Η παρουσίαση φορτώνεται. Παρακαλείστε να περιμένετε

Η παρουσίαση φορτώνεται. Παρακαλείστε να περιμένετε

ΣΥΝΘΕΤΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ ΑΡΧΕΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ Β΄ ΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ ΝΙΚΟΛΕΤΑ ΚΙΣΣΑ ΥΠΕΥΘΥΝΗ ΚΑΘΗΓΗΤΡΙΑ:ΠΑΠΑΜΑΓΓΑΝΑ ΙΩΑΝΝΑ.

Παρόμοιες παρουσιάσεις


Παρουσίαση με θέμα: "ΣΥΝΘΕΤΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ ΑΡΧΕΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ Β΄ ΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ ΝΙΚΟΛΕΤΑ ΚΙΣΣΑ ΥΠΕΥΘΥΝΗ ΚΑΘΗΓΗΤΡΙΑ:ΠΑΠΑΜΑΓΓΑΝΑ ΙΩΑΝΝΑ."— Μεταγράφημα παρουσίασης:

1 ΣΥΝΘΕΤΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ ΑΡΧΕΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ Β΄ ΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ ΝΙΚΟΛΕΤΑ ΚΙΣΣΑ ΥΠΕΥΘΥΝΗ ΚΑΘΗΓΗΤΡΙΑ:ΠΑΠΑΜΑΓΓΑΝΑ ΙΩΑΝΝΑ

2 Ο Σωκράτης (4 Ιουνίου 470 π.Χ π.Χ) ήταν Έλληνας Αθηναίος φιλόσοφος και μια από τις σημαντικότερες φυσιογνωμίες του Ελληνικού και παγκόσμιου πολιτισμού.4 Ιουνίου470 π.Χ399 π.ΧΈλληνας Αθηναίοςφιλόσοφοςπολιτισμού Ήταν γιος του Σωφρονίσκου και της Φαιναρέτης. Παντρεύτηκε σε μεγάλη ηλικία την Ξανθίππη. Ο Σωκράτης είχε έναν πολυάριθμο κύκλο πιστών φίλων, κυρίως νέων από αριστοκρατικές οικογένειες, απ' όλη την Ελλάδα. Ορισμένοι απ αυτούς έγιναν γνωστοί ως ιδρυτές φιλοσοφικών σχολών διαφόρων κατευθύνσεων. Οι γνωστότεροι ήταν ο Πλάτωνας και ο Αντισθένης στην Αθήνα, ο Ευκλείδης στα Μέγαρα και ο Φαίδωνας στην Ηλεία. Οι πληροφορίες για τη ζωή του Σωκράτη είναι όχι μόνο ασαφείς αλλά συχνά και αντικρουόμενες, γιατί οι συγγραφείς που ασχολήθηκαν μαζί του είναι πολλοί και ο καθένας έδωσε τη δική του ερμηνεία. Έτσι ο Πορφύριος μας πληροφορεί ότι ο Σωκράτης ασχολήθηκε αρχικά με το επάγγελμα του πατέρα του, ο οποίος ήταν λιθοξόος. Στα 17 του χρόνια γνώρισε το φιλόσοφο Αρχέλαο, που του μετέδωσε το πάθος για τη φιλοσοφία και τον έπεισε να αφιερωθεί σ' αυτήν. Τα αντίθετα υποστηρίζει ο Πλάτωνας, που στην Απολογία του παρουσιάζει το Σωκράτη να θεωρεί τη φιλοσοφική ενασχόληση ως θεία εντολή. Στις φιλοσοφικές του έρευνες τον παρακολουθούσαν πολλοί, ιδιαίτερα νέοι, που ένιωθαν ευχαρίστηση ακούγοντας τον να μιλάει και να συζητάει για θέματα κοινωνικά, πολιτικά, ηθικά και θρησκευτικά. Έτσι σχηματίστηκε γύρω του ένας όμιλος, που δεν αποτελούσε όμως σχολή, γιατί ο Σωκράτης δε δίδαξε συστηματικά, αλλά διαλεγόταν σε κάθε σημείο της πόλης, με ανθρώπους κάθε κοινωνικής τάξης και σε αντίθεση με τους σοφιστές δεν έπαιρνε χρήματα από τους μαθητές του. Το 406 π.Χ. στη δίκη των 10 Αθηναίων στρατηγών, ο Σωκράτης ως πρύτανης της Βουλής, αρνήθηκε να υποβάλει σε ψηφοφορία μια παράνομη πρόταση (να δικαστούν όλοι μαζί οι στρατηγοί που είχαν κατηγορηθεί ότι δεν περισυνέλεξαν τους ναυαγούς κατά τη ναυμαχία στις Αργινούσες). Το 404 π.Χ. με αξιοθαύμαστη τόλμη εναντιώθηκε στους Τριάκοντα τυράννους, όταν αρνήθηκε να συλλάβει ένα δημοκρατικό πολίτη, το Λέοντα το Σαλαμίνιο. Η ζωή του

3 Το 399 π.Χ. διατυπώθηκε εναντίον του κατηγορία για ασέβεια προς τους θεούς και για διαφθορά των νέων τότε καταδικάστηκε σε θάνατο. Η αληθινή σκοπιμότητα της κατηγορίας ήταν ότι η διδασκαλία του επιδρούσε στους νέους που έδειχναν ανατρεπτικές τάσεις. Στη διάρκεια της δίκης ο Σωκράτης έδειξε αξιοθαύμαστο θάρρος, ενώ η αναγγελία της ποινής δεν κατάφερε να τον βγάλει από τη θεϊκή του αταραξία. Μετά την καταδίκη του παρέμεινε στο δεσμωτήριο 30 μέρες, γιατί ο νόμος απαγόρευε την εκτέλεση της θανατικής ποινής πριν από την επιστροφή του ιερού πλοίου από τις γιορτές της Δήλου. Από το διάλογο του Πλάτωνα Κρίτων μαθαίνουμε ότι ο Σωκράτης θα μπορούσε να σωθεί αν ήθελε, αφού οι φίλοι του είχαν τη δυνατότητα να τον βοηθήσουν να αποδράσει. Ο Σωκράτης αρνήθηκε και, ως νομοταγής πολίτης και αληθινός φιλόσοφος, περίμενε το θάνατο ειρηνικά και γαλήνια. Ο Σωκράτης, όπως και ο Πυθαγόρας, δεν άφησε κανένα σύγγραμμα. Γι' αυτό είναι πολύ δύσκολο να καθορίσουμε ακριβώς το περιεχόμενο της φιλοσοφίας του. Κατά το Σωκράτη ο Θεός δε φιλοσοφεί, γιατί κατέχει τη σοφία, φιλοσοφεί όμως ο άνθρωπος, που η ύπαρξή του είναι πεπερασμένη. Η περίφημη σωκρατική φράση " Ἓ ν ο ἶ δα ὅ τι ουδ ὲ ν ο ἶ δα" (ένα ξέρω ότι δεν ξέρω τίποτα) φαίνεται ότι ήταν η θεμελιακή πρόταση της φιλοσοφίας του. Στην εποχή του Σωκράτη έχουμε με τους Σοφιστές την στροφή της φιλοσοφίας προς τον άνθρωπο και τη χρήσιμη αρετή, ενώ πριν το κύριο θέμα της φιλοσοφίας των προσωκρατικών ήταν η φύση. Βέβαια,οι Σοφιστές ως μη φιλόσοφοι δεν διείσδυσαν εις βάθος στην μελέτη της πραγματικής ουσίας του ανθρώπου, κάτι που ξεκίνησε με το Σωκράτη, ο οποίος πρώτος θεώρησε την ψυχή σαν την πραγματική ουσία του ανθρώπου και την αρετή σαν αυτό που επιτρέπει την πλήρωση της ανθρώπινης φύσης μέσα από την αναζήτηση και βελτίωση της ψυχής. Εύστροφα ο Αριστοτέλης αναγνωρίζει αυτή την στροφή του πνεύματος με τη φράση "επί Σωκράτους το δε ζητείν τα περί φύσεως έληξε, προς την χρήσιμη αρετή και την πολιτική δε απόκλεινον οι φιλοσοφούντες". Εμείς στην σχέση Σωκράτη-Σοφιστών μπορούμε να αναγνωρίσουμε το εξής :"Οι Σοφιστές έθεσαν θέμα της συζήτησης τον άνθρωπο και η φιλοσοφία απάντησε με το Σωκράτη !!!".

