Η παρουσίαση φορτώνεται. Παρακαλείστε να περιμένετε

Η παρουσίαση φορτώνεται. Παρακαλείστε να περιμένετε

ΜΑΚΡΟΘΡΕΠΤΙΚΑ ΚΑΙ ΜΙΚΡΟΘΡΕΠΤΙΚΑ ΣΥΣΤΑΤΙΚΑ: ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΒΟΛΙΣΜΟΣ.

Παρόμοιες παρουσιάσεις


Παρουσίαση με θέμα: "ΜΑΚΡΟΘΡΕΠΤΙΚΑ ΚΑΙ ΜΙΚΡΟΘΡΕΠΤΙΚΑ ΣΥΣΤΑΤΙΚΑ: ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΒΟΛΙΣΜΟΣ."— Μεταγράφημα παρουσίασης:

1 ΜΑΚΡΟΘΡΕΠΤΙΚΑ ΚΑΙ ΜΙΚΡΟΘΡΕΠΤΙΚΑ ΣΥΣΤΑΤΙΚΑ: ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΒΟΛΙΣΜΟΣ

2 Επισκόπηση:  Μεταβολισμός των μακροθρεπτικών συστατικών  Ιδιότητες μικροθρεπτικών συστατικών  Νόσοι και τροποποίηση των διατροφικών απαιτήσεων σε μακροθρεπτικά και μικροθρεπτικά συστατικά  Επίδραση μακροθρεπτικών και μικροθρεπτικών συστατικών στην πορεία της νόσου

3 Μακροθρεπτικά συστατικά Υδατάνθρακες Πρωτεΐνες Λίπη

4 ΥΔΑΤΑΝΘΡΑΚΕΣ Βασική πηγή ενέργειας Καλύπτουν % των ημερήσιων απαιτήσεων σε ενέργεια μιας τυπικής Δυτικής δίαιτας Αποκλειστική πηγή ενέργειας (για ορισμένους ιστούς όπως ο εγκέφαλος, ο μυελός των οστών, τα ερυθρά αιμοσφαίρια και τα νευρικά κύτταρα) Η γλυκόζη (κύρια μορφή) αποθηκεύεται ως γλυκογόνο στο μυϊκό ιστό & στο ήπαρ.

5 ΥΔΑΤΑΝΘΡΑΚΕΣ Οι Υδατάνθρακες διαχωρίζονται σε: Μονοσακχαρίτες (γλυκόζη, φρουκτόζη, γαλακτόζη) Δισακχαρίτες (σακχαρόζη, λακτόζη, μαλτόζη) Ολιγοσακχαρίτες (μαλτοδεξτρίνες) Πολυσακχαρίτες (άμυλο, φυτικές ίνες) Η πρόσληψη των επιπρόσθετων σακχάρων (σε αντίθεση με τα φυσικά σάκχαρα των φρούτων και των γαλακτοκομικών) συνιστάται να μην ξεπερνά το 25% της ημερήσιας ενεργειακής πρόσληψης

6 Μονοσακχαρίτες Εξόζες (C 6 H 12 O 6 ) ΓΛΥΚΟΖΗ ΓΑΛΑΚΤΟΖΗ ΜΑΝΝΟΖΗ ΦΡΟΥΚΤΟΖΗ

7 Δισακχαρίτες Σύνδεση 2 μονοσακχαριτών διαμέσου των υδροξυλομάδων Σακχαρόζη= Γλυκόζη + Φρουκτόζη Λακτόζη= Γλυκόζη + Γαλακτόζη Μαλτόζη= Γλυκόζη + Γλυκόζη

8 Πολυσακχαρίτες Πολυμερή μονοσακχαριτών Άμυλο= Πολυμερές γλυκόζης, αποθηκευτική μορφή ενέργειας των φυτών Γλυκογόνο= Αποθηκευτική μορφή ενέργειας στα θηλαστικά Κυτταρίνη= Συστατικό των κυτταρικών τοιχωμάτων

9 ΥΔΑΤΑΝΘΡΑΚΕΣ Η χρήση της γλυκόζης και η συγκέντρωση της στο αίμα ρυθμίζονται κυρίως από την ορμόνη ινσουλίνη. Η ινσουλίνη : μειώνει τον καταβολισμό του γλυκογόνου και αυξάνει την απορρόφηση της γλυκόζης από τους ιστούς. προάγει την είσοδο της γλυκόζης στα κύτταρα ευνοεί την πρωτεινοσύνθεση και λιπονεογένεση ελαττώνει την γλυκογονόλυση, πρωτεόλυση και λιπόλυση Σε περιπτώσεις ασιτίας ο οργανισμός μέσω της γλυκονεογένεσης (διαδικασίες που λαμβάνουν χώρα στο ήπαρ και νεφρά) παράγει γλυκόζη.

