Η παρουσίαση φορτώνεται. Παρακαλείστε να περιμένετε

Η παρουσίαση φορτώνεται. Παρακαλείστε να περιμένετε

Ο ΒΑΣΙΛΗΣ Ο ΑΡΒΑΝΙΤΗΣ. Η νουβέλα παρουσιάζει μία ιστορία που λαμβάνει μέρος στις αρχές του 20 ου αιώνα σε ένα μικρό ορεινό χωριό στην τουρκοκρατούμενη.

Παρόμοιες παρουσιάσεις


Παρουσίαση με θέμα: "Ο ΒΑΣΙΛΗΣ Ο ΑΡΒΑΝΙΤΗΣ. Η νουβέλα παρουσιάζει μία ιστορία που λαμβάνει μέρος στις αρχές του 20 ου αιώνα σε ένα μικρό ορεινό χωριό στην τουρκοκρατούμενη."— Μεταγράφημα παρουσίασης:

1 Ο ΒΑΣΙΛΗΣ Ο ΑΡΒΑΝΙΤΗΣ

2 Η νουβέλα παρουσιάζει μία ιστορία που λαμβάνει μέρος στις αρχές του 20 ου αιώνα σε ένα μικρό ορεινό χωριό στην τουρκοκρατούμενη Λέσβο. Το κεφάλαιο αναφέρεται στην ερωτική ιστορία του τοπικού ήρωα Ζαχαριά και της Λαμπρινής και σε ένα περιστατικό ανάμεσα στον Ζαχαριά και τον Βασίλη τον Αρβανίτη. Υπάρχει μία σημαντική διαφοροποίηση στο κεφάλαιο 5 όσον αφορά τις αφηγηματικές τεχνικές σε σχέση με τα προηγούμενα κεφάλαια. Εδώ ο αφηγητής είναι παντογνώστης - ετεροδιηγητικός και έχουμε μηδενική εστίαση στην παρουσίαση των γεγονότων. Χρησιμοποιούνται κυρίως οι αφηγηματικές τεχνικές της τριτοπρόσωπης αφήγησης, των μικρών περιεκτικών περιγραφών του καπηλειού και της εξωτερικής εμφάνισης του Ζαχαριά και της Λαμπρινής και του σύντομου, αλλά περιεκτικού διαλόγου ανάμεσα στους δύο εραστές και ανάμεσα στον Ζαχαριά και τον Βασίλη. Το ύφος του κεφαλαίου είναι απλό, λιτό και άμεσο, ενώ ο τόνος είναι εξομολογητικός, καθώς καταγράφονται όλα τα συναισθήματα και οι ενέργειες των δύο ηρώων του κεφαλαίου, αλλά και ενίοτε χιουμοριστικός και σκωπτικός, καθώς καταγράφονται οι αντιδράσεις τόσο των συγχωριανών όσο και της Λαμπρινής απέναντι στην ερωτική της ιστορία με τον Ζαχαριά. Η γλώσσα είναι δημοτική, απλή και φυσική, με επιτηδευμένη επιλογή των λέξεων και ιδιωματισμούς της διαλέκτου του νησιού της Λέσβου, αλλά και πληθώρα τούρκικων λέξεων.

3 Το κεφάλαιο ξεκινά με μία περιγραφή του κλίματος, του κοινωνικού καθεστώτος και της καθημερινότητας που επικρατούσε εκείνη την περίοδο στο νησί μέσα από τη συνύπαρξη των Ελλήνων και Τούρκων κατοίκων. Ήδη από την πρώτη πρόταση καταγράφεται η έχθρα και το εθνικό μίσος που διαχωρίζει αυτούς τους δύο λαούς (« είχαμε... δυό φυλές »). Περιγράφεται ένα κλίμα ανοχής και τεταμένης ισορροπίας, μία αναγκαστική ειρηνική συνύπαρξη, μία ένταση στη συμβίωση μέχρι και το 1922 ( Μικρασιατική καταστροφή ), μία συμβίωση όπου χαρακτηρίζεται από βαθιές και ακλόνητες διαφορές στη θρησκεία και τον πολιτισμό ανάμεσα στους δυο λαούς. Με αυτόν τον τρόπο :  Οι Τούρκοι ως κατακτητές κατείχαν τα ανώτατα διοικητικά και δικαστικά αξιώματα και ασκούσαν την πολιτική εξουσία, ενώ οι Έλληνες καλλιεργούσαν τη γη και αποτελούσαν την οικονομική δύναμη του νησιού  Οι κάτοικοι των δύο λαών είχαν ξεχωριστιούς τόπους και τρόπους διασκέδασης ( καφενεία και γιορτές )  Υπήρχαν τελετουργικές θρησκευτικές διαφορές ανάμεσα στος δύο κοινότητες – ηθογραφικό στοιχείο αποτελεί η διαδικασία της μουσουλμανικής ταφής, όπου « μέσα στο κιβούρι του σηκώνανε τον πεθαμένο ψηλά στους ώμους » και τον τοποθετούσαν σε ξεχωριστό τόπο ταφής - παραπάνω από το χριστιανικό κοιμητήριο 

