Η παρουσίαση φορτώνεται. Παρακαλείστε να περιμένετε

Η παρουσίαση φορτώνεται. Παρακαλείστε να περιμένετε

Παν. Αρσένος1 Χρηματοοικονομική Διοίκηση Η χρηματοοικονομική διοίκηση ασχολείται με τις αποφάσεις που αφορούν στη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων. Εξετάζει.

Παρόμοιες παρουσιάσεις


Παρουσίαση με θέμα: "Παν. Αρσένος1 Χρηματοοικονομική Διοίκηση Η χρηματοοικονομική διοίκηση ασχολείται με τις αποφάσεις που αφορούν στη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων. Εξετάζει."— Μεταγράφημα παρουσίασης:

1 Παν. Αρσένος1 Χρηματοοικονομική Διοίκηση Η χρηματοοικονομική διοίκηση ασχολείται με τις αποφάσεις που αφορούν στη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων. Εξετάζει τις δυνατότητες ελαχιστοποίησης του κόστους απόκτησης και διάθεσης των απαραίτητων κεφαλαίων για τη λειτουργία και ανάπτυξη της επιχείρησης. Ασχολείται με τις μεθόδους λήψης των αποφάσεων που σχετίζονται με τη χρησιμοποίηση των κεφαλαίων κατά τον πλέον αποτελεσματικό και αποδοτικό τρόπο. Οι αποφάσεις στηρίζονται στους στόχους που θέτει η διοίκηση της επιχείρησης, και επηρεάζονται από το εσωτερικό και εξωτερικό περιβάλλον.

2 Παν. Αρσένος2 Χρηματοοικονομική Διοίκηση Η Χρηματοοικονομική Διοίκηση (Financial Management) είναι η επιστήμη λήψης επιχειρηματικών αποφάσεων. Οι αποφάσεις αυτές αποβλέπουν στον προσδιορισμό του ύψους των κεφαλαίων που χρειάζεται η επιχείρηση, στις πηγές από τις οποίες θα αντληθούν αυτά, καθώς και στην αποδοτική χρήση αυτών. Η Χρηματοοικονομική Διοίκηση περιλαμβάνει τις εξής επιμέρους λειτουργίες: Τον Προϋπολογισμό – Απολογισμό Την Ταμειακή λειτουργία Τη Λογιστική λειτουργία Τη Διαχείριση Κεφαλαίων

3 Παν. Αρσένος3 Χρηματοοικονομική Διοίκηση Ο προϋπολογισμός περιλαμβάνει το μελλοντικά προσδοκώμενο ύψος πωλήσεων, το κόστος των πωλούμενων μονάδων, τις συνολικές διοικητικές δαπάνες και την απόφαση παραγωγής ή μη του προϊόντος. Ακόμη, ο απαραίτητος εξοπλισμός για την παραγωγή των προϊόντων μπορεί να μην είναι διαθέσιμος ή ο υπάρχων να μην επαρκεί.

4 Παν. Αρσένος4 Χρηματοοικονομική Διοίκηση Η ταμειακή λειτουργία έχει ως αντικείμενο τη διαχείριση των εισπράξεων και των πληρωμών της επιχείρησης. Η λογιστική λειτουργία ασχολείται με την καταγραφή και την παρακολούθηση των οικονομικών μεγεθών της επιχείρησης. Η διαχείριση των κεφαλαίων αποσκοπεί στην κάλυψη των πληρωμών, οι οποίες είναι απαραίτητες για την απόκτηση εισροών, όπως εμπορευμάτων, πρώτων και βοηθητικών υλών, κ.τ.λ., προκειμένου να διασφαλιστεί η ομαλή λειτουργία της επιχείρησης. Επίσης, αποσκοπεί στην υψηλότερη αποδοτικότητα των απασχολούμενων κεφαλαίων.

5 Παν. Αρσένος5 Οι στόχοι της επιχείρησης Ο κύριος χρηματοοικονομικός στόχος της επιχείρησης είναι η μεγιστοποίηση της αγοραίας αξίας της (καθαρή θέση της επιχείρησης). Η αξία της επιχείρησης (business value) υπολογίζεται με την παρούσα αξία των αναμενόμενων μελλοντικών ταμειακών ροών που προκύπτουν από την επιχειρηματική δραστηριότητα. Η αξία της επιχείρησης βασικά εξαρτάται από το μέγεθος, τη δεδομένη χρονική στιγμή και τον κίνδυνο που σχετίζεται με τις αναμενόμενες μελλοντικές καθαρές ταμειακές ροές (ταμειακές εισροές μείον ταμειακές εκροές).

6 Παν. Αρσένος6 Οι στόχοι της επιχείρησης Η μεγιστοποίηση της αξίας της επιχείρησης είναι ταυτόσημη με την μεγιστοποίηση της καθαρής της θέσης. Η καθαρή θέση είναι ίση με τη διαφορά του συνόλου των περιουσιακών στοιχείων (σύνολο ενεργητικού) και του συνόλου των υποχρεώσεων (παθητικού). Η έννοια της καθαρής θέσης έχει εφαρμογή σε όλες τις κατηγορίες επιχειρήσεων (π.χ. ατομική επιχείρηση, εταιρικές επιχειρήσεις κ.τ.λ.).

7 Παν. Αρσένος7 Η διατήρηση της ρευστότητας της επιχείρησης Βραχυχρόνια βασικός στόχος της επιχείρησης θεωρείται η διατήρηση ενός ικανοποιητικού επιπέδου ρευστότητας. Η επιχείρηση έχει τη δυνατότητα να ανταποκριθεί (να καλύψει) τις βραχυχρόνιες υποχρεώσεις της (πληρωμή εργατικών, προμηθευτών, καταβολή ενοικίων κ.λπ.). Η κερδοφορία της επιχείρησης δεν εξασφαλίζει αναγκαστικά τη δυνατότητα αυτή και έπεται χρονικά ως διαδικασία. Σε αρκετές περιπτώσεις, η αυξημένη κερδοφορία, βραχυχρόνια τουλάχιστον, συνοδεύεται από μειωμένη ρευστότητα, γεγονός που μπορεί να επηρεάσει αρνητικά τη δυνατότητα ανταπόκρισης της επιχείρησης στις άμεσες υποχρεώσεις.

8 Παν. Αρσένος8 Ο κίνδυνος που αντιμετωπίζει η επιχείρηση Κίνδυνος τιμής (price risk). Αναφέρεται στην αβεβαιότητα που σχετίζεται με το μέγεθος των ταμειακών ροών της επιχείρησης. Οφείλεται στις πιθανές μεταβολές στις τιμές των παραγόμενων προϊόντων (εκροές) και στις τιμές των χρησιμοποιούμενων παραγωγικών συντελεστών (εισροές). Ο κίνδυνος τιμής μπορεί να επιμερισθεί σε επιμέρους κινδύνους, όπως τον: κίνδυνο τιμής προϊόντων (commodity - price risk), κίνδυνο συναλλαγματικών ισοτιμιών (exchange-rate risk)

9 Παν. Αρσένος9 Ο κίνδυνος που αντιμετωπίζει η επιχείρηση Πιστωτικός Κίνδυνος (credit risk). Αναφέρεται στον κίνδυνο που σχετίζεται με την πιθανότητα οι πελάτες, στους οποίους η επιχείρηση έχει δανείσει κεφάλαια, να μην μπορούν να ανταποκριθούν στην εκπλήρωση της αποπληρωμής τους. Ο υπερδανεισμός είναι δυνατόν να οδηγήσει την επιχείρηση σε κατάσταση χρηματοοικονομικής δυσπραγίας ή πτώχευσης.

10 Παν. Αρσένος10 Ο κίνδυνος που αντιμετωπίζει η επιχείρηση Απλός (Καθαρός) Κίνδυνος (Pure risk). Αφορά τον κίνδυνο που σχετίζεται με την μείωση της αξίας της επιχείρησης και οφείλεται κυρίως σε φυσικές καταστροφές (π.χ. σεισμός, πλημμύρες, κλοπή), τυχόν νομική υποχρέωση για αποκατάσταση ζημιών που προξένησε στους πελάτες, προμηθευτές, μετόχους και σε άλλες ομάδες ατόμων και σε καταβολή αποζημίωσης στους εργαζόμενους.

11 Παν. Αρσένος11 Μέθοδοι αποτίμησης Ο προσδιορισμός της αξίας μιας επιχείρησης γίνεται στη βάση της αποτίμησής της από ειδικούς εκτιμητές. Η αξία της επιχείρησης προσδιορίζεται κυρίως από τη συνολική αποτίμηση των στοιχείων του ισολογισμού, ενώ η πραγματική της αξία προσδιορίζεται από την αγορά. Στην πραγματική αξία της επιχείρησης συμπεριλαμβάνονται και άλλα στοιχεία, όπως, για παράδειγμα η φήμη και πελατεία. Η τελική αξία της επιχείρησης επηρεάζεται και από το στόχο τον οποίο επιδιώκει ο υποψήφιος αγοραστής - πωλητής, όπως π.χ. ο έλεγχος της πλειοψηφίας του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας, οι ανταγωνιστικές σκοπιμότητες κ.τ.λ..

12 Παν. Αρσένος12 Μέθοδοι αποτίμησης Για την αποτίμηση χρησιμοποιούνται αρκετές μέθοδοι, όπως: των συγκριτικών στοιχείων της καθαρής θέσης της προεξόφλησης των χρηματικών ροών κ.ά.

13 Παν. Αρσένος13 Η μέθοδος αποτίμησης της καθαρής θέσης της επιχείρηση Με την μέθοδο αυτή επιχειρείται μια αναλυτική προσέγγιση του συνόλου του Ενεργητικού / Παθητικού της επιχείρησης. Εξετάζονται οι αφανείς υποχρεώσεις της επιχείρησης, οι επισφαλείς απαιτήσεις, η τρέχουσα αξία των πάγιων στοιχείων κ.ά. Στη μέθοδο αυτή λαμβάνεται σοβαρά υπόψη η κερδοφορία και η απόδοση των μετοχών. 'Έτσι, υπολογίζεται η καθαρή θέση της επιχείρησης, ως η διαφορά Ενεργητικού και Παθητικού, με στόχο την αποτίμηση των περιουσιακών στοιχείων της και ειδικότερα της μετοχής της.

14 Παν. Αρσένος14 Η μέθοδος των συγκριτικών στοιχείων αγοράς Με τη μέθοδο αυτή συγκρίνονται τα μεγέθη μιας εταιρίας, εισηγμένης στο Χρηματιστήριο Αξιών, με τα μεγέθη μιας άλλης, επίσης εισηγμένης στο Χρηματιστήριο Αξιών. Η μέθοδος αυτή χρησιμοποιείται από επενδυτές που αγοράζουν μεγάλα πακέτα μετοχών και σκοπεύουν άμεσα στον έλεγχο της διοίκησης (management) της επιχείρησης. Σύμφωνα με αυτή τη μέθοδο αξιολογούνται κυρίως, οι παρακάτω δείκτες: R 1 = ονομαστική αξία μετοχής / τιμή πώλησης ανά μετοχή, R 2 = ονομαστική αξία μετοχής / κέρδη ανά μετοχή, R 3 = ονομαστική αξία μετοχής / λογιστική αξία ανά μετοχή Στην ανάπτυξη και εφαρμογή της μεθόδου αυτής, υπάρχουν δυσκολίες όταν τα στοιχεία (μεγέθη) δεν είναι ομοιογενή, όπως, όταν οι επιχειρήσεις δραστηριοποιούνται σε διεθνείς επίπεδο και εφαρμόζουν διαφορετικά λογιστικά σχέδια και μεθόδους, διαφορετικά επιτόκια κ.τ.λ.