10 Μεταβολισμός Υδατανθράκων Ορμόνες: Ινσουλίνη, γλυκαγόνη → φυσιολογική ρύθμιση επιπέδων γλυκόζης ορού Η παραγωγή γλυκοκορτικοειδών και αυξητικής ορμόνης αυξάνεται στην οξεία λοίμωξη Σε καταστάσεις stress → γλυκόλυση και γλυκονεογένεση → λειτουργούν ως αντιρροπιστικός μηχανισμός

11 ΥΔΑΤΑΝΘΡΑΚΕΣ Λοίμωξη → ↑ ρυθμό γλυκονεογένεσης άρα και υπεργλυκαιμία Ο οργανισμός όμως δεν έχει πάντα την ικανότητα υψηλής παραγωγής γλυκόζης {λόγω ανεπαρκούς παροχής νέων υποστρωμάτων (πχ ατόμων με ανεπαρκή αποθέματα αζώτου στους σκελετικούς μύες), ηπατικής βλάβης, ινσουλινοαντίστασης} → υπογλυκαιμία

12 Γλυκαιμικός δείκτης Ο γλυκαιμικός δείκτης είναι η εκατοστιαία αύξηση του σακχάρου του αίματος μετά από χορήγηση ενός τροφίμου σε σύγκριση με την αύξηση που προκύπτει από χορήγηση γλυκόζης (η αντίδραση στη γλυκόζη θεωρείται 100). ΓΔ= (AUC του τροφίμου που χορηγείται/ AUC του τροφίμου αναφοράς (γλυκόζη) ) x 100

13 Γλυκαιμικός δείκτης

14 ΠΡΩΤΕΪΝΕΣ Δομικά συστατικά: αμινοξέα μη-απαραίτητα αμινοξέα απαραίτητα αμινοξέα (ιστιδίνη, ισολευκίνη, λευκίνη, λυσίνη, μεθειονίνη, φαινυλαλανίνη, θρεονίνη, τρυπτοφάνη, βαλίνη, αργινίνη) περιστασιακά απαραίτητα αμινοξέα Στις ΗΠΑ η πρόσληψη των πρωτεϊνών σε συνάρτηση με την ημερήσια ενεργειακή πρόσληψη ανέρχεται στο 12%. Η ελάχιστη ημερήσια πρόσληψη πρωτείνης είναι 0,8g/kg σωματικού βάρους σε υγιείς ενήλικες. Ελάχιστες πρωτεϊνικές Ανάγκες ενήλικα 0.5g/kg/24h Συνιστώμενη ποσότητα 1gr/kg/24h 1gr Ν = 6.25g πρωτεΐνης

15 Σύνθεση πρωτεΐνών Απαραίτητα και μη απαραίτητα αμινοξέα Ρυθμίζεται από DNA & RNA Απαιτεί ενέργεια ATP Βιομετατροπή πρωτεϊνών αναγκαία για τη διατήρηση δεξαμενής αμινοξέων Μονάδες βιομετατροπής: πρωτεΐνες πλάσματος, πάγκρεας, ήπαρ, νεφροί, εντερικό επιθήλιο

16 Σύνθεση Πρωτεϊνών ΑΑ (από διατροφή)+ΑΑ από ενδογενή αποδόμηση πρωτεινών δεξαμενή αμινοξέων 1% (συνολικού ποσού ΑΑ οργανισμού)→ πρωτεϊνοσύνθεση σε έλλειψη ελεύθερων αμινοξέων Τροφοδότες δεξαμενής αμινοξέων: πρωτεΐνες του πλάσματος, εντερικό επιθήλιο, πάγκρεας, ήπαρ, νεφροί Σε καταστάσεις ασιτίας περιορισμένη χρήση πρωτεϊνικών αποθεμάτων ως ενεργειακό υπόστρωμα αύξηση χρήσης λίπους και μείωση γλυκονεογένεσης

17 Ισοζύγιο αζώτου Διαρκής συσσώρευση και αποβολή Ν Ισοζύγιο Ν= Πρόσληψη Ν-αποβολή Ν Θετικό ισοζύγιο: αναβολισμός (πχ ανάπτυξη, εγκυμοσύνη, μυική αύξηση σε αθλητές) Αρνητικό ισοζύγιο: καταβολισμός (πχ απώλεια βάρους, υποσιτισμός, τραύμα, έγκαυμα, χειρουργείο)

18 Ισοζύγιο αζώτου Ισοζύγιο Αζώτου = Προσλαμβανόμενο Άζωτο – Αποβαλλόμενο Άζωτο θετικό ισοζύγιο αζώτου vs αρνητικό ισοζύγιο αζώτου

19 Υπολογισμός ισοζυγίου Ν Ισοζύγιο Ν = πρωτεΐνες (g)/ 6,25* – άζωτο ουρίας ούρων (UUN) + 4 *5,95 σε ολική παρεντερική διατροφή Αρνητικό ισοζύγιο = καταβολισμός Ο = καταβολισμός Θετικό ισοζύγιο = αναβολισμός Ο λόγος θερμίδες προς άζωτο να είναι μεταξύ των τιμών 100/200kcal/gN σι ώστε να εξασφαλίζεται η αποκατάσταση των αποθεμάτων πρωτείνης.