4   ο φόβος, η ανασφάλεια και η τεταμένη ισορροπία των σχέσεων φαίνεται από το γεγονός ότι παρά τη θλίψη και τον πόνο τους οι συγγενείς του νεκρού είχαν την έγνοια, και την φροντίδα να περπατάνε βιαστικά και χωρίς φασαρία για να μην προκαλέσουν και αναταράξουν αυτήν την κίβδηλη ηρεμία και τάξη των πραγμάτων  τα συναισθήματα του μίσους, του διαχωρισμού, της αποστροφής, του αναθεματισμού και της βαθιάς έχθρας ανάμεσα στους δύο λαούς διαφαίνονται και από το γεγονός ότι η παρακόρη της οικογένειας του συγγραφέα, αν έβλεπε καμία νεκρική πομπή Τουρκου να περνά κάτω από το σπίτι, αναφερόταν στο γεγονός σαν « να ψόφησε ένας σκύλος » / και στη συνέχεια ο συγγραφέας παρουσιάζει ένα παράδοξο και ειρωνικό στοιχείο : τότε η οικογένεια του συγγραφέα, ακούγοντας τα λόγια της παρακόρης, ασκούσε το θρησκευτικό της καθήκον κάνοντας τον σταυρό της και προσεύχοντας στον Χριστό, την ίδια στιγμή που η προσευχή τους είχε έναν έντονο αντιχριστιανικό χαρακτήρα, καθώς ευχόταν « να ψοφήσουν και τα ταίρια » του νεκρού Τούρκου, διαποτισμένη από φανατικό μίσος και μισαλλοδοξία ( ηθογραφική λεπτομέρεια επίσης αποτελεί η ενασχόληση των γυναικών της εποχής με τις οικιακές δουλειές, καθώς η μητέρα ασχολείται με το ράψιμο ) - (« το μεζάρι... φανατισμός »)

5  Στη συνέχεια, εισάγεται στο κεφάλαιο ένα νέο πρόσωπο, το οποίο αποτελεί και τον πρώτο θεματολογικό κύκλο του κεφαλαίου : αυτός είναι το « πρωτοπαλίκαρο του χωριού », ο Ζαχαριάς, ο οποίος ενσωματώνει και αντιπροσωπεύει όλα τα χαρακτηριστικά της ελληνικής συνείδησης και ταυτότητας, του ελληνικού μεγαλείου ψυχής, το οποίο επιθυμεί έμμεσα να προβάλει ο συγγραφέας. Με αυτόν τον τρόπο : Ο Ζαχαριάς ο Ρούσσος ήταν γεμάτος από ζωντάνια, ορμητικότητα και κέφι και ήξερε να γεύεται τις υλικές απολαύσεις (« ήταν χορευταράς και μεθούσε ») Χαρακτηριζόταν από ανδρεία, γενναιότητα, αφοβία, θάρρος και παρρησία καθώς (« έστριβε το μαύρο γυριστό μουστάκι ») Ήταν έξυπνος, οξυδερκής, ζύγιαζε, μελετούσε και εκτιμούσε προσεχτικά τις καταστάσεις τριγύρω του (« σιγανός και χαμηλομάτης ») Παρόλο που ήταν μικροκαμωμένος είχε αγέρωχη ψυχή, όλο πάθος, ηρωϊσμό, αγωνιστικότητα, ορμητικότητα, θάρρος, παρρησία, αψύτητα (« τι ψυχή είχε μέσα τούτο το σκαρί ») Είχε μεγάλη σωματική ρώμη μαζί με την ψυχική του δύναμη (« ήταν χεροδύναμος και δίπλωνε την δεκάρα στην φούχτα του ») Περιποιούταν την εξωτερική του εμφάνιση και ήταν τακτικός – ηθογραφική λεπτομέρεια αποτελεί η περιγραφή του παραδισιακού ρουχισμού του (« φορούσε βελουδένια κατσούλα ( είδος κουκούλας που το φορούσαν για το κρύο ) στο γυαλιστερό μαλλί, μαύρο φαρδομάνικο πουκάμισο, μακριά γούνα και βράκα με δίπλες, σιδερωμένες κάλτσες και ένα λουλούδι από ροδιά στο αυτί του ») – η εξωτερική του περιποιημένη και καθαρή του εμφάνιζε έδενε σε αρμονικό συνολο με την γενναιότητα, την καθαρότητα και την δύναμη της ψυχής του

