Η παρουσίαση φορτώνεται. Παρακαλείστε να περιμένετε

Η παρουσίαση φορτώνεται. Παρακαλείστε να περιμένετε

Σπόντης Δημήτριος. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΑ: Επιστήμη που ασχολείται με το μηχανισμό δράσης,τις χρήσεις και τις ανεπιθύμητες ενέργειες των φαρμάκων. ΦΑΡΜΑΚΟ: Ονομάζεται.

Παρόμοιες παρουσιάσεις


Παρουσίαση με θέμα: "Σπόντης Δημήτριος. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΑ: Επιστήμη που ασχολείται με το μηχανισμό δράσης,τις χρήσεις και τις ανεπιθύμητες ενέργειες των φαρμάκων. ΦΑΡΜΑΚΟ: Ονομάζεται."— Μεταγράφημα παρουσίασης:

1 Σπόντης Δημήτριος

2 ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΑ: Επιστήμη που ασχολείται με το μηχανισμό δράσης,τις χρήσεις και τις ανεπιθύμητες ενέργειες των φαρμάκων. ΦΑΡΜΑΚΟ: Ονομάζεται κάθε ουσία που μπορεί να μεταβάλλει τις ιδιότητες ενός βιολογικού υποστρώματος.

3 Η λέξη φάρμακο έχει πολλές έννοιες αλλά συνηθεστέρα χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια ουσία η οποία χορηγείται σαν ίαμα στην θεραπεία των ασθενειών. Ωστόσο αν αναφερθεί σε οποιοδήποτε δραστική ουσία τότε περιλαμβάνει: Ουσίες καθημερινής χρήσης π.χ. Καφεΐνη, νικοτίνη και αλκοόλη Εξαρτησιογόνες ουσίες Προσθετικά τροφίμων Καλλυντικά

4 Τα φάρμακα αξιοποιούνται από την ιατρική για:  Την πρόληψη  Την διάγνωση  Την θεραπεία των νόσων

5 Η φαρμακολογία μελετά:  τις δράσεις και  τον τρόπο δράσης των φαρμάκων Η γνώση της φαρμακολογίας είναι απαραίτητη για την αποτελεσματική χρήση των φαρμάκων στην θεραπευτική.

6 Οι ρίζες της φαρμακολογίας συνδέονται άμεσα με την γνώση των φαρμάκων και τις χρήσεις τους που συχνά αποτελούσαν μυστικά των ιερέων των αγίων ή των σαμάνων των αρχαίων κοινωνιών. Τα αποτελέσματα της δράσης των φαρμάκων συχνά θεωρούνταν μαγικά.

7 Οι αρχαίοι πολιτισμοί χρησιμοποιούσαν ένα κράμα μαγείας θρησκείας και φαρμάκων για την θεραπεία των ασθενειών και συχνά θεωρούσαν το φάρμακο μαγικές ουσίες. Τα περισσότερα φάρμακα στην αρχαιότητα προέρχονται από φυτικά και ζωικά τμήματα ή υγρά. Οι γνώσεις για τα φάρμακα αυξήθηκαν παράλληλα με τη γνώση των λειτουργιών του σώματος (ανατομία,φυσιολογία,βιοχημεία και της χημείας).

8 o Διασκουρίδης (57π.Χ) συνέταξε τα περί ιατρικής ύλης αποτελούμενο από 500 φυτά και γιατρικά. o Γαληνός ( μ.Χ)Έλληνας που έζησε στην Ρώμη. o Παράκελσος ( ) Ελβετός επιστήμονας και αλχημιστής, ο παππούς της Φαρμακολογίας. o Sertirner (1805) Γερμανός φαρμακοποιός, απομόνωσε την μορφίνη το πρώτο καθαρό δραστικό συστατικό.

9 o Ehrich (1909) Γερμανός παθολόγος, ανέπτυξε την χημειοθεραπεία. o Domagk (1935) Γερμανός παθολόγος, παρατήρησε την αντιβακτηριακή δράση της προντοζίλης ενός αρχετύπου των σουλφανιμιδών,των πρώτων δηλ. εκλεκτικών αντιμικροβιακών παραγόντων. o Beyer (δεκαετία του ’50) Αμερικάνος φαρμακολόγος με αποφασιστική συμβολή στην ανάπτυξη των θειαζιδικών διουρητικών παραγώγων των σουλφoναμιδών και αρκετών άλλων φαρμάκων. o Black (1960- σήμερα) Βρετανός φαρμακολόγος και κάτοχος βραβείου Nobel, ανέπτυξε την προπανολόλη και την σιμετιδίνη.

10 Τα φάρμακα βελτιώνουν την ποιότητα ζωής εκατομμυρίων ανθρώπων και προλαμβάνουν την ασθένεια σε παγκόσμια κλίμακα. Υπολογίζεται ότι τα φάρμακα έχουν προσθέσει 3-5 χρόνια στο μέσο όρο του προσδόκιμου επιβίωσης. Υπολογίζεται ότι χρειάζεται ένας μέσος όρος 7-10 χρόνων για την ανάπτυξη ενός νέου φαρμάκου από τη στιγμή που θα παραχθεί μια καινούρια χημική ένωση μέχρι τη στιγμή που αυτή θα χρησιμοποιηθεί με επιτυχία σε ασθενείς.

11 Ο μηχανισμός δράσης ενός φαρμάκου μπορεί να ασκείται σε τέσσερα διαφορετικά επίπεδα:  Επίπεδο συστημάτων  Επίπεδο ιστών  Επίπεδο κυττάρων  Επίπεδο μορίων Η δράση των φαρμάκων στα τέσσερα αυτά διαφορετικά επίπεδα μπορεί να γίνει κατανοητή χρησιμοποιώντας ως παράδειγμα το φάρμακο προπανολόλη(αποτελεί χρήσιμο φάρμακο για τη στηθάγχη).

12 Σε επίπεδο συστήματος η προπανολόλη ελαττώνει την κφ απόκριση της καρδιάς στην αυξημένη δραστηριότητα του συμπαθητικού Ν.Σ. που εκδηλώνεται με την αύξηση του καρδιακού ρυθμού και της έντασης της συστολής. Σε επίπεδο ιστού η προπανολόλη ασκεί αρνητική ινοτρόπο και χρονοτρόπο δράση (δηλ. ελαττώνει την ένταση της καρδιακής συστολής και τον καρδιακό ρυθμό) ως αποτέλεσμα του αποκλεισμού της δράσης των νευροδιαβιβαστών οι οποίοι απελευθερώνονται από το συμπαθητικό που νευρώνει την καρδιά.

13 Σε κυτταρικό επίπεδο αποτρέπει την αύξηση της ενδοκυττάριας συγκέντρωσης της AMP Μονοφωσφορικής Κυκλικής Αδενοσίνης,την φωσφορυλίωση των πρωτεϊνών,την κινητοποίηση του Ca και τον οξειδωτικό μηχανισμό,ενέργειες που προκαλούνται από το Συμπαθητικό Ν.Σ. Σε μοριακό επίπεδο η προπανολόλη ανταγωνίζεται συναγωνιστικά και αντιτρεπτά την σύνδεση της επινεφρίνης και της νορεπινεφρίνης με τους β1 αδρενεργικούς υποδοχείς.