4 Ο Σωκράτης δεν αναμείχθηκε στην πολιτική. Ως πολίτης ήταν πειθαρχικός, ενάρετος και δίκαιος. Δίδασκε την υπακοή στους νόμους και έδινε ο ίδιος το παράδειγμα, εκτελώντας με προθυμία τα καθήκοντά του ως Αθηναίος πολίτης. Γνωστά γεγονότα της ζωής του είναι η συμμετοχή του, κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο, στην εκστρατεία της Ποτίδαιας και στις μάχες του Δηλίου και της Αμφίπολης. Κατά την πολιορκία της Ποτίδαιας έσωσε τη ζωή του Αλκιβιάδη, όπως βεβαιώνει ο ίδιος ο Αλκιβιάδης στο «Συμπόσιο» του Πλάτωνα, όπου εξυμνεί την ανδρεία και την αντοχή του Σωκράτη. Ποτέ άλλοτε ο Σωκράτης δεν έφυγε από την Αθήνα. Ο Σωκράτης αν και δεν ήταν πολιτικός, ήταν, ωστόσο, μια προσωπικότητα πασίγνωστη μέσα στην πόλη της Αθήνας. Η φυσιογνωμία του ήταν μοναδική, αινιγματική και παράδοξη. Η εξωτερική του μορφή δεν είχε τίποτα από το ελληνικό κάλλος. Ήταν άσχημος, με μάτια πεταγμένα έξω, μύτη κοντή και χοντρή, με σηκωμένα ρουθούνια, παχιά χείλη, κεφάλι φαλακρό και κοιλιά εξογκωμένη. Ψυχικά, όμως, ήταν άνθρωπος υπέροχος και διακρινόταν για τη λεπτότητα, την εξυπνάδα του, το χρηστό του ήθος, την εγκράτεια και την αυτάρκειά του, για τη γαλήνη και την αρμονία που ακτινοβολούσε ο ψυχικός του κόσμος. Όπως λέει ο Πλάτωνας, ήταν ο «άριστος, ο φρονιμότατος και δικαιότατος των Ελλήνων». Πολλοί τον έβλεπαν με συμπάθεια, ενώ άλλοι, ίσως οι περισσότεροι, τον αντιπαθούσαν, κυρίως γιατί τον έβλεπαν ως Σοφιστή. Όπως αναφέρει και ο Αλκιβιάδης στο «Συμπόσιο», εξωτερικά, ως μορφή, ο Σωκράτης ήταν άσχημος και έμοιαζε με Σειληνό, ενώ εσωτερικά ήταν όμορφος, και πλούσιος σε αρετή και σοφία.

5 Η διδασκαλία του Ο Σωκράτης αφιερώθηκε στην αναζήτηση της ηθικής φιλοσοφίας ή στην αναζήτηση του ηθικού αγαθού, της αρετής και της δικαιοσύνης. Συνειδητοποίησε ότι κύριο έργο και αποστολή της ζωής του ήταν να συμβάλλει στην ανύψωση του ηθικού και πνευματικού επιπέδου όχι μόνο της νεότητας, την οποία περισσότερα πλησίασε, αλλά και των συμπολιτών του. Να διδάξει στους ανθρώπους την άγνοιά τους και να τους βοηθήσει να γνωρίσουν τον εαυτό τους («γνώθι σαυτόν»). Η συνείδηση της αποστολής αυτή βάθαινε μέσα του, όσο έβλεπε την ηθική τάξη της αθηναϊκής πολιτείας να κλονίζεται, παρά την εξωτερική λάμψη που παρουσίαζε κατά την εποχή του Χρυσού Αιώνα του Περικλή. Προσπαθούσε, λοιπόν με τη διδασκαλία του, να πείσει τους συμπολίτες του Αθηναίους ότι κύρια προσπάθεια του ανθρώπου πρέπει να είναι η αναζήτηση της αλήθειας, ο αυτοέλεγχος, και ότι το ανώτατο αγαθό βρίσκεται στην όσο γίνεται μεγαλύτερη καλλιέργεια της ψυχής και στην αναζήτηση της ηθικής φρόνησης. Ο Σωκράτης οδήγησε σε μια φιλοσοφία πιο ανθρωποκεντρική. Αυτό εννοεί και ο Κικέρων όταν αναφέρει ότι ο Σωκράτης πήρε τη φιλοσοφία από τον ουρανό και στράφηκε προς τον άνθρωπο, προς την ψυχή και την ιδιαίτερη φύση του. Σ’αυτό επηρέασε όλους τους μεταγενεστέρους του. Κέντρο βάρους, πλέον, δεν ήταν η γη, οι νεφέλες ή τα ουράνια σώματα. Σημασία, τώρα, είχε το σύμπαν που υπάρχει μέσα στην ανθρώπινη ψυχή. Ο Σωκράτης δεν έγραψε τίποτα, γι’ αυτό και αποτελούσε πάντα ένα πρόβλημα για τους ιστορικούς της φιλοσοφίας. Οι μοναδικές άμεσες πηγές που έχουμε είναι οι μαρτυρίες του Ξενοφώντα, του Πλάτωνα και μερικά «εξ ακοής» σχόλια του Αριστοτέλη. Δεν ήταν ρήτορας, ούτε δίδαξε ρητορική, ούτε έδινε μαθήματα, και μάλιστα με αμοιβή, ούτε ταξίδευε από πόλη σε πόλη, όπως οι σοφιστές. Δεν άνοιξε σχολή, αλλά χρησιμοποίησε το διάλογο. Με απλές ερωτήσεις έβαζε στη συζήτηση ανθρώπους από κάθε κοινωνική τάξη, για ζητήματα θρησκευτικά, ηθικά, πολιτικά, κοινωνικά. Για τη ζωή τους, για τη μόρφωση των παιδιών τους, για τη δικαιοσύνη, για την αρετή κ.τ.λ., για ζητήματα, δηλαδή, που ενδιαφέρουν γενικά τον άνθρωπο.

6 Άρχιζε την συζήτηση με την προσποίηση ότι δεν γνωρίζει, αλλά ενδιαφέρεται να μάθει λ.χ. τι είναι δίκαιο και τι άδικο, τι είναι θάρρος και τη δειλία, τι είναι καλό και τι κακό, τι είναι ωραίο και τι άσχημο. Η προσποίηση άγνοιας, που χρησιμοποιεί ο Σωκράτης στις φιλοσοφικές συζητήσεις, λέγεται «Σωκρατική ειρωνεία». Σε κανέναν δεν έδινε την εντύπωση ότι θα του διδάξει κάτι συγκεκριμένο, γιατί πίστευε ότι ο άνθρωπος, αν μάθει πρώτα να χρησιμοποιεί το νου του, δηλ. το λογικό στοχασμό του, μπορεί ύστερα να σκέπτεται, να βρίσκει και να κατακτά την αλήθεια μόνος του. Γι’αυτό δεν προσέφερε ποτέ στον συνομιλητή του έτοιμες γνώσεις. Του ήταν αρκετό να κεντρίζει τον συνομιλητή του με ερωτήσεις, ώστε να φτάνει μόνος του σε γνώσεις που τις είχε ήδη μέσα του. Η μέθοδος αυτή του Σωκράτη λέγεται «Μαιευτική». Όπως, δηλ., η «μαία» βγάζει το παιδί από την κοιλιά της μάνας του, έτσι και ο Σωκράτης έβγαζε από τον συνομιλητή του ό,τι εκείνος είχε μέσα του, χωρίς βέβαια εκείνος να το γνωρίζει συνειδητά.

