Η παρουσίαση φορτώνεται. Παρακαλείστε να περιμένετε

Η παρουσίαση φορτώνεται. Παρακαλείστε να περιμένετε

ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ 14-2-2013 Παιονία 20-03-2013 Κιλκίς.

Παρόμοιες παρουσιάσεις


Παρουσίαση με θέμα: "ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ 14-2-2013 Παιονία 20-03-2013 Κιλκίς."— Μεταγράφημα παρουσίασης:

1 ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ Παιονία Κιλκίς

2 ΑΡΘΡΟ 103 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ 1. Οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι εκτελεστές της θέλησης του Κράτους και υπηρετούν το Λαό. Οφείλουν πίστη στο Σύνταγμα και αφοσίωση στην Πατρίδα. Τα προσόντα και ο τρόπος του διορισμού τους ορίζονται από το νόμο.

3 ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ ΥΠΑΛΛΗΛΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ. ΑΡΘΡΟ 1 «Σκοπός του παρόντος Κώδικα είναι η καθιέρωση ενιαίων και ομοιόμορφων κανόνων που διέπουν την πρόσληψη και την υπηρεσιακή κατάσταση των πολιτικών διοικητικών υπαλλήλων, σύμφωνα ιδίως με τις αρχές της ισότητας, της αξιοκρατίας και της κοινωνικής αλληλεγγύης και την ανάγκη διασφάλισης της μέγιστης δυνατής απόδοσης κατά την εργασία τους.»

4 ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ Πειθαρχικό Δίκαιο είναι το σύνολο των κανόνων δικαίου που ρυθμίζουν την πειθαρχική ευθύνη των δημοσίων υπαλλήλων, την πειθαρχική διαδικασία και τις πειθαρχικές ποινές. Το πειθαρχικό δίκαιο αποβλέπει στη διασφάλιση της νομιμότητας της λειτουργίας της Δημόσιας Διοίκησης, στην παροχή εγγυήσεων στο διωκόμενο υπάλληλο έτσι ώστε να διασφαλίζεται η ορθή απονομή του δικαίου και η αποτελεσματική εφαρμογή των κανόνων του και τέλος στην εύρυθμη λειτουργία της υπηρεσίας.

5 ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΑ ΠΑΡΑΠΤΩΜΑΤΑ Στον Υπαλληλικό Κώδικα, πριν από την έναρξη ισχύος του Ν. 4057/2012 η έννοια του πειθαρχικού παραπτώματος συνδέονταν άμεσα με την έννοια του υπαλληλικού καθήκοντος και την παραβίαση του. Το άρθρο 106 αποκτά πλέον, με το νέο Νόμο, λιτή διατύπωση η οποία συνίσταται στον προσδιορισμό των στοιχείων εκείνων που συγκροτούν το πειθαρχικό παράπτωμα. Τα στοιχεία αυτά είναι η υπαιτιότητα του υπαλλήλου και η δυνατότητα καταλογισμού, ενώ διευκρινίζεται ότι το πειθαρχικό παράπτωμα συντελείται είτε με πράξη είτε με παράλειψη.παράλειψη

6 ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΑ ΠΑΡΑΠΤΩΜΑΤΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΩΝ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΩΝ ΠΑΡΑΠΤΩΜΑΤΩΝ Η πράξη ή παράλειψη Η παράβαση του υπαλληλικού καθήκοντος Υπαιτιότητα Ικανότητα προς καταλογισμό

7 ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΑ ΠΑΡΑΠΤΩΜΑΤΑ α) πράξεις με τις οποίες εκδηλώνεται άρνηση αναγνώρισης του Συντάγματος ή έλλειψη αφοσίωσης στην Πατρίδα και τη Δημοκρατία, β) κάθε παράβαση υπαλληλικού καθήκοντος. γ) η παράβαση καθήκοντος κατά τον Ποινικό Κώδικα ή άλλους ειδικούς ποινικούς νόμους, δ) η απόκτηση οικονομικού οφέλους ή ανταλλάγματος προς όφελος του ιδίου του υπαλλήλου ή τρίτου προσώπου, κατά την άσκηση των καθηκόντων του ή εξ αφορμής αυτών, ε) η αναξιοπρεπής ή ανάρμοστη ή ανάξια για υπάλληλο συμπεριφορά εντός ή εκτός υπηρεσίας,

8 ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΑ ΠΑΡΑΠΤΩΜΑΤΑ στ) η παράβαση της αρχής της αμεροληψίας, ζ) η παραβίαση της αρχής της ισότητας των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης, η) η παράβαση της υποχρέωσης εχεμύθειας, θ) η σοβαρή απείθεια, ι) η αδικαιολόγητη αποχή από την εκτέλεση των καθηκόντων, ια) η παραβίαση των υποχρεώσεων του άρθρου 27, καθώς και η αδικαιολόγητη προτίμηση νεότερων υποθέσεων με παραμέληση παλαιότερων,