15 Παν. Αρσένος15 Η μέθοδος αποτίμησης της καθαρής θέσης της επιχείρησης Με την εφαρμογή της μεθόδου αυτής επιχειρείται μια αναλυτική προσέγγιση του συνόλου του Ενεργητικού / Παθητικού της επιχείρησης. Εξετάζονται οι αφανείς υποχρεώσεις της επιχείρησης, οι επισφαλείς απαιτήσεις, η τρέχουσα αξία των πάγιων στοιχείων κ.ά. Στη μέθοδο αυτή λαμβάνεται σοβαρά υπόψη η κερδοφορία και η απόδοση των μετοχών. 'Έτσι, υπολογίζεται η καθαρή θέση της επιχείρησης, ως η διαφορά Ενεργητικού και Παθητικού, με στόχο την αποτίμηση των περιουσιακών στοιχείων της και ειδικότερα της μετοχής της.

16 Παν. Αρσένος16 Η μέθοδος της προεξόφλησης των χρηματικών ροών Η μέθοδος προεξόφλησης χρηματικών ροών θεωρείται ως η πλέον ορθή και τεκμηριωμένη μέθοδος αποτίμησης της επιχείρησης. Η μέθοδος αυτή απαιτεί τη διαμόρφωση χρηματοοικονο- μικού προτύπου που προσδιορίζει και το βαθμό ακρίβειας των χρηματικών αξιών. Η μέθοδος της προεξόφλησης των χρηματικών ροών είναι δυναμική και όχι στατική. Έτσι, η αξία της επιχείρησης δεν προσδιορίζεται μόνο από την τρέχουσα (σημερινή) κατάστασή της αλλά πολύ περισσότερο από τις μελλοντικές εξελίξεις, τις προοπτικές ανάπτυξής της και την κερδοφορία της.

17 Παν. Αρσένος17 Αγοραία αξία Η αγοραία αξία της επιχείρησης αντιπροσωπεύεται: Για τις εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών επιχειρήσεις από την χρηματιστηριακή τους αξία Για τις μη εισηγμένες επιχειρήσεις στο Χρηματιστήριο Αξιών από την εσωτερική αξία της μετοχής. Τελικά, η τιμή αγοραπωλησίας που θα επιτευχθεί θα είναι το αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης των δύο μερών, προφανώς μακριά από την εσωτερική αξία και πιο μακρύτερα από την αξία ρευστοποίησης.

18 Παν. Αρσένος18 Αύξηση της αξίας Ως βασικός στόχος που επιδιώκεται από κάθε επιχείρηση προβάλλεται η μεγιστοποίηση των κερδών της. Η μεγιστοποίηση των κερδών δεν μπορεί να είναι πάντοτε βασικός στόχος, γιατί υποβαθμίζει το πρόβλημα της αβεβαιότητας σε σχέση με τα μελλοντικά κέρδη της επιχείρησης. Μπορεί τα αναμενόμενα κέρδη από την ανάληψη ενός έργου να είναι υψηλότερα από εκείνα που αναμένονται από ένα άλλο έργο, αλλά η ανάληψη του πρώτου να περιέχει περισσότερους κινδύνους από το δεύτερο. Με μοναδικό κριτήριο τη μεγιστοποίηση των κερδών, η διοίκηση θα επέλεγε το πρώτο έργο, αλλά δεν θα είχε συνεκτιμήσει τον κίνδυνο που περιέχει η συγκεκριμένη επένδυση.

19 Παν. Αρσένος19 Χρηματοοικονομική ανάλυση και προγραμματισμός Οι επενδύσεις που έχουν διάρκεια μεγαλύτερη ενός οικονομικού έτους αποτελούν αντικείμενο του προγραμματισμού επενδύσεων κεφαλαίου (capital budgeting). Οι επενδύσεις σε πάγια δεσμεύουν κεφάλαια για μεγάλο χρονικό διάστημα και δεν ρευστοποιούνται εύκολα. Αντίθετα, τα περιουσιακά στοιχεία του κυκλοφορούντος ενεργητικού προσαρμόζονται με μεγαλύτερη ευχέρεια στις βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις της επιχείρησης. Για να αποδώσουν οι επενδύσεις που γίνονται σε πάγια στοιχεία, είναι ανάγκη να γίνουν και αντίστοιχες επενδύσεις σε στοιχεία του κυκλοφορούντος ενεργητικού. Η χρηματοδότηση του κυκλοφορούντος ενεργητικού δεν είναι ανεξάρτητη από τη χρηματοδότηση των επενδύσεων σε πάγια.

20 Παν. Αρσένος20 Χρηματοδοτικές αποφάσεις Η χρηματοδοτική λειτουργία της επιχείρησης κυρίως αναφέρεται: στην εξασφάλιση των κεφαλαίων με ευνοϊκούς όρους, όπως και στην πιο αποδοτική επένδυση των κεφαλαίων που διαθέτει η επιχείρηση. Η διοίκηση της επιχείρησης πρέπει να αποφασίσει για τη σχέση ανάμεσα στα ίδια και ξένα κεφάλαια που θα χρησιμοποιήσει για τις βραχυπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες ανάγκες της. Οι αποφάσεις που θα λάβει η επιχείρηση στην περίπτωση αυτή θα καθορίσουν: την κεφαλαιακή της διάρθρωση, αλλά και το βαθμό κινδύνου που θα παρουσιάζει αυτή για τους χρηματοδότες της. Οι αποφάσεις για κεφαλαιακή διάρθρωση πρέπει να έχουν ως στόχο:  τη χρηματοδότηση της επιχείρησης με το χαμηλότερο δυνατό κόστος γι’ αυτήν και το μικρότερο κίνδυνο για τους χρηματοδότες της.

21 Παν. Αρσένος21 Προβλήματα της χρηματοοικονομικής διοίκησης Στη χρηματοοικονομική διοίκηση διακρίνονται δυο κατηγορίες προβλημάτων: τα επιχειρηματικά και τα χρηματοδοτικά Τα επιχειρηματικά προβλήματα συνδέονται με τη δραστηριότητα που αναπτύσσει η επιχείρηση, όπως, για παράδειγμα, την απόδοση σε ρευστά των στοιχείων του ενεργητικού που έχει στην κατοχή της. Το βαθμό των επιχειρηματικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει η επιχείρηση τον καθορίζουν οι επιλογές που θα γίνουν σχετικά με το επενδυτικό της έργο. Τα χρηματοδοτικά προβλήματα έχουν για την επιχείρηση δυο διαστάσεις: την ικανότητα της επιχείρησης να ανταποκρίνεται στις εκάστοτε υποχρεώσεις της απέναντι στους δανειστές της, το ύψος των καθαρών κερδών που απομένουν για τους μετόχους μετά την αφαίρεση των τόκων που απαιτούνται για την εξυπηρέτηση των χρεών της.

22 Παν. Αρσένος22 Μη χρηματοοικονομικοί στόχοι της επιχείρησης Τα τελευταία χρόνια, πολλοί εξωτερικοί παράγοντες, όπως η ρύπανση του περιβάλλοντος, η ασφάλεια του προϊόντος, τα μέτρα προστασίας των εργαζομένων κ.τ.λ., άρχισαν να αποκτούν συνεχώς αυξανόμενη σημασία. Οι επιχειρήσεις οφείλουν να παίρνουν υπόψη τους τις επιδράσεις που ασκούν οι ενέργειες και οι στρατηγικές τους στο κοινωνικό σύνολο και το περιβάλλον. Το εξωτερικό οικονομικό περιβάλλον διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στις αποφάσεις των επιχειρήσεων. Οι προσδοκίες των εργαζομένων, των καταναλωτών και των ενδιαφερόμενων ομάδων, δημιουργούν νέες καταστάσεις στο εξωτερικό περιβάλλον στο οποίο οφείλουν να ανταποκριθούν οι επιχειρήσεις. Οι επιχειρήσεις είναι λοιπόν υποχρεωμένες να αναγνωρίσουν την ύπαρξη ενός μεγάλου αριθμού επιδράσεων από το εξωτερικό περιβάλλον.

23 Παν. Αρσένος23 Ο ρόλος των μετόχων Οι μέτοχοι μπορεί να έχουν είτε επενδυτικό, είτε εποπτικό ενδιαφέρον, όταν ζητούν τις λογιστικές καταστάσεις της επιχείρησης. Το επενδυτικό ενδιαφέρον παρουσιάζεται στις αποφάσεις επιλογής μετοχών, οι οποίες πρόκειται να περιληφθούν στο χαρτοφυλάκιο ενός επενδυτή που επιθυμεί να γίνει μέτοχος. Οι επιλογές αυτές μπορούν να αφορούν επιχειρήσεις με επιθυμητά επίπεδα κινδύνου και μερισματικής απόδοσης, προκειμένου να περιληφθούν στο χαρτοφυλάκιο του επενδυτή και τα οποία είναι σύμφωνα με τις προτιμήσεις του. Εναλλακτικά, οι επιλογές μπορούν να αφορούν υποτιμημένες ή υπερτιμημένες μετοχές, γιατί ο επενδυτής πιστεύει ότι έχει καλύτερη πληροφόρηση για τα μελλοντικά κέρδη της επιχείρησης σε σχέση με αυτά τα οποία έχουν ήδη ενσωματωθεί στην τρέχουσα χρηματιστηριακή τιμή της μετοχής.

24 Παν. Αρσένος24 Σχέση διοίκησης (management) και μετόχων Πολλές φορές η διοίκηση της επιχείρησης θέτει τους δικούς της στόχους πάνω από τα συμφέροντα των μετόχων. Όταν η διοίκηση δεν κατέχει το σύνολο του μετοχικού κεφαλαίου δημιουργείται πρόβλημα αντιπροσώπευσης. Η μερική αυτή μετοχική συμμετοχή μπορεί να οδηγήσει τη διοίκηση σε λιγότερο εντατική προσπάθεια από ό,τι κάτω από διαφορετικές συνθήκες. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την μεγαλύτερη αύξηση των εξόδων, όπως πολυτελή γραφεία, ταξίδια πρώτης θέσης, χρήση αυτοκινήτων της επιχείρησης κ.τ.λ., επειδή το κόστος θα επιβαρύνει και τους άλλους ιδιοκτήτες. Οι μέτοχοι έχουν την απόλυτη εξουσία να αντικαθιστούν τη μη αποδοτική διοίκηση. Η δυνατότητα άσκησης της εξουσίας αυτής είναι ικανή να αναγκάσει τη διοίκηση να ενεργεί με γνώμονα τα καλύτερα συμφέροντα της επιχείρησης.

