Η παρουσίαση φορτώνεται. Παρακαλείστε να περιμένετε

Η παρουσίαση φορτώνεται. Παρακαλείστε να περιμένετε

Αυτακοειδή & ανταγωνιστές τους. Γενικά…. Οι προσταγλανδίνες, η ισταμίνη και η σεροτονίνη ανήκουν σε μία ομάδα συμπλόκων που ονομάζονται τοπικές ορμόνες.

Παρόμοιες παρουσιάσεις


Παρουσίαση με θέμα: "Αυτακοειδή & ανταγωνιστές τους. Γενικά…. Οι προσταγλανδίνες, η ισταμίνη και η σεροτονίνη ανήκουν σε μία ομάδα συμπλόκων που ονομάζονται τοπικές ορμόνες."— Μεταγράφημα παρουσίασης:

1 Αυτακοειδή & ανταγωνιστές τους

2 Γενικά…. Οι προσταγλανδίνες, η ισταμίνη και η σεροτονίνη ανήκουν σε μία ομάδα συμπλόκων που ονομάζονται τοπικές ορμόνες (αυτακοειδή) Ποικίλλουν ευρέως ως προς τη δομή και τις φαρμακολογικές δράσεις Eχουν το κοινό χαρακτηριστικό ότι σχηματίζονται από τους ιστούς στους οποίους δρουν Διαφέρουν από τις κυκλοφορούσες στο ότι οι πρώτες παράγονται κυρίως από πολλούς ιστούς παρά από ειδικούς ενδοκρινείς αδένες

3 ΠΡΟΣΤΑΓΛΑΝΔΙΝΕΣ Είναι παράγωγα ακόρεστων λιπαρών οξέων τα οποία Δρουν στους ιστούς στους οποίους συντίθενται και μεταβολίζονται γρήγορα προς αδρανή προϊόντα στη θέση δράσης τους Θεραπευτικές χρήσεις: - Έκτρωση: η δινοπρόστη (dinoprost), η δινοπροστόνη (dinoprostone) και η καρβοπρόστη (carboprost) ενεργούν ως εκτρωτικοί παράγοντες άλλά έχουν ανεπιθύμητες ενέργειες όπως η λοίμωξη, η κατακράτηση ιστού και η αιμορραγία. - Πεπτικά έλκη: Η μισοπροστόλη είναι συνθετικό ανάλογο της προσταγλανδίνης Ε1 που χρησιμοποιείται για να αναστείλει την έκκριση υδροχλωρικού οξέος στο στόμαχο, την έκκριση γαστρικού οξέος και πεψίνης και ενισχύει την αντίσταση του βλεννογόνου στη βλάβη - Διαταραχή στύσης: Η αλπροσταδίλη ενωμένη στο σηραγγώδες σώμα του πέους παρέχει αποτελεσματική θεραπεία ορισμένων μορφών ανδρικής ανικανότητας

4 ΑΝΤΙIΣΤΑΜIΝIΚΑ Η ισταμίνη είναι ένας χημικός μεσολαβητής που τροποποιεί μία μεγάλη ποικιλία κυτταρικών απαντήσεων, μεταξύ των οποίων οι αλλεργικές και φλεγμονώδεις αντιδράσεις, η έκκριση γαστρικού οξέος και πιθανώς η νευρομεταβίβαση σε τμήματα του εγκεφάλου Η ισταμίνη δεν έχει κλινικές εφαρμογές, αλλά φάρμακα που επεμβαίνουν στη δράση της ισταμίνης (αντιισταμινικά) έχουν σπουδαίες θεραπευτικές χρήσεις