6  Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα είχαν αναγάγει τον Ζαχαριά σε ιδεώδη πρότυπο της τοπικής νεολαίας του χωριού (« ο τύπος και υπογραμμός της νεολαίας »), καθώς έχαιρε του σεβαμού και της εκτίμησης όλων, οι οποίοι προσπαθούσαν να τον μιμηθούν και να υιοθετήσουν και αυτοί τη ρώμη και το πάθος του, την ασυγκράτητη γενναιότητά του αλλά και τη σεμνότητά του, που συμβολίζεται με το λουλούδι της ροδιάς στο αυτί του (« όλοι πάσχιζαν... στ ’ αυτί »).  Στη συνέχεια, εισάγεται το δεύτερο καινούργιο πρόσωπο του κεφαλαίου, που σχετίζεται με το θεματικό κύκλο της ελεύθερης και απόλυτης αγάπης που αντιτίθεται στα ήθη και έθιμα της εποχής  αυτή είναι η φιλενάδα του Ζαχαριά, η Λαμπρινή. Ηθογραφική λεπτομέρεια αποτελεί το γεγονός ότι οι κοπέλες εκείνη την εποχή παντρεύονταν σε πολύ μικρή ηλικία άντρες αρκετά μεγαλύτερους από αυτές και υπήρχε ο κίνδυνος να μείνουν χήρες αρκετά νέες στην ηλικία / ακόμα ηθογραφική λεπτομέρεια αποτελεί η ενασχόληση των κατοίκων του νησιού με την θάλασσα ως ναυτικοί (« αυτή ήταν χηραύμενη... στο βυζί »).  Ο συγγραφέας καταφεύγει σε μία λεπτομερή περιγραφή της γυναίκας, προβάλλοντας επίσης το πρότυπο της γυναικείας ιδανικής ομορφιάς της εποχής, το οποίο μας θυμίζει αρκετά το πρότυπο της ιδανικής γυναίκας, όπως περιγράφεται στα ομηρικά έπη ( απεικόνιση της Πηνελόπης - ιστορική συνέχεια ). Με αυτόν τον τρόπο η Λαμπρινή : Είχε άσπρη και απαλή επιδερμίδα (« συντεφένια χλωμάδα με παράξενο απόφεγγο και άσπρο μέτωπο »)

7 Τα χείλη της ήταν κατακόκκινα σαν να « σούρωξε όλο το αίμα από την όψη της » - σύμβολο της φιλήδονης αμαρτίας Τα μαύρα μαλλιά της πλέκοταν χοντρές πλεξούδες πάνω στο κεφάλι της « σαν κορώνα » Έχει καλοσύνη και εντιμότητα η ψυχή της (« καλή κι αγαθή »)  Η εξωτερική της εμφάνιση προσδίδει στη Λαμπρινή μία αίσθηση αγέρωχης περηφάνειας, που αντιτίθεται στα αυστηρά ήθη της εποχής. Η επίδειξη της εξωτερικής ομορφιάς της συνάδει με το ελεύθερο, δυναμικό, ανεξάρτητο και ατίθασο πνεύμα της. Στη συνέχεια, διαφαίνεται στο κεφάλαιο μία υπέροχη ερωτική στιχομυθία ανάμεσα στον Ζαχαριά και την Λαμπρινή, η οποία μας θυμίζει αντίστοιχους διαλόγους από ιπποτικά μυθιστορήματα, δημοτικά τραγούδια ή από τον Ερωτόκριτο του Κορνάρου. Ο διάλογος αυτός καταγράφει το ερωτικό κάλεσμα και παιχνίδι ανάμεσα στα δύο πρόσωπα και βρίθει με κωδικοποιημένα σύμβολα αυτού του καλέσματος για να μην προσβάλει τα συντηρητικά έθιμα της εποχής. Το παιχνίδι αυτό παρουσιάζεται μέσα από προκλήσεις, περήφανες αρνήσεις και πεισματικές απαντήσεις. Με αυτόν τον τρόπο :  Αρχικά, ο Ζαχαριάς, αφού διώξει τα μουσικά όργανα της καντάδας κάτω από το παραθύρι της Λαμπρινής, την παρακαλεί και προκαλεί την ίδια στιγμή να του ανοίξει να της πει μία καλησπέρα  Η Λαμπρινή αρνείται να του ανοίξει με παιχνιδιάρικο ύφος, προκαλώντας ακόμα περισσότερο και διεγείροντας την επιθυμία του Ζαχαριά

