Η παρουσίαση φορτώνεται. Παρακαλείστε να περιμένετε

Η παρουσίαση φορτώνεται. Παρακαλείστε να περιμένετε

John Maynard Keynes Η Γενική Θεωρία της Απασχόλησης, του Τόκου και του Χρήματος δημοσιεύτηκε το 1936 και έχει αναμφισβήτητα επηρεάσει την εξέλιξη της οικονομικής.

Παρόμοιες παρουσιάσεις


Παρουσίαση με θέμα: "John Maynard Keynes Η Γενική Θεωρία της Απασχόλησης, του Τόκου και του Χρήματος δημοσιεύτηκε το 1936 και έχει αναμφισβήτητα επηρεάσει την εξέλιξη της οικονομικής."— Μεταγράφημα παρουσίασης:

1 John Maynard Keynes Η Γενική Θεωρία της Απασχόλησης, του Τόκου και του Χρήματος δημοσιεύτηκε το 1936 και έχει αναμφισβήτητα επηρεάσει την εξέλιξη της οικονομικής επιστήμης, κυρίως της μακροοικονομικής θεωρίας και της εφαρμοσμένης πολιτικής. Ποια είναι τα βασικά στοιχεία της Γενικής Θεωρίας που την καθιστούν ένα μοναδικό έργο στην οικονομική βιβλιογραφία και ποια είναι τα στοιχεία εκείνα τα οποία θεωρούνται επαναστατικά από τους οικονομολόγους που έχουν επηρεαστεί από το βιβλίο αυτό και τα οποία ποτέ δεν έγιναν αποδεκτά από το ορθόδοξο σώμα της οικονομικής θεωρίας; Πριν δούμε όμως τα στοιχεία αυτά θα ήταν χρήσιμο να αναλύσουμε το πλαίσιο της Πολιτικής Οικονομίας της Γενικής Θεωρίας (κεφαλαίο 24, ‘Τελικά Σχόλια για την Κοινωνική Φιλοσοφία προς την Οποία Κατατείνει η Γενική Θεωρία’). Πριν κάνουμε ωστόσο αυτό ας δούμε πρώτα κάποια βιογραφικά στοιχεία του Keynes.

2 Η Προσωπικότητα του J.M. Keynes Ο Keynes γεννήθηκε το 1883, και απεβίωσε το Σπούδασε και αργότερα δίδαξε στο Πανεπιστήμιο του Cambridge και ειδικότερα στο King’s College. Κατέλαβε επίσης σημαντικές θέσεις στο δημόσιο σύστημα της Βρετανίας, και ήταν από τους θεμελιωτές του διεθνούς νομισματικού συστήματος του Bretton Woods. Ο κοινωνικός κύκλος του συμπεριλάμβανε τους πιο διάσημους φιλόσοφους της εποχής, όπως τους G.E. Moore, Bertrand Russell και Ludwig Wittgenstein. Δεν είχε κάποιον ιδιαίτερο θαυμασμό για τα οικονομικά. Ο Alfred Marshall προσπαθούσε ν τον πείσει να ασχοληθεί. Προσωπικός φίλος του Arthur Pigou, έπαιρναν μαζί το πρωινό τους τουλάχιστον μία φορά κάθε εβδομάδα, όπως και της Joan Robinson. Συνδύασε το ακαδημαϊκό ταλέντο του με την ικανότητα του να βγάζει χρήματα μέσω της κερδοσκοπικής δράσης του στο χρηματιστήριο εμπορευμάτων και στην αγορά συναλλάγματος. ‘Ήταν το αγαπημένο παιδί της ομάδας Bloomsbury που είχαν συστήσει οι πιο φημισμένοι διανοούμενοι της Βρετανίας. Επέλεξε ωστόσο ως σύντροφο της ζωής του την μπαλαρίνα Lydia Lopokova των διάσημων μπαλέτων του Serge Diaghilev. Ήταν μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Τράπεζας της Αγγλίας, εκδότης του Economic Journal και ταυτόχρονα συλλέκτης έργων μοντέρνας τέχνης.

3 Η Πολιτική Φιλοσοφία του Keynes Η πολιτική φιλοσοφία του Keynes έχει ως κεντρικό θέμα τη δυνατότητα του καπιταλισμού να προσφέρει ταυτόχρονα οικονομική αποτελεσματικότητα, κοινωνική δικαιοσύνη και ατομική ελευθερία. Η τριάδα αυτή είναι η πολιτική οικονομία της Γενικής Θεωρίας. Η επαναστατική συνεισφορά του Keynes είναι ότι προτείνει μία ξεχωριστή, μοναδική διαδρομή για την επίτευξη της τριάδας, με αμετάβλητα τα δομικά χαρακτηριστικά του καπιταλιστικού συστήματος. Ειδικότερα, ο Keynes συσχέτισε την οικονομική αποτελεσματικότητα και την κοινωνική δικαιοσύνη με το επίπεδο της επένδυσης που διασφαλίζει την πλήρη απασχόληση των διαθέσιμων πόρων. Επίσης, θεωρούσε ότι η ατομική ελευθερία εξαρτάται από παρεμβάσεις στη διανομή του εισοδήματος που αυξάνουν την κοινωνική δικαιοσύνη και τον όγκο των επενδύσεων και βελτιώνουν την οικονομική αποτελεσματικότητα. Συνεπώς για τον Keynes, πετυχημένο μοντέλο καπιταλισμού είναι μόνο εκείνο που μπορεί να διασφαλίσει τη διανομή του εισοδήματος και τις επενδύσεις που θα διαμορφώσουν την ενεργό ζήτηση στο επίπεδο επίτευξης πλήρους απασχόλησης των διαθέσιμων πόρων.

4 Είναι λοιπόν εύλογο ο Keynes να διατυπώνει στο Κεφ. 24 τη θέση ότι, δύο είναι τα πιο σημαντικά σφάλματα της οικονομικής κοινωνίας στην οποία ζούμε: α) η αποτυχία της να εξασφαλίσει πλήρη απασχόληση. β) η αυθαίρετη και άνιση διανομή του πλούτου και των εισοδημάτων. Συνεπώς ο Keynes θέτει ως βασικό στόχο του να αναπτύξει μία θεωρία που να έχει ως βάση της την αντιμετώπιση των δύο αυτών σφαλμάτων του καπιταλιστικού συστήματος, και τον μετασχηματισμό του σε ένα πιο ανθρώπινο μοντέλου καπιταλισμού με πλήρη απασχόληση και δικαιότερη διανομή του εισοδήματος. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο Keynes, στη Γενική Θεωρία, δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία στη διανομή του εισοδήματος μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. Η ανάλυση του επικεντρώθηκε στη διανομή του εισοδήματος ανάμεσα στους εισοδηματίες (rentiers) και στους εργαζόμενους και επιχειρηματίες (σύγκριση με Marx).

5 Οι δύο τελευταίες κοινωνικές ομάδες συγκροτούσαν αυτό που ο Keynes αποκαλούσε ‘ενεργές κοινωνικές ομάδες’, η παρουσία των οποίων προσδιορίζει την αποτελεσματική λειτουργία του καπιταλιστικού συστήματος. Το ενδιαφέρον του Keynes για τους εισοδηματίες ήταν αποτέλεσμα της εξέλιξης των νομισματικών ιδεών του, και ειδικότερα της άποψης του για τον τόκο. Όπως θα αναλύσουμε στη συνέχεια, ο Keynes αναπτύσσει μία διαφορετική θεωρία (από την κλασική) για τον τόκο και τα χρήμα, η οποία γίνεται η βάση της πολιτικής του θέσης για: α) τον αποσταθεροποιητικό ρόλο του εισοδήματος των εισοδηματιών στις καπιταλιστικές οικονομίες. β) για τον αποσταθεροποιητικό ρόλο του νομισματικού και γενικότερα του χρηματοπιστωτικού συστήματος ως εμπόδιο για την επίτευξη πλήρους απασχόλησης των διαθέσιμων πόρων. Η διαπίστωση αυτή είναι ένα από τα επαναστατικά και ταυτόχρονα επίκαιρα στοιχεία της Γενικής Θεωρίας.

6 Η ουσία της διαπίστωσης αυτής είναι ότι το έλλειμμα ενεργούς ζήτησης στις καπιταλιστικές οικονομίες οφείλεται αφενός στην φθίνουσα ροπή προς κατανάλωση και αφετέρου στην ύπαρξη του τόκου και του χρήματος. Ως συνέπεια, στις σύγχρονες οικονομίες με τις αναπτυγμένες χρηματοπιστωτικές αγορές, η πλήρης απασχόληση δεν είναι πιθανή αν δεν υπάρξουν κατάλληλες παρεμβάσεις και εφαρμοστούν κατάλληλες πολιτικές. Σύμφωνα με τον Keynes, η συσσώρευση κεφαλαίου δεν είναι αποτέλεσμα της αποχής της επιχειρηματικής τάξης από την κατανάλωση, δηλαδή από την ροπή της προς αποταμίευση. Αντίθετα, η αύξηση της αποταμίευσης είναι πιθανό εμπόδιο στην οικονομική πρόοδο, λόγω της μείωσης της ενεργούς ζήτησης που προκαλεί. Η θέση αυτή του Keynes τον διαχωρίζει από την κλασική, νεοκλασική και την ορθόδοξη Μαρξιστική παράδοση.

7 Η επαναστατική συνεισφορά του Keynes είναι ότι δεν θεωρεί το επιτόκιο ως αμοιβή της αποταμίευσης. Παρατηρώντας την ανάπτυξη και εξέλιξη του τραπεζικού συστήματος, ο Keynes θεώρησε το επιτόκιο ως ένα νομισματικό μέγεθος, η τιμή του οποίου προσδιορίζεται από την ικανότητα των τραπεζών να δημιουργούν χρήμα και από την προτίμηση ρευστότητας των ατόμων, η οποία αντανακλά την κατάσταση αβεβαιότητας που χαρακτηρίζει την οικονομική συγκυρία. Στην ανάλυση του Keynes, δεν είναι οι αποταμιευτές, αλλά οι τραπεζίτες εκείνοι που επηρεάζουν την επένδυση. Επίσης, ο βαθμός αντανάκλασης της αβεβαιότητας στην προτίμηση ρευστότητας προσδιορίζεται από τις συνήθειες των ατόμων και τη ροπή τους προ την κερδοσκοπία. Η προαναφερόμενη θέση του Keynes αποτελεί πολύ καλή βάση κριτικής των σταθεροποιητικών μακροοικονομικών πολιτικών και των πολιτικών λιτότητας.

8 Επιπρόσθετα, ο Keynes επιχειρηματολογεί ότι, η επένδυση, ως μηχανισμός αύξησης της απασχόλησης και του εισοδήματος, προσδιορίζει την αποταμίευση. Η ιδέα αυτή οδηγεί στην ανατροπή όλης της κλασικής-νεοκλασικής μακροοικονομικής θεωρίας και προκαλεί βαθιά ρήξη με τις φιλελεύθερες οικονομικές πολιτικές, καθώς από-ενοχοποιεί την κρατική παρέμβαση στην οικονομία. Η τελευταία δεν εμφανίζεται πλέον ως μηχανισμός απορρόφησης ιδιωτικής αποταμίευσης που προκαλεί παραγκωνισμό των ιδιωτικών επενδύσεων, όπως ισχυρίζεται η νεοκλασική θεωρία. Αντίθετα, η κρατική παρέμβαση δημιουργεί, μέσω της αύξησης της ζήτησης, εισόδημα και αποταμίευση και διευκολύνει τη χρηματοδότηση της ιδιωτικής επένδυσης. Η ενσωμάτωση στοιχείων ψυχολογίας και θεσμικής συμπεριφοράς στην ανάλυση του Keynes τον οδήγησε στην ανάπτυξη μιας θεώρησης βάσει της οποίας η αυτό-ρυθμιστική λειτουργία του καπιταλιστικού συστήματος δεν είναι εφικτή.