14 Άλλο παράδειγμα για τη δράση στα τέσσερα επίπεδα είναι της Ριφαμπικίνης,η οποία όμως δεν δρα σε ανθρώπινους ιστούς,φάρμακο αποτελεσματικό στη θεραπεία της φυματίωσης.

15  Σε επίπεδο συστήματος η ριφαμπικίνη αποτρέπει την σταδιακή έκπτωση της αναπνευστικής λειτουργίας.  Σε επίπεδο ιστού αποτρέπει την βλάβη των πνευμόνων από το μυκοβακτηρίδιο της φυματίωσης.  Σε κυτταρικό επίπεδο αναστέλλει τη σύνθεση ριβονουκλεϊκού οξέος (RNA) του μυκοβακτηριδίου, συντελώντας στην εξολόθρευσή του.  Σε μοριακό επίπεδο προσδένεται στην RNA πολυμεράση του μυκοβακτηριδίου.

16 1. ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ: Φάρμακα τα οποία προκαλούν απόκριση σε καθένα από τα επίπεδα αυτά. 2. ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ: Φάρμακα τα οποία αποκλείουν τις δράσεις των αγωνιστών.

17 Το φαρμακοθεραπευτικό αποτέλεσμα που έχουν τα φάρμακα ορίζεται σαν θεραπεία και στοιχεία εκτίμησης της αποτελεί η έκβαση της νόσου. Τα δηλητήρια έχουν τοξικό μηχανισμό δράσης που ορίζεται ως τοξικότητα και στοιχεία εκτίμησης αποτελεί η υγεία. Τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται για θεραπευτικούς σκοπούς μπορεί επίσης να έχουν τοξικές ιδιότητες.

18 Προκειμένου να προκαλέσει κάποια ενέργεια το φάρμακο πρέπει πρώτα να αλληλεπιδράσει με έναν μοριακό στόχο. Ο στόχος για τα περισσότερα φάρμακα είναι μια πρωτεΐνη αν και για κάποια από αυτά είναι ένα μακρομοριακό λιπιδικό ή πρωτολιπιδικό συστατικό της κυτταρικής μεμβράνης. Τέλος μερικά φάρμακα επιδρούν άμεσα στα πυρηνικά οξέα.

19 Οι υποδοχείς : πρωτεϊνικός μακρομοριακός στόχος Τα ένζυμα Μόρια–φορείς (συμμεταφορείς ή αντιμεταφορείς) Δίαυλοι ιόντων Αντλίες Ιδιοσυγκρασιακοί στόχοι (ιόντα μετάλλων,επιφανειοδραστικές πρωτεΐνες, περιεχόμενο του Γ.Ε.Σ.) Νουκλεϊνικά οξέα

20 Αγωνιστική δράση: η παραγωγή μοριακής και κυτταρικής απόκρισης από την αλληλεπίδραση, μεταξύ ενός φαρμάκου(αγωνιστή) και ενός υποδοχέα που έχει ως συνέπεια την ενεργοποίηση του τελευταίου.  Η ενδογενής δραστικότητα ενός πλήρους αγωνιστή ορίζεται ίση με 1.  Η σχέση μεταξύ αγωνιστή Α και απόκρισης καθορίζεται από την σύνδεση του με τον υποδοχέα R και το αποτέλεσμα ορίζεται ως το προϊόν της παραπάνω σύνδεσης.

21 Μερικός Αγωνιστής : ένα φάρμακο που αλληλεπιδρά ή συνδέεται με έναν υποδοχέα με σχετικά ανεπαρκή τρόπο. Μερική αγωνιστική δράση παρατηρείται όταν ένα φάρμακο αλληλεπιδρά με έναν υποδοχέα για να προκαλέσει μια μέση μοριακή απόκριση μικρότερη της μονάδας. Η μέση μοριακή ενδογενής δραστικότητα κυμαίνεται μεταξύ 0 και 1.

22 Αντίστροφη αγωνιστική δράση: η σύνδεση ενός φάρμακου με έναν αυθόρμητο ενεργοποιημένο υποδοχέα που καταλήγει στην απενεργοποίηση του τελευταίου. Αντίστροφη αγωνιστική δράση παρατηρείται όταν ένα φάρμακο αλληλεπιδρά με έναν υποδοχέα και εξουδετερώνει τη μοριακή του δραστικότητα που εμφανίζει σε κατάσταση ηρεμίας. Η ενδογενής μοριακή δραστικότητα είναι -1.

23 Ο ανταγωνισμός περιγράφει τη σύνδεση ενός φαρμάκου με έναν υποδοχέα,γεγονός που αποτρέπει την δράση του αγωνιστή. Συναγωνιστικός ανταγωνιστής : ένα φάρμακο που συναγωνίζεται με έναν αγωνιστή, για κατάληψη της ίδιας θέσης σύνδεσης με τον υποδοχέα.

24 Χημική συγγένεια: η τάση του φάρμακου για σύνδεση με τους υποδοχείς. Αποτελεσματικότητα: η σχέση μεταξύ του βαθμού κατάληψης υποδοχέων και της ικανότητας του φάρμακου να προκαλέσει ένα αποτέλεσμα σε μοριακό κυτταρικό ιστικό ή συστηματικό επίπεδο. Ενδογενής δραστικότητα: η ικανότητα ενός και μόνον συμπλόκου φαρμάκου-υποδοχέα να προκαλέσει ένα αποτέλεσμα.

25 Οι διάφορες προσεγγίσεις στην ταξινόμηση των φαρμάκων δεν είναι αποκλειστικές, γιατί ένα φάρμακο ανήκει σε πολλές κατηγορίες. Η Ατροπίνη π.χ. μπορεί να ταξινομηθεί:  Με βάση το μοριακό μηχανισμό δράσης της ως ένας μη εκλεκτικός συναγωνιστικός ανταγωνιστής των μουσκαρινικών υποδοχέων.  Με βάση τις ενέργειές της στο αυτόνομο Ν.Σ ως ένας ανταγωνιστής του παρασυμπαθητικού.

26  Ως το πρωτότυπο με ατροπινική δράση φάρμακο καθώς ήταν το πρώτο αυτού του τύπου των φαρμάκων που ανακαλύφθηκε.  Με βάση τις θεραπευτικές της ενδείξεις ως φάρμακο εναντίον του έλκους.  Ως αλκαλοειδές της ευθαλείας της Ατρόπου. Η Διεθνής Ένωση Φαρμακολογίας και η Π.Ο.Υ καταβάλλουν προσπάθειες ώστε να υπάρξει ενιαίο σύστημα στους ορισμούς και την ταξινόμηση των φαρμάκων.

27  Φαρμακοθεραπευτικές δράσεις(πιθανόν πολλαπλές)  Φαρμακολογικές δράσεις (πιθανόν πολλαπλές)  Δράσεις σε μοριακό επίπεδο(θέση και μηχανισμός δράσης)  Άλλοι παράγοντες (πηγή προέλευσης και χημεία)

28  Το κοινόχρηστο όνομα του φαρμάκου πρέπει να χρησιμοποιείται εφόσον αυτό είναι δυνατόν.  Η ύπαρξη πολλών εμπορικών φαρμάκων προκαλεί σύγχυση.  Τα κοινόχρηστα ονόματα ενδέχεται να διαφέρουν από χωρά σε χωρά.  Το κοινόχρηστο όνομα μπορεί να παρέχει κάποια ένδειξη για την φαρμακοθεραπευτική δράση και τη φαρμακοθεραπευτική ταξινόμηση.