7 Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ Οι άμεσες πληροφορίες λείπουν και από τον τομέα αυτό, όπως και από τη ζωή του. Ο ίδιος δε μας άφησε κανένα γραπτό του. Ό,τι ξέρουμε λοιπόν για τη διδασκαλία του, το έχουμε μάθει από τους μαθητές του Πλάτωνα και Ξενοφώντα, οι οποίοι στα έργα τους αποτύπωσαν τις θεωρίες και το πνεύμα του μεγάλου τους δασκάλου. Από τη μελέτη των έργων αυτών προκύπτουν τα εξής: Ο Σωκράτης. μετέθεσε το κέντρο της φιλοσοφίας από τον εξωτερικό κόσμο των Ιώνων στον εσωτερικό, από τη φύση στον άνθρωπο. Συζητούσε διαρκώς για τα ανθρώπινα, εξετάζοντας "τι ευσεβές, τι ασεβές, τι καλόν, τι αισχρόν, τι δίκαιον, τι άδικον, τι σωφροσύνή, τι μανία, και περί των άλλων ά τους μεν ειδότας ηγείτο καλούς καγαθούς είναι, τους δ' αγνοούντας ανδραποδώδεις". Σκοπός του ήταν να κάνει τον άνθρωπο τίμιο, ηθικό και δίκαιο και όχι επιφανειακά ευτυχισμένο.Πλάτωνα Χάραξε λοιπόν ένα δικό του δρόμο, για να φέρει τον άνθρωπο κοντά στην αλήθεια και τη σωτηρία. Ξεκίνησε από την αρχή ότι κάθε πράξη πρέπει να είναι αποτέλεσμα της ορθής γνώσης του πράγματος· αλλά για να γνωρίσει κανείς ένα πράγμα, είναι ανάγκη να το εξετάσει· συνεπώς είναι ανάγκη να ομολογήσει ότι δεν το γνώριζε αυτό. Πριν όμως ασχοληθεί κανείς με τη γνώση των πραγμάτων, είναι ανάγκη να απαλλάξει τον εαυτό του από την ψεύτικη εντύπωση του οίεσθαι ειδέναι α μη οίδεν (ότι γνωρίζει όσα δε γνωρίζει). Αφετηρία λοιπόν για το Σωκράτη. αποτελεί το μηδέν ειδέναι (η τέλεια άγνοια). Πιο μπροστά όμως και από τη γνώση των άλλων όντων, υποστήριζε ότι πρέπει κανείς να γνωρίζει τον εαυτό του· έτσι το "γνώθι σαυτόν" αποβαίνει χαρακτηριστικό γνώρισμα της σωκρατικής φιλοσοφίας. Γιατί όποιος αγνοεί τον εαυτό του και τις δικές του δυνάμεις, επιχειρεί, έργα, στα οποία αποτυγχάνει και δυστυχεί. Με τον τρόπο αυτό ο Σωκράτης έδωσε ένα νέο προσανατολισμό στη φιλοσοφία και κέρδισε την αναγνώριση των διανοητών όλων των εποχών, οι οποίοι των θεωρούν αιώνιο φιλόσοφο. Και όμως ο γίγαντας αυτός της φιλοσοφίας όχι μόνο δεν έγραψε τίποτε από όσα δίδασκε, αλλά ούτε σχολή επιχείρησε να ιδρύσει ούτε ολοκληρωμένο φιλοσοφικό σύστημα να δημιουργήσει. Ιδιόρρυθμος όπως όλοι οι μεγάλοι, τη φροντίδα αυτή την άφησε στους μαθητές του· και δεν είχε λίγους. Από αυτούς ξεχώρισαν και ίδρυσαν δικές τους σχολές ο Ευκλείδης, ο Φαίδωνας, ο Αντισθένης, ο Αρίστιππος και πάνω από όλους ο Πλάτωνας.Πλάτωνας

8 Η δίκη και ο θάνατος του Σωκράτη. Όπως έχουμε ήδη πει, ήταν ίσως, περισσότεροι εκείνοι που αντιπαθούσαν τον Σωκράτη – γιατί τον θεωρούσαν Σοφιστή – για ασέβεια και άρνηση των θεσμών της θρησκευτικής και κοινωνικής ζωής. Έτσι, το 399 π.Χ. τρεις Αθηναίοι πολίτες, ο Μέλητος, ο Άνυτος και ο Λύκων, τον έσυραν στο δικαστήριο με την κατηγορία: «Ο Σωκράτης είναι ένοχος και γιατί διαφθείρει τους νέους και γιατί δεν πιστεύει τους θεούς που πιστεύει ο τόπος, αλλά και γιατί μας φέρνει άλλες, καινούργιες θεότητες». Η δίκη έγινε το 399 π.Χ. Οι μαθητές του Σωκράτη είχαν φροντίσει να του ετοιμάσει μια απολογία ένας καλός ρήτορας, όπως συνηθιζόταν τότε. Την απολογία ετοίμασε, με όλους τους κανόνες της ρητορικής, ο ονομαστός ρήτορας Λυσίας. Ο Σωκράτης, τουλάχιστον απ’ό,τι σώζεται από τις αναφορές στα βιβλία του Πλάτωνα, αρνήθηκε να τη χρησιμοποιήσει. Την απολογία του, είπε, την ετοίμαζε ο ίδιος, μια ζωή, με τις πράξεις του, δηλ. πράττοντας πάντοτε το αγαθό. Έτσι ο Σωκράτης, με ήρεμη τη συνείδησή του, απολογήθηκε όπως ήθελε ο ίδιος. Από την αυτοσχέδια και δίχως ρητορισμούς απολογία του, δεν έλειψε, βέβαια, η συνηθισμένη ειρωνεία του. Είπε στους δικαστές πως, κατά τη γνώμη του, καμιά ποινή δεν έπρεπε να του επιβληθεί. Αντίθετα, χρέος της πολιτείας ήταν, είπε, η σίτισή του στο πρυτανείο, αφού όλη του τη ζωή την είχε αφιερώσει στη βελτίωση των πολιτών. Το δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον Σωκράτη και τον καταδίκασε σε θάνατο. Την κατηγορία εναντίον του Σωκράτη και την καταδίκη του σε θάνατο, θα τις καταλάβουμε μόνο αν τις δούμε μέσα στο κλίμα της εποχής εκείνης. Το κλίμα ήταν τότε ποτισμένο από την απογοήτευση που έφερε η καταστροφή της Αθήνας στον Πελοποννησιακό πόλεμο και η πικρή εμπειρία των Τριάντα τυράννων, που επακολούθησε. Η ποινή δεν εκτελέστηκε αμέσως και ο Σωκράτης έμεινε στο δεσμωτήριο 30 ημέρες Σ’ όλο αυτό το διάστημα οι πολυάριθμοι μαθητές του κατέκλυζαν τη φυλακή, που είχε μεταβληθεί σε πραγματική φιλοσοφική σχολή και ο Σωκράτης, ατάραχος και γαλήνιος, έδινε στους μαθητές του τις τελευταίες συμβουλές και υποθήκες.

9 Απέκρουσε τις προτάσεις του μαθητή του Κρίτωνα, να δραπετεύσει και να σωθεί, γιατί ήθελε, ως την τελευταία στιγμή της ζωής του, να είναι συνεπής προς τη διδασκαλία του και με το υψηλό του παράδειγμά να διδάξει πως «οι πολίτες πρέπει να σέβονται πάντοτε τους νόμους της πολιτείας». Και ήπιε το κώνειο, το Μάιο του 399 π.Χ., ήσυχος και γαλήνιος πάντα, με καρτερία και ψυχική ηρεμία μοναδική στην ιστορία, όπως μοναδική ήταν και η προσωπικότητα του μεγάλου φιλοσόφου, του μεγάλου δασκάλου.