20 Ισοζύγιο αζώτου Θετικό ισοζύγιο αζώτου → σύνθεση νέου πρωτεϊνικού ιστού (παιδιά, εγκυμοσύνη – θηλασμός, μυϊκή ανάπτυξη αθλητών, ανάρρωση από χειρουργική επέμβαση, τραυματισμό, υποσιτισμό) Αρνητικό ισοζύγιο αζώτου → καταβολισμός πρωτεϊνικού ιστού (τραύμα, έγκαυμα, χειρουργείο, υποσιτισμός, υψηλός πυρετός, κατάκλιση)

21 Πρωτεϊνικές ανάγκες στη νόσο Πρωτεΐνη: 17% ΣΒ Άζωτο: 2,6% του σώματος Η νόσος επηρεάζει τις πρωτεϊνικές ανάγκες σύνθεση πρωτεϊνών καταβολισμού πρωτεϊνών μεταβολικού ρυθμού

22 Πρωτεϊνικές ανάγκες στη νόσο Υπολογισμός: Kcal [ολικές θερμίδες που παρέχονται] Ν [ποσό αζώτου που περιέχεται (g)] όπου ποσό του περιεχόμενου αζώτου: πρωτεΐνη που περιέχεται (g) 6,25

23 Πρωτεϊνικές ανάγκες στη νόσο Περιορισμός πρωτεϊνών Οξεία ηπατική ανεπάρκεια Ουραιμία Οξεία νεφρική ανεπάρκεια

24 Μεταβολισμός Πρωτεϊνών ρυθμίζεται απο: Ορμόνες: ινσουλίνη, γλυκαγόνη, κατεχολαμίνες Σε καταστάσεις ασιτίας τα πρωτεϊνικά αποθέματα του οργανισμού μπορούν να χρησιμοποιηθούν κατά ένα μικρό βαθμό για παραγωγή ενέργειας. Επομένως, μειώνεται η γλυκονεογένεση από το μυϊκό ιστό και αυξάνεται η χρησιμοποίηση λίπους για παράγωγη κετονοσομάτων.

25 Σε υπερμεταβολικές καταστάσεις η έκκριση της ινσουλίνης μειώνεται ενώ αυξάνεται η αντίσταση στην ινσουλίνη με αποτέλεσμα να χρησιμοποιούνται οι πρωτεΐνες των σκελετικών μυών κατά την γλυκονεογένεση.

26 Πρωτεΐνες Η υπερβολική πρόσληψη πρωτεϊνών και αμινοξέων οδηγεί στο σχηματισμό αυξημένων ποσοτήτων ουρίας. Η αύξηση της πρόσληψης πρωτεϊνών δεν αυξάνει τη μυική μάζα, τη σωματική δύναμη και την αντοχή όπως λανθασμένα πιστεύεται από πολλούς προπονητές και αθλητές.

27 Πρωτεΐνες Έχει προταθεί ότι μετά από έντονη άσκηση αντιστάσεων και αντοχής, οι αθλητές χρειάζονται επιπλέον ποσότητα πρωτεϊνών και αμινοξέων ώστε να υποβοηθηθεί η αυξημένη σύνθεση μυικού ιστού που παρατηρείται. Βέβαια, οι αυξημένες απαιτήσεις καλύπτονται από μια υψηλότερη πρόσληψη όλων των μακροθρεπτικών συστατικών όταν οι αθλητές καταναλώνουν μεγαλύτερη ποσότητα πλήρων γευμάτων μετα την προπόνηση.

