Η παρουσίαση φορτώνεται. Παρακαλείστε να περιμένετε

Η παρουσίαση φορτώνεται. Παρακαλείστε να περιμένετε

Το μακρόν όνειρον προ του βραχέως χρόνου τι κάνει; οξύνεται ή περισπάται ;

Παρόμοιες παρουσιάσεις


Παρουσίαση με θέμα: "Το μακρόν όνειρον προ του βραχέως χρόνου τι κάνει; οξύνεται ή περισπάται ;"— Μεταγράφημα παρουσίασης:

1 το μακρόν όνειρον προ του βραχέως χρόνου τι κάνει; οξύνεται ή περισπάται ;

2 Πρωί κι όλα του κόσμου στημένα στην ιδεώδη απόσταση μιας μονομαχίας. Τα όπλα έχουν διαλεχτεί, τα ίδια πάντα, οι ανάγκες σου, οι ανάγκες μου. Αυτός που θα μέτραγε ένα, δύο, τρία, πυρ καθυστερούσε, κι ώσπου να ‘ ρθει καθίσαμε στην ίδια καλημέρα και χαζεύαμε τη φύση. Η εξοχή βρισκότανε στην ήβη Και το πράσινο ασελγούσε. Κραυγές τροπαιοφόρου θηριωδίας έσερνε ο Ιούνιος της υπαίθρου. Πιανόταν και πηδούσε από κλαδί δέντρων και αισθήσεων σε κλαδί δέντρων και αισθήσεων, Ταρζάν ταινίας μικρού μήκους που κυνηγάει αθέατα θηρία στη μικρή ζούγκλας μιας ιστορίας. Το δάσος υποσχότανε πουλιά και φίδια. Δηλητηριώδης αφθονία αντιθέτων. Το φως έπεφτε καταπέλτης σ’ ότι δεν ήταν φως, κι η ερωτομανής λαμπρότης παράφορα φιλούσε κι ότι δεν ήταν έρωτας, μέχρι και τη δική σου συνοφρύωση. Στη μικρή εκκλησία άλλος κανείς Εκτός από το πολύ όνομά της, Ελευθερώτρια. Ένας Χριστός περίφροντις μέτραγε με το πάθος του φιλάργυρου το βιος του: καρφιά και αγκάθια. Επόμενο ήταν να μην έχει ακούσει τους πυροβολισμούς. ΤΟ ΛΙΓΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

3 1963, Επί τα ίχνη 1971, Το λίγο του κόσμου 1981, Το τελευταίο σώμα μου 1994, Η εφηβεία της λήθης 1998, Χαίρε Ποτέ 1998, Ενός λεπτού μαζί Βαδίζεις σε μια έρημο. Ακούς ένα πουλί που κελαηδάει. Όσο κι αν είναι απίθανο να εκκρεμεί ένα πουλί στην έρημο, ωστόσο εσύ είσαι υποχρεωμένος να του φτιάξεις ένα δέντρο. Αυτό είναι το ποίημα.

4 Ο έρωτας, όνομά ουσιαστικόν, πολύ ουσιαστικόν, ενικού αριθμού, γένους ούτε θηλυκού ούτε αρσενικού, γένους ανυπεράσπιστου. Πληθυντικός αριθμός οι ανυπεράσπιστοι έρωτες. Ο φόβος, όνομα ουσιαστικόν, στην αρχή ενικός αριθμός και μετά πληθυντικός: οι φόβοι. Οι φόβοι για όλα από δω και πέρα. Η μνήμη, κύριο όνομα των θλίψεων, ενικού αριθμού, μόνον ενικού αριθμού και άκλιτη. Η μνήμη, η μνήμη, η μνήμη. Η νύχτα, όνομα ουσιαστικόν, γένους θυληκού, ενικός αριθμός. Πληθυντικός αριθμός οι νύχτες. Οι νύχτες από δω και πέρα. Ο Πληθυντικός Αριθμός