5 Εντόπιση, Σύνθεση και Απελευθέρωση Ισταμίνης Εντόπιση: Βρίσκεται πρακτικά σε όλους τους ιστούς, αλλά είναι κατανεμημένη ανομοιογενώς, με υψηλά ποσά να ανευρίσκονται στον πνεύμονα, στο δέρμα και στη γαστρεντερική οδό (θέσεις όπου το "εσωτερικό" του σώματος συναντά το "εξωτερικό") Σύνθεση: Σχηματίζεται από την αποκαρβοξυλίωση του αμινοξέος ιστιδίνη και συμβαίνει κυρίως στα ιστιοκύτταρα, στα βασεόφιλα και στους πνεύμονες, στο δέρμα και στο γαστρεντερικό βλεννογόνο-οι ίδιοι ιστοί στους οποίους η ισταμίνη αποθηκεύεται Απελευθέρωση : Η απελευθέρωση ισταμίνης μπορεί να είναι η αρχική απάντηση σε μερικά ερεθίσματα αλλά, πιο συχνά, η ισταμίνη είναι ένας από αρκετούς χημικούς μεσολαβητές που απελευθερώνονται από ερεθίσματα που περιλαμβάνουν την καταστροφή των κυττάρων ως αποτέλεσμα του ψύχους, των βακτηριακών τοξινών, των δηλητηρίων από κεντριά μελισσών ή τραύματος Αλλεργίες και αναφυλαξία μπορούν επίσης να πυροδοτήσουν την απελευθέρωση ισταμίνης

6 Μηχανισμός Δράσης Ισταμίνης Ασκεί τη δράση της συνδεόμενη σε ένα ή περισσότερα είδη υποδοχέων, που ονομάζονται Η1,Η2, Η3, Η4 (κυρίως Η1και Η2) και εντοπίζονται στην επιφάνεια των κυττάρων Οι Η1 υποδοχείς είναι σημαντικοί στην πρόκληση σύσπασης των λείων μυών και στην αύξηση της διαπερατότητας των τριχοειδών Οι δράσεις των Η1-αντιισταμινικών πραγματοποιούνται με τουλάχιστον δυο μηχανισμούς Η ισταμίνη προάγει την αγγειοδιαστολή προκαλώντας την απελευθέρωση νιτρικού οξειδίου από το αγγειακό ενδοθήλιο, αυτό το χημικό σήμα διαχέεται στους αγγειακούς λείους μύες, όπου διεγείρει την παραγωγή cGMP, προκαλώντας αγγειοδιαστολή Οι Η2 υποδοχείς τροποποιούν την έκκριση γαστρικού οξέος Τα δύο είδη υποδοχέων ασκούν τις δράσεις τους με διαφορετικές δεύτερες οδούς αγγελιοφόρων

7

8 Ρόλος της ισταμίνης στην αλλεργία και την αναφυλαξία Υπάρχει ομοιότητα ανάμεσα στα συμπτώματα που προκύπτουν από την ενδοφλέβια χορήγηση ισταμίνης και εκείνα που συνδέονται με την αναφυλακτική καταπληξία και τις αλλεργικές αντιδράσεις (αύξηση της διαπερατότητας των τριχοειδών, διέγερση των εκκρίσεων, σύσπαση των λείων μυϊκών ινών κ.α.) Ρόλος των τροποποιητών: Τα συμπτώματα που συνδέονται με την αλλεργία και το αναφυλακτικό shock προκύπτουν από την απελευθέρωση ορισμένων τροποποιητών (ισταμίνη, σεροτονίνη, λευκοτριένια, ηωσινόφιλο χημειοτακτικό παράγοντα της αναφυλαξίας) από τις θέσεις αποθήκευσής τους Σε μερικές περιπτώσεις οι τροποποιητές προκαλούν εντοπισμένη αλλεργική αντίδραση Κάτω από άλλες συνθήκες μπορούν να προκαλέσουν πλήρη αναφυλακτική αντίδραση Η διαφορά ανάμεσα σ' αυτές τις δύο καταστάσεις προκύπτει από διαφορές στις θέσεις από τις οποίες οι μεσολαβητές απελευθερώνονται και από τους ρυθμούς απελευθέρωσής τους Για παράδειγμα, εάν η απελευθέρωση της ισταμίνης είναι αρκετά αργή ώστε να επιτρέπει την αδρανοποίησή της προτού εισέλθει στην κυκλοφορία του αίματος, προκύπτει τοπική αλλεργική αντίδραση. Όμως, εάν η απελευθέρωση της ισταμίνης είναι πολύ γρήγορη για να αδρανοποιηθεί, προκύπτει πλήρης αναφυλακτική αντίδραση