28 ΛΙΠΙΔΙΑ Τα λίπη στον οργανισμό: 98-99% τριγλυκερίδια τα οποία περιέχουν κυρίως λιπαρά οξέα,1-2% στερόλες (χοληστερόλη), φωσφολιπίδια, Διαφέρουν ως προς το μήκος της αλυσίδας τους(αριθμός ατόμων ανθράκα) και το βαθμό κορεσμού(αριθμός ατόμων υδρογόνου) Ρόλος: πηγή και αποθήκη ενέργειας, φορείς των λιποδιαλυτών βιταμινών (Βιταμίνη Α,D,E,K) συμβάλλουν στη σύνθεση ρυθμιστών του ανοσοποιητικού συστήματος, προκαλούν αίσθημα κορεσμού σύνθεση προσταγλανδινών, λευκοτριενίων, θρομβοξανίων, προστακυκλινών, σχηματισμός κυτταρικής μεμβράνης

29 Η ελάχιστη πρόσληψη λιπών ώστε να εξασφαλιστεί η σωστή απορρόφηση των λιποδιαλυτών βιταμινών (κυρίως της Α και της Ε) πρέπει να κυμαίνεται από 10%-15% της συνολικής ημερήσιας ενεργειακής πρόσληψης. Η συνολική πρόσληψη των λιπών δεν πρέπει να ξεπερνά το 30-35% της συνολικής ημερήσιας ενεργειακής πρόσληψης. Η αυξημένη πρόσληψη λιπών συσχετίζεται με αυξημένη πιθανότητα εμφάνισης παχυσαρκίας, καρκίνου του μαστού, ωοθηκών, προστάτη και του εντέρου.

30 Κορεσμένα λιπαρά οξέα: βρίσκονται κυρίως στα ζωικά προιόντα. Η υψηλή πρόσληψή τους αυξάνει τα επίπεδα της LDL- χοληστερόλης και έχει συσχετιστεί με αυξημένη πιθανότητα εμφάνισης διαβήτη τύπου 2 και στεφανιαίας νόσου. Η πρόσληψη τους πρέπει να είναι χαμηλότερη από το 10% της συνολικής ημερήσιας ενεργειακής πρόσληψης. Μονοακόρεστα λιπαρά οξέα : Είναι κύριο συστατικό της Μεσογειακής διατροφής. Μειώνουν τα επίπεδα της LDL-χοληστερόλης και την πιθανότητα εμφάνισης καρδειαγγειακών και γαστρεντερικών νοσημάτων. Συμβάλλουν και στη ρύθμιση του σακχάρου σε ασθενείς με διαβήτη.

31 Πολυακόρεστα λιπαρά οξέα (PUFAs): Κύρια πηγή: κνήκου, ηλιέλαιο, σόγια.Τα απαραίτητα λιπαρά οξέα χωρίζονται σε ω-3 (λινολενικό οξύ) και ω-6 (λινελαικό οξύ) λιπαρά οξέα. Είναι αδύνατο να τα συνθέσει ο οργανισμός και προσλαμβάνονται μέσω της διατροφής. Τα λιπαρά ψάρια είναι πλούσια σε ω-3 και έχει φανεί πως συμβάλλουν στην μείωση του επιπέδου των τριγλυκεριδίων στο αίμα, της πίεσης του αίματος, του χρόνου πήξης και στη μείωση του συνολικού κινδύνου εμφάνισης καρδειαγγειακών νοσημάτων και της χρόνιας αποφρακτικής πνευμονοπάθειας (chronic obstructive pulmonary disease) (COPD).

32 Μεταβολισμός Λιπιδίων Ορμόνες: ινσουλίνη (ενισχύει τη δράση της λιποπρωτεϊνικής λιπάσης –προάγει την διαθεσιμότητα λιπαρών οξέων και της γλυκόζης για σύνθεση τριγλυκεριδίων) Σε υπερκαταβολικές καταστάσεις: κύρια ενεργειακή πηγή είναι το ενδογενές λίπος. Στις περιπτώσεις αυτές η κινητοποίηση των λιπαρών οξέων από τα αποθέματα λίπους του οργανισμού απαιτεί γλυκαγόνη, νοραδρεναλίνη, αυξητική ορμόνη, ACTH,TSH (καταβολικές ορμόνες) Απορρόφηση: λεπτό έντερο (εισέρχονται στο λεμφικό σύστημα, εκτός των λιπαρών οξέων μέσης αλύσου (πυλαία κυκλοφορία) Σε ασιτία: ↑ λιπόλυση → μετατροπή λιπαρών οξέων σε κετονοσώματα → χρήση κετονοσωμάτων για ενέργεια Δυσαπορρόφηση λίπους(σχεδόν όλες οι μορφές οδηγούν σε στεατότρια*)→ νόσοι χοληφόρων, ηπατικές νόσοι, σύνδρομο βραχέος εντέρου, φλεγμονώδεις νόσοι του εντέρου, έπειτα από χειρουργική επέμβαση στο γαστρεντερικό σύστημα * Τ ο λίπος που δεν εχει αποροφηθεί αποβάλλεται στα κόπρανα (μεχρι και 60 γρ)