9 Ποια είναι τα βασικά στοιχεία της Γενικής Θεωρίας; Ο Keynes διατυπώνει την αρχή της ενεργού ζήτησης στο κεφάλαιο 3 της Γενικής Θεωρίας. η απασχόληση εξαρτάται από τη συνολική ζήτηση και η ανεργία από την ανεπάρκεια της συνολικής ζήτησης. η συνολική ζήτηση είναι ίση με το άθροισμα της συνολικής δαπάνης (κατανάλωση + επένδυση). η Αρχή της Ενεργούς Ζήτησης: σε κάθε επίπεδο απασχόλησης παράγεται ένα δεδομένο επίπεδο πραγματικού εισοδήματος. Μια αύξηση της απασχόλησης προκαλεί αύξηση στο εισόδημα. Μια βασική αρχή των κοινωνιών που ζούμε είναι ότι, καθώς το πραγματικό εισόδημα αυξάνεται, η συνολική κατανάλωση αυξάνεται αλλά λιγότερο από την αύξηση του εισοδήματος. Συνεπώς, για να υπάρξει επαρκής ζήτηση, ώστε να στηρίξει την αύξηση της απασχόλησης θα πρέπει ν’ αυξηθούν οι πραγματικές επενδύσεις ισόποσα με τη διαφορά εισοδήματος-κατανάλωσης.

10 η επένδυση είναι η κρίσιμη μάκρο-μεταβλητή που προσδιορίζει την σταθερότητα ή την αστάθεια του συστήματος και τον όγκο της απασχόλησης/ανεργίας. Η γενική Θεωρία μέσω της αρχής της ενεργούς ζήτησης θέτει άμεσα το ζήτημα των παραγόντων που προσδιορίζουν την κατανάλωση και της επένδυση. Ορισμός της Συνολικής Ζήτησης και Συνολικής Προσφοράς στο αναλυτικό πλαίσιο της Γενικής Θεωρίας. Συνολική Ζήτηση: αναφέρεται στο σύνολο του οικονομικού συστήματος. Η Τιμή της Συνολικής Ζήτησης για το παραγόμενο προϊόν ενός δεδομένου όγκου απασχόλησης είναι το σύνολο των χρηματικών εσόδων (κέρδους), το οποίο προσδοκά ο επιχειρηματίας από την πώληση της παραγόμενης παραγωγής δεδομένου όγκου απασχόλησης. Η Συνολική ζήτηση αυξάνεται καθώς αυξάνεται η απασχόληση και μειώνεται αντίστοιχα

11 Συνολική Προσφορά: αναφέρεται στο σύνολο του οικονομικού συστήματος. Η τιμή της συνολικής προσφοράς είναι το ελάχιστο ποσό χρηματικών εσόδων (κέρδους) που θα παρακινήσει τον επιχειρηματία να προσφέρει ένα συγκεκριμένο όγκο απασχόλησης. Όσο αυξάνονται τα έσοδα/κέρδη αυξάνεται και η απασχόληση. Η ισορροπία μεταξύ συνολικής ζήτησης και προσφοράς δεν συνεπάγεται πλήρη απασχόληση. Για να συμβεί αυτό θα πρέπει η επένδυση να είναι ίση με τη διαφορά του παραγόμενου εισοδήματος και της κατανάλωσης, ώστε το προσδοκώμενο κέρδος να είναι ίσο με το ελάχιστο κέρδος που θα παρακινήσει τον επιχειρηματία να προσφέρει ένα όγκο απασχόλησης αντίστοιχο της πλήρους απασχόλησης. Αν το σύστημα βρίσκεται κάτω από την πλήρη απασχόληση, τότε ακόμη και αν υπάρχει ισορροπία δεν θα είναι ισορροπία πλήρους απασχόλησης. Στην περίπτωση αυτή θα πρέπει το πραγματοποιούμενο κέρδος να είναι πάνω από το προσδοκώμενο, συνεπώς απαιτείται περαιτέρω αύξηση της ζήτησης (κρατικός τομέας).

12 Παρατηρούμε ότι στην προσέγγιση του Keynes, η ανάλυση της προσφοράς και της ζήτησης γίνεται σε όρους προσδοκιών ανάμεσα στην καθαρή πρόσοδο που οι επιχειρηματίες θεωρούν συμφέρουσα για δεδομένη ποσότητα απασχόλησης και σε εκείνη την καθαρή πρόσοδο που θα εισπράξει. Δηλαδή, η όλη λογική της ανάλυσης αφορά το αν η πραγματοποιούμενη δαπάνη από ένα δεδομένο όγκο απασχόλησης και παραγωγής αντιστοιχεί σε αυτήν που οι επιχειρηματίες προσδοκούν για να διατηρήσουν το δεδομένο όγκο απασχόλησης και παραγωγής. Αν αυτό δεν συμβαίνει, μια διαδικασία προσαρμογής θα μπει σε κίνηση. Ας υποθέσουμε ότι Ζ είναι η τιμή της συνολικής προσφοράς της παραγωγής από την απασχόληση Ν ανδρών, και ότι η σχέση μεταξύ Ζ και Ν είναι Ζ=φ(Ν), την οποία ο Keynes την αποκαλεί συνάρτηση συνολικής προσφοράς. Ομοίως, ας υποθέσουμε ότι D είναι η καθαρή πρόσοδος που προσδοκά να εισπράξει ο επιχειρηματίας από την απασχόληση Ν ατόμων, τη σχέση μεταξύ D και Ν που απεικονίζεται ως D=f(N) ο Keynes την αποκαλεί συνάρτηση συνολικής ζήτησης.

13 Τώρα, αν για δεδομένη αξία του Ν το αναμενόμενο καθαρό κέρδος είναι μεγαλύτερο από την τιμή της συνολικής προσφοράς, δηλαδή αν D είναι μεγαλύτερο του Ζ, ο επιχειρηματίας θα έχει κίνητρο να αυξήσει την απασχόληση πέρα του Ν, και αν είναι αναγκαίο μπορεί να αυξήσει το κόστος, λόγω του ανταγωνισμού για τους συντελεστές παραγωγής, ως την τιμή του Ν για την οποία το Ζ εξισώνεται με το D. Έτσι ο όγκος της απασχόλησης δίδεται από το σημείο της τομής μεταξύ της συνάρτησης συνολικής ζήτησης και της συνάρτησης συνολικής προσφοράς. Στο σημείο αυτό θα μεγιστοποιηθεί η προσδοκία κερδών του επιχειρηματία. Η τιμή του D στο σημείο της συνάρτησης συνολικής ζήτησης που τέμνεται από τη συνάρτηση συνολικής προσφοράς αποκαλείται ενεργός ζήτηση. Αυτή είναι η ουσία της Γενικής Θεωρίας, και η ανάλυση του Keynes επικεντρώνεται στους παράγοντες που προσδιορίζουν τις δύο αυτές συναρτήσεις.

14 Η κλασική θεωρία η οποί εκφραζόταν κατηγορηματικά στην πρόταση «η προσφορά δημιουργεί τη δική της ζήτηση» και η οποία εξακολουθεί να διέπει ολόκληρη την ορθόδοξη οικονομική θεωρία, στηρίζεται σε μία ειδική υπόθεση ως προς τη σχέση μεταξύ των δύο αυτών συναρτήσεων. Η υπόθεση ότι η προσφορά δημιουργεί τη δική της ζήτηση σημαίνει ότι f(N) και φ(Ν) είναι ίσες για κάθε τιμή του Ν, δηλαδή, για κάθε επίπεδο παραγωγής και απασχόλησης, και πως όταν υπάρχει μια αύξηση του Ζ (=φ(Ν)) που να αντιστοιχεί σε μία αύξηση του Ν, τότε το D (=f(N)) αυξάνεται υποχρεωτικά με το ίδιο ποσό όπως το Ζ. Η κλασική θεωρία υποθέτει λοιπόν ότι η τιμή της συνολικής ζήτησης προσαρμόζεται στην τιμή της συνολικής προσφοράς. Έτσι όποια και αν είναι η τιμή του Ν, τα κέρδη D παίρνουν μια τιμή ίση με την τιμή της συνολικής προσφοράς Ζ η οποία αντιστοιχεί στο Ν. Έτσι ο νόμος του Say σύμφωνα με τον οποίο η τιμή της συνολικής ζήτησης του προϊόντος ως συνόλου είναι ισοδύναμη προς την τιμή της συνολικής προσφοράς ισοδυναμεί με μια πρόταση ότι δεν υπάρχει εμπόδιο στο δρόμο προς την πλήρη απασχόληση. Αν ωστόσο αυτός δεν είναι ο αληθινός νόμος που συσχετίζει τις συναρτήσεις της συνολικής ζήτησης και της συνολικής προσφοράς, μένει, ισχυρίζεται ο Keynes, να γραφεί ένα ζωτικό κεφάλαιο οικονομικής θεωρίας, χωρίς το οποίο οι συζητήσεις σχετικά με τον όγκο της συνολικής απασχόλησης είναι μάταιες.

15 Πολύ συνοπτικά η ουσία της Γενικής Θεωρίας είναι η ακόλουθη. Σε δεδομένη κατάσταση τεχνικής, πόρων και κόστους, το εισόδημα (ονομαστικό και πραγματικό) εξαρτάται από τον όγκο της απασχόλησης Ν. Όταν αυξάνει η απασχόληση, αυξάνεται το συνολικό πραγματικό εισόδημα. Η ψυχολογία της κοινωνίας είναι τέτοια ώστε, όταν αυξάνει το συνολικό πραγματικό εισόδημα, να αυξάνεται και η συνολική κατανάλωση, αλλά όχι τόσο όσο το εισόδημα. Η κατανάλωση εξαρτάται λοιπόν από τα ψυχολογικά χαρακτηριστικά της κοινωνίας, που ο Keynes ονομάζει ροπή προς κατανάλωση. Δηλαδή η κατανάλωση θα εξαρτάται από το επίπεδο του συνολικού εισοδήματος και επομένως από το επίπεδο απασχόλησης Ν, εκτός αν παρουσιαστεί κάποια μεταβολή στη ροπή προς κατανάλωση. Οπότε, για να διατηρείται μια οποιαδήποτε ποσότητα απασχόλησης πρέπει να υφίσταται ένας όγκος τρέχουσας επένδυσης επαρκής για να απορροφήσει το πλεόνασμα της συνολικής παραγωγής πάνω από εκείνο που επιλέγει η κοινωνία να καταναλώσει, όταν η απασχόληση βρίσκεται σε δεδομένο επίπεδο. Αν δεν συμβαίνει αυτό, οι εισπράξεις των επιχειρηματιών θα είναι λιγότερες από εκείνες που απαιτούνται για να παρακινηθούν και να προσφέρουν τη δεδομένη ποσότητα απασχόλησης. Έπεται λοιπόν ότι όταν είναι δεδομένο αυτό που ο Keynes ονομάζει ροπή της κοινωνίας προς την κατανάλωση, το επίπεδο ισορροπίας της απασχόλησης, δηλαδή το επίπεδο στο οποίο οι εργοδότες ως σύνολο δεν έχουν κίνητρο να επεκτείνουν ή να περιορίσουν την απασχόληση, θα εξαρτάται από την ποσότητα της τρέχουσας επένδυσης.