25 Παν. Αρσένος25 Πιστωτές Οι πιστωτές, όπως για παράδειγμα οι τράπεζες, ζητούν την παροχή λογιστικών καταστάσεων τη στιγμή υποβολής αίτησης για τη χορήγηση δανείου ή εγγυητικής επιστολής. Με βάση τις πληροφορίες που περιέχουν οι λογιστικές καταστάσεις εκτιμάται η αποδοτικότητα, ο βραχυχρόνιος και ο μακροχρόνιος κίνδυνος επιβίωσης της επιχείρησης και αποφασίζεται το ποσό του δανείου, το επιτόκιο και οι ασφάλειες που θα ζητηθούν από την επιχείρηση. Η συμφωνία δανειοδότησης επιβάλλει συνήθως ορισμένους περιορισμούς ώστε να αποτρέψουν την αύξηση του κινδύνου της επιχείρησης και την πιθανή απώλεια των κεφαλαίων, τα οποία έχουν εισφέρει οι πιστωτές. Αυτοί μπορούν να εκφραστούν είτε με τη μορφή αριθμοδεικτών, όπως ρευστότητας ή δομής κεφαλαίων, οι οποίοι δεν πρέπει να υπερβαίνουν ορισμένα όρια, είτε με τη μορφή λογιστικών μεγεθών, όπως καθαρή θέση ή ξένα κεφάλαια, τα οποία επίσης δεν πρέπει να υπερβαίνουν ορισμένα ποσοστά.

26 Παν. Αρσένος26 Κράτος Ένα μεγάλο μέρος των εσόδων των επιχειρήσεων αποτελούν έσοδα του κρατικού προϋπολογισμού. Το Κράτος μεταβάλλει την φορολογική πολιτική ανάλογα με τους οικονομικούς σκοπούς που επιδιώκει. Η μεταβολή μπορεί να πραγματοποιηθεί συνήθως με τρεις τρόπους: με μεταβολή του φορολογικού συντελεστή, με παραχώρηση, κατάργηση ή μείωση φορολογικών κινήτρων, με τη δυνατότητα διενέργειας αποσβέσεων μεγαλύτερων του κανονικού Έτσι, το Κράτος ζητά λογιστικές καταστάσεις των επιχειρήσεων, προκειμένου να επιτύχει μία σειρά από σκοπούς, όπως: τον υπολογισμό του φόρου εισοδήματος τη διαπίστωση ύπαρξης υγιούς ανταγωνισμού σε κλάδους, όπου παρατη- ρούνται υπερβολικά κέρδη από την Επιτροπή Ανταγωνισμού του Υπουργείου Ανάπτυξης, τον θεσμικό καθορισμό της τιμής πώλησης ορισμένων προϊόντων, όπως των φαρμάκων και των πετρελαιοειδών κ.τ.λ.

27 Παν. Αρσένος27 ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΚΙΝΔΥΝΩΝ ΣΤΗΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ Οι συνηθέστερες κατηγορίες κινδύνων είναι οι ακόλουθες : Κίνδυνος από μεταβολές των τιμών της αγοράς (Μarket risk) Κίνδυνος πιστοδότησης (Credit risk) Λειτουργικός κίνδυνος (Operational risk) Κίνδυνος δικαστικής καταδίκης (Legal risk) Κίνδυνος ρευστότητας (Liquidity risk).

28 Παν. Αρσένος28 Διάφορες μορφές επιχειρήσεων Ανάλογα με το αντικείμενο της παραγωγικής δραστηριότητας διακρίνουμε: Επιχειρήσεις που έχουν ως αντικείμενο της παραγωγικής τους δραστηριότητας τις πρώτες ύλες, Επιχειρήσεις, που ως αντικείμενο της παραγωγικής τους δραστηριότητας έχουν τη μετατροπή ή το μετασχηματισμό των πρώτων υλών σε έτοιμα προϊόντα με τη βοήθεια μηχανικών και χημικών μέσων. Επιχειρήσεις που έχουν ως αντικείμενο της παραγωγικής τους δραστηριότητας την κυκλοφορία και διανομή των αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών.

29 Παν. Αρσένος29 Διάφορες μορφές επιχειρήσεων Ανάλογα με το μέγεθός τους οι επιχειρήσεις διακρίνονται σε πολύ μικρές, μικρές, μεσαίες, μεγάλες και πολύ μεγάλες. Tα κριτήρια που χρησιμοποιούνται δεν είναι ούτε ομοιόμορφα ούτε καθορισμένα. Συνήθως χρησιμοποιείται ένα από τα παρακάτω: ο κύκλος εργασιών της επιχείρησης ο αριθμός του απασχολούμενου ανθρώπινου δυναμικού το ύψος των κεφαλαίων (ίδια και ξένα)

30 Παν. Αρσένος30 Διάφορες μορφές επιχειρήσεων Ανάλογα με την περιουσιακή τους διάρθρωση οι επιχειρήσεις διακρίνονται: Σε επιχειρήσεις εντάσεως παγίου κεφαλαίο Σε επιχειρήσεις εντάσεως κυκλοφοριακού κεφαλαίου Σε επιχειρήσεις εντάσεως κεφαλαίου Σε επιχειρήσεις εντάσεως εργασίας Σε επιχειρήσεις εντάσεως πρώτων υλών

31 Παν. Αρσένος31 Ανάλυση και διαχείριση κινδύνων στην επιχείρηση Βεβαιότητα (certainty) είναι η κατάσταση στην οποία οι επενδυτές έχουν αρκετή πληροφόρηση στο να λάβουν αποφάσεις, έτσι ώστε να γνωρίζουν εκ των προτέρων την ακριβή έκβαση (το αποτέλεσμα) της απόφασης (λήψη αποφάσεων κάτω από συνθήκες βεβαιότητας). Αβεβαιότητα (uncertainty) είναι η κατάσταση στην οποία ο επενδυτής έχει δυσκολία στο να προσδιορίσει το αποτέλεσμα μιας απόφασης, είτε γιατί υπάρχει έλλειψη πληροφόρησης, είτε γιατί υπάρχει έλλειψη γνώσης σχετικά με τα αποτελέσματα που μπορούν να αναμένονται.

32 Παν. Αρσένος32 Ανάλυση και διαχείριση κινδύνων στην επιχείρηση Κίνδυνος από μεταβολές τιμών της αγοράς Κίνδυνος πιστοδότησης Λειτουργικός κίνδυνος Κίνδυνος δικαστικής καταδίκης Κίνδυνος ρευστότητας

33 Παν. Αρσένος33 Η χρήση νέων χρηματοοικονομικών προϊόντων στην αντιμετώπιση κινδύνων Προθεσμιακή Αγορά Συναλλάγματος (Futures Contracts) Αγορά Δικαιωμάτων (Options)

34 Παν. Αρσένος34 Μέτρηση αναμενόμενης απόδοσης και κινδύνου μεμονωμένης επένδυσης To αναμενόμενο ποσοστό απόδοσης ενός μεμονωμένου χρηματοδοτικού τίτλου (expected rate of return) υπολογίζεται με βάση την ακόλουθη σχέση: E (r i ) = P 1. r 1 + P 2. r 2 + …+ P n. r n (1) E(r) = Σ P j. r j (2) όπου, Ε(r i ) = αναμενόμενο ποσοστό απόδοσης του χρηματοδοτικού τίτλου i στην εξεταζόμενη επενδυτική περίοδο. P j = πιθανότητα πραγματοποίησης του συμβάντος (event) J (για J = 1, 2,..., n) στην εξεταζόμενη επενδυτική περίοδο. Το άθροισμα των πιθανοτήτων είναι ίσο με τη μονάδα. r j = ποσοστό απόδοσης όταν πραγματοποιείται το συμβάν J. Το ποσοστό αυτό είναι συνήθως το ονομαστικό ποσοστό απόδοσης της επένδυσης, αφού αφαιρεθεί η φορολογία, δηλαδή, το ονομαστικό ποσοστό απόδοσης μετά από φόρους. Το συμβάν μπορεί να είναι π.χ. η γενικότερη οικονομική κατάσταση της χώρας.

35 Παν. Αρσένος35 Μέτρηση αναμενόμενης απόδοσης και κινδύνου Παράδειγμα 1 Η επιχείρηση Ντίνος Α.Ε συμπράττοντας με άλλες επιχειρήσεις επιδιώκουν την ανάληψη ενός σημαντικού έργου του Δημοσίου. Η μετοχή της επιχείρησης Ντίνος Α.Ε έχει επιτύχει κατά το παρελθόν ποσοστό απόδοσης 10% και αναμένεται ότι αυτή η απόδοση θα συνεχιστεί και στο μέλλον, ακόμα και στην περίπτωση που δεν αναλάβει την εκτέλεση αυτού του σημαντικού έργου του Δημοσίου. Αν αναλάβει την εκτέλεση αυτού του έργου, τότε τα κέρδη της θα διπλασιασθούν καθώς επίσης αναμένεται ότι θα διπλασιασθεί και το ποσοστό απόδοσης της μετοχής της. Οι αναλυτές εκτιμούν ότι η Ντίνος Α.Ε έχει πιθανότητα 50% να αναλάβει το έργο. Ποιο είναι το αναμενόμενο ποσοστό απόδοσης της μετοχής της επιχείρησης Ντίνος Α.Ε. Εκτιμάται ότι η πιθανότητα το ποσοστό απόδοσης της μετοχής της Ντίνος Α.Ε να είναι 10% είναι ίση με 50% (δεν αναλαμβάνει το έργο), ενώ η πιθανότητα το ατίστοιχο ποσοστό να είναι 20% είναι επίσης 50% (αναλαμβάνει το έργο). Με βάση αυτή την πληροφόρηση, το αναμενόμενο ποσοστό απόδοσης της μετοχής της Ντίνος Α.Ε είναι ίσο με: E(r) = 50% (10%) +50% (20%) E(r) = 5% + 10% = 15% Το άθροισμα των πιθανοτήτων πρέπει να είναι ίσο με τη μονάδα αφού όλες οι πιθανές εκδοχές (συμβάντα) στην εξεταζόμενη επενδυτική περίοδο λαμβάνονται υπόψη στην ανάλυση.