9 ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΑ ΠΑΡΑΠΤΩΜΑΤΑ ιβ) η άρνηση παροχής πληροφόρησης στους πολίτες και τις αρχές, ιγ) η μη έγκαιρη απάντηση σε αιτήσεις και αναφορές πολιτών, ιδ) η χρησιμοποίηση της δημοσιοϋπαλληλικής ιδιότητας ή πληροφοριών που κατέχει ο υπάλληλος, για εξυπηρέτηση ιδιωτικών συμφερόντων του ίδιου ή τρίτων προσώπων, ιε) η αδικαιολόγητη άρνηση προσέλευσης για ιατρική εξέταση, ιστ) η συμμετοχή σε δημοπρασία την οποία διενεργεί επιτροπή, μέλος της οποίας είναι ο υπάλληλος, ιζ) η άσκηση κριτικής των πράξεων της προϊσταμένης αρχής που γίνεται δημοσίως, με σκόπιμη χρήση εκδήλως ανακριβών στοιχείων ή με χαρακτηριστικά απρεπείς εκφράσεις,

10 ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΑ ΠΑΡΑΠΤΩΜΑΤΑ ιη) η άρνηση σύμπραξης, συνεργασίας, χορήγησης στοιχείων ή εγγράφων κατά τη διεξαγωγή έρευνας ή ελέγχου από Ανεξάρτητες Διοικητικές Αρχές, τον Γενικό Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης κ.τ.λ. ιθ) η αδικαιολόγητα μη έγκαιρη σύνταξη ή η σύνταξη μεροληπτικής έκθεσης αξιολόγησης ή η σύνταξη έκθεσης με κρίσεις ή χαρακτηρισμούς που δεν εξειδικεύονται με αναφορά συγκεκριμένων στοιχείων, κ) η άρνηση ή παρέλκυση εκτέλεσης υπηρεσίας, κα) η χρησιμοποίηση τρίτων προσώπων για την απόκτηση υπηρεσιακής εύνοιας ή την πρόκληση ή ματαίωση εντολής της υπηρεσίας,

11 ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΑ ΠΑΡΑΠΤΩΜΑΤΑ κβ) η σύναψη στενών κοινωνικών σχέσεων με πρόσωπα, με αφορμή το χειρισμό θεμάτων αρμοδιότητας του υπαλλήλου από την αντιμετώπιση των οποίων εξαρτώνται ουσιώδη συμφέροντα των προσώπων αυτών, κγ) η φθορά λόγω ασυνήθιστης χρήσης, η εγκατάλειψη ή η παράνομη χρήση πράγματος το οποίο ανήκει στην υπηρεσία, κδ) η παράλειψη από τα πειθαρχικά όργανα δίωξης και τιμωρίας πειθαρχικού παραπτώματος,, κε) η άσκηση εργασίας με αμοιβή χωρίς άδεια της υπηρεσίας, κστ) η απλή απείθεια, κζ) η μη τήρηση του ωραρίου από τον υπάλληλο και η παράλειψη του προϊσταμένου να ελέγχει την τήρησή του

12 ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΑ ΠΑΡΑΠΤΩΜΑΤΑ κη) η αμέλεια ή ατελής εκπλήρωση του πειθαρχικού καθήκοντος, κθ) τα ειδικά πειθαρχικά παραπτώματα που ορίζονται στο στοιχείο α΄ της παραγράφου 4 του άρθρου 117 του Κ.Δ.Υ. (ΚΕΠ – ανάρμοστη συμπεριφορά), λ) το ειδικό πειθαρχικό παράπτωμα που προβλέπεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 130 του Κ.Δ.Υ (άρνηση κατάθεσης μάρτυρα), λα) το ειδικό πειθαρχικό παράπτωμα που προβλέπεται στο τρίτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 144 του Κ.Δ.Υ (παράλειψη εκτέλεσης ποινής), λβ) το ειδικό πειθαρχικό παράπτωμα που προβλέπεται στην παράγραφο 4 του άρθρου τρίτου του Κ.Δ.Υ (διαδίκτυο).

13 ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΕΣ ΠΟΙΝΕΣ α) η έγγραφη επίπληξη, β) το πρόστιμο έως τις αποδοχές δώδεκα (12) μηνών, γ) η στέρηση του δικαιώματος για προαγωγή από ένα (1) έως πέντε (5) έτη, δ) η στέρηση του δικαιώματος συμμετοχής σε διαδικασία επιλογής προϊσταμένου οργανικής μονάδας οποιουδήποτε επιπέδου από ένα (1) έως πέντε (5) έτη,

14 ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΕΣ ΠΟΙΝΕΣ ε) η αφαίρεση της άσκησης των καθηκόντων προϊσταμένου οργανικής μονάδας οποιουδήποτε επιπέδου για τη θητεία ή το υπόλοιπό της, στ) ο υποβιβασμός έως δύο (2) βαθμούς. ζ) η προσωρινή παύση από τρεις (3) έως δώδεκα (12) μήνες με πλήρη στέρηση των αποδοχών και η) η οριστική παύση.