16 Η ποσότητα της τρέχουσας απασχόλησης εξαρτάται λοιπόν σε μεγάλο βαθμό από την παρότρυνση για επένδυση. Η παρότρυνση για επένδυση εξαρτάται από τη σχέση μεταξύ του πίνακα της οριακής αποδοτικότητας του κεφαλαίου (κερδοφορία του κεφαλαίου) και του συμπλέγματος των επιτοκίων των δανείων ποικίλων λήξεων και κινδύνων. Συμπερασματικά, η ποσότητα εργασίας Ν που αποφασίζουν να απασχολήσουν οι επιχειρηματίες, εξαρτάται από τον ίδιο τον όγκο της απασχόλησης που προσδιορίζει την προσδοκώμενη και πραγματοποιούμενη κερδοφορία, καθώς επίσης από το άθροισμα της δαπάνης της κοινωνίας σε κατανάλωση, και της δαπάνης σε νέα επένδυση. Το άθροισμα αυτό είναι η ενεργός ζήτηση. Το κύριο πρόβλημα λοιπόν του καπιταλισμού βρίσκεται στο ψυχολογικό νόμο. Από αυτό συνάγεται ότι όσο μεγαλύτερος είναι ο όγκος της απασχόλησης τόσο μεγαλύτερο θα είναι το χάσμα ανάμεσα στη τιμή της συνολικής προσφοράς της αντίστοιχης παραγωγής και στο άθροισμα που οι επιχειρηματίες μπορούν να προσδοκούν να πάρουν πίσω με τη δαπάνη των καταναλωτών. Έτσι, αν δεν μεταβληθεί η ροπή προς κατανάλωση, η απασχόληση δεν μπορεί να αυξηθεί, εκτός εάν αυξηθεί ταυτόχρονα η επένδυση ώστε να καλυφθεί το χάσμα μεταξύ προσφοράς και ζήτησης. Αν η επένδυση δεν αυξηθεί επαρκώς για να καλύψει το διευρυνόμενο χάσμα μεταξύ παραγωγής και κατανάλωσης, το οικονομικό σύστημα δεν μπορεί να βρεθεί σε ευσταθή ισορροπία με απασχόληση στο επίπεδο της πλήρους απασχόλησης.

17 Με δεδομένα τη ροπή προς κατανάλωση και το ρυθμό της νέας επένδυσης, θα υφίσταται μόνο ένα επίπεδο απασχόλησης όπου θα επιτυγχάνεται ισορροπία, αφού κάθε άλλο επίπεδο θα οδηγεί σε ανισορροπία μεταξύ της τιμής της συνολικής προσφοράς της παραγωγής και της τιμής της συνολικής ζήτησης. Το επίπεδο αυτό δεν μπορεί να είναι υψηλότερο από την πλήρη απασχόληση, δηλαδή ο πραγματικός μισθός δεν μπορεί να είναι μικρότερος από την οριακή δυσαρέσκεια της εργασίας. Ο Keynes υποστηρίζει ωστόσο ότι δεν υπάρχει λόγος να προσδοκούμε ότι το επίπεδο απασχόλησης που το σύστημα από μόνο του μας δίνει να είναι ίσο με την πλήρη απασχόληση. Η ενεργός ζήτηση που συνδέεται με την πλήρη απασχόληση είναι ειδική περίπτωση η οποία υπάρχει μόνο όταν η ροπή προς κατανάλωση και η παρότρυνση για επένδυση βρίσκονται σε μια ειδική σχέση μεταξύ τους. Η ειδική αυτή σχέση μπορεί να υπάρξει μόνο όταν, τυχαία ή σχεδιασμένα, η τρέχουσα επένδυση παρέχει μια ποσότητα ζήτησης ακριβώς ίση με το πλεόνασμα της τιμής της συνολικής προσφοράς της παραγωγής πλήρους απασχόλησης πάνω από το μέγεθος εκείνο που η κοινωνία θα επιλέξει να δαπανήσει σε κατανάλωση όταν απασχολείται πλήρως.

18 Η παραπάνω ανάλυση οδηγεί τον Keynes στην ακόλουθη επαναστατική πρόταση: Ο όγκος της απασχόλησης δεν προσδιορίζεται από την οριακή δυσαρέσκεια της εργασίας, μετρούμενης σε όρους πραγματικών μισθών, (όπως στην νεοκλασική μακροοικονομική). Εξαίρεση αποτελεί μόνο η περίπτωση που η προσφορά της διαθέσιμης εργασίας σε δεδομένο πραγματικό μισθό ορίζει ένα μέγιστο επίπεδο απασχόλησης. Η ροπή προς κατανάλωση και ο ρυθμός της νέας επένδυσης προσδιορίζουν μεταξύ τους τον όγκο της απασχόλησης, και ο όγκος της απασχόλησης σχετίζεται μοναδικά με δεδομένο επίπεδο πραγματικών μισθών και όχι αντίστροφα. Αν η ροπή προς κατανάλωση και ο ρυθμός της νέας επένδυσης καταλήγουν σε ανεπαρκή ενεργό ζήτηση, το πραγματικό επίπεδο απασχόλησης θα υπολείπεται της δυνητικής διαθέσιμης προσφοράς εργασίας στον υφιστάμενο πραγματικό μισθό.

19 Ποιο είναι λοιπόν το κύριο συμπέρασμα του Keynes για τη λειτουργία και τη συμπεριφορά των σύγχρονων καπιταλιστικών οικονομιών; Μια φτωχή κοινωνία θα έχει την τάση να καταναλώνει ένα κατά πολύ μεγαλύτερο τμήμα της παραγωγής της, ώστε μια πολύ μέτρια επένδυση να είναι επαρκής για να δημιουργηθεί πλήρης απασχόληση. Αντίθετα, μια πλουσιότερη-αναπτυγμένη κοινωνία θα πρέπει να έχει μεγαλύτερες ευκαιρίες επένδυσης για να μπορεί να προσφέρει πλήρη απασχόληση στα φτωχότερα μέλη της. Αν σε μια δυνητικά πλούσια κοινωνία η παρότρυνση για επένδυση είναι αδύναμη, τότε, παρά το δυνητικό της πλούτο, η δράση της αρχής της ενεργού ζήτησης θα την υποχρεώσει να μειώσει το πραγματικό προϊόν της. Ο Keynes σημειώνει επίσης το εξής. Σε μία πλούσια κοινωνία όχι μόνο είναι πιο αδύναμη η οριακή ροπή προς κατανάλωση, αλλά λόγου του ότι η συσσώρευση του κεφαλαίου είναι ήδη μεγαλύτερη, οι ευκαιρίες για περαιτέρω επένδυση είναι λιγότερο ελκυστικές, εκτός αν το επιτόκιο πέσει με επαρκώς ταχύ ρυθμό. Αυτό οδηγεί τον Keynes να θεωρεί σημαντικό το ρόλο του επιτοκίου και να θέτει την ανάπτυξη μίας θεωρίας για το χρήμα και το επιτόκιο ως κρίσιμη για το ρεαλισμό της ίδιας της Γενικής Θεωρίας.

20 Επομένως, ο ρόλος των προσδοκιών, η ροπή για κατανάλωση, η οριακή αποδοτικότητα του κεφαλαίου και το επιτόκιο είναι τα βασικά θέματα που ο Keynes πρέπει να αναπτύξει για να υποστηρίξει τον επαναστατικό χαρακτήρα της Γενικής Θεωρίας.

21 Η ΠΡΟΣΔΟΚΙΑ ΩΣ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ Για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε την ανάλυση του Keynes στην Γενική Θεωρία, θα πρέπει οπωσδήποτε να έχουμε αρχικά αφομοιώσει τον τρόπο με τον οποίο εκείνος κατανοούσε και χρησιμοποιούσε στην ανάλυση του τις προσδοκίες. Στο θέμα αυτό στρέφουμε τώρα την προσοχή μας. Ο Keynes ξεκινά την ανάλυση του, με ορισμένες παρατηρήσεις που τον διαφοροποιούν από την νεοκλασική μακροοικονομική και μικροοικονομική θεωρία. Ειδικότερα, επισημάνει ότι, ολόκληρη η παραγωγή αποσκοπεί στην ικανοποίηση του καταναλωτή. Συνήθως όμως παρέρχεται χρόνος –και μερικές φορές πολύς χρόνος- από τη στιγμή που ο παραγωγός αναλαμβάνει το κόστος παραγωγής έως την αγορά της παραγωγής από τον τελικό καταναλωτή. Στο μεταξύ ο επιχειρηματίας πρέπει να διαμορφώσει όσο το δυνατόν καλύτερες προσδοκίες ως προς το τι θα είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν οι καταναλωτές, όταν αυτός θα είναι έτοιμος να τους προσφέρει άμεσα ή έμμεσα, τα προϊόντα του, μετά την παρέλευση πιθανώς μίας μακράς περιόδου. Οι επιχειρηματίες δεν έχουν άλλη δυνατότητα παρά να καθοδηγούνται από τις προσδοκίες τους, όταν πρόκειται να εμπλακούν σε παραγωγικές διαδικασίες που απαιτούν χρόνο.

22 Οι προσδοκίες από τις οποίες εξαρτώνται οι επιχειρηματικές αποφάσεις, εμπίπτουν σε δύο ομάδες. Ο πρώτος τύπος αφορά την τιμή, την οποία ο παραγωγός μπορεί να προσδοκά να εισπράξει για το τελικό προϊόν του την περίοδο κατά την οποία αρχίζει τη διαδικασία παραγωγής του. Ο δεύτερος τύπος αφορά σε εκείνο που ο επιχειρηματίας μπορεί να ελπίζει να κερδίσει υπό μορφή μελλοντικών αποδόσεων (κέρδος), αν αγοράσει τελικό προϊόν ως προσθήκη στον κεφαλαιουχικό εξοπλισμό του, δηλ. αν προχωρήσει σε νέα επένδυση. Ο Keynes ονομάζει τον πρώτο τύπο βραχυπρόθεσμη προσδοκία και το δεύτερο μακροπρόθεσμη προσδοκία. Έτσι η συμπεριφορά κάθε χωριστής επιχείρησης για την απόφαση της ημερήσιας παραγωγής της θα προσδιοριστεί από τις βραχυπρόθεσμες προσδοκίες της- προσδοκίες ως προς το κόστος της παραγωγής για τις διάφορες πιθανές κλίμακες, και προσδοκίες ως προς τις προσόδους από τις πωλήσεις της παραγωγής αυτής. Πρέπει να σημειωθεί ότι οι βραχυπρόθεσμες προσδοκίες εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις μακροπρόθεσμες (ή μεσοπρόθεσμες) προσδοκίες. Από τις ποικίλες αυτές προσδοκίες θα εξαρτηθεί ο όγκος της απασχόλησης που προσφέρουν οι επιχειρήσεις.

