Η παρουσίαση φορτώνεται. Παρακαλείστε να περιμένετε

Η παρουσίαση φορτώνεται. Παρακαλείστε να περιμένετε

Αναστολείς της Σύνθεσης Πρωτεϊνών. Αρκετά αντιβιοτικά ασκούν την αντιμικροβιακή τους δράση στοχεύοντας στο βακτηριακό ριβόσωμα, τα συστατικά του οποίου.

Παρόμοιες παρουσιάσεις


Παρουσίαση με θέμα: "Αναστολείς της Σύνθεσης Πρωτεϊνών. Αρκετά αντιβιοτικά ασκούν την αντιμικροβιακή τους δράση στοχεύοντας στο βακτηριακό ριβόσωμα, τα συστατικά του οποίου."— Μεταγράφημα παρουσίασης:

1 Αναστολείς της Σύνθεσης Πρωτεϊνών

2 Αρκετά αντιβιοτικά ασκούν την αντιμικροβιακή τους δράση στοχεύοντας στο βακτηριακό ριβόσωμα, τα συστατικά του οποίου έχουν δομικές διαφορές από τα συστατικά του ριβοσώματος των κυττάρων των θηλαστικών.

3 ΤΕΤΡΑΚΥΚΛΙΝΕΣ  Είναι μια ομάδα χημικών ουσιών που συγγενεύουν στενά μεταξύ τους και αποτελούνται από συνένωση 4 δακτυλίων με ένα σύστημα συζυγιακών διπλών δεσμών.  Τρόπος δράσης  Η είσοδος τους σε ευαίσθητους μικροοργανισμούς πραγματοποιείται με τη μεσολάβηση μεταφορικών πρωτεϊνών που βρίσκονται μόνο στην εσωτερική κυτταροπλασματική μεμβράνη των βακτηρίων.  Αντιβακτηριακό φάσμα  Είναι βακτηριοστατικά φάρμακα και αποτελούν φάρμακα εκλογής για λοιμώξεις.  Ανθεκτικότητα  Η ανθεκτικότητα στις τετρακυκλίνες περιορίζει τις κλινικές τους εφαρμογές. Ο φυσικός παράγων R είναι αυτός που απαντάται συχνότερα στους μικροοργανισμούς και ευθύνεται για την αδυναμία τους να συσσωρεύουν το φάρμακο, δημιουργώντας έτσι ανθεκτικότητα.

4 Φαρμακοκινητική  Απορρόφηση: Απορροφώνται ικανοποιητικά, όχι όμως πλήρως, όταν χορηγούνται από το στόμα. Η ταυτόχρονη λήψη γαλακτοκομικών προϊόντων με την τροφή ελαττώνει την απορρόφηση.  Κατανομή: Συγκεντρώνονται στο ήπαρ, τους νεφρούς, το σπλήνα και το δέρμα και εναποτίθενται σε ιστούς που υφίστανται ασβεστοποίηση ή σε όγκους που έχουν υψηλή περιεκτικότητα σε ασβέστιο (π.χ. σε καρκίνο στομάχου). Διεισδύουν ικανοποιητικά στα υγρά του σώματος. Περνούν το φραγμό του πλακούντα και συγκεντρώνονται στα δόντια και τα οστά του εμβρύου.  Κατάληξη: Συγκεντρώνονται στο ήπαρ, όπου ένα μέρος τους υφίσταται μεταβολισμό και σύζευξη για το σχηματισμό διαλυτών γλυκουρονιδίων. Το αρχικό φάρμακο ή οι μεταβολίτες του απεκκρίνονται στη χολή. Επαναρροφώνται στο έντερο και εισέρχονται στα ούρα με σπειραματική διήθηση.  Ανεπιθύμητες ενέργειες: Γαστρικά ενοχλήματα, επίδραση σε ασβεστοποιημένοuς ιστούς, θανατηφόρος ηπατοτοξικότητα, φωτοτοξικότητα, διαταραχές αιθουσαίας λειτουργίας, ψευδοόγκοι εγκεφάλου, υπερλοιμώξεις (Superinfections).  Avτενδείξεις:  Καμία τετρακυκλίνη, εκτός από τη δοξυκυκλίνη, δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με ελαττωμένη νεφρική λειτουργία. Αντενδείκνυνται σε έγκυες γυναίκες ή σε γυναίκες που θηλάζουν, καθώς επίσης και σε παιδιά κάτω από την ηλικία των 8 ετών.

