Η παρουσίαση φορτώνεται. Παρακαλείστε να περιμένετε

Η παρουσίαση φορτώνεται. Παρακαλείστε να περιμένετε

Εδώ είναι Βαλκάνια, δεν είναι παίξε-γέλασε Η αγάπη είναι ο μόνος τρόπος.

Παρόμοιες παρουσιάσεις


Παρουσίαση με θέμα: "Εδώ είναι Βαλκάνια, δεν είναι παίξε-γέλασε Η αγάπη είναι ο μόνος τρόπος."— Μεταγράφημα παρουσίασης:

1 Εδώ είναι Βαλκάνια, δεν είναι παίξε-γέλασε Η αγάπη είναι ο μόνος τρόπος

2 Είδες για πρώτη φορά το φως στο Καρακάς. Το φως το δικό σου, Μπολιβάρ, γιατί ως νάρθης η Νότια Αμερική ολόκληρη είτανε βυθισμένη στα πικρά σκοτάδια. Τ’ όνομά σου τώρα είναι δαυλός αναμμένος, που φωτίζει την Αμερική, και τη Βόρεια και τη Νότια και την οικουμένη! Οι ποταμοί Αμαζόνιος και Ορινόκος πηγάζουν απ’ τα μάτια σου. Τα ψηλά βουνά έχουν τις ρίζες στο στέρνο σου, Η οροσειρά των Άνδεων είναι η ραχοκοκαλιά σου. Στην κορφή της κεφαλής σου, παλικαρά, τρέχουν τ’ ανήμερα άτια και τ’ άγρια βόδια, Ο πλούτος της Αργεντινής. Πάνω στην κοιλιά σου εκτείνονται οι απέραντες φυτείες του καφφέ. Σαν μιλάς, φοβεροί σεισμοί ρημάζουν το παν, Από τις επιβλητικές ερημιές της Παταγονίας μέχρι τα πολύχρωμα νησιά, Ηφαίστεια ξεπετιούνται στο Περού και ξερνάνε στα ουράνια την οργή τους, Σειούνται τα χώματα παντού και τρίζουν τα εικονίσματα στην Καστοριά, Τη σιωπηλή πόλη κοντά στη λίμνη. Μπολιβάρ, είσαι ωραίος σαν Έλληνας

3 1938, Μην ομιλείτε εις τον οδηγόν 1939, Τα κλειδοκύμβαλα της σιωπής 1978, Στην κοιλάδα με τους ροδώνες 1944, Μπολιβάρ, ένα ελληνικό ποίημα

4 ΤΟ ΓΛΩΣΣΑΡΙΟ ΤΩΝ ΑΝΘΕΩΝ την ποίησιν ή την δόξα; την ποίηση το βαλάντιο ή την ζωή; τη ζωή Χριστόν ή Βαραββάν; Χριστόν την Γλάτειαν ή μίαν καλύβην; την Γαλάτεια την Τέχνην ή το θάνατο; την Τέχνη τον πόλεμο ή την ειρήνη; την ειρήνη την Ηρώ ή τον Λέανδρο; την Ηρώ την σάρκα ή τα οστά; την σάρκα την γυναίκα ή τον άνδρα; τη γυναίκα το σχέδιον ή το χρώμα; το χρώμα την αγάπη ή την αδιαφορία; την αγάπη το μίσος ή την αδιαφορία; το μίσος τον πόλεμο ή την ειρήνη; τον πόλεμο νυν ή αεί; αεί αυτόν ή τον άλλον; αυτόν εσένα ή άλλον; εσένα το άλφα ή το ω μέγα; το άλφα την εκκίνηση ή την άφιξη; την εκκίνηση την χαράν ή την λύπην; την χαρά την λύπην ή την ανίαν; την λύπη τον άνθρωπο ή τον πόθο; τον πόθο τον πέλεμο ή την ειρήνη; την ειρήνη ν’ αγαπιέσαι ή ν’ αγαπάς; ν’ αγαπώ.

