Η παρουσίαση φορτώνεται. Παρακαλείστε να περιμένετε

Η παρουσίαση φορτώνεται. Παρακαλείστε να περιμένετε

Tο Γυναικείο Ζήτημα στον Αθλητισμό- Το Παράδειγμα ‘’Ολυμπιακός Αθλητισμός.

Παρόμοιες παρουσιάσεις


Παρουσίαση με θέμα: "Tο Γυναικείο Ζήτημα στον Αθλητισμό- Το Παράδειγμα ‘’Ολυμπιακός Αθλητισμός."— Μεταγράφημα παρουσίασης:

1 Tο Γυναικείο Ζήτημα στον Αθλητισμό- Το Παράδειγμα ‘’Ολυμπιακός Αθλητισμός

2 Εισαγωγικές σκέψεις Οι πρωταρχικές προσπάθειες νοηματικού προσδιορισμού της νεότερης έκφρασης της αθλητικής δραστηριότητας μόνο από την βιολογία, την ιατρική και συναφείς προς αυτές τις επιστήμες επιστημονικούς κλάδους, άσκησαν πολύ μεγάλη επιρροή και στο κοινωνικό νόημα της ολυμπιακής αγωνιστικής δραστηριότητας. Οι επιστημονικές απόψεις της εποχής ανασύστασης των ολυμπιακών αγώνων που σχετίζονται με ’γυναικεία ζητήματα’, αλλά και των μετέπειτα χρονικών περιόδων, αφ' ενός μεν χρησιμοποιήθηκαν σαν προπέτασμα για τον αποκλεισμό συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων από την κοινωνική αυτή διαδικασία και αφ' ετέρου χρησιμοποιήθηκαν με πρόθεση ή χωρίς, ή με άμεση ή έμμεση σκοπιμότητα από το ολυμπιακό κίνημα για να αποδυναμώσουν το νόημα των οποιωνδήποτε πολιτισμικών επιρροών που συν-καθόριζαν το νόημα της ολυμπιακής δραστηριότητας. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε την κοινωνιολογική- ιστορική έρευνα του Karl Gaulhofer το 1930 όπου πειστικά και με πολλά παραδείγματα πιστοποιεί την διασύνδεση της ανθρώπινης κινητικής δραστηριότητας στο παιχνίδι, στον αθλητισμό και στον αθλητικό αγώνα με τα ισχύοντα κοινωνικά και πολιτισμικά δεδομένα. Οι προσπάθειες κοινωνιολογικής επεξήγησης της αθλητικής γενικά δραστηριότητας στις πρώτες δεκαετίες κυρίως του 20ου αιώνα δεν έβρισκαν καμία ευρεία απήχηση στους αθλητικούς κύκλους. Τέτοιες προσπάθειες έτυχαν αναγνώρισης στους μετέπειτα χρόνους και στα πλαίσια της νεότευκτης πλέον αθλητικής επιστήμης. Βλ. προς τούτο τις έρευνες των Eichberg, 1973, 1978α, 1978β - Rittner 1976 και Kamper/Rittner, 1976.

3 Μια επιστημονική διείσδυση στην κινητική-αθλητική ανθρώπινη συμπεριφορά στο πέρασμα της ευρωπαϊκής ιστορίας από το ’Μεσαίωνα’ μέχρι σήμερα φέρνει στην επιφάνεια, όπως έχουμε διαπιστώσει, τη διαφορετικότητα αυτής της συμπεριφοράς στις ανάλογες εποχές και σε αντιστοιχία με την εκάστοτε μορφή κοινωνικής συγκρότησης, πιστοποιώντας ταυτόχρονα τον μετασχηματισμό και τις εποχιακές ιδιομορφίες του αθλητικού φαινομένου. Η ’επιστημονική περιήγηση’ ενός ερευνητή στα κοινωνικά- ιστορικά πλαίσια της ανθρώπινης κινητικής και αθλητικής δραστηριότητας τον οδηγεί απερίσπαστα στο συμπέρασμα ότι τα αθλητικά παιχνίδια αλλά ιδιαίτερα οι αθλητικοί αγώνες ήταν κατά κύριο λόγο μια ανδρική υπόθεση. Και αυτό γιατί είχαν ταυτιστεί με επίδειξη και έκφραση του ανδρισμού και των ιδανικών του, δεδομένα που επηρέασαν σε εξαιρετικά μεγάλο βαθμό και το ολυμπιακό κίνημα, ταυτόχρονα με την εμφάνισή του. Μια επιφανειακή επομένως διερεύνηση της ανθρώπινης κίνησης, την τοποθετεί, την ταξινομεί και την εντάσσει ολοκληρωτικά στην φυσιο- βιολογική οντότητα του ανθρώπου, χωρίς να λαμβάνεται ουσιαστικά υπόψη η σχέση της με τα κοινωνικά και πολιτισμικά πλαίσια, εντός των οποίων πραγματοποιείται.