10 Σωκρατική (μαιευτική) μέθοδος Η μέθοδος, η οποία, σε συνδυασμό με τη χρήση της ειρωνείας, αποτελούσε χαρακτηριστικό της σωκρατικής διδασκαλίας. Σύμφωνα με τη μέθοδο αυτή ο Σωκράτης κατά τις συζητήσεις του, προσποιούμενος την πλήρη άγνοια για το θέμα που συζητούσε κάθε φορά, προσπαθούσε μέσα από ερωτήσεις να εκμαιεύσει την αλήθεια από τον συνομιλητή του.ειρωνείαςάγνοια Ουσιαστικά ο Σωκράτης επωμιζόταν το ρόλο της συνείδησης και μέσα από αυτή τη διαδικασία ερωταπαντήσεων δημιουργούσε ένα διαλογιστικό πνεύμα στη συζήτηση. Ο συνομιλητής λοιπόν απαντώντας σ' αυτές τις ερωτήσεις έφτανε σε ένα συμπέρασμα στην αλήθεια για τον Σωκράτη από μόνος του. Η μέθοδος ονομάστηκε μαιευτική διότι όπως η μαία (η Φαιναρέτη, μητέρα του Σωκράτη, ήταν μαία) φέρνει στον κόσμο το νεογνό έτσι και ο Σωκράτης ή ο εκάστοτε συνομιλητής που παίρνει το ρόλο της συνείδησης εξάγει από τον συνομιλητή του την αλήθεια. Ο Σωκράτης γεννήθηκε το 469 π.Χ και πέθανε το 399 π.Χ. Γιος ενός εύπορου Αθηναίου γλύπτη είχε οικονομική άνεση, πράγμα που το αξιοποίησε κατάλληλα και επιδόθηκε στην άσκηση του φιλοσοφικού διαλόγου. Καθώς δε συνέγραψε τίποτε ο ίδιος, δανειζόμαστε πληροφορίες για τη ζωή του από σύγχρονούς του συγγραφείς όπως ο Αριστοφάνης και ο Ξενοφώντας. Διακρίθηκε στον Πελοποννησιακό πόλεμο και συνέχισε την υπόλοιπή του ζωή στην Αθήνα ασχολούμενος με τη διαλεκτική μέθοδο διδασκαλίας. Σε αντίθεση με τους επαγγελματίες σοφιστές, ο Σωκράτης δε δεχόταν πληρωμή από τους μαθητές του, οι περισσότεροι εκ των οποίων ήταν φανατικά πιστοί στο δάσκαλό τους. Κατηγορήθηκε από την αθηναϊκή δικαιοσύνη ότι διαφθείρει τους νέους και ότι εμπλέκεται αρνητικά στη θρησκευτική πίστη των πολιτών. Έτσι καταδικάστηκε σε θάνατο το 399 π.Χ.

11 Σχετικά με τη φιλοσοφία του Σωκράτη παίρνουμε πληθώρα πληροφοριών από τον μαθητή του, Πλάτωνα. Βάση της φιλοσοφίας του αποτελεί η θεώρηση της αρετής ως διδακτής. «Ουδείς εκών κακός» έλεγε, δηλ. κανείς δε μπορεί να είναι από τη φύση του κακός. Οι κακοί άνθρωποι οφείλουν την αρνητική συμπεριφορά τους στην άγνοια του καλού. Έργο ιερό λοιπόν του Σωκράτη ήταν να μάθει στους νέους το «καλό» μέσω των ερωταπαντήσεων (μαιευτική μέθοδος), κατά τη διάρκεια των οποίων υποκρινόταν πως ούτε ο ίδιος γνώριζε τίποτε και ξεκινούσαν και οι δυο από το μηδέν. Μόνο έτσι, με αγνό και δεκτικό νου θα μπορούσαν να προσεγγίσουν απερίσπαστοι την αλήθεια. Πίστευε απόλυτα πως οι πεποιθήσεις του είχαν ισχύ και πως θα δικαίωνε τους αντιπάλους του με το να δραπετεύσει από τη φυλακή. Έτσι, αποτελώντας αξεπέραστο υπόδειγμα τόλμης και ανωτερότητας απέναντι στις αναχρονιστικές αντιλήψεις της εποχής του έθεσε την αξία της αλήθειας και του ήθους πάνω από την ίδια του τη ζωή. Και «αμοιβή» του ο θάνατος...

12 Ο ΣΩΚΡΑΤΙΚΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ: ΜΙΑ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΜΕΘΟΔΟΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ Είναι κοινώς παραδεκτό ότι οι βασικοί άξονες της σκέψης του Σωκράτη εντάσσονται στο πνευματικό κίνημα του σοφιστικού διαφωτισμού. Η ενδότερη συγγέ-νειά του με τους σοφιστές είναι περισσότερο αισθητή σε θέματα που σχετίζονται με την κριτική του μύθου, τη φιλοσοφική κατανόηση του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους της κοινότητας, την καλλιέργεια πολιτικών και παιδαγωγικών ενδιαφερόντων, την παιδευτική σημασία του λόγου και του έλλογου πράττειν. Αλλά και η πρακτική όψη της φιλοσοφικής του δραστηριότητας παρουσιάζει τα ίδια σχεδόν γνωρίσματα με εκείνα των σοφιστών: η διδασκαλία του συνδέεται με τις έγνοιες και τους προβληματισμούς των νέων ανθρώπων, οι συζητήσεις με τους συμπολίτες του, όπως π.χ εκείνη με τον Ευθύφρονα, λαμβάνουν συχνά διαφωτιστικό χαρακτήρα, η κριτική διάθεση της σκέψης του τείνει να αυτοθεμελιώνει τον διαπαιδαγωγητικό της ρόλο, η θεωρητική του βλέψη αμφισβητεί ευθέως την προσήλωση σε εδραιωμένα δόγματα και αναζητεί νέα παιδευτικά πρότυπα. Κι όμως ο Σωκράτης διαφέρει ουσιαστικά από τους σοφιστές. Η διαφορετικότητα που χαρακτηρίζει τις δύο πλευρές προωθεί νέους αναπροσδιορισμούς στη φιλοσοφική κατανόηση της παιδείας και σε γνωσιο-οντο-λογικό επίπεδο επιδρά καταλυτικά στην περαιτέρω εξέλιξη του φιλοσοφικού στοχασμού. Οι σοφιστές ομιλούν για μόρφωση, ο Σωκράτης για δια-μόρφωση1.

13 Οι πρώτοι υπερασπίζονται την υποκειμενικότητα της γνώμης και την απόλυτη σχετικότητα της γνώσης, ο δεύτερος υπερασπίζεται την υποκειμενικότητα της σκέψης στη βάση της διαμόρφωσης ελεύθερης αυτοσυνείδησης ή πνευματικής απελευθέρωσης του εαυτού2. Εκείνοι υποτάσσουν το λόγο στην υπηρεσία της ρητορικής και ανασημαίνουν τα πράγματα δυνάμει της λεκτικής τους αναπαράστασης· ο Σωκράτης ανευρίσκει στο λόγο τη λογική μέθοδο πρωτίστως και δι’ αυτής προχωρεί στη σύλληψη της αλήθειας. Κατ' αυτό τον τρόπο, ο λόγος για τους σοφιστές είναι αντί-λογος, για τον Σωκράτη στοχαστικός κριτής των ανθρώπων και των πραγμάτων3. Με δεδομένη αυτή την αντιθετική ενότητα σκέψης, από την οποία εκπήγασε ο σωκρατικός διάλογος, θα προσπαθήσουμε να δείξουμε ότι αυτή η χρονικά πρώτη μορφή διασκεπτικού φιλοσοφείν δεν αποτελεί απλώς στιγμή - έστω και σημαντική- της ιστορίας της φιλοσοφίας, αλλά κυρίως αναγκαία μεθοδολογική αρχή για να πραγματοποιείται η φιλοσοφία ως ολοκληρωμένη παιδεία του ανθρώπου.