23 Πρέπει να σημειωθεί το εξής: Μια μεταβολή στις προσδοκίες θα εκδηλώσει τα πλήρη αποτελέσματα της για την απασχόληση στη διάρκεια μιας περιόδου. Μεταβολές στις βραχυπρόθεσμες προσδοκίες μπορεί να προκαλέσουν, αν είναι για το χειρότερο, άμεση εγκατάλειψη δραστηριοτήτων, οι οποίες υπό το πρίσμα των νέων προσδοκιών ήταν λάθος που άρχισαν. Αν αντίθετα ήταν προς το καλύτερο, χρειάζεται λίγος χρόνος προετοιμασίας προτού η απασχόληση φτάσει στο σημείο που θα ήταν αν οι προσδοκίες είχαν αναθεωρηθεί νωρίτερα. Το γενικό συμπέρασμα της ανάλυσης του Keynes είναι ότι μεταβολές στις προσδοκίες μπορεί να συμβαίνουν διαχρονικά δημιουργώντας μια συνεχή διαδικασία προσαρμογής των αποφάσεων, της απασχόλησης και της παραγωγής. Η προσέγγιση αυτή του Keynes μας δίνει μια εικόνα ενός συστήματος που βρίσκεται σε συνεχή εξέλιξη, προσαρμογή και αλλαγή, και όχι ενός συστήματος που μπορεί να ισορροπεί, έστω και συγκριτικά μεταξύ δύο σημείων. Ακόμη και την υπόθεση που κάνει ο Keynes ότι μπορεί να είναι σταθερές οι προσδοκίες, τη συνοδεύει με κάποιο χρονικό διάστημα, συγκεκριμένα χρησιμοποιεί τη φράση «επί αρκετό χρόνο». Η κατάσταση αυτή προσδοκιών δεν μπορεί να διατηρηθεί μόνιμη. Η ανάλυση των προσδοκιών και του ρόλου τους στο προσδιορισμό της οικονομικής συμπεριφοράς αποτελεί, ίσως, το πιο δυναμικό κομμάτι της ανάλυσης του Keynes.

24 Βάσει της ανάλυσης του ρόλου των προσδοκιών, ο Keynes καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το επίπεδο της απασχόλησης σε κάθε χρονική φάση εξαρτάται, υπό μία έννοια, όχι απλώς από την υφιστάμενη κατάσταση των προσδοκιών, αλλά και από τις προσδοκίες που επικρατούσαν σε προγενέστερη περίοδο. Παρά ταύτα οι παρελθούσες προσδοκίες που δεν έχουν εκδηλωθεί πλήρως, είναι ενσωματωμένες στο σημερινό κεφαλαιουχικό εξοπλισμό, τον οποίο λαμβάνει υπόψη του ο επιχειρηματίας όταν λαμβάνει τις σημερινές αποφάσεις του και οι οποίες επηρεάζουν τις αποφάσεις του αυτές στο βαθμό που είναι ενσωματωμένες. Η ανάλυση του Keynes για τις προσδοκίες έχει πλήρως αγνοηθεί από την ορθόδοξη μακροοικονομική, η οποία όταν τις χρησιμοποιεί της περιορίζει στις προσδοκίες ως προς τις τιμές των αγαθών, δηλ. τις ενσωματώνει μέσα σε ένα Walrasian σύστημα ανάλυσης.

25 Η ΡΟΠΗ ΠΡΟΣ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ: ΟΙ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ Όπως υποστηρίζει ο Keynes ο τελικός σκοπός της ανάλυσης του είναι να ανακαλύψει τι προσδιορίζει τον όγκο της απασχόλησης. Όπως έχουμε ήδη σημειώσει, το επιχείρημα του είναι ότι ο όγκος της απασχόλησης προσδιορίζεται από το σημείο τομής της συνάρτησης συνολικής προσφοράς με τη συνάρτηση συνολικής ζήτησης. Το τρίτο και τέταρτο βιβλίο της Γενικής Θεωρίας ο Keynes το αφιερώνει στη συνάρτηση συνολικής ζήτησης. Η συνάρτηση συνολικής ζήτησης συσχετίζει κάθε δεδομένο επίπεδο απασχόλησης προς τις προσόδους που αναμένεται να πραγματοποιήσει αυτό το επίπεδο απασχόλησης. Οι πρόσοδοι συγκροτούνται από το άθροισμα δύο ποσοτήτων –το ποσό που θα δαπανηθεί σε κατανάλωση, όταν η απασχόληση είναι στο δεδομένο επίπεδο, και το ποσό που θα αφιερωθεί σε επενδύσεις. Στο τρίτο βιβλίο ο Keynes επικεντρώνεται στους παράγοντες που επηρεάζουν την κατανάλωση. Η ανάλυση της κατανάλωσης γίνεται σε όρους μονάδων μισθού, ενώ το εισόδημα προσδιορίζεται αποκλειστικά από την απασχόληση. Συνεπώς, στην ανάλυση του Keynes, η οποία μεταβολή στην απασχόληση μεταβάλει την κατανάλωση, μέσω της μεταβολής του εισοδήματος, συνεπώς τις προσδοκίες και τελικά την απασχόληση.

26 Το ποσό που δαπανά η κοινωνία στην κατανάλωση προσδιορίζεται από υποκειμενικούς και αντικειμενικούς παράγοντες. Οι υποκειμενικοί παράγοντες συμπεριλαμβάνουν εκείνα τα ψυχολογικά χαρακτηριστικά της ανθρώπινης φύσης και εκείνες τις κοινωνικές πρακτικές και θεσμούς που, αν και δεν είναι αναλλοίωτα, είναι απίθανο να υποστούν μεταβολή βραχυχρόνια, εκτός από ανώμαλες ή επαναστατικές συνθήκες. Oι βασικοί αντικειμενικοί παράγοντες είναι: Μία μεταβολή στη μονάδα μισθού. Σε δεδομένη κατάσταση τεχνικής, και προτιμήσεων και κοινωνικών συνθηκών, που προσδιορίζουν τη διανομή του εισοδήματος, η κατανάλωση είναι μια συνάρτηση του πραγματικού εισοδήματος, το οποίο εξαρτάται από τις μονάδες εργασίας που εξουσιάζει ένα άτομο μετρούμενες σε μονάδες μισθού. Απροσδόκητες μεταβολές στις αξίες του κεφαλαίου, π.χ. μεταβολές στην ονομαστική αξία του πλούτου. Μεταβολές στη φορολογική πολιτική. Ο Keynes αναφέρεται και στον τρόπο που η φορολογία μπορεί να επηρεάσει θετικά την ροπή προς κατανάλωση αν στοχεύει στην μείωση την εισοδηματικών ανισοτήτων.

27 Μεταβολές στην προεξόφληση του μέλλοντος, δηλαδή στο σχέση μεταξύ σημερινών και μελλοντικών αγαθών. Εδώ ο Keynes δεν αναφέρεται στο επιτόκιο, αλλά στην μελλοντική αξία του χρήματος, στο βαθμό που μπορεί να είναι προβλέψιμη. Προσεγγιστικά ωστόσο θεωρεί ότι μπορεί να αξιολογηθεί βάσει του επιτοκίου, η επίπτωση του οποίου στη δαπάνη αμφισβητείται έντονα, κατά τον Keynes. O Keynes αναφέρεται ωστόσο στη σχέση επιτοκίου, τιμών χρεογράφων και κατανάλωσης. Μεταβολές στις προσδοκίες για τη σχέση μεταξύ του σημερινού και του μελλοντικού επιπέδου του εισοδήματος. Ο Keynes αν και αναφέρει τον παράγοντα αυτό, τονίζει την αβεβαιότητα ως προς την επίδραση του, αφού μάλλον ισχύει στην περίπτωση ενός ατόμου αλλά εξουδετερώνεται για την κοινωνία ως σύνολο. Το γενικό συμπέρασμα του Keynes είναι ότι σε δεδομένη κατάσταση, η ροπή προς κατανάλωση μπορεί να θεωρείται ιδιαίτερα σταθερή συνάρτηση. Ο Keynes τονίζει ότι η κυριότερη μεταβλητή που προσδιορίζει την κατανάλωση είναι το εισόδημα μετρούμενο σε όρους της μονάδας μισθού, συνεπώς σε τελευταία ανάλυση η ροπή προς κατανάλωση εξαρτάται από τον όγκο της απασχόλησης.

28 Η κατανόηση της συνάρτησης κατανάλωσης σύμφωνα με τον Keynes στηρίζεται πάνω σε αυτό που ονομάζει γνώση της ανθρώπινης φύσης και αφορά το γεγονός ότι, οι άνθρωποι είναι διατεθειμένοι, κατά κανόνα και κατά μέσο όρο, να αυξάνουν την κατανάλωση τους καθώς αυξάνεται το εισόδημα τους, αλλά όχι τόσο όσο η αύξηση του εισοδήματος τους. Έτσι μια αύξηση του εισοδήματος θα συνοδεύεται συχνά από αυξημένη αποταμίευση και μια πτώση του εισοδήματος από μείωση της αποταμίευσης, σε μεγαλύτερη κλίμακα αρχικά. Συνεπώς, το υψηλότερο απόλυτο επίπεδο του εισοδήματος θα τείνει, κατά κανόνα, να διευρύνει το χάσμα μεταξύ εισοδήματος και κατανάλωσης. Η σταθερότητα του οικονομικού συστήματος εξαρτάται ουσιαστικά από την εφαρμογή αυτού του κανόνα στην πράξη. Αυτό σημαίνει πως αν η απασχόληση και επομένως το συνολικό εισόδημα αυξάνεται, δεν θα χρειαστεί ολόκληρη η πρόσθετη απασχόληση για να ικανοποιηθεί η ανάγκη της πρόσθετης κατανάλωσης. Η επένδυση πρέπει να αυξηθεί για να καλύψει το χάσμα.

29 Η ΡΟΠΗ ΠΡΟΣ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ: ΟΙ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ Δεδομένων των αντικειμενικών παραγόντων καθώς και του επιπέδου του εισοδήματος σε όρους μονάδων μισθού, υπάρχουν κάποιοι υποκειμενικοί και κοινωνικοί παράγοντες της ροπής προς κατανάλωση. Υπάρχουν οκτώ κίνητρα υποκειμενικού χαρακτήρα που μας αποτρέπουν να δαπανήσουμε το εισόδημα μας: Ο σχηματισμός αποθέματος έναντι απρόβλεπτών καταστάσεων. Η εξασφάλιση ενός αποθέματος εισοδήματος προς ικανοποίηση μελλοντικών αναγκών, π.χ. γεράματα, συντήρηση εξαρτημένων μελών, κλπ. Η απόλαυση τόκου και η αξιολόγηση εναλλακτικών δυνατοτήτων, δηλαδή μεγαλύτερη πραγματική κατανάλωση στο μέλλον. Η απόλαυση βαθμιαίας αυξανόμενης δαπάνης, αφού ικανοποιούμαστε να προσβλέπουμε σε βαθμιαία βελτίωση του βιοτικού μας επιπέδου. Η απόλαυση του αισθήματος ανεξαρτησίας και της δύναμης να πραγματοποιήσουμε επιθυμίες μας.