33 Λιπαρά οξέα(ΛΟ ω6+ω3) ΛΟ μακράς αλύσου χορηγούνται: 1.κάλυψη μέρους ενεργειακών αναγκών 2.προμήθεια απαραίτητων λιπαρών οξέων Πλεονεκτήματα 1.Καλή ενεργειακή πηγή σε μικρό όγκο 2.Προμήθεια Απαραίτητων ΛΟ  υποστήριξη πρωτεϊνοσύνθεσης  αντικαθιστώντας μέρος της γλυκόζης, ελαττώνεται η ηπατική λιπογένεση και μειώνεται το αναπνευστικό πηλίκο λόγω μείωσης παραγωγής CO2

34 Λιπαρά Οξέα Μειονεκτήματα 1. Εμφάνιση υπερτριγλυκεριδαιμίας 2. Πιθανότητα ανάπτυξης λοιμώξεων λόγω της ελαττωμένης κάθαρσης μικρόβιων από το δικτυοενδοθηλιακό σύστημα και της αναστολής που προκαλούν λόγω αύξησης της παραγωγής προσταγλανδινών της σειράς 2 3. Σε δόσεις πάνω από 2g/kg μπορεί να προκαλέσουν ηπατική δυσλειτουργία

35 Λιπαρά οξέα και νόσος Καρδιοαγγειακά νοσήματα: πρόσληψης Χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια: πρόσληψης Σύνδρομα δυσαπορρόφησης λίπους: πρόσληψη ανάλογα την ανοχή

36 ΜΙΚΡΟΘΡΕΠΤΙΚΑ ΣΥΣΤΑΤΙΚΑ ΒΙΤΑΜΙΝΕΣ- ΜΕΤΑΛΛΑ ΚΑΙ ΙΧΝΟΣΤΟΙΧΕΙΑ

37 Βιταμίνες Ετερογενής ομάδα οργανικών ενώσεων Απαραίτητα θρεπτικά συστατικά Υπερβολική λήψη: υπερβιταμίνωση Ανεπαρκής λήψη: αβιταμίνωση 2 κατηγορίες βάση της διαλυτότητας Λιποδιαλυτές Υδατοδιαλυτές

38 Λιποδιαλυτές Α, Κ, Ε, D Ικανότητα αποθήκευσης σε διάφορους ιστούς Για την απορρόφηση τους απαιτούνται: Χολή Παγκρεατικά ένζυμα

39 Μικροθρεπτικά Συστατικά ΛΙΠΟΔΙΑΛΥΤΕΣ ΒΙΤΑΜΙΝΕΣ: Βιταμίνη Α: 90% αυτής αποθηκεύεται στο ήπαρ και η ανεπάρκειά της μπορεί να οδηγήσει μέχρι και σε τύφλωση. Συμβάλλει στην ανάπτυξη, στην καλή λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος, στην όραση και έχει αντιοξειδωτική δράση.

40 Βιταμίνη D Χοληκαλσιφερόλη (δέρμα) και εργοκαλσιφερόλη (τρόφιμα) Υδροξυλίωση στο ήπαρ-25(ΟΗ)D Υδροξυλίωση στους νεφρούς- 1,25(ΟΗ) 2 D3 Ν(καλσιτριόλη, δραστικό μόριο)

41 Βιταμίνη D: Εντερική απορρόφηση. Αποθήκευση σε ήπαρ, δέρμα, εγκέφαλο, οστά και άλλους ιστούς. Δύο κύριες μορφές : D3 που συντίθεται στο δέρμα ύστερα από έκθεση σε υπεριώδη ακτινοβολία D2 που προσλαμβάνεται μέσω της διατροφής. Και οι 2 βιταμίνες προβιταμίνες μετατρέπονται στα νεφρά στη μεταβολικά ενεργή μορφή της βιταμίνης D. Η 1,25(OH) 2 D 3 είναι η ενεργή μορφή της βιταμίνης D που ρυθμίζει την συγκέντρωση του ασβεστίου στο αίμα και συμβάλλει στην καλή λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος (διαφοροποίηση μακροφάγων). Η ανεπάρκειά της μπορεί να οδηγήσει σε οστεομαλάκυνση, κατάθλιψη και νευρομυοπάθεια.

42 Βιταμίνη Ε: 20-80% αυτής αποθηκεύεται σε ήπαρ και λιπώδη ιστό. Είναι ισχυρό αντιοξειδωτικό και η έλλειψή της προκαλεί οστεομαλάκυνση, ραχίτιδα στα παιδιά και μειώνει τη δράση του ανοσοποιητικού συστήματος. Παρατηρείται πολύ σπάνια στους ανθρώπους. Βιταμίνη K: Απορρόφηση παρουσία χολής και παγκρεατικού υγρού. Προσοχή σε αντιπηκτική αγωγή. Συμβάλλει στην πήξη του αίματος και την ασβεστοποίηση των οστών.