5 Η κριτική του μεσοπολέμου δεν μπόρεσε να διακρίνει την τεράστια λεκτική του δύναμη και την πληθωρική του φαντασία Σήμερα οι κριτικές εργασίες και οι έρευνες που γίνονται γι αυτόν είναι αναρίθμητες

6 Είν’ οι γυναίκες π’ αγαπούμε σαν τα ρόδια έρχονται και μας βρίσκουνε τις νύχτες όταν βρέχει, με τους μαστούς τους καταργούν τη μοναξιά μας μεσ’ τα μαλλιά μας εισχωρούν βαθειά και τα κοσμούνε σα δάκρυα σαν ακρογιάλια φωτεινά σα ρόδια ειν’ οι γυναίκες π’ αγαπούμε σαν λιμάνια Προορισμός των ωραίων καραβιών μας τα μάτια τους είν’ οι κυματοθραύστες οι ώμοι τους είν’ ο σημαιοφόρος της χαράς οι μηροί τους σειρά αμφορείς στις προκυμαίες τα πόδια τους οι στοργικοί μας φάροι - οι νοσταλγοί τις ονομάζουν Κ α τ ε ρ ί ν α είναι τα κύματά τους οι υπέροχες θωπείες οι Σειρήνες τους δεν μας γελούν μόνε μας δείχνουνε το δρόμο -φιλικές- προς τα λιμάνια: τις γυναίκες π’ αγαπούμε. έχουνε οι γυναίκες π’ αγαπούμε θεία την ουσία κι όταν σφιχτές στην αγκαλιά μας τις κρατούμε με τους Θεούς κι εμείς γινόμαστε όμοιοι στηνόμαστε ορθοί σαν άγριοι πύργοι τίποτε δεν είν’ πια δυνατό να μας κλονίσει με τα λευκά τους χέρια αυτές γύρω μας γαντζώνουν κι έρχονται όλοι οι λαοί τα έθνη και μας προσκυνούνε φωνάζουν αθάνατο στους αιώνες τ’ όνομά μας γιατί οι γυναίκες π’ αγαπούμε τη μεταδίνουν και σ’ εμάς αυτή τη θεία τους ουσία

7 Έφερε στην ελληνική ποίηση τον υπαρξισμό, τον ελεύθερο στίχο και τον "καθαρό λόγο", για να μείνει τελικά στο περιθώριο Ωστόσο σαν φευγαλέα λάμψη άφησε το ποιητικό στίγμα του. Η ποίηση είναι εκείνος ο εαυτός μας που δεν κοιμάται ποτέ.

8 Να κομάσαι νηστικός Να κομάσαι νηστικός σε μια σοφίτα Να είσαι ο τεμπέλης του σπιτιού Να γίνεσαι σκουπίδι Όταν ανοίγεται ένα λερωμένο στόμα Θα σηκώσω το γιακά Για να φύγω σαν ένας ληστής Από το δικό μου σπίτι Θα κοιμηθώ στους δρόμους Για να νιώσω ολάκερη την πολιτεία Να τουρτουρίζει μαζί μου Στο παλτό μου έχω ένα λεκέ Αλλά είναι καλό που δεν τον βλέπω Θα το ξαπλώσω χάμω Και θα στρωθώ πάνω του Να πιω λίγη βραδυά Στη γωνιά του έρημου κήπου Θα αιστανθώ τη σελήνη Όπως δεν αιστάνθηκα τίποτε Στη ζωή μου Θα την αιστανθώ στα χείλια μου Σαν ένα αχλάδι Στα μάγουλα Σαν άλλα μάγουλα. Οι κακουχίες του Αλβανικού Μετώπου, όπου πολέμησε σαν απλός στρατιώτης, τον λύγισαν και τον οδήγησαν στο θάνατο τον Φεβρουάριο του 1941 Γιατ ὶ τ ὸ ν ε ἴ χαμε λησμονήσει Μπορε ῖ ἕ νας ἀ π ὸ μ ᾶ ς ν ᾿ ἀ γαπήσει μία γυνα ῖ κα; Ἂ ς βγε ῖ ἔ ξω Ἂ ς περπατήσει πρ ὸ ς τ ὴ θάλασσα Ἂ ς τραγουδήσει Ἀ π ὸ τ ὰ κύματα θ ᾿ ἀ νθίσουν γυνα ῖ κες Ὄ χι μοναχ ὰ γι ὰ κε ῖ νον πο ὺ τραγουδ ᾷ Ἀ λλ ὰ γι ὰ ὅ λους μας Ὅ λοι θ ὰ μάθουμε ξαν ὰ τ ὸ ν ἔ ρωτα Σ ὰ ν ν ὰ μ ὴ ν τ ὸ ν ξέραμε ποτ ὲ Σ ὰ ν ν ὰ τ ὸ ν ε ἴ χαμε λησμονήσει Γιατ ὶ τ ὸ ν ε ἴ χαμε λησμονήσει