29 Η μελέτη των φαρμακολογικών ιδιοτήτων μιας ουσίας βασίζεται σε γνώσεις Φυσικοχημείας, Φαρμακευτικής, Χημείας, Βιοχημείας, Φυσιολογίας, Βιολογίας και Γενετικής. Όπως συμβαίνει με όλους τους επιστημονικούς κλάδους και η Φαρμακολογία έχει το δικό της λεξιλόγιο. Μεταξύ άλλων περιλαμβάνονται και οι όροι φαρμακοδυναμική, φαρμακοκινητική, φαρμακοθεραπεία, εκλεκτικότητα, εκλεκτική τοξικότητα, δείκτης κίνδυνος/όφελος, φαρμακοεπιδημιολογία, φαρμακοοικονομία, τοξικολογία, τοξίνες,τοξινολογία, δηλητήριο και τοξικότητα.

30 Φαρμακοδυναμική: εξετάζει το μηχανισμό δράσης των φαρμάκων και τα αποτελέσματα της χορήγησής τους. Φαρμακοκινητική: εξετάζει την απορρόφηση, την κατανομή, τον μεταβολισμό και την απέκκριση των φαρμάκων.

31 Η διάλυση και η απορρόφηση των δραστικών συστατικών ενός φαρμακευτικού προϊόντος είναι απαραίτητες προϋποθέσεις για την εμφάνιση κάποιας συστηματικής φαρμακολογικής δράσης. Ανεξάρτητα από τον τρόπο χορήγησης,η τελική είσοδος του φαρμάκου στην κυκλοφορία καθορίζεται από τη διάβαση ποικίλων φραγμών τη μορφή κυρίως βιολογικών μεμβρανών.Το ίδιο ισχύει και για την ενεργητική ή παθητική απομάκρυνση του φαρμάκου από τον οργανισμό. Γνωρίζοντας την λιποειδική φύση και την δομή των κυτταρικών μεμβρανών,γίνεται κατανοητό το γεγονός ότι οι λιποδιαλυτές ουσίες διακινούνται ευκολότερα μέσα στον οργανισμό, ενώ οι υδροδιαλυτές και μεγαλομοριακές συναντούν δυσκολίες.

32 Βιοδιαθεσιμότητα: το ποσοστό της δόσης ενός φαρμάκου που τελικώς θα εισέλθει στην συστηματική κυκλοφορία δηλ. το κλάσμα του χορηγουμένου φαρμάκου που κατορθώνει να εισέλθει στη συστηματική κυκλοφορία χωρίς να υποστεί καμία χημική μεταβολή. Π.χ. Αν χορηγηθούν από το στόμα 100mg ενός φαρμάκου και από αυτά τα 70mg απορροφηθούν χωρίς να υποστούν καμία χημική μεταβολή, τότε λέμε ότι η βιοδιαθεσιμότητα είναι 70%.

33 o Η αποσάθρωση και διάλυση του φαρμάκου στα πεπτικά υγρά o Οι διατροφικές συνήθειες o Το μέγεθος του δισκίου ή των κόκκων του περιεχομένου μιας καψάλιας o Η ποιοτική τυποποίηση των συνθηκών παρασκευής μιας συγκεκριμένης φαρμακοτεχνικής μορφής

34  Η οδός χορήγησης καθορίζεται κυρίως από: o Τις ιδιότητες του φαρμάκου(όπως υδατοδιαλυτότητα, ιονισμός λιποδιαλυτότητα κλπ.) o Τους θεραπευτικούς στόχους  Υπάρχουν δυο βασικές οδοί χορήγησης φαρμάκων: o Η εντερική (από το πεπτικό σύστημα) o Η παρεντερική

35 Από το στόμα Η χορήγηση ενός φαρμάκου από το στόμα αποτελεί τη συνηθέστερη οδό χορήγησης, αλλά και την πιο ασταθή, καθώς ακολουθεί τον πιο πολύπλοκο δρόμο μέχρι τους ιστούς. Υπογλώσσια Από το ορθό

36 Η p.o λήψη φαρμάκων, με κατάποση,παρουσιάζει πολλά πλεονεκτήματα:  Είναι ανώδυνη και εύκολη.  Η διάλυση του φαρμάκου διευκολύνεται λόγω των άφθονων πεπτικών εκκρίσεων,ενώ οι μεταβολές του Ph κατά μήκος της πεπτικής οδού παρέχουν κατάλληλο περιβάλλον για απορρόφηση πρακτικώς σε όλα τα φάρμακα.  Η μεγάλη κινητικότητα, η μεγάλη επιφάνεια και η άφθονη αιμάτωση του πεπτικού βλεννογόνου, διευκολύνουν πολύ την απορρόφηση.

37  Η σχετικά αργή απορρόφηση από το πεπτικό (το γρηγορότερο που μπορεί να αρχίσει να απορροφάται μια ουσία είναι min μετά τη χορήγηση). Έτσι σε περίπτωση λάθους υπάρχει η δυνατότητα έγκαιρης επέμβασης.  Η απορρόφηση ορισμένων φαρμάκων από την στοματική κοιλότητα ή από το ορθό, παρέχει τη δυνατότητα της απ’ ευθείας εισόδου στην κυκλοφορία, παρακάμπτοντας τον εντερικό βλεννογόνο και το ήπαρ, που θα μπορούσαν να μεταβολίσουν και να αδρανοποιήσουν το φάρμακο (φαινόμενο αρχικής διάβασης).  Έχει χαμηλό κόστος, επειδή δεν απαιτούνται στείρες συνθήκες κατά την παρασκευή και τη χορήγηση του φαρμάκου.

38  Πολλές ουσίες διασπώνται από τα πεπτικά υγρά, όπως οι πρωτεΐνες, η αδρεναλίνη και η ισταμίνη.  Η τροφή ή η παρουσία άλλων φαρμάκων μπορεί να επιβραδύνει την απορρόφηση ή και να την εμποδίσει ολοσχερώς.  Επηρεάζεται από την γενική κατάσταση του ασθενούς (αχλωρυδρία,υποχλωρυδρία, έμετος, διάρροια,μεταβολές στην κυκλοφορία του πεπτικού), καθώς και από φάρμακα που επιδρούν στην πεπτική λειτουργία. Συμπέρασμα: δεν είναι δυνατή η ακριβής δοσολογία, όταν μια ουσία δίνεται από το πεπτικό, επειδή ένα ποσοστό της δόσης θα εισέλθει στην κυκλοφορία του αίματος.

39 Ενδοφλέβια Πλεονέκτημα της i.v χορήγησης  Η ακρίβεια της δοσολογίας.  Η ταχύτητα άφιξης του φαρμάκου στα σημεία δράσης.  Εξασφαλίζεται γραμμική κινητική απορρόφησης, επειδή όλο το ποσό της δόσης εισέρχεται στην κυκλοφορία του αίματος.  Η διάρκεια της ένεσης πρέπει να είναι τουλάχιστον 1 λεπτό, ούτως ώστε να υπάρχει η δυνατότητα να ανατηχθεί το φάρμακο με τον ολικό όγκο αίματος.  Μπορούν να χορηγηθούν φάρμακα που διασπώνται στο πεπτικό σύστημα.