4 Η βιολογική διαφορά ως σημείο αναφοράς της κοινωνικής-πολιτισμικής αιτιότητας του αποκλεισμού των γυναικών από τον αθλητισμό - ολυμπιακό αθλητισμό. Η πολιτισμική έκφραση, η κοινωνική σημασία και νοηματική διάσταση του ανθρώπινου σώματος και ουσιαστικά το νόημα της ’χρήσης’ του, της αθλητικής ’εργαλειοποίησής του’, εξαρτάται από τους περιοδικά ισχύοντες ευρύτερους πολιτισμικούς και κοινωνικούς συσχετισμούς των επιμέρους κοινωνικών περιοχών. Επομένως οι ’θεσμοθετημένες’ κινητικές δραστηριότητες και πιο συγκεκριμένα οι αθλητικές- αγωνιστικές επικοινωνιακές πρακτικές, ενδέχεται να αντανακλούν πολλές φορές πέραν των άλλων και την ποιότητα της σχέσης μεταξύ των φύλων.

5 Τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα, χρονική περίοδο που επιδιωκότανε η ανασύσταση των ολυμπιακών αγώνων αναπτύσσονται στις κοινωνίες δυτικού τύπου αφ’ ενός μεν ουσιαστικοί προβληματισμοί οι οποίοι στοχεύουν στην ανατίμηση της κοινωνικής αξίας του ανθρώπινου σώματος, όπως σε άλλα σημεία έχει με λεπτομέρεια προαναφερθεί και αφ’ ετέρου ’ενισχυμένες επιστημονικά’ κοινωνικές αντιλήψεις που αποσκοπούν στον αποκλεισμό των γυναικών από δημόσιου χαρακτήρα δραστηριότητες. Εδώ δεν πρέπει να μας διαφεύγει το γεγονός ότι ο ’ρόλος’ της αθλήτριας ήταν πάντα και παραμένει δημόσιος ρόλος. Η ενασχόληση της γυναίκας με τον αγωνιστικό αθλητισμό στα πλαίσια των επιστημών που επικεντρώνουν το ενδιαφέρον τους προς αυτή την κατεύθυνση, θεωρείται ότι είναι βιολογικά και ψυχικά επιβλαβής για αυτή, με αρνητικές κατ’ επέκταση συνέπειες και για τη δημόσια υγεία. Έτσι με βάση αντιλήψεις ιατρικής και ψυχολογικής κυρίως προέλευσης, κατασκευάστηκε και παγιώθηκε και στα πλαίσια της νεωτερικότητας στην κοινωνική περιοχή του αθλητισμού, ο κοινωνικός μύθος περί του ‘’αδύνατου φύλου’’.