30 Η εξασφάλιση τρόπων για πραγματοποίηση κερδοσκοπικών ή επιχειρηματικών δραστηριοτήτων Η κληροδότηση περιουσίας στους κληρονόμους. Η ικανοποίηση καθαρής φιλαργυρίας Το οκτώ αυτά κίνητρα μπορούν να ονομαστούν κίνητρα: πρόνοιας, πρόβλεψης, υπολογισμού, βελτίωσης, ανεξαρτησίας, επιχειρηματικότητας, υπερηφάνειας και φιλαργυρίας. Ο Keynes αναφέρεται επίσης και στη διακράτηση εισοδήματος από την κεντρική και τοπική κυβέρνηση στις αναπτυγμένες κοινωνίες για δαπάνες κυρίως υποδομών και πρόνοιας που ενισχύουν τη μη κατανάλωση μέρους του εισοδήματος. Η ισχύς όλων αυτών των κινήτρων θα κυμαίνεται σημαντικά ανάλογα με τους θεσμούς και την οργάνωση της οικονομικής κοινότητας που κάθε φορά εξετάζουμε, ανάλογα με συνήθειες που έχουν διαμορφωθεί κατά φυλή, μόρφωση, έθιμα, θρησκεία, τρέχουσα ηθική, ανάλογα με τις τωρινές ελπίδες και την παρελθούσα εμπειρία, ανάλογα με την κλίμακα και την τεχνική του κεφαλαιουχικού εξοπλισμού και ανάλογα με την επικρατούσα διανομή του πλούτου και των καθιερωμένων βιοτικών επιπέδων. Ωστόσο ο Keynes τονίζει ότι το βιβλίο του δεν θα ασχοληθεί με τα αποτελέσματα των μακρόπνοων κοινωνικών μεταβολών ή με τις αργές επιδράσεις της μακροχρόνιας προόδου. Θεωρεί ως δεδομένο το υπόβαθρο των υποκειμενικών κινήτρων. Θεωρεί ως δεδομένη ακόμη και τη διανομή του εισοδήματος η οποία προσδιορίζεται από την κοινωνική δομή.

31 Προσδιορισμός της Επένδυσης: Η Οριακή Αποδοτικότητα του Κεφαλαίου Όταν κάποιος αγοράζει μια επένδυση ή κεφαλαιουχικό εξοπλισμό, αγοράζει το δικαίωμα των μελλοντικών αποδόσεων που προσδοκά να αποκτήσει από την πώληση της παραγωγής του, μετά την αφαίρεση των τρεχουσών δαπανών για την απόκτηση της παραγωγής αυτής, στη διάρκεια της ζωής του κεφαλαίου. Την σειρά αυτήν των προσόδων ο Keynes την αποκαλεί προσδοκώμενη απόδοση της επένδυσης. Έναντι της προσδοκώμενης απόδοσης της επένδυσης έχουμε την τιμή προσφοράς του κεφαλαιουχικού στοιχείου, εννοώντας με αυτό, όχι την τιμή αγοράς στην οποία ένα τέτοιο κεφαλαιουχικό αγαθό μπορεί να αγοραστεί πραγματικά στην αγορά, αλλά την τιμή που θα ήταν ακριβώς αρκετή για να παρακινήσει το μεταποιητή να παραγάγει μια πρόσθετη μονάδα ενός τέτοιου κεφαλαιουχικού στοιχείου, δηλαδή αυτό που μερικές φορές ονομάζεται κόστος αντικατάστασης. Η σχέση ανάμεσα στην προσδοκώμενη απόδοση του κεφαλαίου και στην τιμή προσφοράς του ή στο κόστος αντικατάστασης του, δηλαδή η σχέση ανάμεσα στην προσδοκώμενη απόδοση μιας επιπλέον μονάδας αυτού του τύπου κεφαλαίου και στο κόστος παραγωγής της μονάδας, μας δίνει την Οριακή Αποδοτικότητα του Κεφαλαίου του τύπου αυτού.

32 Ακριβέστερα ο Keynes ορίζει ότι η Οριακή Αποδοτικότητα του Κεφαλαίου είναι ίση προς εκείνο το προεξοφλητικό επιτόκιο που θα εξίσωνε την παρούσα αξία των ετήσιων προσόδων, τις οποίες θα αποφέρουν οι προσδοκώμενες αποδόσεις του κεφαλαιουχικού στοιχείου σε όλη τη διάρκεια της ζωής του, με την τιμή προσφοράς του. Αυτό μας δίδει τις οριακές αποδοτικότητες των ιδιαίτερων τύπων κεφαλαίου. Η υψηλότερη από αυτές τις οριακές αποδοτικότητες μπορεί να θεωρηθεί ως η οριακή αποδοτικότητα του κεφαλαίου γενικά. Παρατηρούμε ότι η οριακή αποδοτικότητα του κεφαλαίου ορίζεται σε όρους της προσδοκώμενης απόδοσης και της τρέχουσας τιμή προσφοράς του κεφαλαίου. Κάθε μεταβολή στη ζήτηση για επενδύσεις μεταβάλει την οριακή αποδοτικότητα του κεφαλαίου, αφού μεταβάλει είτε την προσδοκώμενη απόδοση είτε την τιμή προσφοράς του. Ο ρυθμός των επενδύσεων θα φτάσει μέχρι του σημείου όπου η οριακή αποδοτικότητα του κεφαλαίου, γενικά, θα είναι ίση με το επιτόκιο αγοράς. Προκύπτει λοιπόν ότι η ώθηση προς επένδυση εξαρτάται εν μέρει από τον πίνακα της οριακής αποδοτικότητας του κεφαλαίου και εν μέρει από το επιτόκιο. Το κρίσιμο σημείο εδώ είναι ότι ούτε η γνώση της μελλοντικής απόδοσης ενός περιουσιακού στοιχείου ούτε η γνώση της οριακής αποδοτικότητας του μας καθιστά ικανούς να εξάγουμε το επιτόκιο ή την παρούσα αξία του. Πρέπει να επιβεβαιώσουμε το επιτόκιο από κάποια άλλη πηγή και μόνο τότε μπορούμε να αποτιμήσουμε το περιουσιακό στοιχείο κεφαλαιοποιώντας την προσδοκώμενη απόδοση.

33 Πολύ σημαντικές συνέπειες: Πρώτον, χρειαζόμαστε μία θεωρία επιτοκίου. Δεύτερον, ο Keynes μας δίνει μία νομισματική ερμηνεία της επένδυσης, της συσσώρευσης και της συμπεριφοράς του καπιταλιστικού συστήματος. Τρίτον, νομισματικοί παράγοντες δεν μπορεί να είναι ουδέτεροι, είτε στη βραχυχρόνια είτε στη μακροχρόνια περίοδο.

34 Εκείνο που πρέπει να κατανοήσουμε είναι ότι η οριακή αποδοτικότητα του κεφαλαίου εξαρτάται από την προσδοκώμενη απόδοση του κεφαλαίου και όχι απλώς από την τρέχουσα απόδοση του. Αυτό μπορεί να αποσαφηνιστεί καλύτερα επισημαίνοντας την επίδραση που ασκεί στην οριακή αποδοτικότητα του κεφαλαίου μια προσδοκία μεταβολών όσον αφορά το προβλεπόμενο κόστος παραγωγής, είτε οι μεταβολές αυτές αναμένονται να προέλθουν από μεταβολές στο κόστος εργασίας, δηλαδή στη μονάδα του μισθού, είτε από εφευρέσεις και νέα τεχνική. Επίσης από μια μεταβολή στη προσδοκίες για μεταβολή της αξίας του χρήματος που επηρεάζει τον όγκο της τρέχουσας παραγωγής. Η προσδοκία μείωσης της αξίας του χρήματος (αύξηση τιμών) υποκινεί επενδύσεις και επομένως την απασχόληση, γιατί αυξάνει τον πίνακα της οριακής αποδοτικότητας του κεφαλαίου, δηλαδή τον πίνακα ζήτησης επενδύσεων, ενώ η προσδοκία αύξησης της αξίας του χρήματος δρα συμπιεστικά, επειδή μειώνει τον πίνακα της οριακής αποδοτικότητας του κεφαλαίου. Είναι λοιπόν σημαντικό να κατανοήσουμε την εξάρτηση της οριακής αποδοτικότητας δεδομένου κεφαλαιουχικού αποθέματος από τις μεταβολές στις προσδοκίες, επειδή αυτή ακριβώς η εξάρτηση είναι που κάνει την οριακή αποδοτικότητα του κεφαλαίου να υπόκειται σε κάπως βίαιες διακυμάνσεις, οι οποίες αποτελούν την εξήγηση του οικονομικού κύκλου.

35 Δύο τύποι κινδύνων επηρεάζουν τον όγκο των επενδύσεων. Ο πρώτος είναι ο κίνδυνος του επιχειρηματία και προκύπτει από αμφιβολίες που τον διακατέχουν ως προς την πιθανότητα αποκόμισης της προσδοκώμενης απόδοσης στην οποία προσβλέπει. Αν κάποιος διακινδυνεύει τα δικά του χρήματα, αυτός είναι ο μοναδικός κίνδυνος τον οποίο φέρει. Όπου όμως υπάρχει σύστημα δανεισμού, εννοώντας με αυτό τη χορήγηση δανείων με εμπράγματη ή προσωπική ασφάλεια, έχουμε ένα δεύτερο τύπο κινδύνου, τον οποίον μπορούμε να τον αποκαλέσουμε κίνδυνο δανειστή. Αυτός δύναται να οφείλεται είτε σε ηθικούς παράγοντες, δηλαδή σε εκούσια άρνηση πληρωμής, ή σε άλλους τρόπους διαφυγής, πιθανώς νόμιμους, από την εκπλήρωση των υποχρεώσεων, ή σε πιθανή ανεπάρκεια του περιθωρίου ασφάλειας, δηλαδή ακούσια αδυναμία πληρωμής λόγω διάψευσης των προσδοκιών. Μία τρίτη πηγή κινδύνου θα μπορούσε να προστεθεί, δηλαδή μια πιθανή δυσμενής μεταβολή της αξίας του νομίσματος που καθιστά, αναλογικά, το χρηματικό δάνειο λιγότερο ασφαλές από ένα πραγματικό στοιχείο, αν και αυτό συνολικά ή μερικά θα έπρεπε να αντανακλάται ήδη και επομένως να απορροφάτε στην τιμή των διαρκών αγαθών.