36 Παν. Αρσένος36 Μέτρηση αναμενόμενης απόδοσης και κινδύνου Παράδειγμα 2 Η Λύκος Α.Ε επιθυμεί κατά την επόμενη οικονομική χρήση να επιτύχει ένα εγγυημένο (χωρίς κίνδυνο) πραγματικό ποσοστό απόδοσης ίσο με 5%. Εκτιμά ότι ο πληθωρισμός κατά την επόμενη οικονομική χρήση μπορεί να είναι 6% με ποσοστό πιθανότητας εμφάνισης 20% ή να είναι 8% με ποσοστό πιθανότητας εμφάνισης 50% ή ακόμη και να είναι 10% με ποσοστό πιθανότητας εμφάνισης 30%. Η Λύκος Α.Ε επιθυμεί να γνωρίζει ποιο θα είναι το αναμενόμενο ονομαστικό ποσοστό απόδοσης προκειμένου να επιτύχει το εγγυημένο πραγματικό ποσοστό απόδοσης της τάξεως του 5%. Η απάντηση στο ερώτημα της Λύκος Α.Ε απαιτεί πρώτα υπολογισμό του ονομαστικού ποσοστού απόδοσης σε κάθε επίπεδο πληθωρισμού. Αν ο πληθωρισμός είναι 6%, τότε r o = (1,05) ( 1,06) – 1 = 0,113 ή 11.3% Αν ο πληθωρισμός είναι 8%, τότε r o = (1,05) (1,08) - 1 = 0,134 ή 13.4% Αν ο πληθωρισμός είναι 10%, τότε r o = (1,05)(1,10) – 1 = 0,155 ή 15.5%, Το ονομαστικό αναμενόμενο ποσοστό απόδοσης που θα εξασφαλίζει την εγγυημένη απόδοση του 5%, είναι ίσο με: E(r n ) =20% 11,3% +50% 13,4% + 30% 15,5% E(r n ) = 2,26% + 6,7% + 4,65% = 13,61%

37 Παν. Αρσένος37 ΛΟΓΙΣΤΙΚΗ-ΑΝΑΛΥΣΗ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΝ Περιεχόμενο και σκοποί της Λογιστικής Η χρήση των πληροφοριών της Λογιστικής Χρηματοοικονομικές καταστάσεις

38 Παν. Αρσένος38 Η ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΗ ΔΟΜΗ ΚΑΙ ΤΟ ΚΟΣΤΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ 1ος χρόνος 2ος χρόνος 3ος χρόνος 4ος χρόνος 5ος χρόνος 6ος χρόνος Κέρδος Μεταβολή (%) 20% -33% 25% 50% -50% Η Δανειοδότηση της Επιχείρησης Ας υποτεθεί, ότι μία επιχείρηση που χρηματοδοτείται μόνο με ίδια κεφάλαια παρουσιάζει την ακόλουθη ροή κερδών: Ροή κερδών της Νίκου Α.Ε. (Ποσά σε χιλ. Ευρώ) Πίνακας 4.1 Στην περίπτωση αυτή, η διακύμανση των κερδών μεταξύ των ετών 1 έως 6 εξαρτάται από παράγοντες που επηρεάζουν τον κλάδο και τη συγκεκριμένη επιχείρηση.

39 Παν. Αρσένος39 Η ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΗ ΔΟΜΗ ΚΑΙ ΤΟ ΚΟΣΤΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ 1 ος χρόνος 2ος χρόνος 3ος χρόνος 4ος χρόνος 5 ος χρόνος 6ος χρόνος Κέρδος Τόκοι Δανείων Κέρδη που αντιστοιχούν στα ίδια κεφάλαια (Μετόχους) Μεταβολή (%)28,6%-44,4%40,0%57,1%-40,9% Ας υποτεθεί, ότι μέρος της χρηματοδότησης καλύπτεται από δανεισμό και ότι το ετήσιο ύψος των τόκων που καταβάλλονται είναι Ευρώ. Στην περίπτωση αυτή τα πιο πάνω αποτελέσματα τροποποιούνται ως εξής:

40 Παν. Αρσένος40 Η ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΗ ΔΟΜΗ ΚΑΙ ΤΟ ΚΟΣΤΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ Ο συνολικός λοιπόν κίνδυνος που αντιμετωπίζει η επιχείρηση αποτελείται από τον επιχειρηματικό κίνδυνο που εξαρτάται από τη φύση της δραστηριότητας της συγκεκριμένης επιχείρησης, καθώς και από τον χρηματοοικονομικό κίνδυνο, που οφείλεται στον τρόπο με τον οποίο έχει χρηματοδοτηθεί η οικονομική μονάδα. Η χρησιμοποίηση της δανειοδότησης στη χρηματοδότηση της επιχείρησης καλείται χρηματοοικονομική μόχλευση (financial leverage) και έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση του χρηματοοικονομικού κινδύνου. Η μέτρηση της χρηματοοικονομικής μόχλευσης, Μ (συχνά καλείται και δανειακή επιβάρυνση), δίνεται με μία από τις ακόλουθες σχέσεις: Μ = Δ/Ι ή Μ = Δ/ (Δ+Ι) (1) Όπου: Δ =Το ύψος της δανειοδότησης της επιχείρησης. Ι =Το ύψος των ιδίων κεφαλαίων της επιχείρησης. Δ + Ι =Το συνολικό ύψος κεφαλαίων που απασχολεί η επιχείρηση.

41 Παν. Αρσένος41 H χρηματοοικονομική μόχλευση αυξάνει την απόδοση των ιδίων κεφαλαίων Αυξάνοντας τη χρηματοοικονομική μόχλευση μιας επιχείρησης, αυξάνεται η απόδοση των ιδίων κεφαλαίων αλλά συγχρόνως αυξάνεται και ο κίνδυνος που διατρέχει η επιχείρηση. Η αύξηση της αναμενόμενης απόδοσης των ιδίων κεφαλαίων στις επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν αυξημένη μόχλευση, παρά τις αυξημένες δαπάνες τόκων, οφείλεται στο ότι τα κέρδη επιμερίζονται σε μικρότερο ύψος ιδίων κεφαλαίων (μειώνεται ο παρονομαστής του κλάσματος). Η ανάληψη υψηλότερου κινδύνου επιφέρει μακροχρόνια και υψηλότερα κέρδη. Οι επιχειρήσεις με υψηλή δανειακή επιβάρυνση που υφίστανται σημαντικές ζημιές (κυρίως λόγω υψηλής επιβάρυνσης από τόκους) κατά τη διάρκεια περιόδων ύφεσης της αγοράς (μείωση ζήτησης - μείωση ταμειακών ροών). Οι περίοδοι αυτές εφόσον είναι μεγάλης διάρκειας, μπορεί να οδηγήσουν τις επιχειρήσεις (κυρίως τις υπερχρεωμένες) σε χρεοκοπία.

42 Παν. Αρσένος42 Η χρηματοοικονομική μόχλευση μειώνει το μέσο κόστος κεφαλαίου Η αύξηση της χρηματοοικονομικής μόχλευσης μπορεί να μειώσει το μέσο κόστος των κεφαλαίων της επιχείρησης, γιατί το κόστος των δανείων (επιτόκιο) είναι συνήθως μικρότερο από το κόστος των ιδίων κεφαλαίων. Αυτό συμβαίνει για τους ακόλουθους λόγους: Οι μέτοχοι της εταιρείας, που παρέχουν τα ίδια κεφάλαια, αντιμετωπίζουν υψηλότερο κίνδυνο από τους δανειστές (πιστωτές) της επιχείρησης και συνεπώς και τα οφέλη που αναμένουν πρέπει να είναι αναλόγως αυξημένα. Οι μέτοχοι της εταιρείας αντιμετωπίζουν μεγαλύτερο κίνδυνο από τους δανειστές για τους εξής λόγους: Τα δάνεια, σε αντίθεση με τα ίδια κεφάλαια, διασφαλίζονται συνήθως με τα περιουσιακά στοιχεία της επιχείρησης, Η πληρωμή των τόκων είναι υποχρεωτική ενώ η καταβολή μερίσματος γίνεται μόνο, όταν η επιχείρηση παρουσιάζει κέρδη και όχι υποχρεωτικά, Εφόσον η επιχείρηση υπόκειται σε φορολόγηση, μειώνεται το κόστος δανεισμού. Τούτο συμβαίνει, γιατί οι τόκοι που καταβάλλονται αυξάνουν το κόστος της επιχείρησης και συνεπώς μειώνουν ισόποσα τα κέρδη της, μειώνοντας έτσι αντίστοιχα και τον καταβαλλόμενο φόρο.

43 Παν. Αρσένος43 Η Κλασική Θεωρία του Μέσου Κόστους Κεφαλαίου (1) Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, μία επιχείρηση που χρησιμοποιεί μόνον ίδια κεφάλαια (0% μόχλευση) μπορεί να μειώσει το μέσο κόστος των κεφαλαίων της (c), αυξάνοντας τη χρήση δανείων και μειώνοντας αντίστοιχα τα υψηλότερου κόστους ίδια κεφάλαια. Με την υποκατάσταση αυτή των ιδίων κεφαλαίων από ξένα κεφάλαια μπορεί να μειώσει σταδιακά το μέσο κόστος των κεφαλαίων της, επιτυγχάνοντας το ελάχιστο μέσο κόστος (c min ) χρησιμοποιώντας μόχλευση Α%. Στο σημείο αυτό (άριστη μόχλευση), το ελάχιστο μέσο σταθμικό κόστος δίνεται από τη σχέση: c min = Όπου, Α = Το άριστο ύψος της μόχλευσης (μόχλευση Μ=Δ/Δ+Ι %) C Δ = Το επιτόκιο των δανείων στο άριστο ύψος μόχλευσης C I = Το κόστος των ιδίων κεφαλαίων στο άριστο ύψος μόχλευσης.

44 Παν. Αρσένος44 Η Κλασική Θεωρία του Μέσου Κόστους Κεφαλαίου (1) Η Επίδραση της Μόχλευσης στο Μέσο Κόστος του Κεφαλαίου και στην Αξία της Επιχείρησης (Κλασική Θεωρία).

45 Παν. Αρσένος45 Η Κλασική Θεωρία του Μέσου Κόστους Κεφαλαίου (2) H παραπέρα αύξηση της χρηματοοικονομικής μόχλευσης, πέραν του σημείου Α, επιφέρει γρήγορη αύξηση του κόστους των δανείων και του κόστους των ιδίων κεφαλαίων λόγω της σημαντικής αύξησης του χρηματοοικονομικού κινδύνου. Αποτέλεσμα της αύξησης αυτής των στοιχείων του κόστους, είναι και η τελική εξουδετέρωση της ευνοϊκής επίδρασης που έχει η υποκατάσταση των ιδίων από τα ξένα κεφάλαια και η αύξηση του μέσου κόστους των κεφαλαίων πέραν από το σημείο Α. Η αξία της επιχείρησης V, ακολουθεί αντίστροφη πορεία από αυτή του μέσου κόστους κεφαλαίων. Τούτο συμβαίνει γιατί η αξία της επιχείρησης δίνεται από την ακόλουθη σχέση: Όπου, = Το μέσο ετήσιο κέρδος που επιτυγχάνει η επιχείρηση για μακρά σειρά ετών = Το μέσο σταθμικό κόστος του κεφαλαίου της επιχείρησης

46 Παν. Αρσένος46 Η Κλασική Θεωρία του Μέσου Κόστους Κεφαλαίου (1) Η Επίδραση της Μόχλευσης στο Μέσο Κόστος του Κεφαλαίου και στην Αξία της Επιχείρησης (Κλασική Θεωρία).

47 Παν. Αρσένος47 Η Θεωρία των Modigliani και Miller (1) Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή και εφόσον δεν υπάρχει η ευνοϊκή επίδραση της φορολογίας στο κόστος δανεισμού (συντελεστής φορολογίας = 0), η χρησιμοποίηση της χρηματοοικονομικής μόχλευσης δεν έχει επίδραση στο μέσο κόστος του κεφαλαίου και συνεπώς ούτε και στην αξία της επιχείρησης. Η αξία εξαρτάται μόνον από την ικανότητα της επιχείρησης να πραγματοποιεί επιτυχημένες επενδύσεις και όχι από μεταβολές στη σύνθεση των κεφαλαίων της.