5 Oι λυπημένες φράσεις Mε ημέρα αρχίζει η εβδομάδα, με ημέρα τελειώνει. Kι η Kυριακή, κόμπος σφιχτός να μη λυθούν οι εβδομάδες. Έρχεται πάντα από το ίδιο Σαββατόβραδο και φέρνει λίγο ύπνο παραπάνω το πρωί και το θεό, όσο τον δίνουν οι ορθρινές καμπάνες. Λίγο να σταθείς στ' ανοιχτά παράθυρα και να κοντοσταθείς σ' αυτά που δεν συμβαίνουν, περνάει η ώρα. Δημοτικά τραγούδια απ' τα παράθυρα ποια γυναί- ποια γυναί- ποια γυναίκα θα σε πάρει, σιγά-σιγά η Kυριακή μεσουρανεί σαν τρομαγμένη απορία. Στις γειτονιές περνάνε γύφτισσες να πω το ριζικό σου, ποια γυναί- ποια γυναί- ποια γυναίκα θα σε πάρει, δημοτικά τραγούδια απ' τα παράθυρα, ριζικά. Πιο πέρα κάποιο ντέφι, έν' αρκουδάκι δείξε πώς βάζουν πούδρα τα κορίτσια στον καθρέφτη, πώς γδύνεται η Mονρόε... Mη γελάς. Bρέθηκε κάποτε νεκρή η Mονρόε. Mε πράγματα που δεν αντέχουν μη γελάς. Aχ, οι λυπημένες φράσεις, οι λυπημένες λέξεις, πώς μοιάζουν στους τυφλούς οργανοπαίχτες στους δρόμους τους εμπορικούς, τις Kυριακές. Nα είχαμε μιαν άνοιξη. Mη γελάς. Mε πράγματα που δεν υπάρχουν μη γελάς. Aς λένε τα πουλιά κι οι μυρωδιές στα πλάγια πως είναι Aπρίλης. Tο λένε τα πουλιά κι οι έρωτες των άλλων. Eμένα μ' εξαπατούνε οι θεοί κάθε που αλλάζει ο καιρός, κάθε που δεν αλλάζει. Mη γελάς. Έαρ δεν γίνεται με ρίμες ήλιοι-Aπρίλιοι, ήλιοι-Aπρίλιοι, ομοιοκατάληκτες στιγμές, χρόνος χρωμάτων, στρέμματα φωτός, χαμομηλιών ανυπομονησία να μυρίσουν. Δημοτικά τραγούδια απ' τα παράθυρα ποια γυναί- ποια γυναί- ποια γυναίκα θα σε πάρει, και όλα τ' άλλα τρόποι για να πεθαίνουνε ανώδυνα τα ημερολόγια. Tην Kυριακή τραβάει σε μάκρος των τραγουδιών η αγωνία ποια γυναί- ποια γυναί- Aχ, οι λυπημένες φράσεις, οι λυπημένες λέξεις, στους δρόμους τους εμπορικούς, τις Kυριακές τις ανοιξιάτικες.

6 Μίλα. Πες κάτι, οτιδήποτε. Μόνο μη στέκεις σαν ατσάλινη απουσία. Διάλεξε έστω κάποια λέξη, που να σε δένει πιο σφικτά με την αοριστία. Πες: «άδικα», «δέντρο», «γυμνό». Πες: «θα δούμε», «αστάθμητο», «βάρος». Υπάρχουν τόσες λέξεις που ονειρεύονται μια σύντομη, άδετη, ζωή με τη φωνή σου. Μίλα. Έχουμε τόση θάλασσα μπροστά μας. Εκεί που τελειώνουμε εμείς αρχίζει η θάλασσα. Πες κάτι. Πες «κύμα», που δεν στέκεται. Πες «βάρκα», που βουλιάζει αν την παραφορτώσεις με προθέσεις. Πες «στιγμή» που φωνάζει βοήθεια ότι πνίγεται, μην τη σώζεις, πες «δεν άκουσα». Μίλα. Οι λέξεις έχουν έχθρες μεταξύ τους, έχουν τους ανταγωνισμούς αν κάποια απ’ αυτές σ’ αιχμαλωτίσει, σ’ ελευθερώνει άλλη. Τράβα μια λέξη απ’ τη νύχτα στην τύχη. Ολόκληρη νύχτα στην τύχη. Μη λες «ολόκληρη», πες «ελάχιστη», που σ’ αφήνει να φύγεις. Ελάχιστη αίσθηση, Λύπη ολόκληρη δική μου. Ολόκληρη νύχτα. Μίλα. Πες «αστέρι», που σβήνει. Δεν λιγοστεύει η σιωπή με μια λέξη. Πες «πέτρα», που είναι άσπαστη λέξη. Έτσι, ίσα ίσα να βάλω έναν τίτλο σ’ αυτή τη βόλτα την παραθαλάσσια. ΤΟ ΛΙΓΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

7 Κι αν μου ρημάξατε το γήπεδο η καρδιά μου είναικόκκινο τούβλο και υλικό για οικοδομές σα φυσαρμόνικα μέσα στην κατεδάφιση Κι αν τσουρουφλίζεται στον ήλιο αυτός ο κάμπος θα γίνω δροσερός καρπός λουλούδι απόβραδο βλασταίνοντας τα παιδικά σου μάτια Κι αν βρέχει στο μικρό σταθμό θα σέρνω τη μουσική σου μέσα στα χαλάσματα σαν ξοδεμένο φως στο νεροχύτη 1978, Ο δύσκολος θάνατος ΣΤΑΘΜΟΣ ΛΙΤΟΧΩΡΟΥ Δε θα ξεχάσω αυτό το φέγγος στο σταθμό το πάθος που ξεπερνά την ευφροσύνη του κορμιού και απόσάρκα γίνεται πνευματική αγωνία η αγωνία που φέρνουν οι σβησμένες φωνές στο κατώφλι της νύχτας η αγωνία που φέρνει η μοναξιά δίπλα στον άλλο, η μοναξιά μέσα στον άλλο, η μοναξιά μέσα στο πάθος του άλλου 1960, Ο θάνατος του Μύρωνα από γονείς μικρασιάτες