8  Στη συνέχεια της ζητάει να του ανοίξει για να βάλει ένα λουλούδι από την ροδιά της αυλής της στο αυτί του – αυτό αποτελεί κωδικοποιημένο συμβολο του ερωτικού καλέσματος του Ζαχαριά  Η Λαμπρινή με αγέρωχο πείσμα του επισημαίνει ότι έχει και άλλες ροδιές το χωριό, υποννοώντας ότι υπάρχουν και άλλες γυναίκες στο χωριό για να στρέψει την προσοχή του ο Ζαχαριάς  Ο νέος πεισμώνει και γίνεται έρμαιο των παθών του με αυτό το παιχνίδισμα της Λαμπρινής και με απόλυτο τρόπο της αναφέρει ότι « μονο αυτή λαχταρά η καρδιά του »  Η κοπέλα διεκδικεί την αποκλειστικότητα και κάνει επίδειξη της δύναμης που έχει απέναντι στον Ζαχαριά αναφέροντας ότι « όποιος κόψει από την δική της ροδιά δεν θα πάρει πια λουλούδι από άλλη »  Ο Ζαχαριάς γίνεται έρμαιο στα θέλγητρά της και παρασύρεται από το πάθος του, όταν την παρακαλάει λέγοντας « δεν είναι να απλώσει χέρι σε άλλη ροδιά »  Η Λαμπρινή με την απάντησή της καταγράφει την αντίδραση των συγχωριανών της αν του άνοιγε την πόρτα και σκιαγραφεί ένα βασικό στερεότυπο της κλειστής ορεινής τοπικής κοινωνίας που παρουσιάζει τα αυστηρά και παραδοσιακά ήθη και τη θέση της γυναίκας μέσα σε αυτά / το στερεότυπο αυτό συνδέεται με το φαινόμενο της κοινωνικής διαπόμπευσης, της κοινωνικής κατακραυγής και του έντονου αρνητικού σχολιασμού της χήρας γυναίκας που έχει ερωτικές σχέσεις εκτός γάμου και διαπράττει ηθικό ανοσιούργημα με βάση τις ηθικές και κοινωνικές επιταγές και τα δεδομένα της εποχής 

9  (« η γειτονιά έχει αυτιά και θα μας ακούσουν / ο κόσμος είναι όλο κακά στόματα, θα πάρουν το όνομά μου »)  Ο Ζαχαριάς ανταπανά πεισματικά και περήφανα στους ενδοιασμούς και τις φοβίες της Λαμπρινής λέγοντας ότι « θα κόψει τα αυτιά και θα βουλώσει με χώμα όλα τα κακά στόματα » δείχνοντας την παρρησία του, την ορμητικότητά του, τον υπερφίαλο εγωϊσμό του, την αποκοτιά του, αλλά και το βαθύ πάθος του προς τη Λαμπρινή, στην οποία προσφέρει προστασία.  Και η κοπέλα επισφραγίζει και προκαλεί μυστικά το πάθος ανάμεσά τους που διαρκώς κλιμακώνεται, « γελώντας με ένα γάργαρο γέλιο μέσα στο σκοτάδι », που εντείνει τα συναισθήματα, και πετώντας του από το παράθυρο ένα κλαδί μαντζουράνας, για να παρουσιάσει και την δική της αδημονία και λαχτάρα για τον Ζαχαριά.  Ο Ζαχαριάς επιμένει μέσα από το ερωτικό του πάθος και ξαναπηγαίνει έξω από την πόρτα της, λαμβάνοντας, όμως, την άκαμπτη άρνηση της Λαμπρινής για μία ακόμη φορά, κάτι που τον προκαλεί να της απαντήσει ότι θα σπάσει την πόρτα της και θα μπει μέσα στο σπίτι με την βία.  Η Λαμπρινή αντί να φοβηθεί ή να παρακαλέσει, με παιχνιδιάρικο ύφος ( τσαλίμι ), με γοητεία και θάρρος, παρασυρόμενη και αυτή από το ερωτικό της πάθος, τον προκαλεί και τον προσκαλεί παράλληλα, λέγοντας ότι η πόρτα είναι βαριά και έχει πολλές αμπάρες και δεν είναι εύκολο να σπάσει.  Και στη συνέχεια εμφανίζεται στο κείμενο το « σχήμα των τριών », χαρακτηριστικό εκφραστικό μέσο των δημοτικών τραγουδιών, όπου ο Ζαχαριάς, άκουσε αυτή την φράση μία φορά και δεν αντέδρασε, δύο φορές και δεν αντέδρασε, την τρίτη φορά, όμως, με όλη την σωματική ρώμη, το ξέφρενο πάθος, την απουσία λογικής και σύνεσης, την γενναιότητα και την τόλμη, που τον χαρακτήριζαν, ξερίζωσε την πόρτα και μπήκε μέσα ( του το ’ πε... μπήκε μέσα »)