48 Παν. Αρσένος48 Η Θεωρία των Modigliani και Miller Κατά τους Modiliani και Miller, το αποτέλεσμα αυτό προκύπτει από την άμεση και γρήγορη αύξηση του κόστους και των δύο κατηγοριών κεφαλαίου λόγω της αύξησης της χρηματοοικονομικής μόχλευσης. Η αύξηση είναι τόσο γρήγορη και τόσο σημαντική ώστε, να εξουδετερώνονται αμέσως και πλήρως οι ευνοϊκές επιδράσεις της μερικής υποκατάστασης των ιδίων από ξένα κεφάλαια, με αποτέλεσμα το μέσο κόστος του κεφαλαίου αλλά και η αξία της επιχείρησης να μη μεταβάλλονται. Τα αποτελέσματα αυτά οφείλονται στην υπόθεση, ότι τόσο οι δανειστές όσο και οι μέτοχοι αντιδρούν άμεσα στην αύξηση του χρηματοοικονομικού κινδύνου και επιζητούν αυξημένη απόδοση. Αντίθετα, σύμφωνα με την κλασική θεωρία, μέχρι ενός σημείου υπάρχει ανοχή στην αύξηση της χρηματοοικονομικής μόχλευσης, χωρίς να αυξάνει σε σημαντικό βαθμό το κόστος των δύο κατηγοριών κεφαλαίου.

49 Παν. Αρσένος49 Στρατηγική Χρηματοδότησης Επιχειρήσεων Οδηγοί ταχύτητας κυκλοφορίας ενεργητικού Πρόκειται για τις σχέσεις των κύριων ομάδων του ενεργητικού με τις πωλήσεις. Αυτοί οι οδηγοί από μόνοι τους δεν έχουν πληροφοριακή αξία παρά μόνο συγκρινόμενοι με αντίστοιχους άλλων ομοειδών επιχειρήσεων (ή και της ίδιας σε διαφορετικούς χρόνους). Για τον υπολογισμό των οδηγών ταχύτητας κυκλοφορίας ενεργητικού, ακολουθείται η παρακάτω διαδικασία. Προσδιορίζοντια οι κύριες ομάδες του ενεργητικού απευθείας από τον ισολογισμό και κατόπιν εκφράζεται ο λόγος κάθε ομάδας προς τις πωλήσεις. Οι τρεις κύριες ομάδες του ενεργητικού σε κάθε επιχείρηση είναι: Πάγιο ενεργητικό Αποθέματα Απαιτήσεις Κάθε οδηγός ταχύτητας κυκλοφορίας ενεργητικού υπολογίζεται από την διαίρεση κάθε παραπάνω ομάδας με τις πωλήσεις.

50 Παν. Αρσένος50 Στρατηγική Χρηματοδότησης Επιχειρήσεων Περιθώριο κέρδους Ο αριθμοδείκτης περιθωρίου κέρδους δείχνει το ποσοστό του καθαρού κέρδους που επιτυγχάνει μια επιχείρηση από τις πωλήσεις της, δηλαδή δείχνει το κέρδος από τις λειτουργικές της δραστηριότητες. Με άλλα λόγια, ο αριθμοδείκτης αυτός δείχνει το ποσοστό κέρδους που μένει στην επιχείρηση μετά την αφαίρεση από τις καθαρές πωλήσεις του κόστους πωληθέντων και των λοιπών εξόδων. Ο αριθμοδείκτης περιθωρίου κέρδους υπολογίζεται αν διαιρεθούν τα καθαρά λειτουργικά κέρδη μιας περιόδου με το σύνολο των καθαρών πωλήσεων της ίδιας περιόδου.

51 Παν. Αρσένος51 Στρατηγική Χρηματοδότησης Επιχειρήσεων Ταχύτητα Κυκλοφορίας Ενεργητικού Ο αριθμοδείκτης ταχύτητας κυκλοφορίας του ενεργητικού της επιχείρησης εκφράζει το βαθμό χρησιμοποίησης αυτού σε σχέση με τις πωλήσεις της. Ο δείκτης αυτός είναι το πηλίκο της διαίρεσης των καθαρών πωλήσεων μιας χρήσης με το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων της επιχείρησης που χρησιμοποιούνται κατά τη διάρκεια της χρήσης αυτής για την επίτευξη των πωλήσεών της.

52 Παν. Αρσένος52 Στρατηγική Χρηματοδότησης Επιχειρήσεων Δείκτες τιμής μετοχής Είναι γνωστό ότι η τιμή της μετοχής επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες, όπως τα οικονομικά μεγέθη της επιχείρησης (κέρδη, πωλήσεις, δανειακή επιβάρυνση), εσωτερικά και εξωτερικά γεγονότα κτλ. Υπάρχουν πολλοί δείκτες τιμής μετοχής. Ανάμεσά τους: Ο τελευταίος δείκτης είναι γνωστός ως δείκτης P/Ε ( Price / Earnings), που δείχνει, στην ουσία, πόσο πληρώνει ο επενδυτής όταν αγοράζει μια μετοχή για κάθε ευρώ κερδών της επιχείρησης. π.χ / 200 = 12,5, που σημαίνει ότι ο επενδυτής για κάθε ευρώ κερδών διαθέτει 12,5 ευρώ.

53 Παν. Αρσένος53 Διαχρονική σύγκριση βασικών αριθμοδεικτών Επιλέγοντας τη διαχρονική σύγκριση διάφορων οικονομικών χρήσεων της επιχείρησης μεταξύ τους, μέσω των βασικών ή κάποιων συγκεκριμένων αριθμοδεικτών που μπορεί να υπολογιστούν, συντομεύεται η ανάλυση σε σχέση με τον τρόπο της πλήρους διαχρονικής ανατομίας της μονάδας, όπως γίνεται με τις διαχρονικές καταστάσεις κοινού μεγέθους για παράδειγμα. Η διαχρονική σύγκριση των βασικών αριθμοδεικτών μπορεί να γίνει με δύο τρόπους: σε απόλυτα μεγέθη τους, και σε ποσοστό μεταβολής τους διαχρονικά (τάση) με βάση κάποιο έτος αρχικό ή ενδιάμεσο.

54 Παν. Αρσένος54 ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΚΙΝΗΣΗΣ ΚΑΙ Η ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΟΥ Κεφάλαιο κίνησης είναι το κεφάλαιο το οποίο είναι απαραίτητο για την κάλυψη των τρεχουσών αναγκών της επιχείρησης, όπως είναι οι αγορές πρώτων υλών, η πληρωμή μισθών και ασφαλιστικών εισφορών, η εξόφληση λειτουργικών εξόδων, η διατήρηση αποθεμάτων και πρώτων υλών κ.α. Το συνολικό - μικτό κεφάλαιο κίνησης ισούται με το κυκλοφορούν ενεργητικό (αποθέματα - απαιτήσεις - διαθέσιμα), δείχνει την οικονομική ευρωστία της επιχείρησης και αποτελεί ένα είδος προστασίας των βραχυπρόθεσμων πιστωτών

55 Παν. Αρσένος55 ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΚΙΝΗΣΗΣ ΚΑΙ Η ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΟΥ Το συνολικό κεφάλαιο κίνησης αποτελείται από δύο τμήματα: Το μόνιμο κεφάλαιο κίνησης, που ισούται με το ελάχιστο ύψος κυκλοφοριακών στοιχείων που χρειάζεται η επιχείρηση για να λειτουργήσει και το μεταβλητό – προσωρινό κεφάλαιο κίνησης, το οποίο τοποθετείται σε ρευστά, απαιτήσεις και αποθέματα και το ύψος του εξαρτάται από τη φύση και τις λειτουργικές ανάγκες της επιχείρησης. Πηγές μόνιμου κεφαλαίου κίνησης είναι ξένα ή ίδια κεφάλαια, όπως εκδόσεις μετοχών, παρακρατηθέντα κέρδη (αποθεματικά), ομολογιακά δάνεια, μακροπρόθεσμα δάνεια κ.α. Πήγες μεταβλητού κεφαλαίου κίνησης είναι βραχείας διάρκειας κεφάλαια, όπως βραχυπρόθεσμες πιστώσεις, βραχυπρόθεσμος τραπεζικός δανεισμός κ.α.

56 Παν. Αρσένος56 ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΚΙΝΗΣΗΣ ΚΑΙ Η ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΟΥ Μικτό Κεφάλαιο Κίνησης (Gross Working Capital). Είναι το σύνολο των κυκλοφορούντων περιουσιακών στοιχείων (total current assets). Στην ελληνική πρακτική, όπου το ενεργητικό ή τα περιουσιακά στοιχεία της επιχείρησης διακρίνονται σε Πάγιο Ενεργητικό, Κυκλοφορούν Ενεργητικό και Μεταβατικοί Λογαριασμοί Ενεργητικού, το μικτό κεφάλαιο κίνησης είναι ίσο με το άθροισμα του κυκλοφορούντος ενεργητικού και των μεταβατικών λογαριασμών ενεργητικού.

57 Παν. Αρσένος57 ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΚΙΝΗΣΗΣ ΚΑΙ Η ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΟΥ Καθαρό Κεφάλαιο Κίνησης (Net Working Capital). Είναι η διαφορά μεταξύ του συνόλου των κυκλοφορούντων περιουσιακών στοιχείων μείον το σύνολο των βραχυπρόθεσμων υποχρεώσεων. Στην Ελλάδα σύμφωνα με το Ελληνικό Γενικό Λογιστικό Σχέδιο (ΕΓΛΣ) το καθαρό κεφάλαιο κίνησης είναι η διαφορά μεταξύ του αθροίσματος του κυκλοφορούντος ενεργητικού, μεταβατικών λογαριασμών ενεργητικού και του αθροίσματος βραχυπρόθεσμων υποχρεώσεων και μεταβατικών λογαριασμών παθητικού.

58 Παν. Αρσένος58 ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΚΙΝΗΣΗΣ ΚΑΙ Η ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΟΥ Η επάρκεια κεφαλαίου κίνησης: προστατεύει την επιχείρηση από ενδεχόμενη συρρίκνωση της αξίας των κυκλοφοριακών της στοιχείων, καθιστά δυνατή την άμεση εξόφληση όλων των βραχυπρόθεσμων υποχρεώσεων και επιτρέπει στην επιχείρηση να πετύχει σημαντικές εκπτώσεις, επιτρέπει τη διατήρηση ενός ικανοποιητικού επιπέδου αποθεμάτων, δίνει τη δυνατότητα στην επιχείρηση να παρέχει μεγαλύτερες πιστώσεις στους πελάτες της.

59 Παν. Αρσένος59 Καθαρό κεφάλαιο κίνησης Το καθαρό κεφάλαιο κίνησης μπορεί να είναι θετικό, αρνητικό ή να ισούται με το μηδέν: Όταν το καθαρό κεφάλαιο κίνησης είναι θετικό (κυκλοφορούν ενεργητικό μεγαλύτερο των βραχυπρόθεσμων υποχρεώσεων), η επιχείρηση δεν αντιμετωπίζει προβλήματα κάλυψης των τρεχουσών αναγκών της, Όταν το καθαρό κεφάλαιο κίνησης είναι αρνητικό (κυκλοφορούν ενεργητικό μικρότερο των βραχυπρόθεσμων υποχρεώσεων), η επιχείρηση αντιμετωπίζει πρόβλημα ρευστότητας και κίνδυνο να κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης και Όταν το καθαρό κεφάλαιο κίνησης ισούται με μηδέν (0), η επιχείρηση χρηματοδοτεί τα στοιχεία του κυκλοφορούντος ενεργητικού αποκλειστικά με βραχυπρόθεσμα ξένα κεφάλαια.