9 Ο Γιώργος Σαραντάρης είναι, από τους λίγους εκπροσώπους της γενιάς του που τα γραπτά του φέρνουν στην ποίηση κάτι τόσο νέο και ριζοσπαστικό. Εμφανίζεται στην Ελληνική ποίηση το 1931 και εισάγει ουσιαστικά στη γενιά του '30 έναν πρωτόγνωρο ρεαλιστικό λυρισμό. “Δεν έχω γνωρίσει, θα ‘θελα να το διακηρύξω, μορφή πνευματικού ανθρώπου αγνότερη από τη δική του.” ( ο Οδυσσέας Ελύτης για τον Γιώργο Σαραντάρη ) Πενήντα χρόνια μετά. Η γενιά του βρίσκει σήμερα στο πρόσωπο του Σαραντάρη τον ιδανικότερο και τον πιο αληθινό εκφραστή της.

10 Είναι μια γυναίκα Είναι μια γυναίκα και τραγουδά Θα γίνω σαν τη θάλασσα που βρέχει τη ζωή μας Θα γίνω περιστέρι Θα γίνω σαν τη θάλασσα που είναι πάντα μπροστά μου Και μ' ακλουθά όταν περπατώ Και μ' ακλουθά όταν κλαίω Και με παρηγορεί την ώρα που δεν φταίω Την ώρα που την πατρίδα μου νείρομαι Τον έρωτα ή τη χαμένη αγάπη. Ἡ καρδιά μας Η καρδιά μας είναι ένα κύμα που δεν σπάει στην ακρογιαλιά Ποιος μαντεύει τη θάλασσα απ’ όπου βγαίνει η καρδιά μας ; Αλλά είναι η καρδιά μας ένα κύμα μυστικό χωρίς αφρό. Βουβά πιάνει μια στεριά Και αθόρυβα σκαλίζειτο ανάγλυφο ενός πόθου Που δεν ξέρει την απογοήτευση και αγνοεί την ησυχία ΕΠΟΣ Φύλλα δέντρου Φτερά πουλιού Άνεμος Έπειτα θάλασσα Κύματα Χρόνος γαλάζιος Ορίζοντες παντού Και μπροστά μας Ο ουρανός