15 ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΕΣ ΠΟΙΝΕΣ Για την επιβολή οποιασδήποτε πειθαρχικής ποινής σε υπάλληλο συνεκτιμώνται οι ιδιαιτέρες συνθήκες τέλεσης του παραπτώματος, η εν γένει προσωπικότητα του υπαλλήλου, καθώς και η υπηρεσιακή του εικόνα όπως προκύπτει από το προσωπικό του μητρώο και τηρείται η αρχή της αναλογικότητας. Η πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης μπορεί να επιβληθεί στον υπάλληλο και αν: α) κατά την προηγούμενη της διάπραξης του παραπτώματος πενταετία είχαν επιβληθεί σε αυτόν τρεις τουλάχιστον πειθαρχικές ποινές ανώτερες του προστίμου αποδοχών ενός μηνός ή β) κατά την προηγούμενη τριετία είχε τιμωρηθεί για το ίδιο παράπτωμα με ποινή ανώτερη του προστίμου αποδοχών ενός μηνός.

16 ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ α) οι πειθαρχικώς προϊστάμενοι, β) το διοικητικό συμβούλιο νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου για τους υπαλλήλους του νομικού προσώπου, γ) το πειθαρχικό συμβούλιο του οικείου φορέα, δ) το πειθαρχικό συμβούλιο του Υπουργείου Εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης για τις περιπτώσεις της παρ. 4 του άρθρου 117 του Κ.Δ.Υ., ε) το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο στ) ο Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης ζ) το Διοικητικό Εφετείο και η) το Συμβούλιο της Επικρατείας.

17 ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΩΣ ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΟΙ Ο Υπουργός Ο γενικός γραμματέας Υπουργείου ή Γενικής Γραμματείας Ο γενικός γραμματέας αυτοτελούς υπηρεσίας Ο Γενικός Γραμματέας Αποκεντρωμένης Διοίκησης Ο ειδικός γραμματέας Ο Ελεγκτής Νομιμότητας Ο προϊστάμενος γενικής διεύθυνσης Ο προϊστάμενος διεύθυνσης

18 ΤΑ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ Οι αρμοδιότητες του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου ασκούνται από δύο (2) τμήματα. Το πρώτο τμήμα κάθε Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου που προβλέπεται στην προηγούμενη παράγραφο είναι αρμόδιο για τους εκπαιδευτικούς της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης που υπηρετούν στη διοικητική περιφέρεια της οικείας περιφερειακής διεύθυνσης εκπαίδευσης, με οποιαδήποτε σχέση εργασίας σε:

19 ΤΑ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ αα) σχολικές μονάδες της δημόσιας και της ιδιωτικής πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ββ) αποκεντρωμένες υπηρεσίες της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, γγ) δημόσιους φορείς παροχής υπηρεσιών δια βίου μάθησης και δδ) νομικά πρόσωπα που εποπτεύονται από το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων Πολιτισμού και Αθλητισμού (ΥΠΑΙΘΠΑ).

20 ΤΑ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ Το δεύτερο τμήμα κάθε Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου είναι αρμόδιο για: αα) το διοικητικό προσωπικό, πλην του γραμματέα του Α.Ε.Ι., καθώς και για το Ειδικό Τεχνικό Εργαστηριακό Προσωπικού (Ε.Τ.Ε.Π.) και υπηρετούν σε Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (Α.Ε.Ι.) που εδρεύουν στη διοικητική περιφέρεια της οικείας περιφερειακής διεύθυνσης εκπαίδευσης, ββ) το ειδικό επιστημονικό, ερευνητικό, τεχνικό, βοηθητικό και διοικητικό προσωπικό που, ανεξαρτήτως αν κατέχει οργανική θέση υπηρεσίας που ανήκει στο Υπουργείου Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων ή σε άλλο Υπουργείο κ.τ.λ.

21 ΤΑ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ Τα Πρωτοβάθμια Πειθαρχικά Συμβούλια συνεδριάζουν δημόσια και αποτελούνται: α) Το πρώτο τμήμα από: αα) δύο (2) μέλη τα οποία ορίζονται σύμφωνα με τις περιπτώσεις α΄ και β΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 146Β του μέρους Ε΄ του Υ.Κ., και ββ) έναν (1) διευθυντή της πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, με τον αναπληρωτή του, οι οποίοι υπηρετούν στην περιφέρεια της οικείας περιφερειακής διεύθυνσης εκπαίδευσης και υποδεικνύονται από τον Πρόεδρο του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου ύστερα από κλήρωση από συγκεντρωτική κατάσταση ανά περιφερειακή διεύθυνση εκπαίδευσης