43 Υδατοδιαλυτές Θειαμίνη (Β1), Ριβοφλαβίνη (Β2), Νιασίνη (Β3), Πυριδοξίνη (Β6), Κοβαλαμίνη (Β12), Φυλλικό οξύ, Παντοθενικό οξύ, Βιοτίνη, Ασκορβικό οξύ (C) Δεν αποθηκεύονται Αποβάλλονται στα ούρα Συστατικά ενζυμικών συστημάτων

44 ΥΔΑΤΟΔΙΑΛΥΤΕΣ ΒΙΤΑΜΙΝΕΣ: Βιταμίνη Β 1 (θειαμίνη): Ρόλος: Ενεργειακός μεταβολισμός (υδατανθράκων και λιπών), λειτουργία κυτταρικών μεμβρανών και νεύρων. Απορροφάται κυρίως στην νήστιδα και μεταφέρεται στο πλάσμα του αίματος και τα ερυθροκύτταρα. Συμπτώματα ανεπάρκειας : Ανορεξία, απώλεια βάρους, μυϊκή αδυναμία, νοητικές αλλαγές, νόσο beri-beri. Το μεταβολικό stress αυξάνει τις ανάγκες για θειαμίνη λόγω του αυξημένου οξειδωτικού μεταβολισμού και της αυξημένης ποσότητας υδατανθράκων στη διατροφή.

45 Βιταμίνη Β 2 (ριβοφλαβίνη): Συστατικό των συνενζύμων FAD (φλάβινο-αδένινο-δινουκλεοτίδιο) και FMN (φλάβινο- μονονουκλεοτίδιο) FAD → παραγωγή ενέργειας μέσω αναπνευστικής αλυσίδας και μετατροπή τρυπτοφάνης σε νιασίνη FMN → μετατροπή της βιταμίνης Β 6 στην ενεργή της μορφή Απορροφάται από το λεπτό έντερο ( η παρουσία τροφής την αυξάνει) ύστερα από υδρόλυση των προσδεδεμένων συνενζύμων. Εκκρίνεται στα ούρα. Σημάδια ανεπάρκειας: στοματικές παθήσεις και σμηγματορροική δερματίτιδα.

46 Νιασίνη (νικοτινικό οξύ): Συστατικό των συνενζύμων NAD (νικοτιναμιδο αδένινο-δινουκλεοτίδιο) και NADP (φωσφο- νικοτιναμιδο αδένινο-δινουκλεοτίδιο NAD και NADP →απαραίτητα για τις οξειδοαναγωγικές αντιδράσεις για απελευθέρωση ενέργειας από μακροθρεπτικά συστατικά (υδατάνθρακες, λιπίδια) NAD συμμετέχει στη σύνθεση του γλυκογόνου. Αποβάλλεται στα ούρα (N-μέθυλο-νικοτιναμίδιο). Συμπτώματα ανεπάρκειας: κόκκινος χρωματισμός γλώσσας, κατάθλιψη, απώλεια μνήμης, ενοχλήσεις του γαστρεντερικού και τυπικό, συμμετρικό εξάνθημα οφειλώμενο σε χρωστική (νόσος pellagra).

47 Βιταμίνη Β 6 (πυριδοξίνη)

48 Φυλλικό οξύ: Συναντάται σπάνια σε τροφές. Η ανεπάρκεια του προκαλεί αύξηση της συγκέντρωσης της ομοκυστεΐνης στο αίμα λόγω της παρεμπόδισης του μονοπατιού που μετατρέπει την ομοκυστεΐνη σε μεθειονίνη. Η αυξημένη ομοκυστεΐνη αποτελεί παράγοντα κινδύνου για στεφανιαία νόσο. Ακόμα λόγω ανεπάρκειας μπορεί να προκληθεί μακροκυτταρική αναιμία. Ρόλος: μεταβολισμός αμινοξέων και σύνθεση νουκλεϊκών οξέων σύνθεση DNA και RNA σύνθεση και ωρίμανση ερυθρών αιμοσφαιρίων

49 Βιταμίνη Β 12 (κοβαλαμίνη): σύνθεση νουκλεϊκών οξέων, πουρινών και πυριμιδινών Επηρεάζει τον σχηματισμός μυελίνης ομαλή λειτουργία κυττάρων γαστρεντερικού Το 50% της Β 12 που προσλαμβάνεται από την τροφή απορροφάται μέσω μιας πολύπλοκης διαδικασίας και η υπόλοιπη αποβάλλεται μέσω των ούρων η της χολής. Η ανεπάρκεια της Β 12 προκαλεί κακοήθη αναιμία παρόμοια με αυτή από την έλλειψη του φυλλικού οξέως, ουδετεροπενία, θρομβοκυτοπενία,και νευρολογικές αλλαγές όπως αισθητηριακές διαταραχές χαμηλά στα πλευρά, κινητικές διαταραχές, απώλεια μνήμης και αποπροσανατολισμό. Περίπου το 25% των περιστατικών έχουν μόνο νευρολογικές αλλαγές.