14 II. ΠΑΙΔΕΙΑ ΚΑΙ ΜΕΘΟΔΟΣ Στην έννοια της παιδείας έβλεπε κανείς την εποχή του Σωκράτη κι ακόμα περισσότερο βλέπει σήμερα μια πολύτροπη πράξη που αφορά την ανατροφή των παιδιών, την εκπαίδευση, τη μόρφωση, την αγωγή, τη διδασκαλία, τα μαθησιακά αποτελέσματα, το διδαχθέν αντικείμενο, την ειδική γνώση στην επιστήμη και στην τέχνη, τη γενική και καθολική κουλτούρα. Στην ουσία πρόκειται για μια ανεξάντλητη πράξη, η οποία, επειδή είναι τόσο ανεξάντλητη, δεν μπορεί να προσδιορίζεται επακριβώς γι' αυτό και κάθε απόπειρα οριστικής εννόησης της παιδείας έχει νόημα περισσότερο ως ιδεολογική περιχαράκωση της παρά ως αυθεντική σύλληψη της4. Θα μπορούσε κανείς ωστόσο να ξεκινήσει από ορισμένες διαχρονικές σταθερές, οι οποίες αναδείχνουν την παιδεία, ανεξάρτητα από την επί μέρους κατηγοριοποίηση της σε εκπαίδευση, μόρφωση, αγωγή κ.λπ., ως συστατική λειτουργία της ανθρώπινης ύπαρξης. Η πρώτη σταθερά είναι ότι η παιδεία αποτελεί καθαρά ανθρώπινο επίτευγμα και θεμελιώνεται ως σχέση ανάμεσα σε δύο πρόσωπα: ανάμεσα σε ένα Εγώ και σε ένα Εσύ, ανάμεσα στη μητέρα και στο παιδί, ανάμεσα στο δάσκαλο και στο μαθητή. Κατά τη δεύτερη σταθερά, η παδεία ως σχέση συνιστά μια σχέση συνείδησης, η οποία εκτείνεται σε όλη τη διάρκεια του πεπερασμένου βίου και διακρίνεται για την αμοιβαία ευθύνη και ελευθερία των συνιστωσών της. Μια τρίτη σταθερά έχει να κάνει με τον παιδαγωγικό χαρακτήρα αυτής της σχέσης, με τη μάθηση, την ηθική ενέργεια, την αισθητική καλλιέργεια, τις μετα-φυσικές ανησυχίες και με κάθε παρόμοιο έργο που ανυψώνει το ανθρώπινο ον πάνω από τη φυσική του ατομικότητα, δηλαδή το καθιστά πρόσωπο5. Μια τέταρτη σταθερά αφορά τις μορφές γνώσης που του καλλιεργούν το νου και το χαρακτήρα, έτσι ώστε να μπορεί να θεωρεί τα όντα και να κατακτά την πνευματική του αυτονομία. Μια πέμπτη σταθερά σχετίζεται με τη γενικότερη σημασία των αξιών στην αγωγή και παιδεία του ανθρώπου.

15 Αυτές οι σταθερές συνέχονται και αλληλονοηματοδοτούνται υπό την ισχύ του ερωτήματος "τι είναι παιδεία". Το ίδιο το ερώτημα ως τέτοιο ανάγεται απευθείας στο σωκρατικό ερώτημα «τί εστίν;»6· έχει επομένως φιλοσοφικό υπόβαθρο και συνάπτει τις διερευνήσεις γύρω από την έννοια της παιδείας με την ποιοτική κατεύθυνση του σωκρατικού ερωτήματος. Αλλά εδώ μπορούμε να διερωτηθούμε: Ποια γνωρίσματα της ποιοτικής του κατεύθυνσης οντοθέτει το σωκρατικό ερώτημα; Οντοθέτει την αμφισβήτηση του δεδομένου ή ιδεολογικοποιημενού, την απομυθοποίηση της παντοδυναμίας του, την απελευθέρωση της ουσίας του πράγματος από την ανύποπτη βεβαιότητα της αναπόδεικτης γνώμης αλλά και από την δεσπόζούσα επαγγελματικο-τεχνική γνώση που στήριζε το όλο κοινωνικο-πολιτικό οικοδόμημα, την ανάδειξη της εκάστοτε παρουσίας του σε αντικείμενο του κριτικού λόγου. Κατ' αυτό τον τρόπο, η θεμελιώδης προϋπόθεση παιδείας συμπίπτει με την εκδίπλωση της ζωντανής σκέψης και με μια διαλογιστική διείσδυση, η οποία ορθώνει απέναντι στη σοφιστική μέθοδο της υποκειμενικής οριοθέτησης της αλήθειας τη διαλογική μέθοδο απορητικής ζήτησης της αλήθειας και καλλιεργεί έτσι την ικανότητα -όχι απλώς τη δεξιότητα- για αυτοκατευθυνόμενη αγωγή του ανθρώπου. Αλλά ποιο συγκεκριμένο νόημα λαμβάνει η καλλιέργεια αυτής της ικανότητας; Μια ουσιαστική θεώρηση του σωκρατικού ερωτήματος, κατ’ αρχάς, δείχνει ότι το ερώτημα εν γένει μαρτυρείται μέσα στην ηθική συνείδηση και υποδηλώνει συγκεκριμένα αξιολογικά και γνωσιολογικά κριτήρια για να εκπληρώνει η συνείδηση την πιο πάνω προϋπόθεση παιδείας. Τέτοια κριτήρια τοποθετούν τη γνώση και το αγαθό σε μια συνδυαστική κλίμακα λογικής έρευνας και εσωτερικής σύνεσης7.

16 Στο βαθμό που αυτά δεν τα εγγυάται κανένα είδος αγωγής από τα κυρίαρχα στην κοινωνία της Αθήνας και δεν θα μπορούσε να τα εγγυάται γιατί η ίδια θα αυτοκαταργούνταν, η πρόσκτηση τους ανατίθεται σε εκείνη τη φιλοσοφική άσκηση της συνείδησης, δια της οποίας η ίδια μπορεί να αυτοχειραγωγείται και να αυτοκατευθύνεται. Έναντι οποιασδήποτε εξωτερικής διδασκαλίας, αυτή η άσκηση έχει το προβάδισμα, διότι εργάζεται με την προοπτική της αδιάψευστης αλήθειας, του απόλυτου αγαθού, και όχι με βάση εφήμερες ή πιθανές λύσεις. Γι’ αυτό αποτείνεται στη λογική ικανότητα του ανθρώπου, κυριολεκτικά στην υποστασιακή του δομή, κι αγκαλιάζει το σύνολο της ζωής του και της εμπειρικής του ύπαρξης. Αναγνωρίζει έτσι στην καθημερινή παρουσία της τελευταίας το έργο της κατά Λόγο θεμελίωσης της οντολογικής και ηθικής της εξέτασης8. Αυτό, κατά δεύτερο, δείχνει ότι η ύπαρξη του παιδευτικού φαινομένου είναι γενικά συνυφασμένη με την έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να σκέπτεται, να υπόκειται σε άσκηση, να μορφώνεται και να διαμορφώνεται, αλλά και στη δυνατότητα του να αντιμετωπίζει με ελευθερία και ευθύνη της πρακτικής του συνείδησης την εμπράγματη κατάσταση του. Αυτή τη δυνατότητα δεν αξιοποίησε ο Σωκράτης, όταν έπρεπε να αντιμετωπίσει τη δική του εμπράγματη κατάσταση που συνοψιζόταν στο δίλημμα: να αποδράσει ή να μην αποδράσει και υπάκουσε αταλάντευτα στον «βέλτιστο λόγο»; Η καλλιέργεια, κατά συνέπεια, της ικανότητας για αυτοαγωγή συνδέεται με τη διαμόρφωση των λογικών προϋποθέσεων για μια αυτόνομη και κατά εσωτερική αναγκαιότητα μεθ-όδευση της παιδευτικής στάσης του ανθρώπου: εισάγει τον τελευταίο στην οδό της ομο-λογούμενης άγνοιας και τον θέτει εντελώς μόνο απέναντι σε αυτό που ο ίδιος είναι ως γνωρίζον υποκείμενο, για να τον ανυψώνει στη γνώση αυτού που γνωρίζει και στη γνώση που γνωρίζει τα όρια της και μέσω αυτής στην αυτενεργό προσέγγιση των πραγμάτων. Πού στηρίζεται όμως αυτή η μεθόδευση και πώς συλλαμβάνεται στην πρακτική της διάσταση; Στηρίζεται στους λόγους9, οι οποίοι συναρθρώνονται κατά το διάλογο ερωτώντος και ερωτώμενου και παριστούν το λόγο να συγκροτεί την ενδοσυνάφεια των πραγμάτων. Συλλαμβάνεται δε, ως διαλογική πράξη γνωριμίας των διαλεγομένων και των πραγμάτων συγχρόνως.