11

12 Γιέ μου, σπλάχνο τ ῶ ν σπλάχνων μου, καρδούλα τ ῆ ς καρδι ᾶ ς μου, πουλάκι τ ῆ ς φτωχι ᾶ ς α ὐ λ ῆ ς, ἀ νθ ὲ τ ῆ ς ἐ ρημι ᾶ ς μου, π ῶ ς κλείσαν τ ὰ ματάκια σου κα ὶ δ ὲ θωρε ῖ ς πο ὺ κλαίω κα ὶ δ ὲ σαλεύεις, δ ὲ γρικ ᾷ ς τ ὰ πο ὺ πικρ ὰ σο ῦ λέω; Γιόκα μου, ἐ σ ὺ πο ὺ γιάτρευες κάθε παράπονό μου, Πο ὺ μάντευες τί πέρναγα κάτου ἀ π ᾿ τ ὸ τσίνορό μου, τώρα δ ὲ μ ὲ παρηγορ ᾶ ς κα ὶ δ ὲ μο ῦ βγάζεις ἄ χνα κα ὶ δ ὲ μαντεύεις τ ὶ ς πληγ ὲ ς πο ὺ τρ ῶ νε μου τ ὰ σπλάχνα; Πουλί μου, ἐ σ ὺ πο ὺ μο ῦ ῾ φερνες νεράκι στ ὴ ν παλάμη π ῶ ς δ ὲ θωρε ῖ ς πο ὺ δέρνουμαι κα ὶ τρέμω σ ὰ ν καλάμι; Στ ὴ στράτα ἐ δ ῶ καταμεσ ὶ ς τ ᾿ ἄ σπρα μαλλιά μου λύνω κα ὶ σο ῦ σκεπάζω τ ῆ ς μορφ ῆ ς τ ὸ μαραμένο κρίνο. Φιλ ῶ τ ὸ παγωμένο σου χειλάκι πο ὺ σωπαίνει κι ε ἶ ναι σ ὰ ν ὰ μο ῦ θύμωσε κα ὶ σφαλιγμένο μένει. Δ ὲ μο ῦ μιλε ῖ ς κι ἡ δόλια ἐ γ ὼ τ ὸ ν κόρφο δές, ἀ νοίγω κα ὶ στ ὰ βυζι ὰ πο ὺ βύζαξες τ ὰ νύχια, γιέ μου μπήγω. 1936, Επιτάφιος Τ ὸ ξέρω π ὼ ς καθένας μοναχ ὸ ς πορεύεται στ ὸ ν ἔ ρωτα, μοναχ ὸ ς στ ὴ δόξα κα ὶ στ ὸ θάνατο. Τ ὸ ξέρω. Τ ὸ δοκίμασα. Δ ὲ ν ὠ φελε ῖ. Ἄ φησέ με ν ἄ ρθω μαζί σου. 1956, Η σονάτα του σεληνόφωτος

13 Τ ὸ χέρι τους ε ἶ ναι κολλημένο στ ὸ ντουφέκι τ ὸ ντουφέκι ε ἶ ναι συνέχεια το ῦ χεριο ῦ τους τ ὸ χέρι τους ε ἶ ναι συνέχεια τ ῆ ς ψυχ ῆ ς τους - ἔ χουν στ ὰ χείλια τους ἀ πάνου τ ὸ θυμ ὸ κ ᾿ ἔ χουνε τ ὸ ν καημ ὸ βαθι ὰ -βαθι ὰ στ ὰ μάτια τους σ ὰ ν ἕ να ἀ στέρι σ ὲ μία γο ῦ βα ἁ λάτι. 1966, Ρωμιοσύνη Ὅ ταν σφίγγουν τ ὸ χέρι, ὁ ἥ λιος ε ἶ ναι βέβαιος γι ὰ τ ὸ ν κόσμο ὅ ταν χαμογελ ᾶ νε, ἕ να μικρ ὸ χελιδόνι φεύγει μ ὲ ς ἀ π ᾿ τ ᾿ ἄ γρια γένειά τους ὅ ταν κοιμο ῦ νται, δώδεκα ἄ στρα πέφτουν ἀ π ᾿ τ ὶ ς ἄ δειες τσέπες τους ὅ ταν σκοτώνονται, ἡ ζω ὴ τραβάει τ ὴ ν ἀ νηφόρα μ ὲ σημα ῖ ες κα ὶ μ ὲ ταμπο ῦ ρλα. Όλοι διψάνε. Xρόνια τώρα. Όλοι μασάνε μια μπουκιά ουρανό πάνου απ' την πίκρα τους. Tα μάτια τους είναι κόκκινα απ' την αγρύπνια, μια βαθειά χαρακιά σφηνωμένη ανάμεσα στα φρύδια τους σαν ένα κυπαρίσσι ανάμεσα σε δυο βουνά το λιόγερμα. Α ὐ τ ὰ τ ὰ δέντρα δ ὲ βολεύονται μ ὲ λιγότερο ο ὐ ρανό, α ὐ τ ὲ ς ο ἱ πέτρες δ ὲ βολεύονται κάτου ἀ π ᾿ τ ὰ ξένα βήματα, α ὐ τ ὰ τ ὰ πρόσωπα δ ὲ βολεύονται παρ ὰ μόνο στ ὸ ν ἥ λιο, α ὐ τ ὲ ς ο ἱ καρδι ὲ ς δ ὲ βολεύονται παρ ὰ μόνο στ ὸ δίκιο. Ἐ το ῦ το τ ὸ τοπίο ε ἶ ναι σκληρ ὸ σ ὰ ν τ ὴ σιωπή, σφίγγει στ ὸ ν κόρφο του τ ὰ πυρωμένα του λιθάρια, σφίγγει στ ὸ φ ῶ ς τ ὶ ς ὀ ρφαν ὲ ς ἐ λιές του κα ὶ τ ᾿ ἀ μπέλια του, σφίγγει τ ὰ δόντια. Δ ὲ ν ὑ πάρχει νερό. Μονάχα φ ῶ ς. Ὁ δρόμος χάνεται στ ὸ φ ῶ ς κι ὁ ἴ σκιος τ ῆ ς μάντρας ε ἶ ναι σίδερο.