50

51 Βιοτίνη Βασικός συμπαράγοντας των ενζύμων της καρβοξυλάσης, που βρίσκονται κυρίως στα μιτοχόνδρια Συμμετέχει στη σύνθεση και οξείδωση λιπαρών οξέων και στην απαμίνωση κάποιων αμινοξέων Απορροφάται στο λεπτό έντερο αλλά μπορεί να συντεθεί από την μικροχλωρίδα του εντέρου και να απορροφηθεί στο κόλον

52 Βιταμίνη C (ασκορβικό οξύ και διυδροασκορβικό οξύ (DHA)): Βασικός βιοχημικός ρόλος: ανιτοξειδωτικός και αναγωγικός συμπαράγοντας σε μεταλλοένζυμα, ειδικά σε αυτά που παίρνουν μέρος στην υδροξυλίωση του κολλαγόνου. Απορροφάται στο λεπτό έντερο. Κυκλοφορεί στο πλάσμα και αποβάλλεται στα ούρα. Η ανεπάρκειά της προκαλεί σκορβούτο με ποικίλα κλινικά συμπτώματα (μικρή στιγμοειδής ή φακοειδής αιμορραγία τού δέρματος ή ενός βλεννογόνου, μελανιές, ευαίσθητα ούλα που αιμορραγούν, αρθραλγία και κόπωση. Η συγκέντρωση της βιταμίνης C στο αίμα μειώνεται σημαντικά ύστερα από χειρουργείο ή μικροβιακή μόλυνση λόγω των αυξημένων απαιτήσεων από τους ιστούς. Δράσεις: αυξημένη απορρόφηση σιδήρου, σύνθεση κολλαγόνου, αντιοξειδωτική δράση

53 ΙΧΝΟΣΤΟΙΧΕΙΑ Σίδηρος: Mεταφορά οξυγόνου και ηλεκτρονίων (μέσω της αιμογλοβίνης) Απαραίτητος για τη δράση της μυογλοβίνης των σκελετικών μυών Eπίδραση στο ανοσολογικό προφίλ του οργανισμού λειτουργία εγκεφάλου και νευρικού συστήματος γενικότερα Μορφές σιδήρου: αιμικός σίδηρος: απορρόφηση 25% μη-αιμικός σίδηρος: απορρόφηση 5% (συμβάλλει η βιταμίνη C)

54 Τα βακτήρια χρειάζονται σίδηρο επομένως τα υψηλά επίπεδα του ιδίως σε ενδοφλέβια χρήση μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο λοίμωξης. Οι πρωτεΐνες που δεσμεύουν σίδηρο στο ήπαρ φαίνεται ότι εμποδίζουν την εμφάνιση λοίμωξης με την αφαίρεση του από τα βακτήριατα οποία τον χρειάζονται για να αναπαραχθουύν.

55 Σίδηρος Απορρόφηση στο άνω τμήμα του λεπτού εντέρου. Αποθηκεύεται στο ήπαρ και τον μυελό των οστών με την μορφή φερριτίνης. Η ανεπάρκεια του προκαλεί μικροκυτταρική υποχρωμική αναιμία (hypochromic anaemia), μειωμένη αντοχή κατά τη φυσική δραστηριότητα και γνωστική δυσλειτουργία (cognitive impairment) στα παιδιά.

56 Ψευδάργυρος:

57 Απορροφάται στο έντερο και προσλαμβάνεται ύστερα από την πέψη μακροθρεπτικών. Αποθήκευση σε ήπαρ, προστάτη, νεφρά, οστά, μύες, πάγκρεας και άλλους ιστούς Αποικοδόμηση μακροθρεπτικών συστατικών και νουκλεϊκών οξέων Η ανεπάρκειά του μπορεί να αναστείλει την ανάπτυξη των παιδιών, να προκαλέσει αλωπεκία, διάρροια, εκζέματα στο δέρμα ιδιαίτερα του προσώπου, καθυστέρηση στην ωρίμανση του αναπαραγωγικού συστήματος και αλλαγές στην όρεξη.

58 Σελήνιο Απορρόφηση από δωδεκαδάκτυλο, αντιοξειδωτική δράση Συμβάλλει στην καλή λειτουργία του θυροειδούς αδένα και του ανοσοποιητικού συστήματος. Η απορρόφηση του σεληνίου από την διατροφή είναι πολύ αποτελεσματική {σεληνιομεθειονίνη (selenomethionine), αμινοξύ των φυτικών οργανισμών ή σεληνιοκυστεΐνη (selenocysteine) }. Δρα μέσω της παρουσίας του στην σεληνιοκυστεΐνη που συναντάται σε πολλές πρωτεΐνες (selenoproteins). Τα συμπληρώματα σεληνίου που κυκλοφορούν στο εμπόριο με την μορφή selenite ή selenate απορροφώνται πολύ αποτελεσματικά από τον οργανισμό.