60 Παν. Αρσένος60 Κεφάλαιο Κίνησης και Λειτουργικός Κύκλος Επιχείρησης πληρωμές Εβδομάδα - 6 Έναρξη αγοράς α΄ υλών (100 τεμάχια/εβδομάδα) Εβδομάδα 1 Έναρξη παραγωγής Πληρωμή εργατικών και γενικών εξόδων Εβδομάδα 2 Έναρξη πληρωμής α΄ υλών (100 τεμάχια/εβδομάδα) Εβδομάδα 3 Έναρξη πώλησης προϊόντων επί πιστώσει Εβδομάδα 13 Εισπράξεις για τη χρηματοδότηση λειτουργικού κύκλου Εβδομάδα 16 Έναρξη εισπράξεων από πωλήσεις πληρωμές

61 Παν. Αρσένος61 Δείκτες που αναφέρονται στο Κεφάλαιο Κίνησης Στοιχεία ΙσολογισμούΔείκτης (σε ημέρες) Α. Στοιχεία Κυκλοφορούντος Ενεργητικού Αποθέματα α΄ υλών Μέση Διάρκεια Αποθ/των α΄ υλών (Μ.Δ.Α α΄ υλών ) Αποθέματα προϊόντων Μέση Διάρκεια Αποθ/των Προϊόντων (Μ.Δ.Α.Π.) = Απαιτήσεις από πελάτες Μέση Διάρκεια Απαιτήσεων (Μ.Δ.Απαιτ.) = Παραγωγή σε εξέλιξη Μέση Διάρκεια Παρ/κής Διαδ/σίας (Μ.Δ.Π.Δ.) = Β. Στοιχεία Βραχ/σμων Υποχρεώσεων Υποχρεώσεις σε προμηθευτές Μέση Διάρκεια Υποχ/σεων σε Προμηθευτές (Μ.Δ.Υπ. )

62 Παν. Αρσένος62 Χρηματοδότηση του Κεφαλαίου Κίνησης Στοιχεία του κεφαλαίου κίνησης που παρουσιάζουν μόνιμο χαρακτήρα πρέπει να χρηματοδοτούνται με μακροπρόθεσμα κεφάλαια (ίδια κεφάλαια ή μακροπρόθεσμα δάνεια) ενώ τα μεταβλητά στοιχεία του κεφαλαίου κίνησης μπορεί να χρηματοδοτηθούν και με βραχυπρόθεσμα δάνεια. Οι επιχειρήσεις, σταθμίζοντας διάφορους παράγοντες, αλλά λαμβάνοντας υπόψη και τις δικές τους προτιμήσεις ως προς τον κίνδυνο, μπορούν να τροποποιήσουν την πιο πάνω τακτική ακολουθώντας μία από τις ακόλουθες στρατηγικές.

63 Παν. Αρσένος63 Χρηματοδότηση του Κεφαλαίου Κίνησης Ορισμένες επιχειρήσεις ακολουθούν επιθετική πολιτική όσον αφορά τη χρηματοδότηση του κεφαλαίου κίνησης χρηματοδοτώντας και ορισμένα μόνιμα στοιχεία του κεφαλαίου κίνησης, με βραχυπρόθεσμο δανεισμό. Με τον τρόπο αυτό εκμεταλλεύονται τα χαμηλότερα επιτόκια, που συνήθως ισχύουν για τα βραχυπρόθεσμα δάνεια αλλά παράλληλα εκτίθενται σε σοβαρούς κινδύνους, λόγω της συχνής ανανέωσης των βραχυπρόθεσμων δανείων. Αντίθετα, υπάρχουν επιχειρήσεις που προτιμούν μία συντηρητική πολιτική όσον αφορά στο θέμα αυτό και χρηματοδοτούν το μεγαλύτερο μέρος του μεταβλητού κεφαλαίου κίνησης με μακροχρόνια κεφάλαια, περιορίζοντας με τον τρόπο αυτό τους πιο πάνω κινδύνους.

64 Παν. Αρσένος64 Χρηματοδότηση του Κεφαλαίου Κίνησης Η διοίκηση της επιχείρησης πρέπει να γνωρίζει τα κατώτατα και τα ανώτατα επίπεδα κυκλοφορούντος ενεργητικού για κάθε χρόνο. Το κατώτατο επίπεδο μπορεί να θεωρηθεί ως το πάγιο τμήμα του κυκλοφορούντος ενεργητικού. Η διαφορά μεταξύ του ανώτατου επιπέδου και αντίστοιχου κατώτατου λέγεται εποχικό τμήμα. Έτσι, για παράδειγμα, αν το υψηλότερο επίπεδο του κυκλοφορούντος ενεργητικού από τον Ιανουάριο μέχρι το Δεκέμβριο είναι Ευρώ και το κατώτερο επίπεδο είναι Ευρώ, τότε εξ ορισμού το πάγιο τμήμα του κυκλοφορούντος ενεργητικού είναι τα Ευρώ και το εποχικό τμήμα η διαφορά Ευρώ – Ευρώ = Ευρώ.

65 Παν. Αρσένος65 Παράδειγμα υπολογισμού των χρηματοδοτικών αναγκών επιχείρησης. Σε μια επιχείρηση, η συνολική αξία του κυκλοφορούντος ενεργητικού είναι: ευρώ το Φεβρουάριο, ευρώ τον Απρίλιο, ευρώ τον Ιούνιο, ευρώ τον Αύγουστο, ευρώ τον Οκτώβριο και Ευρώ το Δεκέμβριο. Εκτιμάται ότι, το κυκλοφορούν ενεργητικό της επιχείρησης είναι Ευρώ, από τον Ιανουάριο μέχρι το Δεκέμβριο. Αναζητείται ο τρόπος χρηματοδότησης των στοιχείων της επιχείρησης. Κατ’ αρχήν, διαχωρίζεται η συνολική χρηματοδότηση σε δύο τμήματα: στην πάγια χρηματοδότηση και στην εποχική χρηματοδότηση.

66 Παν. Αρσένος66 Παράδειγμα υπολογισμού των χρηματοδοτικών αναγκών επιχείρησης. Το πάγιο τμήμα είναι το κατώτατο επίπεδο του κυκλοφορούντος ενεργητικού συν τα πάγια στοιχεία. Το εποχικό τμήμα είναι το ποσό του κυκλοφορούντος ενεργητικού που υπερβαίνει το κατώτατο επίπεδο. Έτσι: Πάγια χρηματοδότηση = κατώτατο επίπεδο κυκλοφορούντος ενεργητικού + πάγια στοιχεία Εποχιακή χρηματοδότηση = κυκλοφορούν ενεργητικό – κατώτατο επίπεδο κυκλοφορούντος ενεργητικού

67 Παν. Αρσένος67 Χρηματοδοτικές ανάγκες της επιχείρησης Α Φεβρου άριος Απρίλιο ς Ιούνιος Αύγουστ ος Οκτώβριος Δεκέμβριος Κυκλοφορούν ενεργητικό (Π οσά σε Κατώτατο επίπεδο κυκλο- φορούντος ενεργητικού Εποχική χρηματοδότηση Τρέχοντα πάγια στοιχεία5.000 Πάγια χρηματοδότηση Ποσά σε χιλ. Ευρώ)

68 Παν. Αρσένος68 Παράδειγμα υπολογισμού των χρηματοδοτικών αναγκών επιχείρησης. Οι ανάγκες εποχικής χρηματοδότησης διευθετούνται συνήθως μέσω βραχυπρόθεσμων δανείων. Αντίθετα, οι πάγιες χρηματοδοτικές ανάγκες (στο παράδειγμα Ευρώ) ικανοποιούνται με συνδυασμό ιδίων κεφαλαίων (μετοχών) και μακροπρόθεσμων δανείων. Στην περίπτωση του παραδείγματος, αν η διοίκηση της επιχείρησης αποφάσιζε τη χρηματοδότηση των Ευρώ με βραχυπρόθεσμο δάνειο, μπορεί ο δανειστής να μην ανανεώσει το δανεισμό στη λήξη του, με αποτέλεσμα η επιχείρηση να έχει προβλήματα ρευστότητας, που μπορεί να την οδηγήσουν σε πιθανότητα πτώχευσης.

69 Παν. Αρσένος69 Κεφάλαιο Κίνησης και Ρευστότητα της Επιχείρησης Το κεφάλαιο κίνησης, επειδή επηρεάζεται από το ύψος των στοιχείων του κυκλοφορούντος ενεργητικού καθώς και από το ύψος των στοιχείων των βραχυπρόθεσμων υποχρεώσεων της εταιρείας, έχει άμεση σχέση με τη ρευστότητα της επιχείρησης. Ρ = Κ + Α - Δ(Κ.Κ) Όπου: Κ.Κ = το ύψος του κεφαλαίου κίνησης. Από την πιο πάνω σχέση προκύπτει ότι η δημιουργία ή η αύξηση του κεφαλαίου κίνησης προκαλεί μείωση της ρευστότητας της επιχείρησης εφόσον τα κέρδη (Κ) και οι αποσβέσεις (Α) δεν αυξάνονται.

70 Παν. Αρσένος70 Κεφάλαιο Κίνησης και Ρευστότητα της Επιχείρησης Τα μετρητά είναι απαραίτητα για την ομαλή λειτουργία της επιχείρησης. Με τα μετρητά η επιχείρηση: Εξοφλεί τις ληξιπρόθεσμες οφειλές της Εφόσον περισσέψουν μετρητά, η επιχείρηση προβαίνει στην πραγματο- ποίηση επενδύσεων για να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητά της Μετά την πραγματοποίηση των επενδύσεων και εφόσον υπάρχουν ακόμα διαθέσιμα μετρητά εξοφλεί μη ληξιπρόθεσμες οφειλές για να μειωθούν οι επιβαρύνσεις από τόκους δανείων Με τα υπόλοιπα μετρητά (εφόσον υπάρχουν) ενισχύονται τα διαθέσιμα της επιχείρησης

71 Παν. Αρσένος71 Σχηματική Παράσταση Λειτουργίας της Επιχείρησης

72 Παν. Αρσένος72 Κεφάλαιο Κίνησης και Ρευστότητα της Επιχείρησης Ένας από τους πιο σημαντικούς δείκτες μέτρησης της ρευστότητας θεωρείται ο λόγος του κυκλοφορούντος ενεργητικού (Κ.Ε.) προς τις βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις (Β.Υ.) της οικονομικής μονάδας. Ο δείκτης αυτός καλείται δείκτης κυκλοφοριακής ρευστότητας (Δ.Κ.Ρ). Συνεπώς, σύμφωνα με τον πιο πάνω ορισμό : ΔΚΡ = ΚΕ / ΒΥ Ο δείκτης πρέπει κανονικά να έχει τιμές μεγαλύτερες της μονάδας (Δ.Κ.Ρ. > 1). Τιμές μικρότερες της μονάδας (Δ.Κ.Ρ.<1) δείχνουν ότι οι βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις δεν μπορούν να ικανοποιηθούν ακόμη και αν ρευστοποιηθεί ολόκληρο το κυκλοφορούν ενεργητικό. Η κατάσταση αυτή οφείλεται συχνά στη μείωση της αξίας του κυκλοφορούντος ενεργητικού (π.χ. μείωση αξίας αποθεμάτων, η δημιουργία επισφαλών απαιτήσεων) ή στη χρησιμοποίηση βραχυπρόθεσμου δανεισμού για την απόκτηση πάγιων στοιχείων.