40 Αποτελεί ιδανική λύση, όταν ο ασθενής δεν είναι σε θέση να συνεργαστεί(π.χ. σε κώμα), ή όταν θέλουμε να επιτύχουμε σταθερά επίπεδα στο αίμα για μεγάλο διάστημα (ενδοφλέβια έγχυση). Μειονεκτήματα της i.v.  Η πιθανότητα εμβολής.  Η δημιουργία θρόμβου κατά την διάρκεια παρατεταμένης στάγδην έγχυσης στο σημείο της βελόνας ή του καθετήρα.  Η εμφάνιση αλλεργικών αντιδράσεων.

41  H απορρόφηση του φαρμάκου γίνεται σε 10-30min. Παράγοντες που επιδρούν στην απορρόφηση είναι η αιμάτωση στο σημείο της ένεσης,οι φυσικοχημικές ιδιότητες του φαρμάκου (λιποδιαλυτότητα, βαθμός ιονισμού και Μ.Β.) καθώς και ο όγκος και η ωσμωτικότητα του διαλύματος.  Τα μικρά μόρια εισέρχονται αμέσως στα τριχοειδή του αίματος, ενώ οι μεγαλομοριακές ενώσεις (π.χ. πρωτεΐνες ) περνούν στο αίμα μέσω των λεμφαγγείων.  Το φάρμακο είναι δυνατό να δοθεί σε τέτοια μορφή ( εναιώρημα κρυστάλλων ) ώστε η απορρόφησή του να διαρκεί μέρες.

42 Μειoνεκτήματα της ενδομυϊκής χορήγησης:  ο πόνος  ο περιορισμένος όγκος της ένεσης  ο πιθανός κίνδυνος τοπικού ερεθισμoύ ή τοπικής μόλυνσης (δημιουργία αποστήματος )

43 ΥΠΟΔΟΡΙΑ Η απορρόφηση είναι περίπου το ίδιο γρήγορη και εξαρτάται από τους ίδιους παράγοντες όπως και στην ενδομυϊκή χορήγηση. ΤΟΠΙΚΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΣΤΟ ΔΕΡΜΑ Η διαπερατότητα του δέρματος ποικίλει από άτομο σε άτομο, καθώς και από περιοχή σε περιοχή του σώματος στο ίδιο άτομο. Ο κύριος φραγμός είναι οι επιφανειακές στιβάδες της κερατίνης που διαθέτει η επιδερμίδα.

44 Αφορούν φάρμακα που προορίζονται είτε για τοπική δράση στο αναπνευστικό σύστημα (αντιασθματικά ) ή για συστηματική δράση ( γενικά αναισθητικά ). Όταν ένα φάρμακο χρησιμοποιείται με τη μορφή ψεκασμών, πρέπει το μέγεθος των σταγονιδίων να μην υπερβαίνει το 1μ. σε διάμετρο, γιατί διαφορετικά εγκλωβίζεται στο βρογχικό δέντρο και δεν μπορεί να φτάσει μέχρι τις κυψελίδες. Εκτός από αυτόν τον τεχνικό περιορισμό, μειονέκτημα των εισπνοών είναι η πιθανότητα να εισέλθει στην κυκλοφορία του αίματος ένα φάρμακο που προορίζεται για τοπική δράση. Ορισμένα εισπνεόμενα διατίθενται με λεπτοκοκκιώδη μορφή, μέσα σε ειδικές κάψουλες που θραύονται και εισπνέονται ως στερεό “εκνέφωμα”.

45 o Δισκία o Κάψουλες o Υπόθετα o Εναιωρήματα o Απλά διαλύματα o Σιρόπια o Βάμματα o Ενέσιμα διαλύματα o Οφθαλμικά διαλύματα o Αλοιφές o Εμποτισμένα αυτοκόλλητα o Εισπνεόμενα

46 Φαρμακοδυναμικές αλληλεπιδράσεις καλούνται εκείνες κατά τις οποίες οι ενέργειες ενός φαρμάκου επηρεάζονται από ένα άλλο στους τόπους δράσης τους δηλ. στους υποδοχείς των κυττάρων. Οι φαρμακοδυναμικές αλληλεπιδράσεις μπορεί να προκύψουν με τους εξής μηχανισμούς:  Φαρμακολογικές αλληλεπιδράσεις στις οποίες τα φάρμακα δρουν σε διαφορετικούς στόχους.  Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις στις οποίες τα φάρμακα συναγωνίζονται για την κατάληψη του ιδίου υποδοχέα.  Φαρμακοδυναμικές αλληλεπιδράσεις στις οποίες το ένα φάρμακο μεταβάλλει το περιβάλλον της δράσης ενός άλλου.

47 Οι φαρμακευτικές αλληλεπιδράσεις αφορούν φυσικοχημικές ιδιότητες των φαρμάκων και μπορεί να παρατηρηθούν in vitro και in vivo. Αλληλεπιδράσεις των μεταβολών των φυσικοχημικών ιδιοτήτων ενός ή περισσότερων φαρμάκων έχουν σαν αποτέλεσμα την εξουδετέρωση των φαρμακολογικών τους ενεργειών ή την δημιουργία παραγώγων ή σύμπλοκων ουσιών που μπορεί να αποβούν επικίνδυνες για την ζωή π.χ. διάλυμα χλωριούχου ασβεστίου+διττανθρακικού νατρίου στον ίδιο ορό=σχηματίζεται ίζημα ανθρακικού ασβεστίου.

48 Υπάρχουν περιπτώσεις που ορισμενα άτομα ενός πληθυσμού απαντούν με τρόπο διαφορετικό στην συνηθισμένη δόση ενός φαρμάκου. Συνήθως το φάρμακο παρουσιάζει τοξικά φαινόμενα στα άτομα αυτά ενώ σε όλους τους υπόλοιπους ανθρώπους οι αντιδράσεις είναι αυτές που περιμένουμε, σύμφωνα με τη φαρμακολογία του φαρμάκου. Από τη μελέτη των περίεργων αυτών περιπτώσεων προέκυψε ένας νέος σχετικά τομέας της φαρμακολογίας, η Φαρμακογενετική.

49 Βρέθηκε πως ορισμένα άτομα μιας οικογένειας παρουσιάζουν, εξαιτίας κάποιας γενετικής βλάβης στα γονίδιά τους, έλλειψη ορισμένων ένζυμων, απαραίτητων για το μεταβολισμό ενός συγκεκριμένου φάρμακου. Τα άτομα αυτά παρουσιάζουν διαφορετικές αντιδράσεις όταν παίρνουν το φάρμακο από εκείνες των υπολοίπων ατόμων. Ένα τέτοιο παράδειγμα δυσάρεστης απαντήσεως σε φάρμακο εξαιτίας μιας γενετικής βλάβης είναι το ακόλουθο: Ορισμένα άτομα δεν έχουν την ικανότητα να μεταβολίζουν το αντιφυματικό φάρμακο ισονιαζίδη με το συνηθισμένο ρυθμό, φυσιολογικά, ο μεταβολισμός του φαρμάκου γίνεται στο ήπαρ, μετά από ακετυλίωση με τη βοήθεια ενός ειδικού ενζύμου (Ν-ακετυλοτρανσφεράση).