8 Σ' ακούω να έρχεσαι Σ' ακούω να έρχεσαι Φέρνεις τη μνήμη των άδειων ημερών μαλλιά που δε δόθηκαν σε προσφορά χέρι που δεν καταχτήθηκε Μορφή θαμπή τα μάτια μου βουρκώνουν στο λαιμό μου χωνεύονται λυγμοί που δεν πήρανε σώμα Τώρα βυθίζεσαι σε κάθε μου ρωγμή Δύσκολος θάνατος (1954) Το πλάσμα Ποια εξαίσια μουσική ξεχύνεται μέσ' απ' το σώμα σου και ποιο γαλήνιο τοπίο σε δέχεται μες στα νερά του μαδώντας ένα τριαντάφυλλο το χέρι πέρασε δοσμένο στην πιο μυστική ώρα, όταν γυμνώνεσαι ολότελα και πέφτεις σαν τον λαχταριστό καρπό στην υγρή χλόη Τι ώρα είναι αυτή που όλη σου η ζωή αθροίζεται στον κανονικό χτύπο της καρδιάς, κάτω απ' το απλωμένο υφάδι ανάμεσα στα λυμένα μαλλιά και στον ασημένιο σταυρό σου κοιμάσαι πάνω στα πεθαμένα φιλιά του, κομμένα στο μάρμαρο από το στόμα του προς τη ρευστή καθάρια μνήμη Ωδές στον Πρίγκιπα (1991) Το ποίημα θέλω να είναι νύχτα, περιπλάνηση σε ξεμοναχιασμένους δρόμους και σε αρτηρίες, όπου η ζωή χορεύει... (Νίκος - Αλέξης Ασλάνογλου)

9 Οι ποιητές δεν θέλουν χώρο... Οι ποιητές είναι πουλιά που πετούν. Σπάνια ξεκουράζονται ακουμπώντας στη γη... Οι ποιητές παντού είναι ανεπιθύμητοι γιατί είναι ριζοσπάστες, αρνητές, υπενθυμίζουν την πλήξη που φέρουν όλοι όσοι έχουν αφεθεί στην καθημερινότητα... Στην Ελλάδα υπάρχουν πολλά "πουλιά", αλλά πολύ φοβάμαι ότι τα περισσότερα από αυτά δεν έχουν φτερά... νομίζουν ότι έχουν. Αυτοί οι "ποιητές" πράγματι πιάνουν χώρο γιατί ποτέ δεν απογειώνονται ­ ούτε μας απογειώνουν! Η πίστη μου είναι ότι από τους "ποιητές" στην Ελλάδα λείπει ένα ένστικτο αυτοκριτικής... Γι' αυτό και εκδίδονται περίπου 200 νέες ποιητικές συλλογές κάθε χρόνο Από τους ζώντες ποιητές, αξιόλογους θα ανέφερα από τη Θεσσαλονίκη τέσσερις... Είναι η Καρέλη, ο Πετζίκης, ο Βαφόπουλος και ο Αναγνωστάκης ­ Ποιος ποιητής, είναι ο αγαπημένος σας; Μεταπολεμικά, ο Δημήτρης Παπαδίτσας. είναι ο σημαντικότερος Από την Αθήνα, ποιοι είναι, για σας, οι πιο σημαντικοί ζώντες ποιητές; «Ξεχωρίζω φυσικά τον Ελύτη, τον Κατσαρό, τον Σαχτούρη και τον Νίκο Παππά... Τελευταία νιώθω ότι διεκδικεί θέση ανάμεσα σ' αυτούς και η Κική Δημουλά...».

10 Ακου το ουρλιαχτό του περιπολικού και κοίτα Αυτούς που οτυς βάζουν στο αυτοκίνητο και Βιαστικά τους οδηγούν στο τμήμα. Με προβολείς στο μάτι τους ρίχνουν κάτω Τους ψάχνουν κι η μέση τους σπάει στο τραπέζι Και τους αφήνουν με το στόμα πεταμένο Στον ουρανό πάνω σ' ένα κολοσιαίο Κλάξον αυτοκινήτου πάνω στο δάπεδο του γραφείου Τα παιδιά με τα γυαλιστερά εξαρτήματα Ειδικευμένα στον τρόμο και τα μεγαλοπρεπή Σειρήτια στα μάτια τους. Κι αυτοί που Έχουν δολοφονηθεί αδιαμαρτύρητα ή πετάχτηκαν Απ' την ταράτσα του κτιρίου μετά το πέρας Των ανακρίσεων όπως γίνεται στο σινεμά Κι αυτοί που αφανίστηκαν μες στη θάλασσα Θέλοντας να το σκάσουν και οι καιροί Αποθρασύνοντας τον ισχυρό Σ' αυτό τον κόσμο τον παράφρονα της φυλακής. Κι αυτοί που πολτοποιήθηκαν απ' τα τανκς Μέσα στο Πολυτεχνείο ή έσκασαν απ' τα καπνογόνα κι αυτοί που σταυρώθηκαν Στα διασταυρούμενα πυρά Φωνάζοντας μέχρι τον άλλο κόσμο «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ»