59 Ανεπάρκεια Se

60 Χρώμιο Μεταβολισμός λιπιδίων και υδατανθράκων Αυξάνει τη δράση της ινσουλίνης μέσω ενίσχυσης του υποδοχέα της κινάσης της τυροσύνης που οδηγεί στην καλύτερη διαχείριση της γλυκόζης σε κάποια άτομα. Απορροφάται στην μορφή Cr 3+ και αποβάλλεται από τα ούρα. Σπάνια παρατηρείται ανεπάρκεια που οδηγεί σε απώλεια βάρους, δυσανεξία στην γλυκόζη (intolerance) και περιφερική νευροπαθεια (peripheral neuropathy).Έλλειψη σε ασθενείς με ΟΠΔ

61 Μολυβδαίνιο: Συμβάλλει στο μεταβολισμό πρωτεϊνών Είναι συνπαράγοντας οξειδωτικών ενζύμων (σουλφιδική οξειδάση, οξειδάση της ξανθίνης). Η έλλειψή του προκαλέι δυσανεξία στα αμινοξέα με θείο που οδηγεί σε νευρολογικές διαταραχές, προβλήματα στον καταβολισμό των πουρινών, ταχυκαρδία και προβλήματα στην νυχτερινή όραση. Η ανεπάρκεια μολυβδαινίου είναι πολύ σπάνια γενετική διαταραχή. Βρίσκεται σε μικρές ποσότητες στον οργανισμό

62 ΜΕΤΑΛΛΑ Ασβέστιο: Το πιο άφθονο κατιόν στον ανθρώπινο οργανισμό (1300g) Αποθήκευση: 99% σε οστά και δόντια, 1% στο αίμα μεταφορά ουσιών μέσω των κυτταρικών μεμβρανών μεταφορά νευρικών ώσεων, ρύθμιση μυϊκής συστολής διατήρηση και αναδόμηση οστικής μάζας Δεύτερος αγγελιοφόρος πολλών μεταβολικών μονοπατιών Έκκριση ορμονών Η απότομη μείωση του ελεύθερου ασβεστίου έχει συσχετιστεί με τέτανο, σπασμούς, απώλεια των αισθήσεων και ακόμα και θάνατο.

63 Ασβέστιο: Η απορρόφηση, απέκκριση και συγκέντρωση του ασβεστίου στο αίμα ρυθμίζεται μέσω της δράσης της παραθυροειδούς ορμόνης, καλσιτονίνης και της βιταμίνης D. Επαρκής πρόσληψη ασβεστίου και βιταμίνης D είναι απαραίτητη σε νεογνά, παιδιά και εγκύους.

64 Φώσφορος: Συναντάται κυρίως στα οστά και λιγότερο στο ενδοκυττάριο υγρό. Ρόλος: Συνδέεται με συνένζυμα και άλλους παράγοντες απαραίτητους σε μεταβολικά μονοπάτια (σύνθεση DNA και RNA, σύνθεση ATP, GTP,CP) συστατικό φωσφολιπιδίων Πολλές πρωτεϊνικές διαδικασίες (κυρίως ενζύμων) ρυθμίζονται με φωσφορυλίωση/ αποφωσφορυλίωση. σχηματισμός οστών και δοντιών

65 Μαγνήσιο: Μεταβολισμός μακροθρεπτικών συστατικών Σταθεροποίηση ATP στις ενζυμικές αντιδράσεις Νευρο-μυϊκός νευροδιαβιβαστής Διανέμεται στα οστά ( mmol) και το ενδοκυτταρικό υγρό ( mmol) Απαραίτητος συνπαράγοντας ενζυμικών συστημάτων Απαραίτητο για τη διατήρηση της ιοντικής ισορροπίας της κυτταρικής μεμβράνης (Na +, K + -ATPase) Σε περίπτωση ανεπάρκειας μαγνησίου παρατηρείται νευρομυϊκή ευερεθιστότητα, σπασμοί (σε σοβαρά περιστατικά), αγγειοδιαστολή και καρδιακές αρρυθμίες.


Κατέβασμα ppt "ΜΑΚΡΟΘΡΕΠΤΙΚΑ ΚΑΙ ΜΙΚΡΟΘΡΕΠΤΙΚΑ ΣΥΣΤΑΤΙΚΑ: ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΒΟΛΙΣΜΟΣ."

Παρόμοιες παρουσιάσεις


Διαφημίσεις Google