22 ΤΑ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ Τα πειθαρχικά συμβούλια είναι τριμερή, και αποτελούνται από: α) Τον Πρόεδρο, ο οποίος είναι πάρεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου ή εφέτης ή πρόεδρος πρωτοδικών ή πρωτοδίκης των διοικητικών ή των πολιτικών δικαστηρίων ή αντεισαγγελέας εφετών ή εισαγγελέας ή αντεισαγγελέας πρωτοδικών με τον αναπληρωτή του. β) Ένα (1) μέλος, ο οποίος είναι πάρεδρος ή δικαστικός αντιπρόσωπος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με τον αναπληρωτή του. γ) Ένα (1) μέλος, ο οποίος είναι μόνιμος υπάλληλος, προϊστάμενος διεύθυνσης Υπουργείου, Αποκεντρωμένης Διοίκησης, Περιφέρειας ή Ν.Π.Δ.Δ., με τον αναπληρωτή του

23 ΤΑ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ Στην αρμοδιότητα του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου που συνιστάται στην Κ.Υ. του Υπουργείου Παιδείας, υπάγεται το μόνιμο και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ειδικό επιστημονικό, ερευνητικό, τεχνικό, βοηθητικό και διοικητικό προσωπικό: α) της Κ.Υ. του Υπουργείου, β) της Γενικής Γραμματείας Δια Βίου Μάθησης, γ) της Γενικής Γραμματείας Έρευνας και Τεχνολογίας και των Ν.Π.Δ.Δ. που εποπτεύονται από αυτή, δ) της Γενικής Γραμματείας Νέας Γενιάς, ε) του Διεπιστημονικού Οργανισμού Αναγνώρισης Τίτλων Ακαδημαϊκών και Πληροφόρησης, στ) της Ακαδημίας Αθηνών, ζ) του Εθνικού Γυμναστηρίου Αθηνών «I. Φωκιανός», η) του Δημόσιου Πρότυπου Παιδικού Γυμναστηρίου Καισαριανής και θ) της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος.

24 ΤΑ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ Για τις πειθαρχικές υποθέσεις των περιφερειακών διευθυντών εκπαίδευσης, των σχολικών συμβούλων, των διευθυντών εκπαίδευσης, των γραμματέων των Α.Ε.Ι. και των συντονιστών εκπαίδευσης του εξωτερικού αρμόδιο είναι, σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο του άρθρου 146Α του Μέρους Ε΄ του Υ.Κ., όπως το μέρος αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο δεύτερο του νέου νόμου.

25 ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΩΣ ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΩΝ Όλοι οι πειθαρχικώς προϊστάμενοι μπορούν να επιβάλλουν την ποινή της έγγραφης επίπληξης. Η αρμοδιότητα των πειθαρχικώς προϊσταμένων είναι αμεταβίβαστη, εκτός εάν από διάταξη νόμου προβλέπεται διαφορετικά. Αν ο πειθαρχικώς προϊστάμενος, ο οποίος έχει επιληφθεί, κρίνει ότι το παράπτωμα επισύρει ποινή ανώτερη της αρμοδιότητάς του, παραπέμπει την υπόθεση σε οποιονδήποτε ανώτερο αυτού πειθαρχικώς προϊστάμενο. Τα πειθαρχικά συμβούλια μπορούν να επιβάλλουν οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή.

26 ΑΣΚΗΣΗ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗΣ ΔΙΩΞΗΣ Η πειθαρχική δίωξη αρχίζει: με την κλήση του υπαλλήλου σε απολογία από το μονομελές πειθαρχικό όργανο ή με την παραπομπή του στο υπηρεσιακό συμβούλιο. Η πειθαρχική διαδικασία ολοκληρώνεται μέσα σε δύο μήνες από την κλήση σε απολογία είτε με την έκδοση πειθαρχικής απόφασης μονομελούς οργάνου είτε με παραπομπή ενώπιον πειθαρχικού συμβουλίου. Σε περίπτωση παραπομπής ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου ολοκληρώνεται μέσα σε τέσσερις μήνες από την παραπομπή.

27 ΠΡΟΚΑΤΑΡΚΤΙΚΗ ΕΞΕΤΑΣΗ Είναι η άτυπη συλλογή και καταγραφή στοιχείων για να διαπιστωθεί η τέλεση πειθαρχικού παραπτώματος και οι συνθήκες τέλεσής του. Προκαταρκτική Έρευνα μπορεί να ενεργήσει κάθε πειθαρχικώς προϊστάμενος. Αν ο ενεργών την προκαταρκτική εξέταση κρίνει ότι απαιτείται περαιτέρω έρευνα, προχωρεί στη διενέργεια ένορκης διοικητικής εξέτασης.