11 ΤΑ ΠΕΡΙΠΛΑΝΩΜΕΝΑ φιλιά μας μπορούν να διατρέξουν τον κόσμο όλο αλλά η αγάπη δεν μπορεί να σβήσει τις αποστάσεις που μας χωρίζουν αιώνια τον έναν απ’ τον άλλον. Είσαι ένα νησί κατοικημένο από φωνές και όστρακα κι ήρθα σε σένα σαν ναυαγός ν’ αγγίξω το θαμμένο μέλι στα σκοτεινά πέταλα των γοφών σου. Το αλληγορικό σχολείο ΤΟ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑ Είμαι δεσμώτης κάτω από την υψηλή δικαιοσύνη ενός χαμόγελου και θλίβομαι άμετρα για τον πλανήτη που ’χασε όλη την αγνότητα λουσμένος στον κατακλυσμό της ανθρώπινης μωρίας. Φτηνά ή ακριβά όλα πουλιούνται. Καθετί γίνεται για να πουληθεί και να πουληθεί γρήγορα. Ο άνεμος και το κύμα από τους εμπόρους πουλήθηκαν. Ό,τι γεύτηκαν η ευγένεια και το έγκλημα, ό,τι γνωρίζει ο έρωτας και η καθημερινή επιθυμία των όχλων, έχει πουληθεί. Ό,τι η τέχνη και η επιστήμη αναγνώρισαν, έχει πουληθεί. Οι ξαναμμένες κραυγές των οδών, εφαρμογές και ιδέες έχουν πουληθεί. Κάθε πράμα έχει την αξία του στην αγορά. Τα βρόμικα εσώρουχα της Μπαρντό αξίζουν όσο ένας Ρέμπραντ. Η αναρχία των μαζών προβάλλεται στις βιτρίνες των καταστημάτων. Έχουν πουληθεί τρελά μυστικά για κάθε ακολασία. Όλοι δίνουν νωρίς την παραγγελιά τους. (Από τη συλλογή Ο γυμνός ομιλητής) Ποίηση (1969) Κέδρος Ποίηση 2 (1973) Κέδρος Ποίηση 1,2 (1975) Κέδρος Ο Γυμνός Ομιλητής (1977) Κέδρος Το αλληγορικό σχολείο (1978) Τα ποιήματα Επιλογή 1982) Κέδρος Ενάντια (1983) Κέδρος Αντί της σιωπής (1993) Το διπλανό δωμάτιο (1998) Κέδρος Tο Μωσαϊκό (2001) Κέδρος.

12 ΘΕΕ Είμαι γυμνός από το ρούχο της ευσπλαχνίας σου άνθρωπε ανώτερε τροφοδότη τούτων των στίχων φονιά και πεταλούδα είσαι συ είναι κι η μουσική της γήινης θλίψης· δυο θεοί που αναβρύζουν απ’ τις βρύσες της ανυπαρξίας τους. Κηπουρέ, αστροδέτη, μαστάρι της θύελλας, ανθρώπινο αιματοκύλισμα. Αυτό είναι το δώρο σου, συναγμένη γύρω των πραγμάτων όλων. Κάνε με ένα παιδί κάνε με παρακαλώ ένα αμέριμνο πλάσμα κάνε με έστω στουπί του ήλιου σου δώσ’ μου λέξεις ευνοϊκές. Δαίμονα χρυσομάλλη, άντρα και κέρατο θείων πορνών ανυπόφορο ψέμα που τα χείλη μου τρέμισες στο αιδοίο της καλοσύνης σου μίλα λοιπόν χύσε οργασμούς ανθρώπινης ευαισθησίας στη μήτρα της ποίησης. Γλυπτό που ταξιδεύεις τ’ ομοίωμά μου στο πλαστικό σου σύμπαν, το χέρι υψώνω στην ικεσία, ουρλιάζω παράφορος και κτηνώδης, σε παίρνω στο τηλέφωνο σου ανοίγω την καρδιά μου καίγομαι πηδώντας έξω απ’ το κρέας, κρατώντας λουλούδια και τη λάβα και ζώντας στην εμπειρία της θλίψης για να πληρώσω το γεγονός του δεσμού μου με τούτον τον κόσμο και τον άλλον κατά πάσα πιθανότητα. Και είμαι κουλός δεν πιάνουν τα χέρια μου αλήθειες. Στριφογυρνώ μέσα στο δέρμα σαν έμβρυο σε γέρικη μήτρα, κόμποι και βόλοι που συμπιέζονται αλληλοσυγκρούονται και εκρήγνυνται στο μαγικό σκοτάδι μεμβρανώδη πόδια που φωνάζουν μέσα απ’ τα μάτια μέσα στο κέντρο ηλεκτρόνια και ενέργειες και σχετικότητες. Εσύ είσαι ένα κόκαλο που το πετάνε στο σκύλο Εγώ ένας βλάκας στο Γαλαξία που λέγεται «θλιβερό φωτάκι» με πεταλίδα, φύκι, ζητιάνο έχω συγγένεια, ψάρι και κάτουρα. Στημένη η σημαία της νίκης στη γνωριμία της δυστυχίας μου. Βράχε-φωτιά ή κεραυνέ ή Αγελάδα ή Δία ή Βράχμα ή Αλλάχ κάνε τούτο το ποίημα να ουρλιάξει σαν κυκλώνας ντυμένο το άπειρο δέος της διαφθοράς μου. Είμαι στο έλεός σου· φλόγα που καλπάζει από μια γενιά στην άλλη νιώθοντας βαριεστημάρα. Ω λύτρωση που ο νους μου δε σε χωράει. Ω μαργαρίτα-αποσύνθεση Η γη λοιπόν είναι το νόμισμα που μ’αυτό θα ξοφλήσεις το χρέος σου; Άπολλον Φοίβε διακονιάρη έλα και γέμισε με το ίδιο σου το πρόσωπο αυτή τη ζωή μου. Να βγει η ψυχή μου σαν συντριβάνι έξω από τον τάφο της ύπαρξης παίζοντας τους καημούς του έρωτα που ’ναι εξατμίσεις της μηχανής σου. Μη με σκοτώνεις σιγά σιγά τη μέρα της αποκαθήλωσης στο απέραντο γέλιο των πυρηνικών βομβών απανωτά χτύπησε το κουβούκλιο της κοσμογονίας με των ματιών μου τις πέτρες. Σχημάτισε με τ’ άντερά μου τον καιόμενο φοίνικα σ’ ένα πελώριο κουτόσπιρτο.