10 Η ένταση, η κορύφωση του πάθους και η αδημονία των δύο προσώπων διαφαίνεται από το γεγονός ότι αρχικά επικρατεί απόλυτη ακινησία, καθώς η Λαμπρινή « μηδέ κουνήθηκε από το παράθυρο »  ύστερα ο Ζαχαριάς προχωρώντας με αργά, σταθερά και περήφανα βήματα και μισοκλείνοντας τα μάτια από το πάθος, την βρίσκει να « χαμογελά μέσα στο φεγγάρι » ( μία πανέμορφη, λυρική εικόνα σαν ζωγραφικός πίνακας, που υποδηλώνει ότι η Λαμπρινή με αυταρέσκεια – επιτέλους - είχε κοντά της τον άντρα που ήθελε )  τα σύντομα, κοφτά λόγια που ανταλλάσουν επιβεβαιώνουν με περηφάνεια το ασίγαστο ερωτικό τους πάθος και την έντονη προσμονή τους να γευτούν τις προσωπικές τους στιγμές  η κορύφωση του πάθους διαφαίνεται από το γεγονός ότι « το πρόσωπο της Λαμπρινής ήταν πιο χλωμό και τα χείλη της πιο κόκκινα όσο καμία άλλη φορά »  το ερωτικό παιχνίδι και η παθιασμένη προσμονή επισφραγίζεται και με το παράπονο των δύο ηρώων, που σκέφτονται τον χρόνο που χάθηκε την περίοδο της αναμονής ανάμεσά τους (« γιατί δεν μου άνοιγες... που σε περιμένω ;») Ηθογραφικό στοιχείο αποτελεί ότι η κρεβατοκάμαρα, τόπος συνεύρεσης των δύο εραστών, βρισκόταν στο πάνω πάτωμα του σπιτιού, ενώ διάχυτο είναι το θρησκευτικό αίσθημα, καθώς πάνω από το κρεβάτι υπάρχει « το σκαλιστό προσκυνητάρι με τα εικονίσματα και την καντήλα » / μάλιστα, είναι χαρακτηριστικό το πόσο βαθιά ριζωμένο ήταν το θρησκευτικό αίσθημα και η θέση της θρησκείας μέσα στην τοπική μικρή κοινωνία, αφού η Λαμπρινή,

11 αν και παρασυρόταν από το ερωτικό της πάθος και μοιραζόταν προσωπικές στιγμές με τον Ζαχαριά, παράλληλα ένιωθε μία ενδόμυχη ντροπή, έναν φόβο., μία αιδώ για το πάθος και την ερωτική της ορμή, γι ’ αυτό και κάλυπτε το προσκυνητάρι, κάθε φορά που την επισκεπτόταν ο Ζαχαριάς. Και στο σημείο αυτό του κεφαλαίου ο συγγραφέας καταγράφει την αντίδραση της τοπικής κοινωνίας απένατι σε αυτήν την παράνομη και ανήθικη ερωτική ιστορία, όπως θα χαρακτηρίζονταν από τις κοινωνικές, ηθικές και θρησκευτικές επιταγές της εποχής  η σχέση αυτή ήταν από την αρχή καταδικαστέα και αποτέλεσε το έναυσμα για την κοινωνική διαπόμπευση και τον κοινωνικό αποκλεισμό της Λαμπρινής, για την έντονη αντίδραση και για την βαθιά προσβολή αλλά και απέχθεια, που ένιωθαν οι κάτοικοι του χωριού απέναντι σε αυτήν την ερωτική ιστορία ( και κυρίως οι γυναίκες, οι οποίες ήταν πιο επιρρεπείς σε κοινωνικό σχολιασμό με βάση τις συνήθειες της εποχής ). Με αυτόν τον τρόπο,: Παντού υπήρχε κοτσομπολιό – « καταλαλητό » Υπήρχε διάχυτο μίσος, αηδία και απέχθεια για το πρόσωπο της Λαμπρινής Δεν πρόφεραν το όνομά της στις συζητήσεις, αλλά της απέδιδαν διάφορους προσβλητικούς χαρακτηρισμούς (« η τέτοια », « η προκομένη ») Δεν την καλημέριζαν, δεν της έδιναν ξύλα και προσάναμμα για το φούρνο της και προζύμι για το ζύμωμα του ψωμιού ( τα δύο τελευταία αποτελούν ηθογραφικές λεπτομέρειες για την παρουσία των φούρνων με ξύλα, στους οποίους οι νοικοκυρές φούρνιζαν το ζυμωτό παραδοσιακό ψωμί ) Κι τέλος, όταν η Λαμπρινή πήγαινε στην εκκλησία, για να επιτελέσει το θρησκευτικό της καθήκον, οι άλλες γυναίκες του χωριού απομακρύνονταν από κοντά της στον γυναικωνίτη ( ηθογραφική λεπτομέρεια αποτελεί η παρουσία των γυναικών στο γυναικωνίτη και μακριά από το υπόλοιπο εκκλησίασμα, κάτι που υποδηλώνει και τον διαχωρισμό των δυο φύλων στην κλειστή αυτή συντηρητική, τοπική κοινωνία / παράλληλα, ακούγεται ιδιαιτερα ειρωνικό το γεγονός ότι οι γυναίκες μέσα στο χώρο της εκκλησίας επιδεικνύουν μία τέτοια αντιχριστιανή και σκληρή συμπεριφορά )