28 ΕΝΟΡΚΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΕΞΕΤΑΣΗ Η ΕΔΕ αποτελεί ανακριτική μέθοδο, που τοποθετείται ανάμεσα στην προκαταρκτική εξέταση και στην πειθαρχική ανάκριση. Η ΕΔΕ δεν συνιστά έναρξη πειθαρχικής δίωξης. Η ΕΔΕ ολοκληρώνεται με την υποβολή αιτιολογημένης έκθεσης του υπαλλήλου που την ενεργεί στον πειθαρχικώς προϊστάμενο που διέταξε την διενέργειά της. Εφόσον διαπιστώνεται η διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος από συγκεκριμένο υπάλληλο, ο πειθαρχικώς προϊστάμενος υποχρεούται να ασκήσει πειθαρχική δίωξη.

29 ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗ ΑΝΑΚΡΙΣΗ Διακρίνεται σε α. κατά κανόνα υποχρεωτική και β. εξαιρετικά μη υποχρεωτική. Ανάκριση δεν μπορούν να ενεργήσουν: α) εκείνοι κατά των οποίων στρέφεται το παράπτωμα, β) οι πειθαρχικώς προϊστάμενοι που έχουν εκδώσει την πειθαρχική απόφαση που κρίνεται κατ’ ένσταση γ) τα πρόσωπα που έχουν ενεργήσει ένορκη διοικητική εξέταση και δ) τα πρόσωπα που έχουν ασκήσει την πειθαρχική δίωξη.

30 ΑΝΑΚΡΙΤΙΚΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ Η αυτοψία. Η εξέταση μαρτύρων. Οι μάρτυρες εξετάζονται ενόρκως. Ο διωκόμενος δικαιούται να ζητήσει εγγράφως την εξέταση μαρτύρων. Η πραγματογνωμοσύνη. Η εξέταση του διωκόμενου. Κατά την πειθαρχική ανάκριση καλείται οπωσδήποτε για εξέταση ο διωκόμενος υπάλληλος. Ο υπάλληλος εξετάζεται ανωμοτί και μπορεί να παρίσταται μετά δικηγόρου.

31 ΑΠΟΛΟΓΙΑ Πειθαρχική ποινή δεν επιβάλλεται, εάν ο υπάλληλος δεν κληθεί προηγουμένως σε απολογία. Πριν από την απολογία ο διωκόμενος έχει δικαίωμα να λάβει γνώση του φακέλου της πειθαρχικής υπόθεσης. Η απολογία υποβάλλεται εγγράφως. Ενώπιον συλλογικού πειθαρχικού οργάνου επιτρέπεται στο διωκόμενο και η προφορική συμπληρωματική απολογία. Με την απολογία του ο υπάλληλος έχει δικαίωμα να ζητήσει εύλογη προθεσμία για να υποβάλει έγγραφα στοιχεία.

32 ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η πειθαρχική απόφαση διατυπώνεται εγγράφως και υπογράφεται από το όργανο που την εκδίδει. Η πειθαρχική απόφαση καταρχήν δεν ανακαλείται. Η εξαφάνιση ή ακύρωσή της είναι δυνατή μόνο αν ευδοκιμήσει ένδικο μέσο που προβλέπεται κατά αυτής. Για πρώτη φορά, προβλέπεται ρητά η υποχρέωση των μελών του πειθαρχικού συμβουλίου που μειοψηφούν ως προς την ενοχή του διωκόμενου θεωρώντας αυτόν αθώο, να ψηφίσουν ως προς την ποινή, αποκλείοντας την περίπτωση της παροχής από αυτούς λευκής ψήφου ή της αποχής τους από τη δεύτερη αυτή ψηφοφορία.

33 ΕΝΔΙΚΑ ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ-ΕΝΣΤΑΣΗ Ασκείται κατά των πειθαρχικών αποφάσεων των πειθαρχικώς προϊσταμένων. Ένσταση δικαιούνται να ασκήσουν: α) ο υπάλληλος που τιμωρήθηκε και β) υπέρ του υπαλλήλου ή υπέρ της διοίκησης κάθε ανώτερος πειθαρχικώς προϊστάμενος. Το Πειθαρχικό συμβούλιο και το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο δεν μπορεί να επιβάλει βαρύτερη ποινή αν η ένσταση ασκήθηκε από τον υπάλληλο. Αν η ένσταση ασκήθηκε υπέρ της Διοίκησης δεν μπορεί να επιβληθεί ελαφρότερη ποινή.