17 Πρόσωπο και πραγματικότητα δεν νοούνται χωριστά. Προσπαθώντας να γνωρίσει ή να εξετάσει κανείς την πραγματικότητα, γνωρίζει ή εξετάζει συνάμα τον εαυτό του και αντίστροφα. Η ενύπαρξη του λόγου ως ενιαίας ρυθμιστικής αρχής της σχέσης προσώπων και πραγμάτων προσδίδει διυποκειμενικό χαρακτήρα στην πιο πάνω μεθ-όδευση της παιδευτικής στάσης και δεν αφήνει περιθώρια να νοείται η παιδεία του προσώπου έξω από την κοινότητα των σκοπών του διαλόγου και του διαλογικού πράττειν10. Αυτό παραπέμπει στην ουσία του πράγματος: η σωκρατική μεθ- όδευση παιδείας οντολογικά θεμελιώνεται σε μια ορθολογική κατάκτηση της ενότητας του εαυτού με την κοινότητα, ήτοι σε μια ενότητα, που αναδύεται ως βαθιά μέριμνα του εαυτού, συνακόλουθα ως μια φιλοσοφική [=λογική] ανά-γνωση «της αλήθειας του ανθρώπου καθώς και της αλήθειας καθεαυτήν και διεαυτήν»11, και τον φέρει σε διαστοχαστική επικοινωνία με τον εαυτό του και με τους άλλους. Λαμπρό παράδειγμα εδώ είναι η διαλογική-διαστοχαστική επαφή Σωκράτη και Κρίτωνα στον Ευθύδημο, η οποία έφερε στην επιφάνεια την ενδότερη σημασία της φιλοσοφικής δραστηριότητας για τη σωστή μεθόδευση της παιδείας12. Γνωσιολογικά δε κατανοείται ως μια συγκεκριμένη, βήμα προς βήμα, διαδικασία προσωπικής παίδευσης του ανθρώπου και προαγωγής των παιδευτικών του σχέσεων. Πιο ειδικά, η διαδικασία τούτη, στηριζόμενη στον φιλοσοφικό διάλογο, επιχειρεί να ανασύρει το ανθρώπινο άτομο από τον αυτοπεριορισμό του σε απόλυτους σχετικισμούς, από την πνευματική του ακινησία μέσα στους ρόλους μιας κατά συνθήκη τεχνογνωσίας, από τη μονοδιάστατη συνείδηση μιας τεχνητής συμβίωσης13. Η αυθεντικότητα της, εν τέλει, ηχεί ως μια αλυσιτελής προσπάθεια του ανθρώπου να πραγματοποιεί τον εσωτερικό του μετασχηματισμό και να μετατρέπει κάθε επί μέρους έργο σε ενσυνείδητη πράξη γενικής ομοθυμίας και συνεννόησης.

18 III. ΠΑΙΔΕΙΑ ΚΑΙ ΓΝΩΣΗ Μια τέτοια πραγματοποίηση δεν αναζητείται κυρίως στην προβολή νέων θεωριών ή στην ατελεύτητη σώρευση γνώσεων όσο στη διαλεκτική διερεύνηση των γνωσιολογικών προϋποθέσεων, που έχει ανάγκη ο καθένας για να ενεργοποιεί τις λανθάνουσες δυνάμεις της ατομικής του ψυχής και να υψώνεται πάνω από τον εμπειροτεχνισμό της καθημερινότητας14. Στην πράξη πρόκειται για μια μεθ-οδική συμπόρευση «γνώσης και φρόνησης»15, όπου ο εξαντικειμενισμός της γνώσης δεν γίνεται αυτοσκοπός, αλλά μεταβατικό στάδιο για να αποκτά το ανθρώπινο άτομο συνείδηση της περιοριστικής χρήσης του αντικειμενικού λόγου16 και να περιάγεται σε κατάσταση ριζικής αμφιβολίας17. Έτσι, συμβαίνει μπροστά στην πλήρη αβεβαιότητα των πραγμάτων να θέτει το ερώτημα για τον ίδιο του τον εαυτό, δηλαδή να στρέφεται προς τη συνείδηση του εαυτού και να μετασχηματίζει τη γνώση που έχει για το Είναι. Η στροφή αυτή είναι εκείνο που επιζητεί πάντοτε η ολοκλήρωση της ατομικής ύπαρξης και πάνω στο οποίο θεμελιώνεται η φιλοσοφική ιδέα της παιδείας. Η σύλληψη και η πραγμάτωση της έννοιας αυτής της στροφής αντιστοιχεί στην ίδια τούτη τη φιλοσοφική ιδέα· γι' αυτό και η τελευταία δεν μπορεί να ταυτίζεται με τα διάφορα περιεχόμενα γνώσης ή προγράμματα εκπαίδευσης, αλλά ενσαρκώνει τη γνώση ως επίγνωση των ορίων της ανθρώπινης γνώσης και ερευνά την ουσία του ανθρώπινου ατόμου στη διαλογική προσέγγιση της διαφορετικότητας του Εγώ και του Εσύ18. Ικανοποιητική εικόνα αυτής της φιλοσοφικής θεμελίωσης μας δίνει ο Πλάτων στην Απολογία του: Ο Σωκράτης δεν πιστεύει ότι υπερέχει σε σοφία, όπως π.χ. πιστεύει ο Πρωταγόρας19, και ότι έχει να μεταδώσει κάποια ειδική γνώση στους νέους της εποχής του ή γενικότερα στους συνανθρώπους του· γι' αυτό και δεν έσπευσε να υιοθετήσει άκριτα το χρησμό του μαντείου των Δελφών ότι είναι ο σοφότερος όλων, αλλά προτίμησε να ακούσει την εσωτερική του φωνή, δηλαδή να οδηγηθεί από την ελεύθερη ενέργεια της συνείδησης του, για να μην υπολείπεται της προσδοκίας του χρησμού, και να προχωρήσει σε δι-ερευνητικό διάλογο με υποτιθέμενους ειδήμονες και σοφούς.

19 Το όλο διαλογικό του εγχείρημα ομιλεί τη γλώσσα μιας φιλοσοφικής παιδείας που αναζητεί την ουσία της στην εννοιακή ανοιχτότητα της γνώσης [=γνώση της αρετής, του αγαθού, του εαυτού κ.λπ.] και όχι στην εννοιολογική περιχαράκωση των όρων της [=ρητορική, σοφιστική, πολιτική τέχνη κ.λπ.]· πραγματοποιεί δε αυτή την αναζήτηση ως μέθοδος γνώσης, ήτοι ως δια-πόρευση από ερώτημα σε νέο ερώτημα, από προβληματισμό σε βαθύτερο προβληματισμό, από τη βεβαιότητα της γνώμης στην αβεβαιότητα του στοχασμού20, από τη δεσμευτικότητα των οριστικά διατυπωμένων γνώσεων στη φωτεινότητα των αποσαφηνισμένων σκέψεων. Στη συζήτηση που είχε με τους πολιτικούς, τους ποιητές και τους τεχνίτες21 διαπίστωσε ότι και οι τρεις αυτές κατηγορίες πολιτών δεν απέκτησαν ποτέ συνείδηση αυτού που είναι και αυτού που πραγματικά γνωρίζουν, δεν μπόρεσαν να φτάσουν ποτέ στην έννοια της γνώσης και να την αντικρίσουν στην καθολικότητα της· γι' αυτό και δεν κατόρθωσαν να υπερβούν το στάδιο της απαιδευσίας και της αφροσύνης: αν και δεν διέθεταν καμιά διαστοχαστική εμπειρία του Είναι, εν τούτοις πίστευαν ότι διαθέτουν ανήγαγαν έτσι, κατά ψευδή συνείδηση, τις μερικές ή αποσπασματικές τους γνώσεις σε απόλυτη γνώση και αυτονομιμοποιούνταν να γνωμοδοτούν ασυγκράτητα για τα πιο σημαντικά ζητήματα της πόλης. Ενώ γενικότερα ο Σωκράτης αναγνώριζε τις ορισμένες γνώσεις των τεχνιτών και την αναγκαιότητα να καλλιεργούνται οι δεξιότητες, θεωρούσε άκρως επικίνδυνο για τις πολιτικές υποθέσεις της πόλης - για τα «μέγιστα» - να εισακούγονται εκείνοι οι οποίοι ταύτιζαν την κατοχή συγκεκριμένων δεξιοτήτων με την αρμοδιότητα να παρουσιάζονται ειδικοί και σε ζητήματα ξένα προς την ειδικότητα τους. Στον Πρωταγόρα ο φιλόσοφος δείχνεται να λέει ότι οι Αθηναίοι χρησιμοποιούν τους ειδικούς, όπου χρειάζονται τεχνικές γνώσεις, αλλά σε ζητήματα σχετικά με τη διοίκηση της πόλης δέχονται να τους συμβουλεύει «το ίδιο ξυλουργός και σιδηρουργός και σκυτοτόμος, έμπορος και ναυτικός, πλούσιος και φτωχός, ευγενής και ταπεινός»22.