5 ΑΜΙΝΟΓΛΥΚΟΣΙΔΕΣ  Αποτελούσαν τη βάση της θεραπείας σοβαρών λoιμώξεων από αερόβιους gram-αρνητικούς βακίλους. Η χρήση τους περιορίσθηκε, λόγω εμφάνισης σοβαρών τοξικών ενεργειών, και έχουν αντικατασταθεί σε κάποιο βαθμό από ασφαλέστερα αντιβιοτικά.  Τρόπος δράσης  Αναστέλλουν την πρωτεϊνική σύνθεση στα βακτήρια με το μηχανισμό που περιγράφεται για στρεπτομυκίνη (streptomycin).  Αντιβακτηριακό φάσμα  Αποτελεσματικές μόνο για αερόβιους μικροοργανισμούς, επειδή οι αναερόβιοι δε διαθέτουν το οξυγόνο-εξαρτώμενο σύστημα μεταφοράς.  Ανθεκτικότητα  Μπορεί να δημιουργηθεί με τους ακόλουθους μηχανισμούς  ελαττωμένη πρόσληψη του φαρμάκου όταν λείπει το οξυγονοεξαρτώμενο σύστημα μεταφοράς για τις αμινογλυκοσίδες  τροποποίηση υποδοχέα, οπότε η θέση σύνδεσης της υπομονάδας του ριβοσώματος έχει μικρότερη συγγένεια για τις αμινογλυκοσίδες  πλασμιδιοεξαρτώμενη σύνθεση ενζύμων που τροποποιούν και αδρανοποιούν τις αμινογλυκοσίδες.

6 Φαρμακοκινητική  Χορήγηση: Η υψηλής πολικότητας, πολυκατιονική δομή τους εμποδίζει την ικανοποιητική τους απορρόφηση όταν χορηγούνται από το στόμα.  Κατανομή: Έχουν παρόμοιες φαρμακοκινητικές ιδιότητες. Τα επίπεδα που επιτυγχάνονται στους διάφορους ιστούς είναι χαμηλά και ο βαθμός διείσδυσης στα περισσότερα υγρά του σώματος ποικίλλει.  Υψηλές συγκεντρώσεις αθροίζονται στη φλοιώδη μoίρα του νεφρού και στην ενδολέμφο και περιλέμφο του έσω ωτός. Όλες περνούν το φραγμό του πλακούντα και μπορούν να αθροιστούν στο πλάσμα του εμβρύου και στο αμνιακό υγρό.  Κατάληξη: Δε μεταβολίζονται στον οργανισμό του ξενιστή. Όλες αποβάλλονται ταχέως στα ούρα, κυρίως με σπειραματική διήθηση. Σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια παρατηρείται συσσώρευση και απαιτείται προσαρμογή των δόσεων.  Ανεπιθύμητες ενέργειες  Παράγοντες που σχετίζονται με τον ασθενή, όπως: μεγάλη ηλικία, προηγούμενη λήψη αμινογλυκοσιδών, γενετικοί χαρακτήρες και ηπατική νόσος, τείνουν να προδιαθέσουν τους ασθενείς στη εμφάνιση ανεπιθύμητων ενεργειών. Οι ηλικιωμένοι είναι ιδιαίτερα ευαίσθητοι στη νεφροτοξική και ωτοτοξική δράση.

7 ΜΑΚΡΟΛΙΔΕΣ  Είναι μία ομάδα αντιβιοτικών με μακροκυκλική δομή λακτόνης. Η ερυθρομυκίνη (erythromycin) ήταν η πρώτη που χρησιμοποιήθηκε στην κλινική πράξη, τόσο ως φάρμακο εκλογής, όσο και ως εναλλακτική λύση στη θέση της πενικιλλίνης σε ασθενείς με αλλεργία στα β-λακταμικά αντιβιοτικά.  Τρόπος δράσης  Συνδέονται μη αντιστρεπτά σε μία θέση της υπομονάδας του βακτηριακού ριβοσώματος, αναστέλλοντας τα στάδια μετατόπισης της πρωτεϊνικής σύνθεσης.  Αντιβακτηριακό φάσμα  Είναι αποτελεσματική για τους ίδιους μικροοργανισμούς που αντιμετωπίζει η πενικιλλίνη.  Η κλαριθρομυκίνη έχει παρόμοιο αντιμικροβιακό φάσμα με την ερυθρομυκίνη και επιπλέον είναι δραστική εναντίον του Haemophilus ίnfluenzae.  Η αζιθρομυκίνη, αν και είναι λιγότερο δραστική από την ερυθρομυκίνη εναντίον στρεπτόκοκκων και σταφυλόκοκκων, είναι πολύ πιο αποτελεσματική για λοιμώξεις του αναπνευστικού που οφείλονται στον Haemophilus influenzae και τη Moxarella catarrhalis.

8 Φαρμακοκινητική  Χορήγηση: Η βάση της ερυθρομυκίνης καταστρέφεται στο όξινο περιβάλλον του γαστρικού υγρού, γι' αυτό χορηγείται με τη μορφή εντεροδιαλυτών δισκίων ή σε εστεροποιημένη μορφή.  Κατανομή: Η ερυθρομυκίνη κατανέμεται καλά σε όλα τα υγρά του σώματος, με εξαίρεση το εγκεφαλονωτιαίο υγρό (ΕΝΥ). Είναι ένα από τα λίγα αντιβιοτικά που διαχέονται στο προστατικό υγρό και έχει το μοναδικό χαρακτηριστικό να αθροίζεται στα μακροφάγα.  Μεταβολισμός: Η ερυθρομυκίνη μεταβολίζεται σε μεγάλο βαθμό και είναι γνωστό ότι αναστέλλει την οξείδωση αρκετών φαρμάκων επειδή αλληλεπιδρά με το σύστημα του κυτοχρώματος Ρ450.  Αποβολή: Η ερυθρομυκίνη και η αζιθρομυκίνη αρχικά συμπυκνώνονται και αποβάλλονται στη χολή ως δραστικές μορφές. Μερική επαναρρόφηση λαμβάνει χώρα με την εντεροηπατική κυκλοφορία.  Ανεπιθύμητες ενέργειες  Επιγαστρική δυσφορία, Χολοστατικός ίκτερος, Ωτοτοξικότητα.