13 Ασύλληπτο χάδι ανάμεσα απ’ τα διαυγή βλέμματα των ωραίων θηλυκών αστεριών. Κατακλυσμέ ανθρωπίνων μελών πνίξε με για πάντα. Σκίσε την πόλη με το πέος του πολέμου, Σύντριψε τους ανθρώπους, τα τρένα που έρπουν, τα ιπτάμενα που φτερουγίζουν κομματιάζοντας τη νάιλον μέρα σε χιλιάδες κουρέλια μυστηριώδους εξέλιξης. Ρούφηξε τις γραμμές του ορίζοντα Βάλε το χρόνο στον τάφο του κάνε με πέτρα με το κουκούτσι της. Η κάθε μέρα τελειώνει σαν χαλίκι που γίνεται αέρας κι ακουμπάει και λάμπει πάνω στη μεγάλη βασιλική νεκροφόρα την Κυρία Γη.

14 το 1948, λόγω του εμφυλίου, βρέθηκε στην Αλβανία και αργότερα στην Ουγγαρία Θεμέλιο χρώμα Πληγωμένο κοτσύφι ἀ π ὸ κλαρ ὶ σ ὲ κλαρί. Καθ ὼ ς τ ὸ α ἷ μα του στάζει στ ὸ χιόνι, πληθαίνει τ ὸ μα ῦ ρο. Ο τελευταίος στίχος δε μένει πάντα τελευταίος. Κάποτε γίνεται ο πρώτος στίχος ενός ποιήματος, που γράφει κάποιος αναγνώστης.

15 1981, ΜΗΤΡΙΑ ΠΑΤΡΙΔΑ Πεζογράφημα, 1980, ΜΑΥΡΑ ΛΙΘΑΡΙΑ 1981, ΓΥΑΛΙΝΑ ΓΙΑΝΝΕΝΑ 1993, ΠΑΡΑΛΟΓΗ Το τραγούδι της βροχής" Βρέχει στην πόλη από νωρίς και γρήγορα νυχτώνει. Έχεις τα φώτα σου κλειστά και φίλους στην οθόνη. Και να ξεχάσεις προσπαθείς, αλλά ο ήχος της βροχής τα λόγια μου σου ψιθυρίζει και θέλεις να κρυφτείς.

16 Η κάθε μέρα σαν τη γομολάστιχα σβήνει την προηγούμενη και πάει. Άλλοτε σβήνει την επόμενη, καμιά φορά ολόκληρη βδομάδα. Βροχές θυμάμαι και πουλιά και ιστορίες που δεν έζησα ποτέ μου. Τις νύχτες γράφεται το μέλλον μου, τα φοβερά καθέκαστα της επομένης, και πρέπει να ξυπνάω στις εφτά, με την ψυχή στα δόντια να γυρίζω, για να προλάβω τις παραγγελίες. Αμνησία ΓΥΑΛΙΝΑ ΓΙΑΝΝΕΝΑ Χιόνια θυμάμαι και βουνά και εξορίες που δεν έζησα ποτέ μου. Λησμόνησα τους ίδιους τους γονείς μου, πώς ήτανε και ποιοι και πόσοι. Κοιτάζω γράμματα, φωτογραφίες, δεν ξεχωρίζω ζωντανούς και πεθαμένους. Γριές και γέροι και παιδιά, μεσήλικες θλιμμένοι. Μάτια θυμάμαι και φωνές, πρόσωπα που δε γνώρισα ποτέ μου.