50 Στα άτομα που έχουν τη γενετική βλάβη η αδρανοποίηση της ισονιαζίδης, με ακετυλίωση γίνεται με πολύ βραδύ ρυθμό. Οι άνθρωποι αυτοί ονομάζονται «βραδείς αδρανοποιητές» σε αντίθεση με τους φυσιολογικούς που λέγονται «ταχείς αδρανοποιητές». Στους «βραδείς» βρίσκουμε υψηλή συγκέντρωση της ισονιαζίδης στο αίμα. Αποτέλεσμα της αθροίσεως ισονιαζίδης στον οργανισμό είναι η εκδήλωση συμπτωμάτων περιφερικής νευρίτιδας. Για την αντιμετώπιση της δυσάρεστης αυτής επιπλοκής σε φυματικούς που παίρνουν ισονιαζίδη και είναι «βραδείς αδρανοποιητές», χορηγούμε συγχρόνως τη βιταμίνη πυριδοξίνη ή Β 6, που προλαμβάνει τη νευρίτιδα. Η πυριδοξίνη δεν επηρεάζει την αντιφυματική δράση της ισονιαζίδης.

51 Η ελαττωμένη δραστικότητα του ενζύμου που ακετυλιώνει την ισονιαζίδη (Ν-ακετυλοτρανσφεράση) οφείλεται στη μη φυσιολογική λειτουργία των γονιδίων του ατόμου. Η κληρονόμηση της γενετικής αυτής ελλείψεως γίνεται κατά τον υποτελή αυτοσωμικό χαρακτήρα.

52 Ο κλάδος της φαρμακολογίας μελετά το πρόβλημα από τις ακόλουθες πλευρές:  Βρίσκει τη βιοχημική βάση της γενετικής βλάβης, π.χ. ποιο ένζυμο λείπει ή παρουσιάζει ελαττωμένη δραστικότητα.  Μελετά τη συχνότητα της γενετικής ελλείψεως σ' έναν πληθυσμό.  Μελετά γενεαλογικά δένδρα για να καθορίσει τον τύπο της κληρονομήσεως,  Συσχετίζει τη γενετική βλάβη με την αντίδραση σε ένα φάρμακο ή ομάδα φαρμάκων.  Μελετά τους τρόπους της αντιμετωπίσεως των τοξικών φαινομένων που προκύπτουν από την απάντηση του οργανισμού στο φάρμακο.

53 Ένα φάρμακο μπορεί να επηρεάσει την φαρμακολογική ενέργεια (ένταση και διάρκεια) ενός άλλου φαρμάκου εξ΄ αιτίας της μεταβολής της συγκέντρωσής του στον τόπο δράσης του. Σ΄αυτήν την κατηγορία αλληλεπιδράσεων περιλαμβάνονται οι περισσότερες αλληλεπιδράσεις των φαρμάκων που παρατηρούνται στην κλινική πράξη.

54  Στους τόπους απορρόφησης των φαρμάκων από τον γαστρεντερικό σωλήνα.  Στους τόπους σύνδεσης των φαρμάκων με τα λευκώματα του πλάσματος και των ιστών.  Στους τόπους μεταβολισμού των φαρμάκων.  Στους τόπους απέκκρισης των φαρμάκων από τα νεφρά. Στις φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις,σχεδόν πάντοτε, παρατηρούνται μεταβολές της συγκέντρωσης των φαρμάκων στο πλάσμα. Με την κατάλληλη ρύθμιση δόσεων ή και των μεσοδιαστημάτων αποφεύγονται οι ανεπιθύμητες ενέργειες και η αποτυχία της θεραπείας.

55 Ορισμένες ορμόνες «εμφυτεύονται» κάτω από το δέρμα με τη μορφή μικρών στρογγυλεμένων δισκίων που λέγονται pellets. Γίνεται μια μικρή χειρουργική επέμβαση και με ειδικό trocard εισάγεται το αποστειρωμένο pellet της συμπυκνωμένης ορμόνης μέσα στους ιστούς. Έτσι,το pellet αποτελεί ένα είδος αποθήκης από την οποία ελευθερώνονται με βραδύ ρυθμό μικρές ποσότητες της ορμόνης. Το είδος αυτό της θεραπείας λέγεται «θεραπεία δια υποκαταστάσεως» της ορμόνης που λείπει.

56 Ο βλεννογόνος του γαστρεντερικού σωλήνα δεν έχει την ίδια απορροφητική ικανότητα σ' όλο του το μήκος.  Στην στοματική κοιλότητα η απορρόφηση είναι περιορισμένη γιατί η διαβατότητα του βλεννογόνου είναι πολύ μικρή. Λίγες μόνο ουσίες καταφέρνουν να τον περάσουν και να απορροφηθούν. Τέτοιες είναι η νιτρογλυκέρινη και ορισμένες στεροειδείς ορμόνες. Το πλεονέκτημα στην περίπτωση αυτή είναι ότι το φάρμακο μπαίνει κατευθείαν στη γενική κυκλοφορία χωρίς να περάσει πρώτα από το ήπαρ όπου είναι δυνατό να μεταβολιστεί.

57  Στον οισοφάγο δε γίνεται απορρόφηση.  Όσο για τον στόμαχο πίστευαν παλιότερα πως δεν απορροφάται από αυτόν παρά μόνο η αιθυλική αλκοόλη. Αποδείχτηκε όμως πως φάρμακα που είναι ουδέτερα ή ασθενή οξέα είναι δυνατό να απορροφηθούν από το βλεννογόνο του, όπως π.χ. η ασπιρίνη. Ο γιατρός όπως και η αδελφή έχοντας υπόψη την έστω και μικρή απορροφητική ικανότητα του στομάχου πρέπει οπωσδήποτε να κάνουν πλύση του οργάνου αυτού σε περίπτωση που μια τοξική ουσία πάρθηκε από το στόμα.

58 Η απορρόφηση ενός φαρμάκου εξαρτάται πολύ από το πόσο θα μείνει στο στόμαχο ή θα περάσει στο έντερο. Η απορρόφηση είναι γρηγορότερη αν ο στόμαχος είναι άδειος. Όταν είναι γεμάτος το φάρμακο μπορεί να παγιδευτεί ανάμεσα στην τροφή και να κάνει τρεις και τέσσερις ώρες να περάσει στο έντερο, όπου τελικά θα απορροφηθεί. Φυσιολογικά ο χρόνος για την κένωση του στομάχου είναι περίπου 4 ώρες. Η κένωση του στομάχου επιβραδύνεται στο δυνατό πόνο, μετά από έντονη συγκίνηση, φυσική άσκηση, λήψη θερμών ποτών και φαγητών καθώς και μερικών φαρμάκων, όπως είναι η μορφίνη, τα αντιχολινεργικά κ.ά.