9 Η1 ΑΝΤΙΣΤΑΜΙΝΙΚΑ Ο όρος "αντιισταμινικός", δίχως ένα τροποποιητικό επίθετο, αναφέρεται στους κλασικούς αναστολείς των Η1 υποδοχέων Αναστέλλουν την διαμεσολαβούμενη από υποδοχείς ενός ιστού στόχου Οι αναστολείς των υποδοχέων Η1 μπορούν να διαιρεθούν σε πρώτης και δεύτερης γενιάς φάρμακα (παρουσιάζουν μικρότερη τοξικότητα του ΚΝΣ) Δράσεις: Ανταγωνίζονται όλες τις δράσεις της ισταμίνης, εκτός από εκείνες που τροποποιούνται αποκλειστικά από τους Η2 υποδοχείς Θεραπευτικές χρήσεις: Αλλεργικές καταστάσεις, ταξιδιωτική ζάλη και ναυτία, υπνωτικά Ανεπιθύμητες ενέργειες: Αλληλεπιδράσεις με τους υποδοχείς ισταμίνης, με τους μουσκαρινικούς χολινεργικούς υποδοχείς, τους α-αδρενεργικούς υποδοχείς και τους υποδοχείς σεροτονίνης, καταστολή, εμβοές, κόπωση, ζάλη, ατονία, έλλειψη συντονισμού, θόλωση οράσεως και τρόμο, ξηροστομία Αλληλεπιδράσεις φαρμάκων: Άτομα που παίρνουν αναστολείς της ΜΑΟ δεν πρέπει να λαμβάνουν αντιισταμινικά, αφού οι αναστολείς της ΜΑΟ μπορούν να επιδεινώσουν τις αντιχολινεργικές δράσεις των αντιισταμινικών Υπερδοσολογία: προκαλεί οξεία δηλητηρίαση ( συνηθισμένη ειδικά σε νέα παιδιά)

10 ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΤΩΝ Η2 ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ ΙΣΤΑΜΙΝΗΣ Έχουν μικρή συγγένεια για τους Η1 υποδοχείς Μολονότι οι ανταγωνιστές των Η2 υποδοχέων ισταμίνης (Η2 ανταγωνιστές) αναστέλλουν τις δράσεις της ισταμίνης σε όλους τους Η2 υποδοχείς, η κύρια κλινική χρήση τους είναι ως αναστολείς της έκκρισης γαστρικού οξέος στη θεραπεία των ελκών Αναστέλλοντας συναγωνιστικά τη σύνδεση της ισταμίνης στους Η2 υποδοχείς, αυτά τα φάρμακα μειώνουν την ενδοκυττάρια συγκέντρωση του κυκλικού ΑΜΡ και, επομένως, την έκκριση γαστρικού οξέος

11 ΦΑΡΜΑΚΑ ΠΟΥ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΟΥΝΤΑΙ ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΗΣ ΚΕΦΑΛΑΛΓΙΑΣ ΑΠΟ ΗΜΙΚΡΑΝΙΑ Υπολογίζεται ότι 18 εκατομμύρια γυναίκες και 6 εκατομμύρια άνδρες στις Ηνωμένες Πολιτείες υποφέρουν από σοβαρές ημικρανίες Η ημικρανία μπορεί συνήθως να διακριθεί κλινικά από τις δύο άλλες συνηθισμένες μορφές κεφαλαλγίας-αθροιστική κεφαλαλγία και κεφαλαλγία τάσης-από τα χαρακτηριστικά της Οι ημικρανίες παρουσιάζονται ως σφυγμικός, παλμικός πόνος,οι αθροιστικές κεφαλαλγίες ως βασανιστικός, οξύς, σταθερός πόνος ενώ οι κεφαλαλγίες τάσης παρουσιάζουν αμβλύ πόνο με ένα επίμονο συσφιγκτικό αίσθημα στο κεφάλι