34 ΕΝΔΙΚΑ ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ-ΕΝΣΤΑΣΗ Όταν ασκούνται ενστάσεις τόσο από τον υπάλληλο όσο και υπέρ της διοίκησης, το οικείο συμβούλιο τις κρίνει από κοινού και δεν δεσμεύεται ως προς την ποινή που θα επιβάλει. Η ένσταση κατά των αποφάσεων των πειθαρχικώς προϊσταμένων κατατίθεται στο αρμόδιο πειθαρχικό συμβούλιο. Η ένσταση κατά αποφάσεων του πειθαρχικού συμβουλίου που έκρινε σε πρώτο βαθμό κατατίθεται σε αυτό, το οποίο τη διαβιβάζει αμελλητί στο Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο με τον πλήρη φάκελο της πειθαρχικής υπόθεσης. Η ένσταση ασκείται μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης ή την πλήρη γνώση αυτής από τον υπάλληλο ή από την περιέλευσή της στα όργανα που δικαιούνται να ασκήσουν ένσταση.

35 ΕΝΔΙΚΑ ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ-ΠΡΟΣΦΥΓΗ Η προσφυγή ασκείται κατά των πειθαρχικών αποφάσεων που δεν υπόκεινται σε ένσταση, ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Διοικητικού Εφετείου, μόνο από τον υπάλληλο που τιμωρήθηκε. Η προθεσμία και η άσκηση προσφυγής δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της πειθαρχικής απόφασης, με εξαίρεση τις πειθαρχικές αποφάσεις που επιβάλλουν την ποινή της προσωρινής ή οριστικής παύσης ή του υποβιβασμού. Το Δικαστήριο μπορεί με απόφασή του να αναστείλει την εκτέλεση της πειθαρχικής απόφασης, εφόσον πιθανολογεί ανεπανόρθωτη βλάβη του προσφεύγοντα ή ευδοκίμηση της προσφυγής.

36 ΕΝΔΙΚΑ ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ-ΠΡΟΣΦΥΓΗ Δικαίωμα προσφυγής ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας έχουν οι μόνιμοι υπάλληλοι κατά των αποφάσεων του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου που επιβάλλουν τις πειθαρχικές ποινές του υποβιβασμού ή της οριστικής παύσης. Δικαίωμα προσφυγής ενώπιον του διοικητικού εφετείου έχουν οι μόνιμοι υπάλληλοι κατά: α) των πειθαρχικών αποφάσεων του Υπουργού, β) των αποφάσεων του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου που επιβάλλουν οποιαδήποτε ποινή πλην της έγγραφης επίπληξης και του προστίμου των αποδοχών έως ενός (1) μηνός, γ) των αποφάσεων των πειθαρχικών συμβουλίων, όταν επιβάλλουν την πειθαρχική ποινή του προστίμου αποδοχών ενός (1) μηνός έως και τεσσάρων (4) μηνών κατά των οποίων δεν μπορούν να ασκήσουν ένσταση.

37 ΕΝΔΙΚΑ ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ-ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ ΤΗΣ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ Μπορεί να ζητηθεί από: τον υπάλληλο, όταν έχει εκδοθεί αθωωτική ποινική απόφαση από τον Υπουργό, το Δ.Σ. του ν.π.δ.δ., το Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας όταν έχει εκδοθεί καταδικαστική ποινική απόφαση. Κατά την επανάληψη, αν έχει εκδοθεί καταδικαστική ποινική απόφαση, μπορεί να επιβληθεί ανώτερη ποινή από αυτήν που είχε επιβληθεί.

38 ΕΝΔΙΚΑ ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ-ΑΙΤΗΣΗ ΑΚΥΡΩΣΕΩΣ ελέγχεται μόνο η νομιμότητα της πειθαρχικής απόφασης (ως διοικητικής πράξης). η αίτηση ακυρώσεως (ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου ή του Συμβουλίου της Επικρατείας, αναλόγως του βαθμού του υπαλλήλου) ασκείται από τον υπάλληλο μόνο κατά των πειθαρχικών αποφάσεων, κατά των οποίων δεν συγχωρείται άσκηση προσφυγής.

39 ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ-ΔΙΑΓΡΑΦΗ ΠΟΙΝΩΝ Η τελεσίδικη απόφαση εκτελείται υποχρεωτικά. Παράλειψη εκτέλεσης της ποινής αποτελεί πειθαρχικό παράπτωμα. Ο χρόνος της προσωρινής παύσης δεν θεωρείται χρόνος πραγματικής υπηρεσίας. Διαγράφονται αυτοδίκαια η ποινή της επίπληξης μετά τρία έτη, του προστίμου μετά οκτώ έτη και οι λοιπές ποινές, εκτός από την ποινή της οριστικής παύσης, μετά δέκα έτη, αν κατά το αντίστοιχο χρονικό διάστημα ο υπάλληλος δεν τιμωρήθηκε με άλλη ποινή. Σε περίπτωση που ο διωκόμενος υπάλληλος αθωωθεί αμετάκλητα, προβλέπεται η δημοσιοποίηση της απόφασης με ανάρτηση στο διαδίκτυο ή με κάθε άλλο πρόσφορο τρόπο.