14 1937 Το τραγούδι της αδελφής μου 1938, Εαρινή συμφωνία 1957, Οι γειτονιές του κόσμου 1955, Πρωινό άστρο 1975, Η Κυρά των Αμπελιών 1974, Καπνισμένο τσουκάλι 1973, Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας 1975, Ημερολόγιο εξορίας Γιατί ἐ με ῖ ς δ ὲ ν τραγουδ ᾶ με γι ὰ ν ὰ ξεχωρίσουμε ἀ δελφέ μου ἀ π' τ ὸ ν κόσμο. Ἐ με ῖ ς τραγουδ ᾶ με γι ὰ ν ὰ σμίξουμε τ ὸ ν κόσμο. Η κωδωνοκρουσία του φωτός μας υποδέχεται στο ξενθό ακροθαλάσσι Πορτρέτο του Τάσου Λειβαδίτη από τον Γιάννη Ρίτσο Αη Στράτης 1951

15 1981, Τα ερωτικά Σάρκινος λόγος Τί ὄ μορφη πο ὺ ε ἶ σαι. Μ ὲ τρομάζει ἡ ὀ μορφιά σου. Σ ὲ πεινάω. Σ ὲ διψάω. Σο ῦ δέομαι: Κρύψου, γίνε ἀ όρατη γι ὰ ὅ λους, ὁ ρατ ὴ μόνο σ ᾿ ἐ μένα. Καλυμμένη ἀ π ᾿ τ ὰ μαλλιά ὡ ς τ ὰ νύχια τ ῶ ν ποδι ῶ ν μ ὲ σκοτειν ὸ διάφανο πέπλο διάστικτο ἀ π ᾿ το ὺ ς ἀ σημένιους στεναγμο ὺ ς ἐ αριν ῶ ν φεγγαρι ῶ ν. Ο ἱ πόροι σου ἐ κπέμπουν φωνήεντα, σύμφωνα ἰ μερόεντα. Ἀ ρθρώνονται ἀ πόρρητες λέξεις. Τριανταφυλλι ὲ ς ἐ κρήξεις ἀ π ᾿ τ ὴ πράξη το ῦ ἔ ρωτα. Τ ὸ πέπλο σου ὀ γκώνεται, λάμπει πάνω ἀ π ᾿ τ ὴ νυχτωμένη πόλη μ ὲ τ ὰ ἠ μίφωτα μπάρ, τ ὰ ναυτικ ὰ ο ἰ νομαγειρε ῖ α. Πράσινοι προβολε ῖ ς φωτίζουνε τ ὸ διανυκτερε ῦ ον φαρμακε ῖ ο. Μι ὰ γυάλινη σφα ῖ ρα περιστρέφεται γρήγορα δείχνοντας τοπία τ ῆ ς ὑ δρογείου. Ὁ μεθυσμένος τρεκλίζει σ ὲ μία τρικυμία φυσημένη ἀ π ᾿ τ ὴ ν ἀ ναπνο ὴ το ῦ σώματός σου. Μ ὴ φεύγεις. Μ ὴ φεύγεις. Τόσο ὑ λική, τόσο ἄ πιαστη. Τα ποιήματα που έζησα στο σώμα σου σωπαίνοντας, θα μου ζητήσουν, κάποτε, όταν φύγεις, τη φωνή τους. Όμως εγώ δεν θάχω πια φωνή να τα μιλήσω. Γιατί εσύ συνήθιζες πάντα να περπατάς γυμνόποδη στις κάμαρες, κι ύστερα μαζευόσουν στο κρεβάτι ένα κουβάρι πούπουλα, μετάξι κι άγρια φλόγα. Σταύρωνες τα χέρια σου γύρω στα γόνατά σου, αφήνοντας προκλητικά προτεταμένα τα σκονισμένα σου ρόδινα πέλματα. Να με θυμάσαι- μούλεγες- έτσι· έτσι να με θυμάσαι με τα λερωμένα πόδια μου· με τα μαλλιά μου ριγμένα στα μάτια μου- γιατί έτσι βαθύτερα σε βλέπω. Λοιπόν, πώς νάχω πια τη φωνή. Ποτέ της η Ποίηση δεν περπάτησε έτσι κάτω από τις πάλλευκες ανθισμένες μηλιές κανενός Παραδείσου