73 Παν. Αρσένος73 Κεφάλαιο Κίνησης - Κερδοφορία και Κίνδυνος της Επιχείρησης Η διαχείριση του κεφαλαίου κίνησης, εκτός από τη ρευστότητα, μπορεί να επηρεάσει το κέρδος καθώς και ορισμένους κινδύνους που αντιμετωπίζει η επιχείρηση. Η διατήρηση υψηλών αποθεμάτων Η αύξηση της μέσης διάρκειας των απαιτήσεων Η αύξηση της μέσης διάρκειας των βραχυχρόνιων υποχρεώσεων

74 Παν. Αρσένος74 Απασχολούμενο κεφάλαιο Το απασχολούμενο κεφάλαιο περιλαμβάνει μόνο τα τμήματα του ισολογισμού με τα μακροπρόθεσμα κεφάλαια, και υπολογίζεται εάν από το σύνολο του ενεργητικού (πάγιο και κυκλοφορούν) αφαιρεθούν οι βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις. Το απασχολούμενο κεφάλαιο μπορεί να υπολογιστεί με δύο τρόπους: ΑΚ = ΠΕ + ΚΕ – ΒΥ ΑΚ = ΙΚ + ΜΥ Όπου ΑΚ = Απασχολούμενο Κεφάλαιο ΠΕ = Πάγιο Ενεργητικό ΚΕ = Κυκλοφορούν Ενεργητικό ΒΥ = Βραχυπρόθεσμες Υποχρεώσεις ΙΚ = Ίδια Κεφάλαια ΜΥ = Μακροπρόθεσμες Υποχεώσεις

75 Παν. Αρσένος75 Καθαρή θέση Η καθαρή θέση προκύπτει από το σύνολο του ενεργητικού μείον το σύνολο των υποχρεώσεων προς τρίτους. Η καθαρή θέση υπολογίζεται ως εξής: ΚΘ = ΣΕ -ΒΥ – ΜΥ (5) Η καθαρή θέση περιλαμβάνει τις παρακάτω αξίες: Μετοχικό κεφάλαιο Αποθεματικά κεφάλαια Αποθεματικό κερδών (Μη διανεμηθέντα κέρδη) Διαφορές αναπροσαρμογές

76 Παν. Αρσένος76 Διαχείριση καθαρού κεφαλαίου κίνησης Όσο περισσότερα κεφάλαια δεσμεύονται για κεφάλαιο κίνησης, τόσο λιγότερα είναι τα διαθέσιμα για επενδύσεις σε πάγια περιουσιακά στοιχεία, τα οποία κυρίως παράγουν έσοδα στην επιχείρηση. Για το λόγο αυτό απαιτείται ο προσδιορισμός του άριστου και όχι του ελάχιστου κεφαλαίου κίνησης. Για να κατανοηθούν οι ανάγκες της επιχείρησης σε κεφάλαια κίνησης πρέπει να εξετασθεί το παραγωγικό και το συναλλακτικό κύκλωμα της επιχείρησης. Το παραγωγικό κύκλωμα της επιχείρησης ξεκινά με την αγορά των πρώτων υλών και τελειώνει με την πώληση των παραχθέντων προϊόντων. Το συναλλακτικό κύκλωμα ξεκινά με την πληρωμή των πρώτων υλών που αγοράσθηκαν και τελειώνει με την είσπραξη των οφειλών από τους πελάτες.

77 Παν. Αρσένος77 Συστατικά στοιχεία του κεφαλαίου κίνησης Ο όρος κεφάλαιο κίνησης, αποτελείται από το σύνολο ή μέρος των κυκλοφορούντων περιουσιακών στοιχείων και των τρεχουσών υποχρεώσεων. Η σειρά παράθεσης των λογαριασμών που συνθέτουν το κεφάλαιο κίνησης είναι αυτή που υιοθετεί το Ελληνικό Γενικό Λογιστικό Σχέδιο όπως: Κυκλοφορούν ενεργητικό Αποθέματα Απαιτήσεις Χρεόγραφα Διαθέσιμα Μεταβατικοί λογαριασμοί ενεργητικού Βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις Μεταβατικοί λογαριασμοί παθητικού

78 Παν. Αρσένος78 Παράγοντες που καθορίζουν το μέγεθος του κεφαλαίου κίνησης (1) Οι παράγοντες που καθορίζουν το ιδανικό μέγεθος του κεφαλαίου κίνησης είναι οι εξής: Ο κλάδος στον οποίο δραστηριοποιείται η επιχείρηση (π.χ. οι βιομηχανικές επιχειρήσεις έχουν μεγαλύτερες ανάγκες σε Κ.Κ. από εμπορικές επιχειρήσεις). Το κόστος παραγωγής. Όσο μεγαλύτερο είναι το ανά μονάδα κόστος παραγωγής, τόσο μεγαλύτερο είναι το Κ.Κ. που απαιτείται. Ο όγκος πωλήσεων. Όσο μεγαλύτερος είναι ο όγκος των πωλήσεων, τόσο μεγαλύτερες είναι οι ανάγκες για Κ.Κ. Η διάρκεια της παραγωγικής διαδικασίας. Όσο μεγαλύτερη είναι η διάρκεια της παραγωγικής διαδικασίας, τόσο μεγαλύτερη είναι η ανάγκη για Κ.Κ.

79 Παν. Αρσένος79 Παράγοντες που καθορίζουν το μέγεθος του κεφαλαίου κίνησης (2) Ο απαιτούμενος χρόνος ρευστοποίησης των έτοιμων προϊόντων. Όσο μεγαλύτερο είναι το διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ παραγωγής και πώλησης, τόσο μεγαλύτερη είναι η ανάγκη για Κ.Κ. Η ταχύτητα κυκλοφορίας των στοιχείων του κυκλοφορούντος ενεργητικού. Όσο μικρότερη είναι η ταχύτητα κυκλοφορίας (ρευστοποίηση) των αποθεμάτων και των απαιτήσεων, τόσο μεγαλύτερη είναι η ανάγκη για Κ.Κ. Οι όροι διακανονισμού των συναλλαγών. Όσο ο χρόνος είσπραξης των απαιτήσεων αυξάνει σε σχέση με το χρόνο εξόφλησης των υποχρεώσεων, τόσο αυξάνει η ανάγκη για κεφάλαιο κίνησης. Η εποχικότητα της επιχείρησης. Επιπρόσθετα κεφάλαια απαιτούνται κατά την περίοδο αύξησης της παραγωγικής διαδικασίας. Η ποιότητα των στοιχείων του κυκλοφορούντος ενεργητικού. Ο όγκος των επισφαλών απαιτήσεων και των προϊόντων που βρίσκονται σε απαξίωση. Οι οικονομικές συνθήκες. Η φάση του οικονομικού κύκλου στην οποία βρίσκεται η οικονομία.

80 Παν. Αρσένος80 ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΑ ΣΧΕΔΙΑ Για να δημιουργηθεί μια νέα παραγωγική μονάδα ή για να επεκταθεί ή ακόμη και για να βελτιωθεί μια υφιστάμενη, απαιτείται επένδυση. Επένδυση είναι η δέσμευση πόρων με κίνητρο την προσδοκία μελλοντικών ωφελειών. Πραγματοποιείται με το σχέδιο επένδυσης.

81 Παν. Αρσένος81 ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΑ ΣΧΕΔΙΑ Τα κυριότερα χαρακτηριστικά του σχεδίου επένδυσης είναι: 1. Η διάθεση πόρων (εδαφικών εκτάσεων, κεφαλαίων, ειδικευμένων εργατών, διευθυντικών στελεχών κ.λ.π.). Οι πόροι που χρησιμοποιούνται στο σχέδιο επένδυσης εκφράζονται σε χρηματικές μονάδες. 2. Πραγματοποίηση σε ορισμένο τόπο (θέση εγκατάστασης του σχεδίου επένδυσης) 3.Ορισμένος χρόνος παραγωγικής ζωής (περίοδος παραγωγικής λειτουργίας του σχεδίου επένδυσης). 4. Η επιδίωξη εσόδων και γενικά ωφελειών που θα προέλθουν από τα αγαθά που θα παραχθούν ή τις υπηρεσίες που θα προσφερθούν. Τα δύο βασικά μεγέθη ή ροές του σχεδίου επένδυσης είναι: το κόστος (έξοδα) και οι ωφέλειες (έσοδα).

82 Παν. Αρσένος82 ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΑ ΣΧΕΔΙΑ Σκοπός της πραγματοποίησης επενδύσεων είναι: αντικατάσταση του υπάρχοντος μηχανολογικού εξοπλισμού για λόγους φθοράς, ασφάλειας, και βελτίωσης των συνθηκών εργασίας, αντικατάσταση εργατικών χεριών λόγω έλλειψης επαρκούς εργατικής δύνα- μης ή επειδή το κόστος εργασίας είναι πολύ υψηλό, βελτίωση της παραγωγικότητας και μείωση του κόστους παραγωγής, παραγωγή νέων προϊόντων, που δεν μπορούν να παραχθούν με την υπάρχουσα μηχανολογική υποδομή, αυτοματοποίηση μεθόδων παραγωγής λόγω τεχνολογικής εξέλιξης, π.χ. χρησιμοποίηση ρομπότ σε ορισμένες φάσεις της παραγωγικής διαδικασίας, και αύξηση της παραγωγικής ικανότητας για την αντιμετώπιση της προβλεπό- μενης αύξησης των πωλήσεων.

83 Παν. Αρσένος83 Κατηγορίες επενδύσεων Οι επενδύσεις διακρίνονται σε διάφορες κατηγορίες ανάλογα με τη χρονική διάρκεια πραγματοποίησής τους, το είδος της επένδυσης και το βαθμό ανάγκης. Οι επενδύσεις ανάλογα με τη χρονική διάρκεια, διακρίνονται σε: Μακροπρόθεσμες και Βραχυπρόθεσμες Οι επενδύσεις, ανάλογα με το είδος τους, διακρίνονται σε: Άμεσα παραγωγικές (π.χ. μηχανολογικού εξοπλισμού) Έμμεσα παραγωγικές (π.χ. κτίρια, εγκαταστάσεις).

84 Παν. Αρσένος84 Διακρίσεις επενδύσεων

85 Παν. Αρσένος85 Κατηγορίες επενδύσεων Οι αποφάσεις για την πραγματοποίηση επενδύσεων είναι σημαντικές για τους εξής λόγους: Οι επενδύσεις δεσμεύουν κεφάλαια για ένα μακροχρόνιο διάστημα και επομένως, η απόφαση για επενδύσεις θα έχει συνέπειες για πολλά χρόνια στο μέλλον Υπάρχει κίνδυνος, για τις μακροχρόνιες επενδύσεις, να υποστούν οικονομική απαξίωση λόγω τεχνολογικών εξελίξεων, πριν ακόμη αποσβεσθούν. Οι κίνδυνοι αυτοί μπορεί να ελαττωθούν, εάν μελετηθούν οι τάσεις και οι εξελίξεις που θα επικρατήσουν στο μέλλον.