12 Μορφές ημικρανίας Δύο κύριες μορφές: ημικρανία δίχως αύρα και ημικρανία με αύρα. Η κεφαλαλγία είναι όμοια και στους 2 τύπους Ημικρανία δίχως αύρα: σοβαρή, μονόπλευρη, σφυγμική, διαρκεί τυπικά από 2 έως 72 ώρες, επιδεινώνεται από τη φυσική δραστηριότητα και συνοδεύεται από ναυτία, εμετό, φωτοφοβία και φωνοφοβία, περίπου 85% των ασθενών με ημικρανία δεν έχουν αύρα Ημικρανία με αύρα: προηγούνται νευρολογικά συμπτώματα, που καλούνται αύρα, τα οποία μπορεί να είναι οπτικά, αισθητικά ή και να προκαλούν διαταραχές του λόγου ή κινητικές Βιολογική βάση της ημικρανίας Η πρώτη εκδήλωση της ημικρανίας με αύρα είναι μια εξαπλούμενη καταστολή της νευρωνικής δραστηριότητας συνοδευόμενη από μειωμένη ροή αίματος στο πιο οπίσθιο τμήμα του εγκεφαλικού ημισφαιρίου Η υποαιμάτωση επιμένει κατά τη διάρκεια της αύρας και κατά τη φάση της κεφαλαλγίας, μετά από την οποία συμβαίνει υπεραιμάτωση Ασθενείς με ημικρανία δίχως αύρα δεν παρουσιάζουν υποαιμάτωση Ο πόνος και στις δύο μορφές ημικρανίας μπορεί να οφείλεται σε εξωκράνια και ενδοκράνια αρτηριακή διαστολή, που οδηγεί σε απελευθέρωση νευροδραστικών μορίων όπως η ουσία Ρ

13 Συμπτωματική θεραπεία της οξείας ημικρανίας Η ημικρανία μπορεί συνήθως να σταματήσει εάν η θεραπεία ξεκινήσει με την έναρξη των συμπτωμάτων Τριπτάνες: Μειώνουν σημαντικά τη σοβαρότητα της ημικρανιακής κρίσης στο 70% των ασθενών και είναι αγωνιστές σεροτονίνης, που δρουν σε μία υποομάδα των υποδοχέων σεροτονίνης που βρίσκονται σε μικρά, περιφερικά νεύρα τα οποία νευρώνουν τα ενδοκράνια αγγεία Διυδροεργοταμίνη: Παράγωγο της εργοταμίνης, χορηγείται ενδοφλεβίως και έχει αποτελεσματικότητα όμοια με εκείνη της σουματριπτάνης

14 Προφύλαξη Η θεραπεία για την πρόληψη της ημικρανίας ενδείκνυται εάν οι κρίσεις παρουσιάζονται δύο ή περισσότερες φορές το μήνα και εάν οι κεφαλαλγίες είναι σοβαρές ή επιπλέκονται από σοβαρά νευρολογικά σημεία Η προπρανολόλη είναι το φάρμακο εκλογής, αλλά και άλλοι β- αναστολείς, ιδιαίτερα η ναδολόλη, φαίνεται να είναι αποτελεσματικοί

15


Κατέβασμα ppt "Αυτακοειδή & ανταγωνιστές τους. Γενικά…. Οι προσταγλανδίνες, η ισταμίνη και η σεροτονίνη ανήκουν σε μία ομάδα συμπλόκων που ονομάζονται τοπικές ορμόνες."

Παρόμοιες παρουσιάσεις


Διαφημίσεις Google