20 Απέναντι σε τέτοια σαθρά σχήματα δομών και αντιλήψεων, οι προσφερόμενες μορφές γνώσης, όπως οι πολλαπλές εκδοχές της σοφιστικής, εξαντλούνταν στο να εκπαιδεύουν συναισθηματικά και διανοητικά τους νέους για να επιτύχουν στον πολιτικό στίβο και να τηρούν τους κανόνες της συμβατικής ηθικής· τα κριτήρια παιδείας που αφορούσαν τόσο τις μορφές γνώσης όσο και την αξία τους δεν απαιτούσαν ιδίαν κριτική σκέψη ως προς το εάν η μια ή η άλλη πολιτική επιλογή είναι σωστή, ως προς το εάν οι νόμοι είναι δίκαιοι ή άδικοι κ.λπ., γιατί δεν προωθούσαν τη διείσδυση του λόγου ως τα θεμέλια των σκέψεων και των πράξεων της κοινότητας και των μελών της. Απ’ αυτή την άποψη υστερούν σε ριζοσπαστικότητα έναντι της σωκρατικής θεώρησης, η οποία αναγνωρίζει την αξιολογική κλίμακα της γνώσης και τη θέση του ανθρώπου μέσα στο Είναι της, ώστε να μην αποτυγχάνει στο έργο του «εαυτόν πλάττειν». Ο ριζοσπαστικός χαρακτήρας αυτής της θεώρησης εγκατοικει μέσα στο διάλογο και είναι αυτός που ανυψώνει τη γνώση σε φιλοσοφικό θεμέλιο παιδείας: οδηγώντας τη σκέψη της εμπειρικής ύπαρξης στα όρια της αυτοκατάλυσής της ως διχοτομημένης συνείδησης -εδώ βρίσκει έκφραση η φιλοσοφική διάσταση της σωκρατικής αυτογνωσίας - υποχρεώνει το υποκείμενο να αναστατώνεται εσωτερικά και να ομο-λογεί το διχασμό του23. Έτσι το εξοπλίζει με ισχυρές προϋποθέσεις για να αντιμετωπίζει ως φιλοσοφικό αίτημα ζωής την αναίρεση κάθε ετερόνομης δέσμης πεποιθήσεων, να αποδυναμώνει την εξουσία του αντικειμενικού κόσμου απέναντι στον εαυτό του και να ακυρώνει κάθε εξουσιαστική αξίωση της γλώσσας αυτού του κόσμου να επιβάλλει ως οριστικά αληθινό και πραγματικό ό,τι είναι ήδη εξαντικειμενισμένο και παγιωμένο24. Για την ατομικότητα που ορέγεται την ανάκτηση της ενότητας της, αυτό σημαίνει ότι εκτίθεται στην κίνηση της γνώσης, η οποία, αφήνοντας πίσω της την απώλεια των αντικειμένων [=«πλούτος και άλλα αγαθά, ιδιωτικά και δημόσια» Απολογία 30b], αποκηρύσσει τον αντικειμενοποιημένο χαρακτήρα της [=δοξασίες, θεωρίες, κοσμοαντιλήψεις, δόγματα κ.λπ.] και συστηματοποιείται σε φιλοσοφική παίδευση [ = συγκρότηση] του υποκειμένου. Το προσανατολίζει σταθερά, υψώνοντας το στη λογικότητα της έννοιας, στο να αποκαθιστά ελεύθερη πρόσβαση στον κατανοητικό στοχασμό [begreifendes Denken] και να αξιολογεί τα (περι)ορισμένα νοήματα των πραγμάτων με βάση την ολόκληρη συνείδηση, την καθολική του φύση.

21 Μαθαίνει, κατ’ αυτό τον τρόπο, να μη στέκεται γενικά και αφηρημένα απέναντι στον κόσμο, αλλά να εισδύει στον εαυτό του, να τον αντιμετωπίζει στη συγκεκριμένη του ανθρωπινότητα, να τον ανα-λύει και να τον εκθέτει σε α-πορία. Κατ' αυτή την έννοια, ο διάλογος γίνεται γλώσσα και πράξη της παιδείας του ανθρώπου. Πρακτικά σημαίνει ότι παρακινεί το συνομιλητή να συμμετέχει στην αφαιρετική εργασία της γλώσσας και να δοκιμάζεται στην αυτόνομη παραγωγή φιλοσοφικής γνώσης· κατά τη δοκιμασία δε τούτη να μην εξαρπάζεται από εφήμερα επιτηδεύματα, αλλά να διακρίνει τα λεπτά σήματα της γλώσσας του κόσμου, να ανοίγεται πλήρως στο εννοιακό τους βάθος και μέσα από τη διαύγαση των φιλοσοφικών προτάσεων να καθιστά προσιτή στη γλώσσα την κοινή ζήτηση της ουσίας του πράγματος25 Αυτή η λογική χρήση της γλώσσας συνιστά ήδη μια πρωταρχική πηγή γνώσης, διότι αυξάνει στο συνομιλητή τη συνείδηση αγνωσίας και διανοίγει νέες προοπτικές ερμηνείας της αντικειμενικής του σχέσης. Συγκεκριμένα τον φέρνει σε ζωντανή επικοινωνία, ως σκεπτόμενο υποκείμενο, με την ιδέα του πράγματος, η οποία υπάρχει ήδη μέσα στο υποκείμενο υπό τη μορφή ακαθόριστης σύλληψης, αυξάνει την εσωτερίκευση της διαλογικής του εμπειρίας, κυρίως ως αναγνώριση της άγνοιας του26, και συνακόλουθα την επίγνωση ότι υπάρχει κάτι περισσότερο απ’ αυτό που γνωρίζει· άρα ενισχύει την αυτοσυναίσθηση ότι, ως φορέας γνώσης, δεν είναι μόνο αυτό που φαίνεται ή πιστεύει πως είναι. Εμβαθύνοντας λοιπόν ο ίδιος σε τούτη την κατάσταση του συνειδητού-Είναι του, ουσιαστικά γίνεται όλο και περισσότερο ρεαλιστική αυτοσυνείδηση που ανακαλύπτει, εντός αυτής της ρεαλιστικό-τητας, την ανώλεθρη γλωσσική ισχύ, ώστε να διαμορφώνεται σε αυθεντικό συνομιλητή27 μέσα στη δίνη της συζήτησης και να μην εκφυλίζεται σε απλό ακροατή που απλώς συγκατατίθεται28.