36 Τώρα το πρώτο είδος κινδύνου συνιστά, με μία έννοια, πραγματικό κοινωνικό κόστος, μολονότι, αν λάβουμε τους μέσους όρους ή αν έχουμε αυξημένη ακρίβεια προβλέψεων, έχει την τάση να μειώνεται. Το δεύτερο συνιστά καθαρή αύξηση του κόστους της επένδυσης ή οποία δεν θα υπήρχε αν δανειστής και δανειζόμενος ήταν το αυτό πρόσωπο. Επιπλέον συνεπάγεται εν μέρει διπλασιασμό του ποσοστού του επιχειρηματικού κινδύνου, που προστίθεται διπλά στο καθαρό επιτόκιο για να δώσει μια ελάχιστη προσδοκώμενη απόδοση που θα ωθήσει την επένδυση. Πράγματι, αν το επιχειρηματικό εγχείρημα είναι τολμηρό, ο δανειζόμενος θα απαιτήσει ευρύτερο περιθώριο μεταξύ της προσδοκίας του για την απόδοση και του επιτοκίου στο οποίο πιστεύει ότι αξίζει να δανειστεί, ενώ ο ίδιος ακριβώς λόγος θα οδηγήσει το δανειστή να απαιτήσει ευρύτερο περιθώριο ανάμεσα σε αυτό που χρεώνει και το καθαρό επιτόκιο, προκειμένου να έχει κίνητρο να δανείσει (εκτός από την περίπτωση όπου ο δανειζόμενος είναι τόσο ισχυρός και υγιής ώστε είναι σε θέση να προσθέσει ένα εξαιρετικό περιθώριο ασφάλειας. Η ελπίδα ενός πολύ ευνοϊκού αποτελέσματος που να εξισορροπεί τον κίνδυνο στο μυαλό του δανειζόμενου, δεν παρηγορεί το δανειστή. Ο Keynes τονίζει ότι στη διάρκεια της οικονομικής άνθισης, η συνήθης εκτίμηση του μεγέθους και των δύο αυτών κινδύνων, δηλαδή του κινδύνου για το δανειζόμενο και του κινδύνου για το δανειστή τείνει να είναι ασυνήθιστα χαμηλή.

37 Ολοκληρώνοντας το κεφάλαιο αυτό ο Keynes τονίζει ότι η οριακή αποδοτικότητα του κεφαλαίου είναι θεμελιώδους σημασίας, επειδή, κυρίως, μέσω του παράγοντα αυτού (πολύ περισσότερο από ότι μέσω του επιτοκίου) η προσδοκία του μέλλοντος επηρεάζει το παρόν. Το σφάλμα να θεωρούμε την οριακή αποδοτικότητα του κεφαλαίου πρωταρχικά σε όρους τρέχουσας απόδοσης του κεφαλαίου, πράγμα που θα ήταν σωστό μόνο στη στατική κατάσταση, όπου το μέλλον δεν μεταβάλλεται για να επηρεάσει το παρόν, είχε αποτέλεσμα να υπάρχει ρήγμα στο δεσμό του σήμερα με το αύριο. Το γεγονός ότι οι υποθέσεις της στατικής οικονομίας αποτελούν συχνά τη βάση της σύγχρονης οικονομικής θεωρίας συντελεί στην απόσπαση της από την πραγματικότητα. Η εισαγωγή της έννοιας της οριακής αποδοτικότητας του κεφαλαίου θα συμβάλει, κατά τον Keynes, στην επαναφορά της οικονομικής θεωρίας στην πραγματικότητα. Το μέλλον της οικονομίας συνδέεται με το παρόν λόγω της ύπαρξης των διαρκών κεφαλαιουχικών αγαθών. Είναι λοιπόν σύμφωνο και εναρμονισμένο με τη γενική κατεύθυνση της θεώρησης μας ότι η προσδοκία για το μέλλον επηρεάζει το παρόν μέσω τις τιμής στην οποία ζητούνται τα διαρκή κεφαλαιουχικά αγαθά.

38 Οι Μακροπρόθεσμες Προσδοκίες Στο κεφάλαιο αυτό ο Keynes επικεντρώνεται στην ανάλυση των παραγόντων εκείνων που προσδιορίζουν την προσδοκώμενη απόδοση ενός περιουσιακού στοιχείου. Οι θεωρήσεις πάνω στις οποίες βασίζονται οι προσδοκίες για μελλοντικές αποδόσεις είναι εν μέρει γεγονότα υφιστάμενα, τα οποία με σχετική βεβαιότητα μπορούμε να υποθέσουμε ότι είναι γνωστά και εν μέρει γεγονότα μελλοντικά τα οποία μπορούν να προβλεφθούν με περισσότερη ή λιγότερη εμπιστοσύνη. Μεταξύ των πρώτων μπορούν να αναφερθούν το υφιστάμενο απόθεμα ποικίλων τύπων κεφαλαιουχικών αγαθών και των κεφαλαιουχικών αγαθών γενικά, καθώς και η δύναμη της ζήτησης για αγαθά εκ μέρους των υφιστάμενων καταναλωτών που για την αποδοτική παραγωγή τους απαιτούν μια σχετική ευρύτερη βοήθεια από κεφάλαιο. Μεταξύ των τελευταίων είναι μελλοντικές μεταβολές στον τύπο και στην ποσότητα του αποθέματος των κεφαλαιουχικών αγαθών και στις προτιμήσεις του καταναλωτή, η δύναμη της ενεργού ζήτησης καθώς και οι μεταβολές στη μονάδα μισθού σε ονομαστικούς όρους.

39 Μπορούμε να συνοψίσουμε την κατάσταση των ψυχολογικών προσδοκιών που καλύπτει την τελευταία περίπτωση ως κατάσταση μακροπρόθεσμων προσδοκιών. – σε διάκριση από τη βραχυχρόνια προσδοκία, βάσει της οποίας ένας παραγωγός εκτιμά τι θα αποκομίσει από ένα τελικό προϊόν, εφόσον αποφασίσει να αρχίσει την παραγωγή του σήμερα με τις υφιστάμενες εγκαταστάσεις. Η κατάσταση των μακροπρόθεσμων προσδοκιών στις οποίες βασίζονται οι αποφάσεις μας, δεν εξαρτάται μόνο από την πιθανότερη πρόβλεψη που μπορούμε να κάνουμε, αλλά και από την εμπιστοσύνη με την οποία κάνουμε τη σχετική πρόβλεψη, από το μέγεθος δηλαδή της πιθανότητας να αποδειχτεί εσφαλμένη ή καλύτερη μας πρόβλεψη. Αν προσδοκούμε μεγάλες μεταβολές, αλλά δεν είμαστε βέβαιοι ως προς την ακριβή μορφή που θα έχουν, τότε η εμπιστοσύνη θα είναι μικρή. Η σύνδεση της κατάστασης εμπιστοσύνης με τα οικονομικά προβλήματα γίνεται μέσω του πίνακα της οριακής αποδοτικότητας του κεφαλαίου. Δεν υπάρχουν δύο χωριστοί παράγοντες που επηρεάζουν το ρυθμό των επενδύσεων, δηλαδή ο πίνακας της οριακής αποδοτικότητας του κεφαλαίου και η κατάσταση εμπιστοσύνης. Η κατάσταση εμπιστοσύνης είναι συναφής επειδή είναι ένας από τους μείζονες παράγοντες που προσδιορίζουν το πρώτο, που είναι το ίδιο πράγμα με τον πίνακα ζήτησης επενδύσεων.

40 Ωστόσο δεν έχουμε πολλά να πούμε για την κατάσταση εμπιστοσύνης a priori. Οι παρατηρήσεις μας πρέπει να εξαρτώνται κυρίως από την πραγματική παρατήρηση των αγορών και την ψυχολογία των οικονομικών υποκειμένων. Ο Keynes κάνει την ακόλουθη υπόθεση που θα διατρέχει όλη την περαιτέρω ανάλυση όσον αφορά την κατάσταση εμπιστοσύνης. Οι μεταβολές στις αξίες των επενδύσεων θα οφείλονται αποκλειστικά στις προσδοκίες για τις μελλοντικές αποδόσεις τους και καθόλου σε μεταβολές του επιτοκίου με το οποίο κεφαλαιοποιούνται οι προσδοκώμενες αποδόσεις. Ωστόσο, η επίδραση των μεταβολών στο επιτόκιο εύκολα προσαυξάνει την επίδραση των μεταβολών στην κατάσταση εμπιστοσύνης.

41 Η ΓΕΝΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΕΠΙΤΟΚΙΟΥ Ο Keynes ξεκινά την ανάλυση του με μια κριτική στην ορθόδοξη θεωρία του επιτοκίου, δηλαδή στο ότι το επιτόκιο είναι ο παράγοντας που εξισορροπεί τη ζήτηση για αποταμίευση με τη μορφή νέων επενδύσεων σε δεδομένο επιτόκιο (που προσδιορίζεται από την κλίμακα της οριακής αποδοτικότητας του κεφαλαίου) με την προσφορά της αποταμίευσης, που προκύπτει σε αυτό το επιτόκιο από τη ψυχολογική ροπή της κοινωνίας προς αποταμίευση. Ο Keynes ισχυρίζεται ότι είναι αδύνατο να εξάγουμε το επιτόκιο από τους δύο αυτούς παράγοντες. Ο Keynes κάνει την εξής διάκριση στις ψυχολογικές χρονικές προτιμήσεις ενός ατόμου α) τη ροπή προς κατανάλωση η οποία δρα κάτω από τα διάφορα κίνητρα που έχουμε εξετάσει. Η συγκεκριμένη προτίμηση προσδιορίζει για κάθε άτομο πόσο εισόδημα θα καταναλώσει και πόσο θα αποταμιεύσει, με κάποια μορφή για μελλοντική κατανάλωση. β) η δεύτερη διάκριση είναι εκείνη που διαφοροποιεί την ανάλυση του από την κλασική ανάλυση του θέματος, και είναι η προτίμηση ρευστότητας, που μας δείχνει τη συγκεκριμένη μορφή που ένα άτομο επιθυμεί να κρατήσει τις αποταμιεύσεις του, δηλαδή σε ρευστή μορφή, σε χρήμα, ή σε κάποια άλλη μορφή.

42 Το επιτόκιο δεν μπορεί να είναι απόδοση για την αποταμίευση ή για την αναμονή καθαυτή. Αν κάποιος αποθησαυρίζει τις αποταμιεύσεις του σε ρευστό δεν κερδίζει επιτόκιο, αν και αποταμιεύει το ίδιο ποσό όπως πρώτα. Αντίθετα, το επιτόκιο είναι η αμοιβή για την παραίτηση μας από τη ρευστότητα για ορισμένη περίοδο. Το επιτόκιο δεν είναι τίποτα άλλο ισχυρίζεται ο Keynes από την αντίστροφη αναλογία μεταξύ ενός ποσού χρημάτων και εκείνου που μπορεί να αποκτήσει κάποιος αν παραιτηθεί του ελέγχου πάνω στο ποσό αυτό, παίρνοντας ως αντάλλαγμα ομολογία για ορισμένη χρονική περίοδο. Έτσι το επιτόκιο αφού είναι η αμοιβή για τη στέρηση της ρευστότητας, αποτελεί μέτρο της απροθυμίας εκείνων που κατέχουν χρήμα να στερηθούν τον έλεγχο της ρευστότητας τους. Το επιτόκιο δεν είναι λοιπόν η τιμή που φέρει σε ισορροπία τη ζήτηση για πόρους προς επένδυση με την ετοιμότητα αποχής από παρούσα κατανάλωση. Είναι η τιμή που εξισορροπεί την επιθυμία διακράτησης πλούτου με τη μορφή του ρευστού με τη διαθέσιμη ποσότητα ρευστού. Συνεπώς η ποσότητα χρήματος είναι ο άλλος παράγοντας που σε συνδυασμό με την προτίμηση ρευστότητας, καθορίζει το πραγματικό επιτόκιο σε δεδομένες περιστάσεις. Η προτίμηση ρευστότητας είναι μια δυνατότητα, μια λειτουργική τάση η οποία καθορίζει τη ποσότητα χρήματος που θα κρατά το κοινό όταν είναι δεδομένο το επιτόκιο. Έτσι αν r είναι το επιτόκιο, M η ποσότητα χρήματος και L η συνάρτηση της προτίμησης ρευστότητας, έχουμε M=L(r). Στο σημείο αυτό και με τον τρόπο αυτό εισέρχεται η ποσότητα του χρήματος στο οικονομικό σύστημα.