59 Αντίθετα, η κένωση του στομάχου επιταχύνεται ύστερα από λήψη κρύων ποτών και γευμάτων, με ελαφριά άσκηση,στην έντονη πείνα και όταν το άτομο κατακλιθεί στο δεξιό πλευρό.  Στο λεπτό έντερο η απορρόφηση είναι πολύ μεγάλη. Πρώτα γιατί το τμήμα αυτό του γαστρεντερικού σωλήνα έχει πλούσια αιμάτωση και έπειτα γιατί προσφέρει με τις λάχνες του πολύ μεγάλη απορροφητική επιφάνεια. Στο απευθυσμένο τέλος γίνεται επίσης ικανοποιητική απορρόφηση. Πιστεύεται ότι τα φάρμακα που μεταβολίζονται πολύ γρήγορα στο ήπαρ καλό θα είναι να χορηγούνται από το απευθυσμένο, γιατί μετά την απορρόφησή τους από το βλεννογόνο του τελευταίου, δεν περνούν από την πυλαία κυκλοφορία. Αυτό έχει μια βάση και είναι αληθινό μόνο για την κατώτερη μοίρα του απευθυσμένου όπου η μέση και κάτω αιμορροϊδικές φλέβες δεν περνούν στην πυλαία κυκλοφορία.

60 Βιολογικοί μετασχηματισμοί των φαρμάκων Τα φάρμακα αποβάλλονται τελικά από τον οργανισμό μερικά αναλλοίωτα και τα περισσότερα αφού προηγούμενα μεταβολιστούν (οξειδωθούν, αναχθούν, υδρολυθούν). Με την οξείδωση,αναγωγή ή την υδρόλυση αδρανοποιούνται. Η ταχύτητα με την οποία αδρανοποιούνται έχει σημασία για τη διάρκεια της δράσεώς τους. Έτσι, φάρμακα που ανήκουν σε μια οικογένεια χημικών ενώσεων, ταξινομούνται σε βραχείας,μέσης ή μακράς διάρκειας ενέργειας.

61 Ορισμένα φάρμακα αδρανοποιούνται με τη «σύζευξή» τους με το γλυκουρονικό οξύ, που είναι μια ενδογενής ουσία και σχηματίζουν τα γλυκουρονίδια και ως τέτοια αποβάλλονται από τους νεφρούς. Άλλα πάλι αδρανοποιούνται με τη σύνδεσή τους με το ακύλιο του οξικού οξέος δηλ. ακετυλιώνονται και αποβάλλονται ως ακετυλιωμένα παράγωγα. Οι βιολογικοί μετασχηματισμοί των φαρμάκων γίνονται κυρίως στο ήπαρ. Τα φάρμακα, όποια και αν είναι η θύρα εισόδου τους, μεταφέρονται με το αίμα στους ιστούς και ορισμένα από αυτά, εκλεκτικώς σε ένα όργανο ή ένα είδος ιστών, όπου και δρουν, π.χ. ο αιθέρας στο Κ.Ν.Σ.

62 Απέκκριση των φαρμάκων Το κύριο απεκκριτικό όργανο των φαρμάκων είναι ο νεφρός. Τα πτητικά όμως φάρμακα και τα αέρια αποβάλλονται από τους πνεύμονες. Τα φάρμακα που χορηγήθηκαν per os αποβάλλονται κυρίως από :  τους νεφρούς  με τα κόπρανα  το δέρμα με τον ιδρώτα  τους μαστούς με το γάλα. Η απέκκριση φαρμάκων με το γάλα στη θηλάζουσα μητέρα πρέπει πάντα να παίρνεται υπόψη. Το βρέφος είναι δυνατό να πάρει με το γάλα αρκετή ποσότητα φαρμάκου από εκείνο που έχει πάρει ήδη η μητέρα του. Ορισμένες φορές η απέκκριση του φαρμάκου στο γάλα κάνει δυσάρεστη τη γεύση του και το βρέφος αποστρέφεται το μαστό.

63 Τα φάρμακα χορηγούνται σε δόσεις καθορισμένες που είναι αποτέλεσμα μεγάλης πείρας, πειραματικών εργασιών και κλινικών παρατηρήσεων.  Θεραπευτική δόση: είναι η ποσότητα της ουσίας από την όποια περιμένουμε θεραπευτικό αποτέλεσμα.  Μέγιστη θεραπευτική δόση: είναι η ανώτερη ποσότητα του φαρμάκου που είναι δυνατό να χορηγηθεί χωρίς να προκαλέσει τοξικά φαινόμενα.  Τοξική δόση: είναι η ποσότητα ενός φαρμάκου που προκαλεί φαινόμενα δηλητηριάσεως.

64 Υπάρχουν περιπτώσεις όπου είμαστε υποχρεωμένοι να μεταβάλουμε τη θεραπευτική δόση. Αυτό συμβαίνει σε: Αρρώστους που πάσχουν από νεφρική ανεπάρκεια. Νόσους του ήπατος, οπότε ελαττώνουμε τη συνηθισμένη θεραπευτική δόση. Σε εξασθενημένους οργανισμούς επίσης θα αναγκαστούμε να χορηγήσουμε μικρότερες δόσεις ιδιαίτερα όταν τα φάρμακα είναι πολύ δραστικά. Οι δόσεις που αναγράφονται στη φαρμακολογία έχουν υπολογιστεί για άτομα βάρους περίπου 70 kg. Είναι ευνόητο ότι σε ενηλίκους που έχουν χάσει βάρος μετά από αρρώστια θα ελαττώσουμε τη συνηθισμένη θεραπευτική δόση.

65 Άλλες περιπτώσεις, στις όποιες είμαστε υποχρεωμένοι να ελαττώσουμε την καθιερωμένη δόση, είναι όταν χορηγούμε φάρμακα σε : Παιδιά Ασθενείς πολύ προχωρημένης ηλικίας. Στις ακραίες ηλικίες οι λειτουργίες του μεταβολισμού και της απεκκρίσεως των φαρμάκων δεν είναι αναπτυγμένες όπως στους ενηλίκους. Από φαρμακοκινητικές μελέτες που έγιναν τα τελευταία χρόνια έχουν καθοριστεί ειδικές δόσεις για τα παιδιά μέχρι 12 ετών,καθώς και για τους ηλικιωμένους πάνω από 70 χρόνια. Το φύλο του ατόμου μπορεί να αποτελεί έναν παράγοντα που επηρεάζει την απάντηση στα φάρμακα. Π.χ. από έρευνες που έγιναν σε μεγάλο αριθμό ατόμων βρέθηκε πως οι ανεπιθύμητες ενέργειες από ορισμένα φάρμακα είναι πιο συχνές στα θηλυκά άτομα.

66 Έτσι βρέθηκε πως διαταραχές του αίματος από τη φαινυλοβουταζόνη ή από άλλα φάρμακα που δρουν πάνω στο αιμοποιητικό σύστημα είναι συχνότερες (χωρίς αυτό να εξηγείται) στις γυναίκες παρά στους άνδρες και σε μια σχέση 3:1. Συμπέρασμα: οι άρρωστοι δεν αντιδρούν με τον ίδιο τρόπο σε μια ορισμένη δόση ενός φαρμάκου. Προκειμένου να καθορίσουμε την ποσότητα από ένα φάρμακο που πρέπει να παίρνει ένας άρρωστος, θα πρέπει να πάρουμε υπόψη το βάρος του σώματος, την ηλικία, το φύλο, τη φυσιολογική κατάσταση καθώς επίσης και ψυχολογικούς ή συγκινησιακούς παράγοντες. Επίσης, γενετικοί και ανοσοβιολογικοί παράγοντες παίρνονται σοβαρά υπόψη για ορισμένα τουλάχιστον φάρμακα.