9 ΧΛΩΡΑΜΦΕΝΙΚΟΛΗ  Είναι δραστική για ένα ευρύ φάσμα gram-θετικών και gram-αρνητικών μικροοργανισμών, εξαιτίας όμως της τοξικότητάς της η χρήση της περιορίζεται σε λοιμώξεις που απειλούν τη ζωή του ασθενή και στις οποίες δεν υπάρχουν άλλες εναλλακτικές λύσεις.  Τρόπος δράσης  Αναστέλλει την πρωτεϊνική σύνθεση στο στάδιο της πεπτιδυλο- τρανσφεράσης.  Αντιμικροβιακό φάσμα  Είναι δραστική όχι μόνο εναντίον βακτηρίων αλλά και εναντίον άλλων μικροοργανισμών όπως είναι οι ρικέτσιες. Η χλωραμφενικόλη έχει εξαιρετική αποτελεσματικότητα εναντίον των αναερόβιων.  Ανθεκτικότητα  Οφείλεται στην παρουσία ενός παράγοντα R που κωδικοποιεί μία τρανσφεράση του ακετυλο-συνενζύμου Α, η οποία αδρανοποιεί την χλωραμφενικόλη.

10  Φαρμακοκινητική  Μπορεί να χορηγηθεί από το στόμα ή ενδοφλεβίως. Από το στόμα απορροφάται πλήρως επειδή έχει λιπόφιλα χαρακτηριστικά και κατανέμεται ευρέως στον οργανισμό. Διεισδύει εύκολα στο φυσιολογικό ΕΝΥ. Η απέκκριση του εξαρτάται από τη μετατροπή του στο ήπαρ σε γλυκουρονίδιο, το οποίο στη συνέχεια αποβάλλεται από τα νεφρικά σωληνάρια. Μόνο ένα 10% της μητρικής ουσίας αποβάλλεται με σπειραματική διήθηση.  Ανεπιθύμητες ενέργειες  Γαστρεντερικές διαταραχές, Αναιμία, Σύνδρομο των φαιών μωρών  Αλληλεπιδράσεις:  Έχει την ικανότητα να αναστέλλει μερικές από τις μικτής δράσης οξειδάσες του ήπατος και να αναστείλει το μεταβολισμό φαρμάκων, όπως η βαρφαρίνη, η φαινυτoίνη, η τολβουταμίδη και η χλωροπροπαμίδη' έτσι αυξάνονται οι συγκεντρώσεις των φαρμάκων και ενισχύονται τα αποτελέσματά τους.

11 ΚΛΙΝΔΑΜΥΚΙΝΗ  Ο μηχανισμός δράσης της κλινδαμυκίνης (clindamycin) είναι όμοιος με εκείνο της ερυθρομυκίνης.  Χρησιμοποιείται κυρίως στη θεραπεία λοιμώξεων που προκαλούνται από αναερόβια βακτήρια, όπως το Bacteroides fragilis, το οποίο συχνά ευθύνεται για ενδοκοιλιακές λοιμώξεις που συνοδεύουν τραυματισμούς.  Οι μηχανισμοί αντοχής είναι όμοιοι με εκείνους για την ερυθρομυκίνη, δεν υπάρχει όμως πρόβλημα διασταυρούμενης αντοχής.  Απορροφάται καλά όταν χορηγείται από το στόμα.  Υφίσταται εκτεταμένο οξειδωτικό μεταβολισμό προς αδρανή προϊόντα. Το φάρμακο αποβάλλεται στη χολή ή στα ούρα με σπειραματική διήθηση, αλλά δε δημιουργεί ικανοποιητικά θεραπευτικά επίπεδα στα ούρα.  Έχει παρατηρηθεί συσσώρευση σε ασθενείς με σοβαρά ελαττωμένη νεφρική λειτουργία ή με ηπατική ανεπάρκεια.  Εκτός από τα δερματικά εξανθήματα, η πιο σημαντική ανεπιθύμητη ενέργεια είναι η δυνητικά θανατηφόρος ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα, που προκαλείται από την υπερβολική ανάπτυξη του Clostridium difficile, το οποίο απελευθερώνει νεκρωτικές τοξίνες.


Κατέβασμα ppt "Αναστολείς της Σύνθεσης Πρωτεϊνών. Αρκετά αντιβιοτικά ασκούν την αντιμικροβιακή τους δράση στοχεύοντας στο βακτηριακό ριβόσωμα, τα συστατικά του οποίου."

Παρόμοιες παρουσιάσεις


Διαφημίσεις Google