43 Γιατί όμως υπάρχει η προτίμηση ρευστότητας; Ο Keynes ξεκινά από την διάκριση μεταξύ της χρήσης του χρήματος για συναλλαγές της τρέχουσας δραστηριότητας και της χρήσης του ως αποθέματος πλούτου. Συνεπώς η χρηματοδότηση των τρεχουσών συναλλαγών είναι ένας πρώτος προσδιοριστικός παράγοντας της προτίμησης ρευστότητας. Ένας δεύτερος είναι η προτίμηση ρευστότητας για κερδοσκοπικούς λόγους και ένας τρίτος είναι το κίνητρο της πρόνοιας. Η προτίμηση ρευστότητας για κερδοσκοπικούς λόγους σε μεγάλο βαθμό εξαρτάται από την αβεβαιότητα που συνοδεύει την εκτίμηση μας για το μελλοντικό επιτόκιο. Η ύπαρξη ή όχι μιας οργανωμένης αγοράς ομολόγων δημιουργεί το εξής δίλημμα. Με την απουσία μιας οργανωμένης αγοράς η προτίμηση ρευστότητας λόγω του κινήτρου της πρόνοιας θα αυξανόταν σημαντικά, ενώ η ύπαρξη μιας οργανωμένης αγοράς θα έδινε την ευκαιρία ευρέων διακυμάνσεων εξαιτίας του κερδοσκοπικού κινήτρου. Το επιτόκιο επηρεάζεται και από τις μεταβολές στην προσφερόμενη ποσότητα του χρήματος (Κεντρική Τράπεζα, τραπεζικό σύστημα). Οι επιπτώσεις από μία αλλαγή στην ποσότητα του χρήματος δεν είναι ωστόσο προβλέψιμες, αντίθετα η αβεβαιότητα που συνοδεύει μια αλλαγή πολιτικής μπορεί μέσω της προτίμησης ρευστότητας να μην έχει κάποια επίδραση. Για παράδειγμα οι άνθρωποι διακρατούν όλη την νέα ποσότητα για να ικανοποιήσουν το κίνητρο της πρόνοιας.

44 Θέματα Οικονομικής Πολιτικής στη Γενική Θεωρία Ο Keynes, στη Γενική Θεωρία περιγράφει την αρχιτεκτονική μίας πολιτικής που έχει ως κεντρικό στόχο την πλήρη απασχόληση και ως μέσα τον έλεγχο της κερδοσκοπίας, την αύξηση της δημόσιας επένδυσης και δημοσιονομικές, κυρίως φορολογικές, παρεμβάσεις που κάνουν πιο δίκαιη τη διανομή του εισοδήματος. Εκτιμά ότι μέσω της άμεσης φορολογίας, φόροι εισοδήματος και φόροι περιουσίας, έχουν περιοριστεί οι μεγάλες ανισότητες του πλούτου και του εισοδήματος. Πολλοί, υποστηρίζει, θα ήθελαν να δουν τη διαδικασία αυτή να εντείνεται, αλλά εμποδίζονται από δύο θεωρήσεις, που εξακολουθούν ως τις μέρες μας να έχουν τρομακτική ισχύ. Το φόβο της αύξησης της φοροδιαφυγής και τη βλαπτική μείωση των κινήτρων για ανάληψη κινδύνων, αλλά κυρίως από την πεποίθηση ότι η μεγέθυνση του κεφαλαίου εξαρτάται από την ισχύ των κινήτρων για ατομική αποταμίευση και ότι για μεγάλο τμήμα της μεγέθυνσης αυτής εξαρτιόμαστε από τις αποταμιεύσεις των πλουσίων και τα πλεονάσματα τους. Η όλη επιχειρηματολογία του Keynes στη Γενική Θεωρία δεν επηρεάζει το πρώτο από τα ζητήματα αυτά, αλλά τροποποιεί σημαντικά το δεύτερο.

45 Βάσει της ανάλυσης τους Keynes, μέχρι να επικρατήσει πλήρης απασχόλησης, η αύξηση του κεφαλαίου δεν εξαρτάται καθόλου από μια χαμηλή ροπή προς κατανάλωση αλλά, αντίθετα, αναχαιτίζεται από αυτήν. Επιπλέον, σε συνθήκες ύφεσης, η αποταμίευση από ιδρύματα και από χρηματοπιστωτικά κεφάλαια είναι υπερεπαρκής και επομένως μέτρα αναδιανομής των εισοδημάτων κατά τρόπο που να αυξάνει την ροπή προς κατανάλωση μπορεί να αποδειχτούν ευνοϊκά για τη μεγέθυνση του κεφαλαίου. Το επιχείρημα του Keynes συνεπώς οδηγεί στο συμπέρασμα ότι, σε συνθήκες ύφεσης και μη πλήρους απασχόλησης, η αύξηση του πλούτου όχι μόνο δεν εξαρτάται από την εγκράτεια των πλουσίων, όπως πιστεύεται από τους ορθόδοξους οικονομολόγους και πολιτικούς, αλλά αντίθετα, πιθανώς, να εμποδίζεται από αυτήν. Επομένως, μια από τις βασικές κοινωνικές δικαιολογήσεις της μεγάλης ανισότητας του πλούτου εξαλείφεται. Ο Keynes πιστεύει ότι υπάρχει κοινωνική και ψυχολογική δικαιολογία για σημαντικές ανισότητες εισοδημάτων και πλούτου, αλλά όχι μεγάλες ανισότητες, συνεπώς η παραπάνω θεώρησή του καταλήγει στην πρόταση ότι θα πρέπει να κινηθούμε προσεχτικά.

46 Ένα δεύτερο πιο θεμελιώδες συμπέρασμα από τη συλλογιστική του Keynes, το οποίο έχει επίπτωση στο μέλλον των ανισοτήτων του πλούτου, είναι η θεωρία του για το επιτόκιο. Η δικαιολογία για ένα υψηλό επιτόκιο μέχρι τώρα έχει εντοπιστεί στην ανάγκη παροχής κινήτρων προς αποταμίευση. Η ανάλυση του Keynes έδειξε ωστόσο ότι, η έκταση της αποτελεσματικής αποταμίευσης καθορίζεται από την κλίμακα της επένδυσης, και ότι η κλίμακα της επένδυσης προάγεται από ένα χαμηλό επιτόκιο. Έτσι, το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να μειώσουμε το επιτόκιο έως το σημείο εκείνο, σε σχέση με τον πίνακα της οριακής αποδοτικότητας κεφαλαίου, στο οποίο έχουμε πλήρη απασχόληση. Συνεπώς ο Keynes βλέπει το κράτος ως παράγοντα που θα πρέπει να ασκήσει καθοδηγητική επιρροή στη ροπή της κοινωνίας προς κατανάλωση, εν μέρει μέσω της φορολογίας, εν μέρει καθορίζοντας το επιτόκιο και εν μέρει ίσως με άλλους τρόπους. Επιπλέον θεωρεί απίθανο ότι η επιρροή της τραπεζικής πολιτικής στο επιτόκιο θα είναι επαρκής για να προσδιορίσει ένα άριστο επίπεδο επένδυσης. Στη συνέχει ο Keynes υποστηρίζει ότι η θεωρία του υποδηλώνει τη σημασία της καθιέρωσης ορισμένων κεντρικών ελέγχων σε δραστηριότητες της ιδιωτικής πρωτοβουλίας.

47 Πλήρης Απασχόληση Πριν τη δημοσίευση της Γενικής Θεωρίας, και σε σημαντικό βαθμό σήμερα, το επίπεδο της απασχόλησης κατανοείτο ως αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης της προσφοράς και της ζήτησης εργασίας και της προσαρμογής του πραγματικού μισθού στο μισθό ισορροπίας. Στο πλαίσιο αυτό η εκούσια ανεργία είναι το φυσικό επακόλουθο της επιθυμίας του ατόμου για σχόλη, ενώ η ύπαρξη ακούσιας ανεργίας είναι αποτέλεσμα τριβών και παραγόντων που περιορίζουν την ελεύθερη αλληλεπίδραση της προσφοράς και της ζήτησης εργασίας. Ως τέτοιοι παράγοντες συνήθως αναφέρονται η ύπαρξη εργατικών συνδικάτων, νομοθετικές ρυθμίσεις για επιβολή κατώτατου μισθού, κ.ά. Ο Keynes, χωρίς να απορρίπτει την ύπαρξη εκούσιας ανεργίας, ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την περίπτωση της ακούσιας ανεργίας. Είναι σημαντικό και πρέπει να σημειωθεί ότι σε καμία περίπτωση ο Keynes δεν ισχυρίστηκε ότι η ακούσια ανεργία είναι συνέπεια της αποτυχίας προσαρμογής των μισθών. O Keynes απεγκλώβισε την σκέψη του από την αγορά εργασίας και ανέπτυξε τα επιχειρήματά του πάνω στην εμπειρική παρατήρηση, ότι οι επιχειρήσεις ζητούν εργασία για να παράγουν προϊόν με σκοπό την πώλησή του προς αποκόμιση κέρδους.

48 Η αδυναμία των εργαζόμενων να βρουν εργασία όταν την επιζητούν, οφείλεται συνεπώς στην έλλειψη θετικών προσδοκιών ζήτησης για το προϊόν που παράγουν οι επιχειρήσεις, και όχι εξαιτίας της αναποτελεσματικής λειτουργίας της αγοράς εργασίας. Η ιδέα αυτή είναι γνωστή ως Αρχή της Ενεργούς Ζήτησης. Ποιο είναι το συμπέρασμα πολιτικής που οδηγεί η παραπάνω ερμηνεία της ακούσιας ανεργίας; Σε μικροοικονομικό επίπεδο μία μείωση των μισθών θα μείωνε το κόστος εργασίας και θα αποτελούσε κίνητρο για αύξηση της απασχόλησης. Σε μακροοικονομικό επίπεδο όμως η περικοπή μισθών θα αύξανε το έλλειμμα της ενεργούς ζήτησης και θα ήταν αντικίνητρο για τις επιχειρήσεις να μισθώσουν περισσότερη εργασία. Ωστόσο ο Keynes δεν προτείνει αυξήσεις μισθών ως μέτρο πολιτικής για την αύξηση της ζήτησης. Είναι ιδιαίτερα προσεκτικός καθώς γνωρίζει ότι αν η αύξηση των μισθών και του κόστους είναι μεγαλύτερη της αύξησης της ζήτησης, τότε η συμπίεση του κέρδους είναι πολύ πιθανό να λειτουργήσει ως τροχοπέδη της επέκτασης της παραγωγής και της απασχόλησης.