17 Κάθεται μόνος και καθαρίζει τ’ όπλο του δίπλα στο τζάκι. Κανείς δε θά ’ρθει και το ξέρει, κλείσαν οι δρόμοι από το χιόνι, σαν πέρυσι, σαν πρόπερσι, Χριστούγεννα και πάλι και τα ποτά κρυώνουν στο ντουλάπι. Το τσίπουρο στυφό, το ούζο γάλα και το κρασί ραγίζει τα μπουκάλια. Εκείνη τρία χρόνια πεθαμένη. Κάθεται μόνος του δίπλα στο τζάκι, δεν πίνει, δεν καπνίζει, δε μιλάει. Στην τηλεόραση χιονίζει, το στρώνει αργά στο πάτωμα και στο τραπέζι και στις παλιές φωτογραφίες, γνώριμα μάτια των νεκρών, που τον κοιτάζουν απ’ το μέλλον. Εκείνη τρία χρόνια πεθαμένη και μόνο το δικό της βλέμμα έρχεται από τα περασμένα. Κοντεύουνε μεσάνυχτα και καθαρίζει τ’ όπλο του απ’ το πρωί. Πώς να του πω «Καλά Χριστούγεννα», ευχές δε φθάνουν ως εδώ, δρόμοι κλεισμένοι, τηλέφωνα κομμένα, η σκέψη αρπάζεται απ’ το κλαδί της μνήμης, μα να τρυπώσει δεν μπορεί στη μοναξιά του. Μια μοναξιά που χτίστηκε σιγά σιγά μ’ όλα τα υλικά και δίχως λόγια. Κοντεύουνε ξημερώματα κι ακόμη γυαλίζει τ’ όπλο του δίπλα στο τζάκι με αργές κινήσεις σα να το χαϊδεύει. Μένει στα δάχτυλα το λάδι αλλά το χάδι χάνεται. Θυμάται κυνηγετικές σκηνές με αγριογούρουνα και χιόνια ματωμένα, πριν γίνει θήραμα κι ο ίδιος στην μπούκα ενός κρυμμένου κυνηγού, που τον παραμονεύει αθέατος αφήνοντας να τον προδίδουν κάθε τόσο πότε μια λάμψη κάνης, πότε μια κίνηση στις κουμαριές κι η μυρωδιά απ’ το βαρύ καπνό του. Ξέρει καλά ότι κρατάει μακρύκανο παλιό μπροστογεμές γεμάτο σκάγια και μπαρούτι μαύρο. Όταν αποφασίσει να του ρίξει δε θα προλάβει πάλι να τον δει πίσω απ’ το σύννεφο της ντουφεκιάς του. Αν σκέφτεται στ’ αλήθεια κάτι τέτοια, και δεν τον τιμωρώ εγώ μ’ αυτές τις σκέψεις, πώς να πλαγιάσει και να κοιμηθεί. Λέω να γίνω πατέρας του πατέρα μου, ένας πατέρας που του έτυχε σιωπηλό και δύστροπο παιδί, και να του πω μια ιστορία για να τον πάρει ο ύπνος. Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά πάρε και τον πατέρα... Χριστουγεννιάτικη ιστορία

18 Άγγελος εξάγγελος μας ήρθε από μακριά γερμένος πάνω σ' ένα δεκανίκι Την ασχήμια των γονιών τους θα πληρώσουνε ακριβά Κάποια μέρα σαν χαμένα θα σταθούν στην εκκλησιά Η μαμά τους θα δακρύζει - συγγενείς, πεθερικά Τα κορίτσια τα καημένα κι ούτε λέξη πια γι' αυτά Μα όσο κι αν μετρώ κάτι περισσεύει Τρύπια ειν' η αγάπη μας και δε μας προστατεύει Ζούμε μέσα σ' ένα όνειρο που τρίζει σαν το ξύλινο ποδάρι της γιαγιάς μας μα ο χρόνος ο αληθινός σαν μικρό παιδί είναι εξόριστος

19 Τα πιο ωραία παραμύθια απ' όσα μου 'χεις διηγηθεί αχ είν' εκείνα που μιλούσαν για τα παιδιά που 'χουν χαθεί αχ είν' εκείνα που μιλούσαν για τα παιδιά που 'χουν χαθεί. Για τα παιδιά που χάθηκαν στο στοιχειωμένο δάσος στις λίμνες στο βορρά για τα παιδιά που χάθηκαν στου δράκου το πηγάδι στης στρίγκλας τη σπηλιά. Σε συμμορίες με ζητιάνους σε αχυρώνες και σ' αυλές και σε καράβια του πελάγους με λαθρεμπόρους πειρατές και σε καράβια του πελάγους με λαθρεμπόρους πειρατές. Για τα παιδιά που τα 'συραν στης Αφρικής τις αγορές εμπόροι και ληστές και φοβισμένα κι ορφανά στη Σμύρνη και στη Βενετιά τα πιάσαν οι φρουρές. Ψωμί ζητήσαν του φουρνάρη λίγο νερό του καφετζή τα διώχνει ο πρώτος μ' ένα φτυάρι κι ο άλλος λύνει το σκυλί τα διώχνει ο πρώτος μ' ένα φτυάρι κι ο άλλος λύνει το σκυλί. Στις λυπημένες πολιτείες πέφτει μια κίτρινη βροχή στο σώμα μου έχω ανατριχίλες και το 'να δόντι μου πονεί στο σώμα μου έχω ανατριχίλες και το 'να δόντι μου πονεί. Το γράμμα σου δέκα σελίδες πάλι η ίδια συμβουλή μου λες στο σπίτι να γυρίσω μου λες ν' αλλάξω πια ζωή μου λες στο σπίτι να γυρίσω μου λες ν' αλλάξω πια ζωή. Ομίχλη πέφτει στις σκεπές φεύγουν οι φάτσες σαν σκιές και τρέμει το κερί φωτιές ανάβουν στις ακτές μέσα στ' αυτιά μου ακούω στριγκλιές και τρέμω σαν πουλί. Τα παιδιά που χάθηκαν