16 Σχήμα της απουσίας I Ό,τι έφυγε, ριζώνει εδώ, στην ίδια θέση, λυπημένο, αμίλητο όπως ένα μεγάλο βάζο του σπιτιού, που πουλήθηκε κάποτε σε δύσκολες ώρες, και στη γωνιά της κάμαρας, εκεί που στέκονταν το βάζο, απομένει το κενό πυκνωμένο στο ίδιο σχήμα του βάζου, αμετάθετο, ν' αστράφτει διάφανο στην αντηλιά, όταν ανοίγουν πότε-πότε τα παράθυρα, και μέσα στο ίδιο βάζο, πούχει αλλάξει την ουσία του με ίδια κ' ισόποσην ουσία απ' το κρύσταλλο του άδειου, μένει και πάλι το ίδιο εκείνο κούφωμα, λίγο πιο οδυνηρά ηχητικό μονάχα.

17 1933, Μαραμπού 1947, Πούσι 1974, Τραβέρσο Οι γονείς από την Κεφαλωνιά

18 ΜΑΡΑΜΠΟΥ Λένε για μένα οι ναυτικοί που εζήσαμε μαζί πως είμαι κακοτράχαλο τομάρι διεστραμμένο, πως τις γυναίκες μ' ένα τρόπον ύπουλο μισώ κι ότι μ' αυτές να κοιμηθώ ποτέ μου δεν πηγαίνω. Ακόμα, λένε πως τραβώ χασίσι και κοκό πως κάποιο πάθος με κρατεί φριχτό και σιχαμένο, κι ολόκληρο έχω το κορμί με ζωγραφιές αισχρές, σιχαμερά παράξενες, βαθιά στιγμαατισμένο. Ακόμα, λένε πράματα φριχτά παρά πολύ, που είν' όμως ψέματα χοντρά και κατασκευασμένα, κι αυτό που εστοίχισε σε με πληγές θανατερές κανείς δεν το 'μαθε ποτέ, γιατί δεν το 'πα σε κανένα. Μ' απόψε, τώρα που έπεσεν η τροπική βραδιά, και φεύγουν προς τα δυτικά των Μαραμπού τα σμήνη, κάτι με σπρώχνει επίμονα να γράψω σε χαρτί, εκείνο, που παντοτινή κρυφή πληγή μου εγίνη. ΓΥΝΑΙΚΑ Χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία. Παίξε στον άνεμο τη γλώσσα σου και πέρνα. Αλλού σε λέγανε Γιουδήθ, εδώ Μαρία. Το φίδι σκίζεται στο βράχο με τη σμέρνα. Από παιδί βιαζόμουνα, μα τώρα πάω καλιά μου. Μια τσιμινιέρα με όρισε στον κόσμο και σφυρίζει. Το χέρι σου, που χάιδεψε τα λιγοστά μαλλιά μου, για μια στιγμή αν με λύγισε, σήμερα δε με ορίζει.