40 ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΑ ΣΥΜΒΟΥΛΙΑ Το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο αποτελείται από: α) Έναν (1) Αντιπρόεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ως Πρόεδρο. β) Τέσσερις (4) Νομικούς Συμβούλους του Κράτους με ισάριθμους αναπληρωτές τους. γ) Δύο (2) εν ενεργεία προϊσταμένους γενικών διευθύνσεων του Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης με δύο (2) αναπληρωτές τους εν ενεργεία προϊσταμένους γενικών διευθύνσεων ή διευθύνσεων του ίδιου Υπουργείου. δ) Τον προϊστάμενο της γενικής διεύθυνσης που είναι αρμόδια για θέματα προσωπικού του Υπουργείου στο οποίο υπάγεται η υπηρεσία.

41 ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΑ ΣΥΜΒΟΥΛΙΑ Το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο λειτουργεί σε δύο τμήματα, καθένα από τα οποία συνεδριάζει δημόσια και αποτελείται από: α) Τον Πρόεδρο του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου αναπληρούμενο από τον αρχαιότερο των ορισθέντων Νομικών Συμβούλων του Κράτους. β) Δύο (2) Νομικούς Συμβούλους του Κράτους ή τους αναπληρωτές τους. γ) Ένα τακτικό μέλος της περίπτωσης γ΄ της προηγούμενης παραγράφου, αναπληρούμενο από το αναπληρωματικό του μέλος. δ) Το τακτικό μέλος της περίπτωσης δ΄ της προηγούμενης παραγράφου, αναπληρούμενο από το αναπληρωματικό του μέλος.

42 ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΑ ΣΥΜΒΟΥΛΙΑ Τα πειθαρχικά συμβούλια είναι τριμερή, συνεδριάζουν δημόσια και αποτελούνται από: α) Τον Πρόεδρο, ο οποίος είναι πάρεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου ή εφέτης ή πρόεδρος πρωτοδικών ή πρωτοδίκης των διοικητικών ή των πολιτικών δικαστηρίων ή αντεισαγγελέας εφετών ή εισαγγελέας ή αντεισαγγελέας πρωτοδικών με τον αναπληρωτή του. β) Ένα (1) μέλος, ο οποίος είναι πάρεδρος ή δικαστικός αντιπρόσωπος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με τον αναπληρωτή του. γ) Ένα (1) μέλος, ο οποίος είναι μόνιμος υπάλληλος, προϊστάμενος διεύθυνσης Υπουργείου, Αποκεντρωμένης Διοίκησης, Περιφέρειας ή Ν.Π.Δ.Δ., με τον αναπληρωτή του.

43 ΛΥΣΗ ΥΠΑΛΛΗΛΙΚΗΣ ΣΧΕΣΗΣ-ΠΑΡΑΙΤΗΣΗ Η παραίτηση αποτελεί δικαίωμα του υπαλλήλου και υποβάλλεται εγγράφως. Αίρεση, όρος ή προθεσμία στην αίτηση παραίτησης θεωρούνται ότι δεν έχουν γραφεί. Ο υπάλληλος μπορεί να ανακαλέσει εγγράφως την αίτηση παραίτησης, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός (1) μηνός από την υποβολή της, εφόσον αυτή δεν έχει γίνει αποδεκτή. Η αίτηση παραίτησης γίνεται αποδεκτή με πράξη που εκδίδεται από το αρμόδιο όργανο και δημοσιεύεται σε περίληψη στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

44 ΛΥΣΗ ΥΠΑΛΛΗΛΙΚΗΣ ΣΧΕΣΗΣ-ΕΚΠΤΩΣΗ Ο υπάλληλος εκπίπτει αυτοδίκαια από την υπηρεσία του: Εφόσον με αμετάκλητη δικαστική απόφαση καταδικασθεί σε ποινή τουλάχιστον πρόσκαιρης κάθειρξης ή σε οποιαδήποτε ποινή για πλημμέλημα από τα αναφερόμενα στην περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 8 του Υ.Κ. ή σε οποιαδήποτε ποινή για λιποταξία. Εφόσον με αμετάκλητη δικαστική απόφαση του επιβληθεί στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων. Η έκπτωση επέρχεται από την ημερομηνία δημοσίευσης της αμετάκλητης καταδικαστικής απόφασης. Ο υπάλληλος εκπίπτει αυτοδίκαια από την υπηρεσία του, από την ημερομηνία που απώλεσε την ελληνική ιθαγένεια ή την ιθαγένεια κράτους - μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

45 ΛΥΣΗ ΥΠΑΛΛΗΛΙΚΗΣ ΣΧΕΣΗΣ-ΑΠΟΛΥΣΗ Ο υπάλληλος απολύεται μόνο για τους επόμενους αποκλειστικούς λόγους: α) επιβολή της πειθαρχικής ποινής της οριστικής παύσης β) σωματική ή πνευματική ανικανότητα γ) κατάργηση της θέσης στην οποία υπηρετεί δ) συμπλήρωση ορίου ηλικίας και τριακονταπενταετίας ε) ακαταλληλότητα κατά το άρθρο 95 του Υπαλληλικού Κώδικα

