι κυβερνήσεις αρχίζουν να αναπτύσσουν ολοένα και περισσότερες πολιτικές και στρατηγικές, οι οποίες αποσκοπούν στην καταπολέμηση της βίας σε όλες τις μορφές και τις εκφάνσεις της.

56 Εντούτοις, η πρόοδος που σημειώνεται είναι πολύ αργή και μέχρι στιγμής, μόλις 9 κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαθέτουν εθνικό σχέδιο δράσης για την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών (2010). Ανάληψη δράσης σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης Μολονότι οι συζητήσεις, οι προσεγγίσεις ή απόψεις για τα όρια δράσης και παρέμβασης της πολιτείας, της τοπικής αυτοδιοίκησης, του γυναικείου κινήματος και της κοινωνίας των πολιτών διαφοροποιούνται ανά περιοχή ή χώρα, καθώς καθορίζονται από τα ιστορικά και κοινωνικό-οικονομικά συμφραζόμενα, μια σειρά από σημαντικές διαστάσεις της νομοθεσίας και των μεθόδων αντιμετώπισης της βίας κατά των γυναικών μπορούν να οριστούν ως βασικές και να θεσμοθετηθούν ή ακόμα και να καθιερωθούν σε διαφορετικά πλαίσια. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών, το Συμβούλιο της Ευρώπης και το Ευρωπαϊκό Λόμπι Γυναικών, για την πρόληψη και αντιμετώπιση του φαινομένου της βίας κατά των γυναικών

57 απαιτούνται (Κέντρο Γυναικείων Μελετών και Ερευνών, 2009): Α ) Μέτρα προστασίας και υποστήριξης των θυμάτων Β) Παροχή υπηρεσιών στα θύματα Το minimum των απαιτούμενων υπηρεσιών, οι οποίες θα πρέπει να είναι διαθέσιμες και δωρεάν σε όλες τις γυναίκες είναι οι εξής:  Τουλάχιστον μία γραμμή ΣΟΣ εθνικής εμβέλειας σε 24ωρη και 7ήμερη βάση  Εθνικό δίκτυο συνηγορίας- υποστήριξης- αυτοβοήθειας και καταφύγια-ξενώνες  Εθνικό δίκτυο κέντρων παραπομπής και κέντρων διαχείρισης βιασμού  Όλα τα θύματα, αλλά και όλες οι γυναίκες και τα κορίτσια θα πρέπει να έχουν να δυνατότητα να παρακολουθούν τμήματα αυτοάμυνας

58 Γ) Πρόληψη και ευαισθητοποίηση Δ) Συλλογή δεδομένων, τεκμηρίωση, έρευνα και δημιουργία δεικτών για την παρακολούθηση και αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των πολιτικών και μέτρων κατά της βίας κατά των γυναικών Εθνικό Σχέδιο Δράσης για την αντιμετώπισης της βίας κατά των γυναικών Το Εθνικό Πρόγραμμα για την Ουσιαστική Ισότητα των Φύλων 2010 – 2013, αποτελεί το κατεξοχήν εργαλείο της Γενικής Γραμματείας Ισότητας των Φύλων για το σχεδιασμό και την εφαρμογή των πολιτικών ισότητας. Έχει εθνική εμβέλεια, καθώς περιλαμβάνει δράσεις, οι οποίες εκτείνονται σε όλες τις περιφέρειες της χώρας και αφορούν ένα ευρύ φάσμα δημόσιων πολιτικών. Το πρόγραμμα σχεδιάστηκε με γνώμονα τέσσερις στρατηγικούς στόχους:

59 α) Την προάσπιση των δικαιωμάτων όλων των γυναικών μέσω της προώθησης της ισότητας των φύλων β) Την πρόληψη και καταπολέμηση όλων των μορφών βίας κατά των γυναικών. γ) Τη στήριξη της απασχόλησης των γυναικών και της οικονομικής τους αυτοτέλειας. δ) Την αξιοποίηση της πολιτιστικής δημιουργίας για την ανάδειξη του στόχου της ισότητας των φύλων. Δομές και Υποστηρικτικές Υπηρεσίες προς τις γυναίκες θύματα βίας. Αποτύπωση υπάρχουσας κατάστασης Σύμφωνα με τη μελέτη που υλοποίησε το 2009 το Κέντρο Γυναικείων Μελετών και Ερευνών «Διοτίμα» στη χώρα μας λειτουργούν 28 συνολικά δομές, οι οποίες παρουσιάζουν μεγάλη ανομοιογένεια ως προς το προφίλ, το μέγεθος, τη λειτουργική επάρκεια, τη μεθοδολογία προσέγγισης, τη φιλοσοφία κ.ο.κ. Πρέπει να επισημανθεί πως οι δομές αυτές