67 Με τη χορήγηση των φαρμάκων είναι δυνατό να παρατηρηθούν ορισμένα φαινόμενα, όπως:  Εθισμός: για ένα χρονικό διάστημα, όχι πολύ μακρύ, χορηγείται ένα φάρμακο στην καθορισμένη δόση. Έπειτα από λίγο χρόνο, η δόση αύτη φαίνεται ότι είναι ανεπαρκής και πρέπει να αυξηθεί μέχρις ότου και η καινούργια δόση γίνει ανεπαρκής. Το φαινόμενο αυτό συμβαίνει γιατί ο οργανισμός έχει εθιστεί (συνηθίσει) στην καθορισμένη δόση. Ο άρρωστος καταλήγει να παίρνει τεράστιες δόσεις φαρμάκου χωρίς αποτέλεσμα και προκειμένου για ναρκωτικά, όπως συμβαίνει στη μορφίνη εξαρτάται πια σωματικά και ψυχικά από το φάρμακο.

68 Μελετήθηκαν πολλοί μηχανισμοί με τους όποιους είναι δυνατό να εξηγηθεί το φαινόμενο του εθισμού. Ένας από αυτούς είναι η «επαγωγή» ορισμένων ενζύμων του ήπατος που μεταβολίζουν ένα φάρμακο ώστε να αυξηθεί ο βαθμός με τον όποιο τα ένζυμα αυτά μετασχηματίζουν το φάρμακο σε αδρανείς μεταβολίτες. Π.χ. ο βαθμός της υδροξυλιώσεως ενός ηρεμιστικού φαρμάκου, της μεπροβαμάτης, από ειδικά ένζυμα του ήπατος διπλασιάζεται μετά από την αυξημένη δραστικότητα των ενζύμων τούτων, που οφείλεται στην πρόσληψη του φαρμάκου επί μια βδομάδα. Το ίδιο δηλ. το φάρμακο διεγείρει το μεταβολισμό του. Πρέπει λοιπόν να αυξηθεί η δόση του φαρμάκου για να έχει ο άρρωστος το επιθυμητό ηρεμιστικό αποτέλεσμα πάνω στο Κ.Ν.Σ. Έτσι, σιγά-σιγά, ο άρρωστος «εθίζεται» στο φάρμακο και εξαρτάται τελικά από αυτό.

69 Η εξάρτηση από ένα φάρμακο είναι δυνατό να είναι μόνο «ψυχική» ή «ψυχική και σωματική». Η σωματική εξάρτηση είναι κατάσταση πιο σοβαρή, γιατί αν ο άρρωστος στερηθεί το φάρμακο θα παρουσιάσει φαινόμενα νοσήσεως που μπορεί να τον οδηγήσουν στο θάνατο (φαινόμενα στερήσεως). Ένας άλλος μηχανισμός στον όποιο αποδίδεται επίσης η ανάπτυξη εθισμού είναι η παραγωγή από τον οργανισμό ειδικών αντισωμάτων. Τα φάρμακα καθώς είναι μικρά μόρια δεν έχουν αντιγονική δράση, αλλά αν συνδεθούν με μια πρωτεΐνη του οργανισμού, τότε δρουν ως «απτίνες», προκαλούν δηλ. τη γένεση αντισωμάτων. Η συνάντηση του φαρμάκου με το αντίσωμά του μέσα στον οργανισμό έχει ως αποτέλεσμα την αδρανοποίηση του. Συνεπώς, για να επιτευχθεί το αναμενόμενο θεραπευτικό αποτέλεσμα απαιτείται μεγαλύτερη δόση φαρμάκου.

70 Αθροιστική δράση: το φάρμακο που παρουσιάζει αθροιστική δράση δεν απεκκρίνεται γρήγορα κι έτσι η δόση που χορηγείται κάθε μέρα προστίθεται σε μέρος της προηγούμενης που δεν έχει αποβληθεί. Φάρμακα που παρουσιάζουν αθροιστική δράση είναι δυνατό να προκαλέσουν φαινόμενα δηλητηριάσεως (π.χ. δακτυλίτιδα).

71 Είναι δυνατό, ένα φάρμακο που παίρνεται συγχρόνως με ένα άλλο να μεταβάλλει τη δράση του δευτέρου. Οι μηχανισμοί της αλληλοεπιδράσεως των φαρμάκων είναι πολλοί.Ένα φάρμακο π.χ. μπορεί να αναστέλλει την κινητικότητα του γαστρεντερικού σωλήνα (ατροπίνη) ή την κένωση του στομάχου, εμποδίζοντας έτσι την απορρόφηση ενός άλλου φαρμάκου που παίρνεται μαζί μ' αυτό.

72 Ένα άλλο παράδειγμα αλληλοεπιδράσεως είναι το ακόλουθο: Ένα φάρμακο που προκαλεί σύσπαση των αγγείων (π.χ. αδρεναλίνη)αν ενωθεί μαζί με ένα άλλο, εμποδίζει τοπικά την απορρόφηση του δευτέρου. Η επίδραση επίσης που έχουν διάφορα φάρμακα πάνω στα ένζυμα, ανασταλτική ή επαγωγική, έχει ως αποτέλεσμα την τροποποίηση της διάρκειας δράσεως άλλων φαρμάκων που χορηγούνται συγχρόνως Π.χ. ορισμένα φάρμακα, όπως είναι οι σουλφοναμίδες, το PAS, η ισονιαζίδη κ.ά. καταστέλλουν το μεταβολισμό του αντιεπιληπτικού φαρμάκου διφαινυλυδαντοΐνη. Έτσι, αν ένας επιληπτικός παίρνει τη διφαινυλυδαντοΐνη σε δόση που κρίνεται ικανοποιητική ώστε να μην εκδηλώνει πια σπασμούς και χρειαστεί να πάρει συγχρόνως ένα από τα φάρμακα που αναφέρθηκαν παραπάνω, είναι δυνατό να πάθει δηλητηρίαση από υπερβολική δόση του αντιεπιληπτικού φαρμάκου.

73 Μπορεί όμως να συμβεί και το αντίθετο. Από την αρχή ο άρρωστος παίρνει συγχρόνως το αντιεπιληπτικό μαζί με ένα αντιφυματικό, π.χ. την ισονιαζίδη. Η τελευταία είναι αναστολέας των ενζύμων που μεταβολίζουν το αντιεπιληπτικό φάρμακο. Έτσι λοιπόν, αφού έχουν καθοριστεί ορισμένες δόσεις από τα δύο φάρμακα, ευεργετικές για τον επιληπτικό άρρωστο, θα εκδηλωθούν σπασμοί αν ξαφνικά διακοπεί το αντιφυματικό φάρμακο γιατί έπαψε να υπάρχει ο αναστολέας του μεταβολισμού του αντιεπιληπτικού φαρμάκου. Η δόση που χορηγούσαμε από την αρχή έπαψε να είναι αποτελεσματική γιατί το φάρμακο μεταβολίζεται ελεύθερα από τον οργανισμό.