19 ΕΝΑ ΜΑΧΑΙΡΙ Απάνω μου έχω πάντοτε στη ζώνη μου σφιγμένο ένα μικρό αφρικάνικον ατσάλινο μαχαίρι -- όπως αυτά που συνηθούν και παίζουν οι Αραπάδες που από ένα γέρον έμπορο τ' αγόρασα στ' Αλγέρι. Θυμάμαι, ως τώρα νά 'τανε, το γέρο παλαιοπώλη, όπου έμοιαζε με μιάν παλιάν ελαιογραφία του Γκόγια, ορθόν πλάι σε μακριά σπαθιά και σε στολές σχισμένες, να λέει με μιά βραχνή φωνή τα παρακάτου λόγια : "Ετούτο το μαχαίρι εδώ που θέλεις ν' αγοράσεις με ιστορίες αλλόκοτες ο θρύλος το 'χει ζώσει, κι όλοι το ξέρουν πως αυτοί που κάποια φορά το 'χαν, καθένας κάποιον άνθρωπο δικό του έχει σκοτώσει. Ο δον Μπαζίλιο σκότωσε μ' αυτό την Δόνα Τζούλια, την όμορφη γυναίκα του, γιατί τον απατούσε. Ο Κόντε Αντόνιο, μιά βραδιά, το δύστυχο αδερφό του με το μαχαίρι τούτο εδώ κρυφά δολοφονούσε. Ενας Αράπης τη μικρή ερωμένη του από ζήλεια και κάποιος ναύτης Ιταλός ένα Γραικό λοστρόμο. Χέρι σε χέρι ξέπεσε και στα δικά μου χέρια. Πολλά έχουν δει τα μάτια μου, μ' αυτό μου φέρνει τρόμο. Σκύψε και δες το, μι' άγκυρα κι ένα οικόσημο έχει, είν' αλαφρή, για πιάσε το, δεν πάει ούτε ένα κουάρτο, μα εγώ θα σε συμβούλευα κάτι άλλο ν' αγοράσεις." -- Πόσο έχει; -- Μόνο φράγκα εφτά. Αφού το θέλεις, πάρ' το. Ενα στιλέτο έχω μικρό στη ζώνη μου σφιγμένο, που ιδιοτροπία μ' έκανε και τό 'καμα δικό μου· κι αφού κανένα δε μισώ στο κόσμο να σκοτώσω, φοβάμαι μη καμιά φορά το στρέψω στον εαυτό μου KURO SIWO Πρώτο ταξίδι έτυχε ναύλος για το Νότο, δύσκολες βάρδιες, κακός ύπνος και μαλάρια. Είναι παράξενα της Ιντιας τα φανάρια και δεν τα βλέπεις, καθώς λένε, με το πρώτο. Περ' απ' τη γέφυρα του Αδάμ, στη Νότιο Κίνα, χιλιάδες παραλάβαινες τσουβάλια σόγια. Μα ούτε στιγμή δεν ελησμόνησες τα λόγια που σού 'πανε μια κούφιαν ώρα στην Αθήνα. Στα νύχια μπαίνει το κατράμι και τ' ανάβει, χρόνια στα ρούχα το ψαρόλαδο μυρίζει, κι ο λόγος της μεσ' στο μυαλό σου να σφυρίζει, "ο μπούσουλας είναι που στρέφει ή το καράβι;" Νωρίς μπατάρισε ο καιρός κ' έχει χαλάσει. Σκατζάρισες, μα σε κρατά λύπη μεγάλη. Απόψε ψόφησαν οι δυό μου παπαγάλοι κι ο πίθηκος πού 'χα με κούραση γυμνάσει. Η λαμαρίνα!.. η λαμαρίνα όλα τα σβήνει! Μας έσφιξε το Kuro Siwo σα μιά ζώνη κ' εσύ κοιτάς ακόμη πάνω απ' το τιμόνι, πως παίζει ο μπούσουλας καρτίνι με καρτίνι