60 βασιζόμενες σε ένα μικτό σύστημα χρηματοδότησης λειτουργούν είτε ελλειμματικά, είτε με μεγάλη διακύμανση οικονομικών πόρων με αποτέλεσμα την αδυναμία μεσο-μακροπρόθεσμου σχεδιασμού των παρεχόμενων υπηρεσιών τους. Σκιαγραφώντας σε ένα πρώτο επίπεδο η μελέτη, τις μορφές αρωγής που μπορεί να δεχθεί μια γυναίκα θύμα ανδρικής βίας, διαπιστώθηκε πως αυτές επικεντρώνονται κατά κύριο λόγο στη πληροφόρηση, την ψυχοκοινωνική υποστήριξη και τη νομική συμβουλευτική. Το αν αυτά επαρκούν απέναντι στις πολλαπλές και πολυδιάστατες ανάγκες των θυμάτων, η απάντηση είναι σίγουρα όχι, στο βαθμό που δεν προβλέπεται (εκτός 2 περιπτώσεων ΜΚΟ) η παροχή συνηγορίας και διαμεσολάβησης προς τις γυναίκες θύματα. Σε κάθε περίπτωση ωστόσο, με περιορισμένες ή περιστασιακές πρωτοβουλίες πρόληψης και ευαισθητοποίησης της κοινωνίας συνολικά αλλά και των εμπλεκόμενων ομάδων του πληθυσμού (γονείς, παιδιά, εκπαιδευτικοί, κ.ά.) ειδικά, το ζήτημα της βίας κατά των γυναικών, δεν τίθεται στην ίδια την κοινωνία (και ιδιαίτερα στην τοπική) μέσα από το δημόσιο διάλογο.

61 Αντί Επιλόγου.. Η παρούσα έρευνα υπογράμμισε πως η βία κατά των γυναικών, η πιο καίρια συνέπεια της οποίας είναι η άρνηση των θεμελιωδών ανθρώπινων δικαιωμάτων των γυναικών, όπως αυτά ορίζονται σε διεθνή εργαλεία (Οικουμενική Διακήρυξη για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου 1984, Σύμβαση για την Εξάλειψη όλων των Μορφών Διακρίσεων κατά των Γυναικών CEDAW, 1979), συνιστά ένα πολύπλοκο πρόβλημα για την αντιμετώπιση του οποίου δεν υπάρχει μία και μόνη στρατηγική, κατάλληλη για το σύνολο των περιπτώσεων. Επίσης, δεν υπάρχει ένας και μοναδικός παράγοντας που να ευθύνεται για αυτή τη συνεχιζόμενη βία κατά των γυναικών. Οι παράγοντες που καθιστούν τις γυναίκες ευάλωτες στη βία είναι περίπλοκοι, αλληλοσυνδεόμενοι, θεσμικοί, νομικοί, οικονομικοί, πολιτικοί και πολιτισμικοί παράγοντες, οι οποίοι συνιστούν εκδηλώσεις των ιστορικά ανισότιμων σχέσεων εξουσίας μεταξύ ανδρών και γυναικών (Βουγιούκα, 2011).

62 Την ίδια στιγμή, επισημάνθηκε πως η βία που ασκείται σε βάρος των γυναικών και των κοριτσιών αποτέλεσε, αποτελεί και θα αποτελεί ένα ζήτημα κλειδί για το σύγχρονο γυναικείο κίνημα, ενώ το ζήτημα του χρόνου και του τρόπου παρέμβασης απασχολεί τις ακτιβίστριες, τους ερευνητές και τους θεωρητικούς για περισσότερες από τρεις δεκαετίες. Η βία ωστόσο, μπορεί να εκδηλωθεί σε πολύ διαφορετικά κοινωνικά συμφραζόμενα, ενώ ο βαθμός στον οποίο είναι επιτρεπτή ή ανεκτή από μία κοινότητα ή κοινωνία επηρεάζει και το είδος της στρατηγικής που απαιτείται. Αν μάλιστα αναλογιστούμε τις διασυνδέσεις μεταξύ των παραγόντων που ευθύνονται για τη βία, είναι σαφές πως οι στρατηγικές και οι παρεμβάσεις θα πρέπει να σχεδιάζονται στο πλαίσιο ενός συνεκτικού και ολοκληρωμένου πλαισίου. Απαιτείται δηλαδή πολυεπίπεδη και μακροχρόνια στρατηγική, η οποία θα αντιμετωπίζει τις δομικές αιτίες της βίας κατά των γυναικών, ενώ ταυτόχρονα θα παρέχει άμεσες υπηρεσίες στα θύματα. Μόνο με αυτό τον τρόπο μπορεί να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα και η αποτελεσματικότητα των πολιτικών κατά της βίας (Βουγιούκα, 2011).


Κατέβασμα ppt "Ανθή Βαλαβάνη Ρόδος, 2012.  Εισαγωγή  Κεφάλαιο πρώτο: Θεωρητικό πλαίσιο  Κεφάλαιο δεύτερο: Μεθοδολογικό πλαίσιο  Κεφάλαιο τρίτο: Παρουσίαση μελετών."

Παρόμοιες παρουσιάσεις


Διαφημίσεις Google