49 Ο Keynes ισχυρίστηκε ότι για να υπάρξει αύξηση της απασχόλησης πρέπει να προηγηθεί αύξηση της επένδυσης. Το ενδεχόμενο αυτό τον έκανε να προτιμά τη χρηματοδότηση της επένδυσης και της ζήτησης με επέκταση της τραπεζικής πίστης. Ο προβληματισμός του Keynes αμέσως οδηγήθηκε σε δύο νέα ζητήματα πολιτικής: την κοινωνικοποίηση της επένδυσης και την αντιμετώπιση της κερδοσκοπίας. Η Κοινωνικοποίηση της Επένδυσης Ο Keynes θεωρούσε ότι σε συνθήκες οικονομικής ύφεσης η αύξηση της ιδιωτικής επένδυσης είναι πιθανά ανέφικτος στόχος, λόγω κακής ψυχολογίας και αρνητικών προσδοκιών για τη ζήτηση και το κέρδος. Συνεπώς, η απασχόληση του πλεονάζοντος κεφαλαιακού αποθέματος της οικονομίας μπορεί να επιτευχθεί μόνο με κρατική παρέμβαση. Η αντιμετώπιση της ανεργίας και ο στόχος της πλήρους απασχόλησης ήταν τόσο θεμελιακοί στην πολιτική και κοινωνική φιλοσοφία του Keynes, που δεν δίστασε να υποστηρίξει ακόμη και την επιλογή της κυβέρνησης να θάψει παλαιά μπουκάλια με χαρτονομίσματα, τα οποία θα σκάψουν να βρουν άνεργοι όταν χρειαστεί στο μέλλον για τη στήριξη της ζήτησης και της απασχόλησης, αν δεν είναι εφικτή άλλη μορφή αύξησης των κυβερνητικών δαπανών.

50 Στη φιλοσοφία του Keynes είναι οι επενδύσεις και όχι οι δημόσιες δαπάνες το μέγεθος εκείνο που αποτελεί πηγή σταθερότητας και μεγέθυνσης σε κανονικές οικονομικές συνθήκες. Ωστόσο, διέβλεπε περιορισμούς και εμπόδια στην πραγματοποίηση ενός επαρκούς όγκου ιδιωτικών επενδύσεων, ώστε να διατηρηθεί πλήρης απασχόληση μακροχρόνια. Και έχει ιδιαίτερη σημασία για την τρέχουσα περίοδο μία από τις βασικές διαπιστώσεις του Keynes στην Γενική Θεωρία, ότι ακόμη και η πιο ενεργητική κι αποτελεσματική νομισματική πολιτική είναι ανίκανη να αντισταθμίσει την κερδοσκοπική ψυχολογία των αγορών χρήματος και κεφαλαίου και να διαμορφώσει ένα σταθερό και αρκετά χαμηλό επιτόκιο, ικανό να ενθαρρύνει το απαιτούμενο επίπεδο ιδιωτικής επένδυσης για την επίτευξη πλήρους απασχόλησης. Η διαπίστωση αυτή οδήγησε τον Keynes στο συμπέρασμα ότι η απαιτούμενη επένδυση για τη μακροοικονομική σταθερότητα, σε όρους πλήρους απασχόλησης, δεν μπορεί να εγκαταλειφθεί σε χέρια ιδιωτών. Είναι αναγκαία η αύξηση των δημόσιων επενδύσεων και η δημιουργία μηχανισμών συνεργασίας του δημόσιου με την ιδιωτική πρωτοβουλία ώστε να αντισταθμιστεί η ανεπάρκεια της νομισματικής πολιτικής και να ενθαρρυνθούν οι απαραίτητες ιδιωτικές επενδύσεις, ώστε να διαμορφωθεί η ενεργός ζήτηση στο επίπεδο της πλήρους απασχόλησης.

51 Ο Περιορισμός της Κερδοσκοπίας Ο Keynes στο κεφάλαιο 12 της Γενικής Θεωρίας κάνει τη διάκριση ανάμεσα στην κερδοσκοπική και την επιχειρηματική επένδυση. Δεν θα ήταν υπερβολή να ισχυριζόμασταν ότι η διάκριση αυτή προσδιορίζει το πλαίσιο της πολιτικής και κοινωνικής φιλοσοφίας του Keynes και το μοντέλο καπιταλισμού που επιλέγει ως βάση μίας φιλελεύθερης κοινωνίας. Χρησιμοποίησε τον όρο κερδοσκοπία για να περιγράψει τη δραστηριότητα της πρόβλεψης της ψυχολογίας της αγοράς στην επιδίωξη βραχυχρόνιου, δηλαδή κερδοσκοπικού, κέρδους στις αγορές κεφαλαίου και συναλλάγματος. Αντίθετα, η επιχειρηματική επένδυση έχει μακροχρόνιο ορίζοντα και αποσκοπεί στην παραγωγή αγαθών με σκοπό το κέρδος που θα αποφέρει η πώλησή τους. Το χαρακτηριστικό των επιχειρηματικών επενδύσεων είναι η αβεβαιότητα που περιβάλλει τις προσδοκίες για την απόδοση τους, καθώς, σύμφωνα με τον Keynes, είναι αδύνατο να υπάρξει αξιόπιστη στατιστική πρόβλεψη για το μέλλον. Η ανάλυση του Keynes, η οποία είναι εξαιρετικά επίκαιρη στις μέρες μας, επικεντρώνεται στην κατάσταση όπου η κερδοσκοπική δραστηριότητα κυριαρχεί ως επενδυτική πρακτική έναντι της επιχειρηματικής δραστηριότητας.

52 Σημειώνει χαρακτηριστικά ότι η Wall Street υποτίθεται ότι πρέπει να κατευθύνει την επένδυση στις πιο κερδοφόρες δραστηριότητες. Ωστόσο, καθώς η κερδοσκοπία στις αγορές χρήματος και κεφαλαίου αυξάνεται, η κατανομή των πόρων σε επιχειρηματικές επενδύσεις κάθε άλλο παρά με ορθολογικό τρόπο πραγματοποιείται. Το αποτέλεσμα είναι η μείωση της παραγωγικότητας και της οικονομικής μεγέθυνσης. Επιπρόσθετα, η κερδοσκοπία στις αγορές χρήματος και κεφαλαίου, όπως και οι δραστηριότητες στο καζίνο, δεν δημιουργούν απασχόληση και εισόδημα. Η κερδοσκοπία ανακατανέμει την ιδιοκτησία πάνω στον ήδη παραγόμενο πλούτο. Συνεπώς, όταν η κερδοσκοπία γίνεται κυρίαρχη επενδυτική πρακτική, η απασχόληση, η παραγωγή αγαθών και το εισόδημα μειώνεται, χειροτερεύοντας το επίπεδο διαβίωσης της χώρας. Ο Keynes, ως πρακτικός άνθρωπος και με τεράστιο πολιτικό ενδιαφέρον για το μέλλον των δημοκρατικών κοινωνιών, δεν θα μπορούσε να μην προτείνει μέτρα πολιτικής για την χειραγώγηση της κερδοσκοπίας. Εισηγείται λοιπόν (Γενική Θεωρία σελ. 188) την επιβολή σημαντικού φόρου μεταβίβασης σε όλες τις κερδοσκοπικές συναλλαγές, με στόχο τον περιορισμό της κερδοσκοπίας και της κυριαρχίας της επί της επιχειρηματικότητας, και για τη μείωση του εισοδηματικού μεριδίου των εισοδηματιών, όπως αποκαλεί ο Keynes κυρίως τους χρηματιστές και γενικότερα όσους δημιουργούν χρήμα μέσω του χρήματος.

53 Εδώ βρίσκεται η ουσιαστική διαφορά του Keynes με τη φιλελεύθερη οικονομική σκέψη. Ο πραγματισμός του Keynes τον έκανε να επιδιώκει τον θεσμικό περιορισμό της ελευθερίας των αγορών χρήματος και κεφαλαίου, ώστε να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότερη λειτουργία τους και να συμβάλουν με περισσότερη χρηματοδότηση στην αύξηση της απασχόλησης και του εισοδήματος. Αντίθετα, η πίστη στην αρχή του laisez-faire και η δογματική προσήλωση στην ελευθερία των αγορών χρήματος και κεφαλαίου δημιουργεί συχνές χρηματοπιστωτικές κρίσεις και κερδοσκοπική δραστηριότητα σε βάρος της επιχειρηματικότητας, της απασχόλησης και του εισοδήματος, υπονομεύοντας την κοινωνική και πολιτική σταθερότητα του καπιταλιστικού συστήματος Η Ευθανασία των Εισοδηματιών Η ελαχιστοποίηση του τόκου και, ακόμη περισσότερο, η ‘ευθανασία’ των εισοδηματιών είναι στο επίκεντρο της πολιτικής πρότασης του Keynes. Η μείωση ή η εξάλειψη του εισοδήματος των εισοδηματιών συνεπάγεται αμέσως την αύξηση της ροπής προς κατανάλωση και επένδυση, συνεπώς την αύξηση της ενεργούς ζήτησης και της απασχόλησης. Ο Keynes ήταν ένθερμος υπερασπιστής της ‘ευθανασίας’ των εισοδηματιών, για δύο βασικούς λόγους. Πρώτον, εξαιτίας της ροπής των εισοδηματιών προς την κερδοσκοπία που αποσταθεροποιεί τις καπιταλιστικές οικονομίες.

54 Για τον Keynes η ανορθολογική συμπεριφορά των εισοδηματιών στις αγορές χρήματος και κεφαλαίου ανακατανέμει τη ρευστότητα σε βάρος των παραγωγικών επενδύσεων και δημιουργεί αβεβαιότητα και χαμηλές ή αρνητικές προσδοκίες απόδοσης της επένδυσης σε κεφαλαιουχικό εξοπλισμό που δημιουργεί απασχόληση. Ο Keynes θεωρούσε λοιπόν αναγκαία την προστασία του ίδιου του καπιταλιστικού συστήματος από την ψυχολογία και την συμπεριφορά των εισοδηματιών, καθώς το μόνο τους ενδιαφέρον είναι να έχουν ρευστότητα και να κερδοσκοπούν στις αγορές χρήματος και κεφαλαίου. Δεύτερον, η αύξηση του εισοδηματικού μεριδίου των εισοδηματιών θα προκαλέσει πίεση στη διανομή του εισοδήματος σε βάρος των εργαζομένων, μειώνοντας την ροπή προς κατανάλωση. Συνεπώς, η αύξηση του εισοδήματος και του πλούτου των εισοδηματιών είναι πιθανό να οδηγήσει σε μία σωρευτική συρρίκνωση την κατανάλωση και την επένδυση, συνεπώς την ενεργό ζήτηση και την απασχόληση.

55 Ολοκληρώνοντας, ο Keynes στη Γενική Θεωρία απορρίπτει ένα πολύ συγκεκριμένο μοντέλου καπιταλισμού, τον καπιταλισμό της κερδοσκοπίας στις αγορές χρήματος και κεφαλαίου και των εισοδηματιών. Υπερασπίζεται και πολιτικά προτείνει ένα μοντέλο καπιταλισμού όπου η επιχειρηματικότητα, οι εργαζόμενοι και το κράτος θα δημιουργούν την αναγκαία ζήτηση που θα διασφαλίζει την πλήρη απασχόληση των διαθέσιμων πόρων, ισχυροποιώντας τη σταθερότητα του καπιταλιστικού συστήματος και τις αξίες του πολιτικού φιλελευθερισμού.


Κατέβασμα ppt "John Maynard Keynes Η Γενική Θεωρία της Απασχόλησης, του Τόκου και του Χρήματος δημοσιεύτηκε το 1936 και έχει αναμφισβήτητα επηρεάσει την εξέλιξη της οικονομικής."

Παρόμοιες παρουσιάσεις


Διαφημίσεις Google