46 ΛΥΣΗ ΥΠΑΛΛΗΛΙΚΗΣ ΣΧΕΣΗΣ-ΑΠΟΛΥΣΗ Πέραν των προηγουμένων λόγων ο Κώδικας προβλέπει άλλες τρεις περιπτώσεις απόλυσης: α) Ο υπάλληλος απολύεται ύστερα από απόφαση του υπηρεσιακού συμβουλίου, αν διαπιστωθεί σωματική ή πνευματική ανικανότητα. β) Ο υπάλληλος απολύεται, αν καταργηθεί η θέση στην οποία υπηρετεί. Ο προς απόλυση υπάλληλος δικαιούται, με αίτησή του, να μεταταγεί σε κενή οργανική θέση άλλης δημόσιας υπηρεσίας ή Ν.Π.Δ.Δ. γ) Ο υπάλληλος απολύεται αυτοδικαίως από την υπηρεσία με τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του.

47 ΔΙΑΘΕΣΙΜΟΤΗΤΑ Ο υπάλληλος τίθεται σε διαθεσιμότητα λόγω ασθένειας ή λόγω κατάργησης της θέσης του. Κατά τη διάρκεια της διαθεσιμότητας παύει η άσκηση των καθηκόντων του υπαλλήλου, κύριων ή παρεπόμενων. Η διαθεσιμότητα λόγω ασθένειας αρχίζει από τη λήξη της αναρρωτικής άδειας και δεν μπορεί να υπερβεί το ένα (1) και για τα δυσίατα νοσήματα τα δύο (2) έτη. Η διαθεσιμότητα λόγω κατάργησης της θέσης διαρκεί ένα (1) έτος, μετά την πάροδο του οποίου ο υπάλληλος απολύεται. Κατά τη διάρκεια της διαθεσιμότητας ο υπάλληλος λαμβάνει τα τρία τέταρτα των αποδοχών του.

48 ΑΥΤΟΔΙΚΑΙΗ ΘΕΣΗ ΣΕ ΑΡΓΙΑ Ο υπάλληλος τίθεται αυτοδίκαια σε αργία λόγω στέρησης της προσωπικής του ελευθερίας, ύστερα από ένταλμα προσωρινής κράτησης ή δικαστική απόφαση, έστω και αν απολύθηκε με εγγύηση ή επιβολής της ποινής της οριστικής παύσης. Ο υπάλληλος επανέρχεται αυτοδίκαια στα καθήκοντά του, εάν εκλείψει ο λόγος για τον οποίο έχει τεθεί σε αυτοδίκαιη αργία. Η αργία αίρεται αυτοδικαίως μετά την πάροδο διετίας από την έκδοση της απόφασης θέσεως του υπαλλήλου σε αργία.

49 ΔΥΝΗΤΙΚΗ ΘΕΣΗ ΣΕ ΑΡΓΙΑ Μπορεί να τεθεί σε αργία ο υπάλληλος κατά του οποίου : έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για αδίκημα, το οποίο μπορεί να επισύρει την έκπτωση από την υπηρεσία και προκειμένου για το αδίκημα της παράβασης καθήκοντος, εφόσον έχει παραπεμφθεί στο ακροατήριο ή έχει ασκηθεί πειθαρχική δίωξη για παράπτωμα, το οποίο μπορεί να επισύρει την ποινή της οριστικής παύσης ή τέλος υπάρχει βάσιμη υπόνοια για άτακτη οικονομική διαχείριση, η οποία στηρίζεται σε έκθεση της προϊσταμένης αρχής. Η αργία αίρεται αυτοδικαίως μετά την πάροδο διετίας από την έκδοση της απόφασης θέσεως του υπαλλήλου σε αργία.

50 ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΗΣ ΑΡΓΙΑΣ Ο υπάλληλος που τελεί σε κατάσταση αργίας απέχει από την άσκηση των κύριων και παρεπόμενων καθηκόντων του και λαμβάνει το 1/3 των αποδοχών του. Εάν ο υπάλληλος απαλλαγεί από κάθε πειθαρχική ευθύνη ή αποδειχτεί αβάσιμη η υπόνοια για άτακτη οικονομική διαχείριση, επιστρέφεται το μέρος των αποδοχών του που παρακρατήθηκε. Ο υπάλληλος, στον οποίο επιβλήθηκε η πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης για το παράπτωμα της αδικαιολόγητης αποχής από την εκτέλεση των καθηκόντων του δεν δικαιούται αποδοχές αργίας

51


Κατέβασμα ppt "ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ 14-2-2013 Παιονία 20-03-2013 Κιλκίς."

Παρόμοιες παρουσιάσεις


Διαφημίσεις Google