20 Κι αν βγω απ' αυτή τη φυλακή κανείς δε θα με περιμένει οι δρόμοι θα 'ναι αδειανοί κι η πολιτεία μου πιο ξένη τα καφενεία όλα κλειστά κι οι φίλοι μου ξενιτεμένοι αέρας θα με παρασέρνει κι αν βγω απ' αυτή τη φυλακή Κι ο ήλιος θ' αποκοιμηθεί μες στα ερείπια της Ολύνθου θα μοιάζουν πράγματα του μύθου κι οι φίλοι μου και οι εχθροί μαρμαρωμένοι θα σταθούν οι ρήτορες κι οι λωποδύτες ζητιάνοι εταίρες και προφήτες μαρμαρωμένοι θα σταθούν Μπροστά στην πύλη θα σταθώ με τις κουβέρτες στη μασχάλη κι αργοκουνώντας το κεφάλι θα χαιρετήσω το φρουρό χωρίς βουλή χωρίς Θεό σαν βασιλιάς σ' αρχαίο δράμα θα πω τη λέξη και το γράμμα μπροστά στην πύλη θα σταθώ

21 Κείνο που με τρώει κείνο που με σώζει είναι π' ονειρεύομαι σαν τον καραγκιόζη Φίλους και εχθρούς στις φριχτές μου πλάτες όμορφα να σήκωνα σαν να 'ταν επιβάτες Λευκό μου σεντονάκι λάμπα μου τρελή Ποια αγάπη τάχα μας φυσάει Βάλε στη σκιά σου τούτο το παιδί Που δεν έχει απόψε πού να πάει πού να πάει Σαν κουκιά μετρώ τα λόγια του καμπούρη πίσω απ' το λευκό πανί μέσα στο κιβούρι Μα όσο κι αν μετρώ κάτι περισσεύει Τρύπια ειν' η αγάπη μας και δε μας προστατεύει Λευκό μου σεντονάκι λάμπα μου τρελή Κόκκινα αυγά ή καρναβάλια μέσα από την κάλπη τη στατιστική Μας κοιτάζει ο Χάρος και του τρέχουνε τα σάλια Σαν σκιές γλιστρούν λόγια και εικόνες Κάρα σκουπιδιάρικα, φεύγουν οι χειμώνες Αν δε ντρέπεσαι να καθίσεις πίσω Έλα Ηπείρου κι Αχαρνών να σε γιουχαΐσω

22 Μ' αεροπλάνα και βαπόρια και με τους φίλους τους παλιούς τριγυρνάμε στα σκοτάδια κι όμως εσύ δε μας ακούς Δε μας ακούς που τραγουδάμε με φωνές ηλεκτρικές μες στις υπόγειες στοές ώσπου οι τροχιές μας συναντάνε τις βασικές σου τις αρχές Ο πατέρας μου ο μπάτης ήρθε απ' τη Σμύρνη το '22 κι έζησε πενήντα χρόνια σ' ένα κατώι μυστικό Σ' αυτόν τον κοσμο όσοι αγαπούνε τρώνε βρώμικο ψωμί κι οι πόθοι τούς ακολουθούνε υπόγεια διαδρομή Χτες το βράδυ είδα ένα φίλο σαν ξωτικό να τριγυρνά πάνω στη μοτοσικλέτα και πίσω τρέχανε σκυλιά Σήκω ψυχή μου δώσε ρεύμα βάλε στα ρούχα σου φωτιά βάλε στα όργανα φωτιά να τιναχτεί σαν μαύρο πνεύμα η τρομερή μας η λαλιά Μια θάλασσα μικρή, μια θάλασσα μικρή είναι το καλοκαίρι μου, ο έρωτάς μου, ο πόνος μου Μια θάλασσα μικρή στα δυο σου μάτια φέγγει κάθε πρωί Μια θάλασσα μικρή στο δάκρυ στο τραγούδι, στο κάθε σου φιλί Μια θάλασσα μικρή Μια θάλασσα μικρή, μια θάλασσα μικρή και στη γωνιά η στάμνα μου για ένα καλοκαίρι ήσουνα εσύ Σε τραγουδούσα εγώ σαν τις χορδές του ανέμου στα μαύρα σου μαλλιά Σ' ακολουθούσα εγώ σαν το ψηλό χορτάρι τον άνεμο Σε τραγουδούσα εγώ Μια θάλασσα μικρή, μια θάλασσα μικρή πικρά σ' αποχαιρέτησε, σε περιμένει Μια θάλασσα μικρή