74 Φάρμακα που παίρνονται από την έγκυο, ιδιαίτερα τους πρώτους μήνες της εγκυμοσύνης είναι δυνατό να προκαλέσουν βαριές βλάβες στο έμβρυο. Το έμβρυο πεθαίνει μέσα στη μήτρα ή γεννιέται με δυσπλασίες (δυσπλασιογόνος δράση) που όταν είναι πολύ σοβαρές είναι καταδικαστικές για τη ζωή του νεογνού τις πρώτες ώρες ή μέρες μετά τον τοκετό. Οι έγκυες γυναίκες δεν πρέπει να παίρνουν φάρμακα, ιδιαίτερα τους πρώτους τρείς μήνες της εγκυμοσύνης που είναι η περίοδος της οργανογενέσεως. Οι βλάβες που παθαίνει το έμβρυο οφείλονται, σε διαταραχή λειτουργίας των γονιδίων και όχι σε μεταλλάξεις. Η διαταραχή αυτή, που δεν είναι κληρονομήσιμη, λέγεται φαινοκοπία.

75 Βλάβες όμως είναι δυνατό να προκληθούν στο έμβρυο και σε προχωρημένα στάδια της εγκυμοσύνης, καθώς επίσης και στο νεογέννητο. Αν π.χ. η μητέρα πάρει σουλφοναμίδες μέχρι και λίγο πριν τον τοκετό, ο κίνδυνος για το έμβρυο άλλα και για το νεογέννητο να παρουσιάσει βαριά υπερχολερυθριναιμία και κερνίκτερο είναι πολύ μεγάλος με συνέπεια τις βαριές ανεπανόρθωτες εγκεφαλικές βλάβες.

76 Εδώ θα πρέπει να προσθέσουμε λίγα λόγια για τις βλάβες που επιφέρουν στο έμβρυο τα λεγόμενα «κοινωνικά φάρμακα» δηλ. η αλκοόλη και ο καπνός. Έχει πια αποδειχτεί ότι οι μητέρες που καπνίζουν κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης γεννούν πολύ μικρά και πρόωρα βρέφη. Ακόμα γεννούν παιδιά πολύ νευρικά που δύσκολα προσαρμόζονται στη ζωή. Τα ίδια περίπου αποτελέσματα στο έμβρυο έχει και η κατάχρηση της αλκοόλης. Επαγωγική δράση: η διέγερση της δραστικότητας ορισμένων ενζύμων που είναι απαραίτητα στον καταβολισμό ορισμένων φαρμάκων.

77 Η μονάδα βάρους που χρησιμοποιείται στη χορήγηση των φαρμάκων είναι το γραμμάριο και οι υποδιαιρέσεις του, π.χ. το χιλιοστό του γραμμαρίου και το χιλιοστό του χιλιοστού του γραμμαρίου ή εκατομμυριοστό του γραμμαρίου (μικρογραμμάριο).  1 χιλιόγραμμο (kg) = γραμμάρια  1 γραμμάριο (g) =1.000 χιλιοστά του γραμμαρίου  1 χιλιοστό του γραμμαρίου (mg) = μικρογραμμάρια (1 mg = 1 χ g)  1 μικρογραμμάριο (γ ή μg ) = 1 x g Προκειμένου για υγρά φάρμακα και διαλύματα, οι μονάδες είναι:  1 λίτρο (l) = χιλιοστά του λίτρου ή κυβικά εκατοστά  1 χιλιοστό του λίτρου (ml) = μικρολίτρα (1 ml = 1 χ 10~ 3 I)  1 μικρολίτρο (λ ή μΙ) = 1 χ 10 -6

78 Όταν τα διαλύματα τα παίρνει ο άρρωστος από το στόμα χρησιμοποιείται το κουτάλι της σούπας ή του καφέ (ή του τσαγιού). Το κουτάλι της σούπας υπολογίζεται ότι περιέχει 15 ml υγρού φαρμάκου ή προκειμένου για φάρμακο σε σκόνη το κουτάλι της σούπας αντιστοιχεί σε g. Το κουτάλι του καφέ περιέχει 5ml υγρού ή 1-5 g στερεού φαρμάκου. Διαλύματα φαρμάκων χορηγούνται και σε σταγόνες. Αν το διάλυμα είναι υδατικό τότε παρασκευάζεται με τέτοιο τρόπο, ώστε οι 20 σταγόνες του διαλύματος να περιέχουν διαλυμένη τη δραστική δόση της ουσίας. Αυτό, επειδή 1 ml νερού δίνει 20 σταγόνες. Έτσι λοιπόν η εκατοστιαία αναλογία του διαλύματος του φαρμάκου είναι συνήθως τέτοια, ώστε στο 1 ml, δηλ. στις 20 σταγόνες, να περιέχεται η δόση. Όταν π.χ. η δόση ενός φαρμάκου είναι 1 mg, παρασκευάζεται ένα διάλυμα με αποσταγμένο νερό που να περιέχει 1 mg της ουσίας στο 1 ml νερού.

79 Αν λοιπόν ο άρρωστος προσθέσει σε ένα ποτήρι με νερό 20 σταγόνες του παραπάνω διαλύματος, προσθέτει 1 mg της ουσίας. Αν μετρήσει 30 σταγόνες προσθέτει 1,5 mg και αν μετρήσει 10 σταγόνες, προσθέτει μόνο 0,5 mg φαρμάκου. Τα διαλύματα όμως των φαρμάκων δεν είναι πάντα υδατικά άλλα υπάρχουν και οινοπνευματικά διαλύματα που παρασκευάζονται με αιθυλική αλκοόλη (βάμματα). Εδώ υπάρχει μια διαφορά, 1ml αιθυλικής αλκοόλης δίνει 50 σταγόνες.Μπορούμε και στην περίπτωση των οινοπνευματικών ή αλκοολούχων διαλυμάτων να παρασκευάσουμε κατά τέτοιο τρόπο το διάλυμα ώστε δίνοντας 25 ή 50 σταγόνες στον άρρωστο να του χορηγούμε τη θεραπευτική δόση.

80 Παράδειγμα Αν η θεραπευτική δόση ενός φαρμάκου είναι 1 mg και το διάλυμα που παρασκευάσαμε είναι 200 mg %, τότε για να παίρνει ο άρρωστος κάθε φορά 1 mg θα πρέπει να μέτρα 25 σταγόνες. Αυτό, γιατί στα 100 ml του αλκοολικού διαλύματος περιέχονται 200 mg του φαρμάκου. Στο 1 ml περιέχονται 2 mg. Το 1 ml αντιστοιχεί σε 50 σταγόνες, άρα 50 σταγόνες του συγκεκριμένου τούτου διαλύματος περιέχουν 2 mg του φαρμάκου. Επομένως ο άρρωστος πρέπει να προσθέτει σε μισό ποτήρι νερό 25 σταγόνες κάθε φορά, για να παίρνει τη δόση του 1 mg.

81 ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΟΧΗ ΣΑΣ


Κατέβασμα ppt "Σπόντης Δημήτριος. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΑ: Επιστήμη που ασχολείται με το μηχανισμό δράσης,τις χρήσεις και τις ανεπιθύμητες ενέργειες των φαρμάκων. ΦΑΡΜΑΚΟ: Ονομάζεται."

Παρόμοιες παρουσιάσεις


Διαφημίσεις Google