12 Απέναντι σε όλη αυτή την κοινωνική κατακραυγή και διαπόμπευση η Λαμπρινή κρατούσε μία ανεκτική στάση, καθώς η καλοκαρδοσύνη της, αλλά και η περηφάνεια της την έκαναν να να αγνοεί όλη αυτή την κακότροπη συμπεριφορά. Μία μέρα, όμως, μην αντέχοντας άλλο, απάντησε σε κάποια συγχωριανή της με απότομο και απόλυτο τρόπο  όλη αυτή η περιθωριοποίηση αλλά και η αγανάκτηση που ένιωθε, την έκαναν να αποκτήσει θάρρος και να επιτεθεί στς βαριές κατηγορίες που της επισύναπταν, επιδεικνύοντας θάρρος, παρρησία και αποκοτιά, φανερώνοντας ένα ελέυθερο και ατίθασο πνεύμα και εκφράζοντας αρκετά προχωρημένες για την εποχή ιδέες και απόψεις, προκαλώντας τα παραδοσιακά ήθη και στερεότυπα ( ηθογραφική λεπτομέρεια αποτελεί η μάζωξη των γυναικών στην κοινόχρηστη βρύση του χωριού, τόπος συλλογής νερού αλλά και κοινωνικού σχολιασμού και ανταλλαγής απόψεων ) Με αυτόν τον τρόπο, καταλογίζει στις γυναίκες του χωριού ότι η σκληρή συμπεριφορά τους απέναντί της πηγάζει από μία ενδόμυχη ζήλεια και έναν φθόνο, γιατί αυτή μπορεί να χαίρεται με ζωντάνια, ορμητικότητα και απόλυτη ελευθερία τις ερωτικές χαρές της ζωής, ενώ αυτές ειναι καταδικασμένες να ζουν μέσα σε ένα συμβατικό γάμο, υποτασσόμενες σε συζύγους που δεν τους αγαπούν και να πέφτουν θύματα οικογενειακής βίας ( κάτι το οποίο αποτελεί ηθογραφικό στοιχείο και δείχνει την υποδεέστερη θέση της γυναίκας σε αυτές τις κλειστές τοπικές κινωνίες των αρχών του 20 ου αιώνα ) (« δεν είν ’ αυτό... στο προσκέφαλό μου »)