86 Παν. Αρσένος86 Κατηγορίες επενδύσεων Οι αποφάσεις επένδυσης αναφέρονται στα εξής ερωτήματα: 1. ποια είναι η σκοπιμότητα της επένδυσης; Αξίζει δηλαδή να επενδυθούν χρήματα σε ορισμένο έργο ή όχι; 2. ποιο είναι το μέγεθος της επένδυσης; Είναι δυνατόν να αξιοποιηθεί το συγκεκριμένο μέγεθος, ή απαιτείται μικρότερη επένδυση σε μηχανήματα; 3. στην περίπτωση που υπάρχουν διάφορες εναλλακτικές λύσεις, ποια από όλες συμφέρει περισσότερο για επένδυση των χρημάτων μας; 4. συμφέρει περισσότερο να γίνει επένδυση σε μηχανολογικό εξοπλισμό ή μήπως αυτός να ενοικιασθεί; 5. τι συμφέρει περισσότερο, να αγορασθεί ένα εργοστάσιο ή να κατασκευασθεί; 6. συμφέρει να αποφασισθεί μια επένδυση σήμερα ή είναι προτιμότερο να αναβληθεί η λήψη απόφασης για το μέλλον; 7. συμφέρει περισσότερο να γίνει επένδυση στη Βόρεια ή Νότια Ελλάδα ή σε κάποια χώρα του εξωτερικού;

87 Παν. Αρσένος87 Κατηγορίες επενδύσεων (1) Τα απαραίτητα στοιχεία για την αξιολόγηση των επενδύσεων είναι: το καθαρό ποσό που απαιτείται για την επένδυση σήμερα, δηλαδή η εκροή μετρητών που απαιτείται αρχικά για την επένδυση, τα ποσά που θα απαιτηθούν στο μέλλον για την επένδυση, το κόστος του κεφαλαίου της επένδυσης (υπολογισμός των τόκων για το κεφάλαιο που επενδύεται με το τρέχον επιτόκιο της αγοράς ), τα αναμενόμενα καθαρά έσοδα από την επένδυση, δηλαδή η αναμενόμενη εισροή μετρητών, το ποσοστό του φόρου εισοδήματος, καθώς επίσης και οι τυχόν τοπικοί ή κοινοτικοί φόροι, το ποσοστό απόσβεσης και η τηρούμενη μέθοδος απόσβεσης, καθώς επίσης και η σκοπιμότητα χρησιμοποίησης κάθε μεθόδου,

88 Παν. Αρσένος88 Κατηγορίες επενδύσεων (2) ο χρόνος διάρκειας της επένδυσης ή της ωφέλιμης ζωής της επένδυσης, η υπολειμματική αξία της επένδυσης (αξία επένδυσης μετά την συνολική της απόσβεση), η αξία εκποίησης μιας παλιάς επένδυσης σε περίπτωση αντικατάστασής της από μια νέα επένδυση, τα φορολογικά κίνητρα και οι προνομιακές φορολογικές διευκολύνσεις και απαλλαγές για επενδύσεις σε ορισμένες περιοχές, που είναι λιγότερο αναπτυγμένες, τα διάφορα έξοδα επένδυσης και λειτουργίας, οι γενικότερες οικονομικές συνθήκες, καθώς και η οικονομική σταθερότητα της χώρας, τυχόν ποσά επί πλέον, που θα χρειασθούν, λόγω αύξησης των τιμών, για μια παλιά επένδυση.

89 Παν. Αρσένος89 Κριτήρια Επενδυτικών Αποφάσεων Τα κυριότερα κριτήρια επενδυτικών αποφάσεων είναι τα εξής: το κριτήριο της περιόδου επανάκτησης του κεφαλαίου, το κριτήριο της παρούσας αξίας των επανεπενδυθέντων κεφαλαίων, το κριτήριο της αποδοτικότητας των κεφαλαίων.

90 Παν. Αρσένος90 Το κριτήριο της καθαρής παρούσας αξίας Αρχική δαπάνη Ετήσια προβλεπόμενα έσοδα Έτη επανάκτησης κεφαλαίου Επένδυση Επένδυση Επένδυση Η επιχείρηση, στηριζόμενη στο κριτήριο του χρόνου επανάκτησης του κεφαλαίου, επιλέγει την επένδυση 1.

91 Παν. Αρσένος91 Το κριτήριο της καθαρής παρούσας αξίας Για την εφαρμογή του κριτηρίου αυτού χρειάζεται να υπολογισθούν τα εξής: το ύψος της παρούσας αξίας των μελλοντικών αποδόσεων (εισροών) κεφαλαίου, το χρονικό διάστημα που συνεχίζει η επένδυση να αποφέρει έσοδα στην επιχείρηση και το επιτόκιο που προεξοφλεί την παρούσα αξία του χρήματος σε σχέση με τη μελλοντική του αξία.

92 Παν. Αρσένος92 Το κριτήριο της καθαρής παρούσας αξίας Η παρούσα αξία των μελλοντικών αποδόσεων του κεφαλαίου δίνεται από τον παρακάτω τύπο: όπου: R = οι ετήσιες αποδόσεις (ή οι καθαρές ταμιακές ροές κάθε χρόνο) i = επιτόκιο προεξόφλησης, n = χρονική περίοδος Συγκρίνεται το ύψος της παρούσας αξίας (Π.Α.) των μελλοντικών αποδόσεων, που βρίσκεται από τον προηγούμενο τύπο, με το πραγματικό κόστος κεφαλαίου της επένδυσης (Κ). Εάν Π.Α. > Κ, τότε προκρίνεται η επένδυση αυτή, αντίθετα, απορρίπτεται η επένδυση εάν Π.Α. < Κ, ως ασύμφορη και ζημιογόνος.

93 Παν. Αρσένος93 Το κριτήριο της εσωτερικής αποδοτικότητας Το κριτήριο αυτό στηρίζεται στον εσωτερικό βαθμό απόδοσης, που είναι ο συντελεστής προεξόφλησης, ο οποίος εξισώνει την παρούσα αξία των εισροών με την παρούσα αξία των εκροών. Δηλαδή, ο συντελεστής εκείνος που δίνει Καθαρή Παρούσα Αξία ίση με το μηδέν. Στην πράξη, η μέθοδος του εσωτερικού βαθμού απόδοσης μπορεί να βρεθεί αν δοκιμασθούν διαδοχικά διαφορές επιτοκίων μέχρι να βρεθεί εκείνο το επιτόκιο που μηδενίζει την καθαρή παρούσα αξία. Η βασική διαφορά μεταξύ του κριτηρίου της καθαρής παρούσας αξίας και του εσωτερικού βαθμού απόδοσης είναι ότι η πρώτη υποθέτει ότι όλες οι εισροές ή εκροές που μεσολαβούν σε ένα επενδυτικό πρόγραμμα μπορούν να επενδυθούν πάλι προς το ελάχιστο αποδεκτό επιτόκιο. Το κριτήριο του εσωτερικού βαθμού απόδοσης υποθέτει ότι η επανεπένδυση γίνεται με επιτόκιο ίσο με τον εσωτερικό βαθμό απόδοσης. Άλλη διαφορά είναι ότι, καθώς ο συντελεστής προεξόφλησης μεγαλώνει, η καθαρή παρούσα αξία μικραίνει.

94 Παν. Αρσένος94 Διακρίσεις των σχεδίων επένδυσης (1) Τα σχέδια επένδυσης διακρίνονται: Από την άποψη της αρχικής σχεδίασης, τα σχέδια επένδυσης διακρίνονται στις εξής κατηγορίες. Δημιουργία νέας μονάδας Επέκταση υφιστάμενης παραγωγικής μονάδας Ανανέωση ή εκσυγχρονισμός εξοπλισμού Αγορά υφιστάμενης προβληματικής παραγωγικής μονάδας

95 Παν. Αρσένος95 Διακρίσεις των σχεδίων επένδυσης (1) Τα σχέδια επένδυσης διακρίνονται: 2. Από την άποψη της ένταξής τους στους κλάδους παραγωγής, τα σχέδια επένδυσης διακρίνονται στις εξής κατηγορίες: αγροτικά σχέδια βιομηχανικά σχέδια ενεργειακά σχέδια τουριστικά σχέδια σχέδια μεταφορών κ.ο.κ.

96 Παν. Αρσένος96 Διακρίσεις των σχεδίων επένδυσης (3) Τα σχέδια επένδυσης διακρίνονται: Από την άποψη του μεγέθους τους, τα σχέδια επένδυσης διακρίνονται: μικρά μεσαία και μεγάλα.

97 Παν. Αρσένος97 Διακρίσεις των σχεδίων επένδυσης (4) Τα σχέδια επένδυσης διακρίνονται: Από την άποψη της έντασης στη χρήση ή της εισροής των βασικών συντελεστών παραγωγής, τα σχέδια επένδυσης διακρίνονται σε: εντάσεως κεφαλαίου, σ’ αυτά δηλαδή που χρησιμοποιούν αναλογικά περισσότερη εισροή κεφαλαίου, ή τεχνολογίας, εντάσεως εργασίας, σ’ αυτά δηλαδή που χρησιμοποιούν αναλογικά περισσότερη εισροή εργασίας και εντάσεως εδαφικών πόρων, σ’ αυτά δηλαδή που χρησιμοποιούν αναλογικά περισσότερη εισροή εδάφους (π.χ. σχέδια γεωργικής ανάπτυξης).

98 Παν. Αρσένος98 Οι φάσεις ολοκλήρωσης των επενδυτικών σχεδίων Κάθε ολοκληρωμένη επενδυτική δραστηριότητα ακολουθεί μια ορισμένη διαδικασία, η οποία γίνεται σε τέσσερις φάσεις: 1. την προεπένδυση (φάση επιλογής και προπαρασκευής) 2. την προώθηση του σχεδίου επένδυσης 3. την κατασκευή του έργου (φάση επένδυσης) 4. τη λειτουργία (φάση παραγωγής).

99 Παν. Αρσένος99 Οι φάσεις ολοκλήρωσης των επενδυτικών σχεδίων

100 Παν. Αρσένος100 Αξιολόγηση της επένδυσης Όταν αξιολογείται ένα σχέδιο επένδυσης ενδιαφέρει η αποδοτικότητα, αν δηλαδή είναι κερδοφόρο για την επιχείρηση ή τον επενδυτικό φορέα. Η αξιολόγηση των επενδύσεων διακρίνεται σε: Ιδιωτική (ιδιωτική-χρηματική) και Εθνική (οικονομική – κοινωνική) Οι δύο αυτές αξιολογήσεις, αν και γίνονται με διαφορετική προσέγγιση, ενδιαφέρουν τόσο τον επενδυτικό φορέα, όσο και το φορέα του κοινωνικού συμφέροντος (κρατικούς φορείς, Κεντρική Τράπεζα κτλ.). Κάθε φορέας επένδυσης (ιδιωτικός και δημόσιος) πρέπει να κάνει και τις δύο αξιολογήσεις, εφόσον είναι επιθυμητή η πλήρης αξιολόγηση.


Κατέβασμα ppt "Παν. Αρσένος1 Χρηματοοικονομική Διοίκηση Η χρηματοοικονομική διοίκηση ασχολείται με τις αποφάσεις που αφορούν στη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων. Εξετάζει."

Παρόμοιες παρουσιάσεις


Διαφημίσεις Google