23 Όπου κοιτάζω να κοιτάζεις όλη η Ελλάδα ατέλειωτη παράγκα παράγκα, παράγκα, παράγκα του χειμώνα κι εσύ μιλάς σαν πτώμα Ο λαός,ο λαός στα πεζοδρόμια κουλούρια ζητάει και λαχεία κοπάδια, κοπάδια, κοπάδια στα υπουργεία αιτήσεις για τη Γερμανία Κυράδες,φιλάνθρωποι παπάδες εργολαβίες,ψαλμωδίες και καντάδες Η Ευανθούλα κλαίει πριν να κοιμηθεί την παρθενιά της βγάζει στο σφυρί Στα γήπεδα η Ελλάδα αναστενάζει στα καφενεία μπιλιάρδο,καλαμπούρι και χαρτί Στέκει στο περίπτερο διαβάζει φυλλάδες με μιάμιση δραχμή Όχι, όχι αυτό δεν είναι τραγούδι Είναι η τρύπια στέγη μιας παράγκας Είναι η γόπα που μάζεψε ένας μάγκας Κι ο χαφιές που μας ακολουθεί. Δεν ξέρω τι να παίξω στα παιδιά στην αγορά, στο Λαύριο Είμαι μεγάλος, με τιράντες και γυαλιά κι όλο φοβάμαι το αύριο Πώς να κρυφτείς απ' τα παιδιά; Έτσι κι αλλιώς τα ξέρουν όλα. Και μας κοιτάζουν με μάτια σαν κι αυτά όταν ξυπνούν στις δύο η ώρα Ζούμε μέσα σ' ένα όνειρο που τρίζει σαν το ξύλινο ποδάρι της γιαγιάς μας μα ο χρόνος ο αληθινός σαν μικρό παιδί είναι εξόριστος μα ο χρόνος ο αληθινός είναι ο γιος μας ο μεγάλος κι ο μικρός Δεν ξέρω τι να παίξω στα παιδιά μα ούτε και στους μεγάλους πάει καιρός που έχω μάθει ξαφνικά πως είμαι ασχημοπαπαγάλος Πώς να τα κρύψεις όλα αυτά; Έτσι κι αλλιώς τα ξέρουν όλοι. Και σε κοιτάζουν με μάτια σαν κι αυτά όταν γυρνάς μέσα στην πόλη Ζούμε μέσα σ' ένα όνειρο που τρίζει σαν το ξύλινο ποδάρι της γιαγιάς μας μα ο χρόνος ο αληθινός σαν μικρό παιδί είναι εξόριστος μα ο χρόνος ο αληθινός είναι ο γιος μας ο μεγάλος κι ο μικρός

24 Σαν το παράπονο στη φράση: Εδώ και τώρα Σαν το σπασμένο φαρμακείο στις δύο η ώρα Σαν το καμένο το γήπεδο, σαν το αμόκ της μηχανής σου μέσα απ' τις βιτρίνας τα θρύψαλα ακούω τη ψυχή σου Κι όπως σ' ένα τοπίο μυστικό, αντικριστά στο κήτος έτσι μια ευλογία που αγνοώ, με κρατάει στο δικό σου το μήκος Μου 'στειλαν μηνύματα οι βιαστικοί σου οι νάνοι απ' το παραλήρημα της χώρας σου που αυξάνει Τρεις και μισή ξημερώματα, σαν διαδήλωση που πήζει μαύρο γυαλί δίχως πρόσωπο και ξαφνικά ραγίζει Και στου σκοτωμένου το σφυγμό, στο φλας του ασθενοφόρου καθρεφτίζει κάτι απ' την ηχώ του Θεού στο βυθό του Εωσφόρου Οι ρυθμοί μου λύσσαξαν μα δεν κρατούν τον ήχο της μοναξιάς σου όταν κλαις και χτυπάς τον τοίχο Μες της αυγής το μισόφωτο σβήνω μίλια γραμμένης ύλης να βρεις τη σελίδα κατάλευκη να μπεις και ν' ανατείλεις Μ' ένα παρανάλωμα παντού, στη Θεϊκή σου αλήθεια σαν φωτογραφία ενός παιδιού που μου λέει: Αναγνώστη βοήθεια Θύρα επτά και Θύρα κάτω απ' τις ερπύστριες Όλα διαβήκαν απ' τις γλώσσες τις στραγγαλίστριες Κι όμως εγώ σ' αφουγκράστηκα σαν λεξούλα ενός αγνώστου κι όχι σαν μέρος του λόγου τους και του δικού τους πόστου Για να σ' αγκαλιάσω με καημό και τόσο να σε νιώσω Όσο είναι τοπίο μυστικό τούτο εδώ που ποθώ ν' αποδώσω Μυστικό τοπίο


Κατέβασμα ppt "Το μακρόν όνειρον προ του βραχέως χρόνου τι κάνει; οξύνεται ή περισπάται ;"

Παρόμοιες παρουσιάσεις


Διαφημίσεις Google