13 Η αντίδραση των γυναικών είναι άμεση, καθώς την αποκαλούν « χαμένο κορμί » και παρουσιάζουν ένα ακόμα στερεότυπο και μία λαϊκή δοξασία της εποχής, ότι δηλαδή η Λαμπρινή θα έπρεπε να ντρέπεται τις δύο κόρες της και ότι οι αμαρτίες της θα κληροδοτηθούν στα παιδιά της  αυτή η φράση προκαλεί την άμεση και κάπως υπερβολική αντίδραση της Λαμπρινής, η οποία υπερασπίζεται τις κόρες της και ειρωνεύεται τις συγχωριανές της, αναφέροντας ότι τα δικά της τα παιδιά δεν θα καταδικαστούν να είναι υποδεέστερα όντα, σκλαβωμένες υπάρξεις ενός κυρίαχου συζύγου, άτομα χωρίς το θάρρος της γνώμης τους, που θα αναλώνονται σε σκληρή δουλειά και στο μεγάλωμα των παιδιών, μίζερες και υπεταγμένες ανάμεσα στους περιορισμούς, όπως είναι αυτές και οι δικές τους κόρες Αντίθετα, τα δικά της κορίτσια θα είναι ελεύθερα, αγέρωχα, ατίθασα, έτοιμα να γευτούν τις χαρές της ζωής χωρίς ντροπή και όνειδος, όμορφες και καλαίσθητες, που να αποτελούν αντικείμενο πόθου από τον αντρικό πληθυσμό ( όλα αυτά τα χαρακτηριστικά αποδίδονται με το προσωνύμιο « φάρισσες », ενώ ηθογραφικό σημείο και στοιχείο λαϊκής θυμοσοφίας αποτελεί η αναφορά στα λαϊκά παραμύθια του τόπου για τα βασιλόπουλα και τις μαγικές φοράδες – φάρισσες ) (« εγώ, κυρά μου... οι φάρισσες »). Βέβαια, ο συγγραφέας δηλώνει ότι η Λαμπρινή είχε το θάρρος και την δύναμη να προκαλέσει τόσο πολύ τα ήθη και τα έθιμα της τοπικής κοινωνίας, γιατί τύγχανε της προστασίας του Ζαχαριά, όπου φρόντιζε την ασφάλειά της / όταν ξενυχτούσε σπίτι της, κάρφωνε έξω από την πόρτα το μαχαίρι του ως σύμβολο κυριαρχίας και κατοχής, θάρρους, πρόκλησης και ανωτερότητας, που « όλοι ήξεραν τη σημασία του » και απέφευγαν να πειράξουν την Λαμπρινή και να αμαυρώσουν την τιμή και την αξιοπρέπεια του Ζαχαριά με αυτόν τον τρόπο ( ηθογραφική λεπτομέρεια αποτελεί η περιγραφή του μαχαιριού με την φιλντισένια λαβή, αλλά και το έθιμο της οπλοκατοχής για να προστατεύονται από τους Τούρκους ) / μάλιστα, οι κάτοικοι του χωριού, παρά τον φόβο τους και την ανασφάλειά τους να προκαλέσουν τον Ζαχαριά, αντιδρούσαν, κατασκευάζοντας δίστιχα με σκωπτικό και σαρκαστικό περιεχόμενο, για να κοροϊδέψουν και να επικροτήσουν την κοινωνική κατακραυγή για αυτήν την ερωτική ιστορία (« από αυτό δα... οι μαχαιριές »)

14 Στη συνέχεια του κεφαλαίου ο συγγραφέας στρέφει ξανά την προσοχή των αναγνωστών στο πρόσωπο του Βασίλη του Αρβανίτη, ο οποίος παρουσιάζεται σαν ο διάδοχος και ο συνεχιστής της εικόνας του ατρόμητου και γενναίου Έλληνα, καθώς αμφισβητεί τα πρωτεία και την ιεραρχική ανωτερότητα του Ζαχαριά μέσα στην τοπική κοινωνία, εισβάλλει στον χώρο του και επιδεικνύει άκρατη ανδρεία, γενναιότητα, παρρησία, ακλόνητη σταθερότητα και τόλμη. Αρχικά, ως ηθογραφικό στοιχείο, καταγράφεται το καφενεδάκι / ταβέρνα του Διαμαντόγλου, στο οποίο πήγαιναν οι άντρες του χωριού, για να διασκεδάσουν / η πρωτοκαθεδρία του Ζαχαριά του Ρούσσου μέσα στο χωριό, αλλά και στον χώρο της ταβέρνας διαφαίνεται από το γεγονός ότι όταν αυτός και η παρέα του ανηφόριζαν προς το καφενείο « κανένας Τουρκος για Ρωμιός δεν κοτούσε » να ανέβει και αυτός  αντίθετα, όλοι έδειχναν φόβο και σεβασμό παράλληλα, υποχωρούσαν μπροστά του και αναγνώριζαν την ανωτερότητά του  ο μοναδικός που τόλμησε να αμφισβητησει αυτήν την ανωτερότητα και να προκαλέσει την πρωτοκαθεδρία του Ζαχαριά ήταν ο έφηβος Βασίλης, ο οποίος με άγρια περηφάνεια, αψύτητα και ορμητικότητα πηγαίνει στην ταβέρνα και με αποφασιστικές κινήσεις και αγνοώντας την παρουσία του Ζαχαριά παραγγέλνει ένα κατοσταράκι ρακί ( ηθογραφική λεπτομέρεια οι άντρες που καπνίζουν « ναργιλέ »)  η παράτολμη αυτή ενέργεια του νεαρού - εφήβου προκαλεί αρχικά την έκπληξη, αλλά και την οργισμένη αντίδραση του Ζαχαριά, που νιώθει ότι η αποκοτιά του παιδιού καταρρακώνει την δυναμή του και την αξιοπρέπειά του / αρχικά αισθάνεται ένταση και θυμό, αλλά μετά με απολυτότητα, βαρύτητα, και σοβαρότητα σηκώνεται από την θέση του, κοιτάει κατάματα το παιδί, ζυγίζοντας την αντίδρασή του και με άγρια περηφάνεια και επίδειξη δύναμης αδειάζει το περιεχόμενο από το καραφάκι στο δίσκο, προσβάλλοντας με αυτόν τον τρόπο την τιμή και την αξιοπρέπεια του Βασίλη και προκαλώντας ένταση και έξαρση των συναισθημάτων των παρευρισκομένων.