20 MAL DU DEPART Θα μείνω πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστής των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων, και θα πεθάνω μια βραδιά, σαν όλες τις βραδιές, χωρίς να σχίσω τη θολή γραμμή των οριζόντων. Για το Μαδράς, τη Σιγγαπούρ, τ' Αλγέρι και το Σφαξ θ' αναχωρούν σαν πάντοτε περήφανα τα πλοία, κι εγώ, σκυφτός σ' ένα γραφείο με χάρτες ναυτικούς, θα κάνω αθροίσεις σε χοντρά λογιστικά βιβλία. Θα πάψω πιά για μακρινά ταξίδια να μιλώ, οι φίλοι θα νομίζουνε πως τα 'χω πιά ξεχάσει, κι η μάνα μου, χαρούμενη, θα λέει σ' όποιον ρωτά : "Ηταν μιά λόξα νεανική, μα τώρα έχει περάσει... " Μα ο εαυτός μου μιά βραδιάν εμπρός μου θα υψωθεί και λόγο, ως ένας δικαστής στυγνός, θα μου ζητήσει, κι αυτό το ανάξιο χέρι μου που τρέμει θα οπλιστεί, θα σημαδέψει, κι άφοβα το φταίστη θα χτυπήσει. Κι εγώ, που τόσο επόθησα μια μέρα να ταφώ σε κάποια θάλασσα βαθιά στις μακρινές Ινδίες, θα 'χω ένα θάνατο κοινό και θλιβερό πολύ και μιά κηδεία σαν των πολλών ανθρώπων τις κηδείες. FATA MORGANA Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό στάλα τη στάλα συναγμένο απ' το κορμί σου σε τάσι αρχαίο, μπακιρένιο αλγερινό, που κοινωνούσαν πειρατές πριν πολεμήσουν. Πανί δερμάτινο αλειμμένο με κερί, οσμή από κέδρο, από λιβάνι, από βερνίκι, όπως μυρίζει αμπάρι σε παλιό σκαρί χτισμένο τότε στον Ευφράτη στη Φοινίκη. Σκουριά πυρόχρωμη στις μίνες του Σινά. Οι κάβες της Γερακινής και το Σταρτόνι. Το επίχρισμα. Η άγια σκουριά που μας γεννά, μας τρέφει, τρέφεται από μας, και μας σκοτώνει. * Πούθ' έρχεσαι; Απ' τη Βαβυλώνα. Πού πας; Στο μάτι του κυκλώνα. Ποιαν αγαπάς; Κάποια τσιγγάνα. Πώς τη λένε; Φάτα Μοργκάνα.

21 Θεσσαλονίκη Ήτανε εκείνη τη νυχτιά που φύσαγε ο Βαρδάρης το κύμα η πλώρη εκέρδιζεν οργιά με την οργιά. Σ' έστειλε ο πρώτος τα νερά να πας για να γραδάρεις μα εσύ θυμάσαι τη Σμαρώ και την Καλαμαριά. Ξέχασες κείνο το σκοπό που λέγαν οι Χιλιάνοι -Άγιε Νικόλα φύλαγε κι Άγια Θαλασσινή Τυφλό κορίτσι σ' οδηγάει, παιδί του Modigliani που τ' αγαπούσε ο δόκιμος κι οι δυο Μαρμαρινοί. Απάνω στο γιατάκι σου φίδι νωθρό κοιμάται και φέρνει βόλτες ψάχνοντας τα ρούχα σου η μαϊμού Εχτός από τη μάνα σου κανείς δε σε θυμάται σε τούτο το τρομαχτικό ταξίδι του χαμού. Κάτου από φώτα κόκκινα κοιμάται η Σαλονίκη Πριν δέκα χρόνια μεθυσμένη μου 'πες "σ' αγαπώ" Αύριο, σαν τότε, και χωρίς χρυσάφι στο μανίκι μάταια θα ψάχνεις το στρατί που πάει για το Dépôt.


Κατέβασμα ppt "Εδώ είναι Βαλκάνια, δεν είναι παίξε-γέλασε Η αγάπη είναι ο μόνος τρόπος."

Παρόμοιες παρουσιάσεις


Διαφημίσεις Google