22 Από εδώ συνάγεται ότι ο διάλογος διδάσκει στους διαλεγομένους την ευθύτητα της σκέψης και δύναται έτσι να τους υποβάλλει σε μια πολλαπλή λογική διεργασία, η οποία εξελίσσεται σε ερευνητική μέθοδο εξέτασης του Είναι του όντος, εξέτασης του άλλου και του εαυτού29. Τι είναι όμως αυτό που στη σωκρατική πρακτική της φιλοσοφίας αναδεικνύει το διάλογο σε μοναδική μεθοδολογική προϋπόθεση για να πραγματοποιείται η φιλοσοφία ως παιδεία του ανθρώπου; Είναι το ερώτημα που κατευθύνει το υποκείμενο στην αγωγή συνείδησης και στην ορθόφρονη κρίση, καθώς και η γνώση ως ικανότητα να θέτει και να απαντά κανείς στο ερώτημα30. Το ερώτημα ανταγωνίζεται την κυριαρχία της απαιδευσίας και την ανηθικότητα που αυτή συνεπαγόταν για την Αθήνα και συνεπάγεται για κάθε κοινωνία, ανεξάρτητα από τους επί μέρους αυτοχαρακτηρισμούς της (δημοκρατική, συντηρητική κ.λπ.)· για αμφότερους δε τους συνομιλητές λειτουργεί ως κίνητρο αυτογνωσίας, εσωτερικής πλήρωσης και κατά συνέπεια ως παιδαγωγικό κριτήριο για την εννοιακή ενότητα της συζήτησης. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι η σχέση ερωτώντος-ερωτώμενου χωρεί πέρα από την ιεραρχικά δομημένη σχέση γνώσης, ειδικά όταν αυτή νοείται ως επιβολή του δασκάλου πάνω στο μαθητή31, και ευδοκιμεί ως μια εμπρόσωπη, όχι εκπρόσωπη σχέση32· γι’ αυτό αποτελεί και ένα μέτρο κρίσης για την ποιότητα των μορφών γνώσης. Η γνώση ως ικανότητα για να θέτουμε το ερώτημα αντιστρατεύεται τη συμβατικότητα όσο και την επιδεξιότητα, γιατί είναι ενδιάθετη γνώση συνυφασμένη με την εσωτερική λογική που κυβερνά τον άνθρωπο και τα πράγματα33. Σε τούτη τη γνώση στηρίζει ο Σωκράτης τη μαιευτική του τέχνη και αυτή επιχειρεί να εκμαιεύσει από τους συνομιλητές του, με το να δοκιμάζει να την φέρνει στο φως έτσι όπως έχει πρωτοϋπάρξει ως λογισμός του ανθρώπου και ενυπάρχει μέσα στον καθένα ως όχι ακόμη γνώση. Αυτή η γνώση συγκροτεί το λογικό υπόβαθρο των ερωτημάτων και θέτει σε εσωτερική δράση τον διαλεγόμενο34, ώστε να καθιστά δυνατή για τον εαυτό του «μια γνώση της μη-γνώσης [=όχι ακόμα γνώσης] και συγχρόνως έτσι την αποποίηση του εμπειρικού πεδίου [=σοφιστικής σύλληψης της γνώσης] ως θεωρητικά ατελούς»35.

23 Η παιδευτική αξία λοιπόν που προσλαμβάνει η γνώση υπό τη μορφή του φιλοσοφικού διαλόγου, επιβεβαιώναμενη διαρκώς από την ελεγκτική ισχύ του ερωτήματος, εξουδετερώνει το χάσμα ανάμεσα στο θεωρητικό και πρακτικό βίο -ένα χάσμα που (ανα)παράγει η λογική του ακτιβισμού36 - με το να αποδομεί τις απατηλές αυτοβεβαιότητες της βιολογικής ατομικότητας, να αποσυνθέτει τη φαινομενική αλήθεια, να αποκαλύπτει την ανεπάρκεια μεθόδων σκέψης και πράξης που υπηρετούσαν την πολιτική κυρίως σκοπιμότητα παρά οδηγούσαν σε ένα «λόγο της ουσίας» και να στρέφει τον άνθρωπο προς τον «έλεγχο του βίου». Υπ’ αυτές τις προϋποθέσεις, η αξία των εννοιών που συνδομούν τη διαλογική προσέγγιση - π.χ. η αξία της ρητορικής, της φιλοσοφίας, της πολιτικής του ενάρετου βίου κ.λπ.- αναγνωρίζεται ως παιδευτικά αναγκαία για την αυτοεξέταση και την αυτοκατανόηση, διότι αναδύεται από εκείνη ακριβώς τη γραμμή σκέψης που κάνει πράξη την ερευνητική δυνατότητα της ανθρώπινης σχέσης ως πολύτροπης θεωρητικοπρακτικής δραστηριότητας, αμφισβητώντας εξ υπαρχής τον χρησιμοθηρικό περιορισμό του μορφωτικού ιδεώδους, τα απόλυτα μεγέθη των πολιτικών αποφάσεων, τη λογική στενότητα της προνομιακής «σοφίας» (πολιτικής, επιστημονικής, θρησκευτικής) και τις ωραίες αυταπάτες της κοινωνικής ηθικής.

24 IV. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΗ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ Ο σωκρατικός διάλογος μπορεί να μην οδηγεί σε οριστικά αποτελέσματα και να μην επιδιώκει κάτι τέτοιο, αλλά κατορθώνει -και αυτό είναι ένα από τα κύρια επιτεύγματα του- να προτείνει μια μέθοδο έρευνας που συνάπτει την ιδέα της παιδείας με τη φιλοσοφική πράξη της συνείδησης, με τη διαλεκτική ακύρωση κάθε απόπειρας σύγχυσης ή ασάφειας σε αντιλήψεις και στόχους και με τον αδιάλειπτο επαναπροσδιορισμό της ανθρώπινης ύπαρξης, δυνάμει της κατακτώμενης αλήθειας της και όχι της στενής της ειδίκευσης. Αυτό αποτρέπει την εγκατάλειψη της αγωγής του προσώπου στην αντίληψη ότι η παιδεία είναι απλή εκπαίδευση για την κατάληψη μιας θέσης μέσα στους μηχανισμούς της κοινωνίας· σε ένα δε ευρύτερο πεδίο ανατιμά το φιλοσοφείν ως καθολική πράξη αμφισβήτησης που υπάγει την εφαρμογή της στην εσωτερική απαίτηση της σκεπτόμενης συνείδησης να μην υποκύπτει σε υποτιθέμενες αλήθειες ή σε πράξεις που βρίσκονται σε ευθεία αντίθεση προς τα αληθινά νοήματα της ζωής: «ο δε ανεξέταστος βίος ου βιωτός ανθρώπω»37. Γιατί όμως τέτοια αμφισβήτηση; Επειδή η κοινωνική, πολιτική και πολιτισμική πραγματικότητα που ζούσε ο Σωκράτης είχε οδηγήσει το ανθρώπινο άτομο σε απόλυτη καταρράκωση, τον κόσμο σε επικίνδυνο χωρισμό και τη λειτουργία των θεσμών σε παραλυτικό λήθαργο. Η καθημερινή συμπεριφορά συνακόλουθα και η γενική κουλτούρα αναπαρήγαγαν την απατηλή συνείδηση και την ψευδαίσθηση της γνώσης. Αυτό είχε ως περαιτέρω συνέπεια η σωκρατική διδασκαλία, αντί για αυθεντική κίνηση φιλοσοφικής κατανόησης και προσωπικής ζήτησης παιδείας, να αντιμετωπίζεται από πολλούς με προκατάληψη38 και να διαστρεβλώνεται εύκολα με συνειδητές ή ασυνείδητες παραποιήσεις σχετικά με μορφωτικά, ηθικά, κοινωνικά, πολιτικά, φιλοσοφικά ζητήματα39

25 Αλλά στην πραγματικότητα η φιλοσοφική πρακτική της αμφιβολίας δεν περιοριζόταν σε εξωτερικές αρνήσεις: στην άρνηση της δεσπόζουσας μορφωτικής βλέψης για εκμάθηση της πολιτικής τέχνης και για επιτυχή ανάμειξη στα πολιτικά πράγματα ή σε μια θεωρητική απόρριψη της αντίληψης περί μόρφωσης, την οποία έτεινε να εκπληρώνει η διαφωτιστική δραστηριότητα των σοφιστών απεναντίας αποσκοπούσε στο να συνδέσει τη σχέση γνώσης του ανθρώπου με την οντολογική ζωτικότητα της εσωτερικότητας του και με την κατάκτηση της φιλοσοφικής διαύγειας ως προϋπόθεσης για την επιδίωξη του άριστου και βέλτιστου. Η ανασκευή εξάλλου των επί μέρους ορισμών κατά τη συζήτηση επιτύγχανε να ρευστοποιεί κάθε μονοδιάστατη αξίωση για γνώση και να προωθεί την αξιακή ολοκλήρωση της αυτογνωσίας ως γνωσιοθεωρητικής αρχής «για μια θέση του ατόμου μέσα στον κόσμο»40 και συνακόλουθα για τη ζωτική αναγέννηση του πολιτισμικού και πολιτικού όλου, την οποία είχε τόσο ανάγκη η πολιτική κοινωνία της Αθήνας.


Κατέβασμα ppt "ΣΥΝΘΕΤΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ ΑΡΧΕΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ Β΄ ΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ ΝΙΚΟΛΕΤΑ ΚΙΣΣΑ ΥΠΕΥΘΥΝΗ ΚΑΘΗΓΗΤΡΙΑ:ΠΑΠΑΜΑΓΓΑΝΑ ΙΩΑΝΝΑ."

Παρόμοιες παρουσιάσεις


Διαφημίσεις Google