15 Και μάλιστα, στη συνέχεια, κορυφώνει την προβλητική του συμπεριφορά απέναντι στον Βασίλη, απειλώντας τον φανερά να μην ξαναπατήσει μέσα στον δικό του προσωπικό χώρο και να μην προκαλέσει την πρωτοκαθεδρία του (« φύγε, μικρέ... να μαλλιάσεις »)  η αντίδραση του Βασίλη είναι η αναμενόμενη, νιώθει έντονα προσβεβλημένος, μειωμένος, θιγμένος, αισθάνεται ότι εχει καταρρακωθεί η τιμή και η αξιοπρέπειά του με απόλυτο τρόπο, κοκκινίζει και νιώθει εναν βαθύ και ενδόμυχο θυμό, μία αψύτητα και σκληρότητα, « μία αστραψιά από ατσάλι » στα μάτια του / παρά το νεαρόν της ηλικίας του, όμως, επιδεικνύει ωριμότητα, σύνεση και αυτοσυγκράτηση, καθώς ζυγιάζοντας και υπολογίζοντας τις καταστάσεις, κατανοεί ότι αν κινηθεί εναντίον του Ζαχαριά, δεν θα είχε την δύναμη να τον ξεπεράσει / με αυτόν τον τρόπο πληρώνει για να φύγει, αλλά ο Ζαχαριάς εξακολουθεί να διακωμωδεί την παρουσία του στην ταβέρνα και να τον προσβάλει (« για δείτ ’ εδώ... τα τσογλάνια »)  οι χαρακτηρισμοί που χρησιμοποιεί ο Ζαχαριάς προκαλούν εκ νέου την αντίδραση του Βασίλη, ο οποίος με λεβεντιά, αφοβία, θάρρος και αποφασιστικότητα, ξεπληρώνει την προσβολή με την άμεση απειλή ότι ο Ζαχαριάς θα την πληρώσει όλη αυτήν την απαράδεκτη και προσβλητική συμπεριφορά κάποια στιγμή, καθώς « μια μέρα θα του τον επληρώσει τον λόγο », ξεκινώντας έναν κύκλο αίματος με τον Ζαχαριά / αυτή η απάντηση του Βασίλη καταδεικνύει το πείσμα του, την αξιοπρέπειά του και την γενναιότητα και αποφασιστικότητά του, αλλά προκαλεί την οργισμένη και κοφτή αντίδραση του Ζαχαριά που θέλει να πετάξει μία καρέκλα κατακέφαλα στο παιδί και να το τραυματίσει βαριά  η τελευταία φράση του κεφαλαίου, όμως, « δεν του ήρθε να βαρέσει ένα μωρό » δείχνει ότι υπάρχει παράλληλα και μία ευαίσθητη πλευρά στον Ζαχαριά, μία πλευρά με καλοσύνη, που αναγνωρίζει και ενδόμυχα σέβεται το άγριο, ανεξάρτητο και ελεύθερο πνεύμα του Βασίλη του Αρβανίτη.


Κατέβασμα ppt "Ο ΒΑΣΙΛΗΣ Ο ΑΡΒΑΝΙΤΗΣ. Η νουβέλα παρουσιάζει μία ιστορία που λαμβάνει μέρος στις αρχές του 20 ου αιώνα σε ένα μικρό ορεινό χωριό στην τουρκοκρατούμενη."

Παρόμοιες παρουσιάσεις


Διαφημίσεις Google