6 Οι επικλήσεις στις απόψεις της ιατρικής αλλά και σε αντίστοιχες της ψυχολογίας ήταν γενικά συνηθισμένο φαινόμενο όταν οι γυναίκες ’απειλούσαν’ κοινωνικά ανδροκρατούμενους τόπους. Αλλά και η φιλοσοφία και η ανθρωπολογία καταπιάστηκαν δραστικά με τη ’ψυχή’ και τη ’φύση’ της γυναίκας για να περιχαρακώσουν επιστημονικά τον κοινωνικό της αποκλεισμό. Σύμφωνα λοιπόν με τις κυρίαρχες εθιμοτυπικές, κοινωνικές αλλά και επιστημονικές αντιλήψεις της εποχής έλειπαν από την γυναικεία οντότητα εκείνες οι ’ψυχικές’ και οι ’φυσικές δυνατότητες’ που θα τις καθιστούσαν ικανές να συμμετάσχουν στον αθλητικό ανταγωνισμό. Μια τέτοια σκεπτικιστική στάση φυσικά υπαγορευόταν ποικιλότροπα και με διαφορετικό τρόπο, αλλά και σε αντιστοιχία με την δομική ιδιαιτερότητα των αθλημάτων. Τα επιχειρήματα επομένως επί των οποίων βασίζονταν ο αποκλεισμός των γυναικών από τον αγωνιστικό και κατ’ επέκταση από τον ολυμπιακό αθλητισμό, σχετίζονταν με τις κρατούσες αντιλήψεις για το σώμα και την ψυχή, την ηθική, την αισθητική και κυρίως με τις κοινωνικές αποστολές της θηλυκής οντότητας. Ωστόσο οφείλεται να επισημανθεί στο σημείο αυτό ότι τα κριτήρια ηθικών, αισθητικών κ.τ.λ. αξιολογήσεων της οποιασδήποτε κοινωνικής επικοινωνιακής πρακτικής (δηλ. και της αθλητικής) μεταβάλλονται στον ’κοινωνικό χώρο και χρόνο’, όπως επίσης μεταβάλλεται η γνώση μας που σχετίζεται με το γυναικείο σώμα και τις δυνατότητες που αυτό έχει για αθλητικές επιδόσεις.

7 Για παράδειγμα μια στρατηγική περιορισμού του γυναικείου ενδιαφέροντος προς τον αγωνιστικό - ολυμπιακό αθλητισμό ήταν ο χαρακτηρισμός κάποιων αθλημάτων ως επικίνδυνων για την γυναίκα. Θα ήθελα όμως στο σημείο αυτό να υπογραμμίσω ότι παρατηρώντας ακολούθως τις διεκδικήσεις του ’γυναικείου ολυμπιακού κινήματος’, μπορούμε να ισχυρισθούμε πως οι δομές και οι ’θέσεις’ τόσο της ΔΟΕ αλλά και της IAAF(παγκόσμια ομοσπονδία κλασσικού αθλητισμού), ήταν εξαιρετικά συντηρητικές, σε αντίθεση με την FINA(διεθνή ομοσπονδία κολύμβησης), η οποία κρατούσε μια περισσότερο φιλελεύθερη στάση απέναντι στα γυναικεία αθλητικά ζητήματα. Φυσικά το δεδομένο αυτό δεν στερείται κοινωνικών αιτιών και εξηγήσεων που βασίζονται στην ιδιαίτερη ’φύση’ των αθλημάτων και στην σχέση τους με τις κοινωνικές- πολιτισμικές αντιλήψεις της εποχής περί ’φύλου’.

8 Επιδίωξή μου είναι στα πλαίσια της διερευνητικής αυτής προσέγγισης, να τεκμηριώσω με αξιόπιστο επιστημονικά τρόπο ότι η ’ολυμπιακή αθλητική επίδοση’, ως πολιτισμικό γεγονός και φαινόμενο είναι αποτέλεσμα αλληλενδετότητας πολλών παραγόντων πέραν των βιολογικών. Υπό αυτό το δεδομένο τα ζητήματα, τα ερωτηματικά που αφορούν την συμμετοχή και τη θέση των γυναικών στον ολυμπιακό αθλητισμό μπορούν να επεξηγηθούν και να αναλυθούν επαρκώς μόνο σε αντίστοιχα προς αυτή την άποψη επίπεδα διερεύνησης, μόνο σε αντίστοιχα προς αυτή την άποψη νοηματικά πλαίσια. προβληματισμούς που εντάσσονται στο κοντινό παρελθόν και αφορούν τη γυναικεία παρουσία στον αγωνιστικό και ολυμπιακό αθλητισμό, ως σημείο αναφοράς εκλαμβάνονται αποτελέσματα πολλών εμπειρικών ερευνών στα πλαίσια των οποίων διαπιστώνεται ότι η συμμετοχή των γυναικών είναι πολύ χαμηλότερη σε σχέση με τους άνδρες. Για να ανιχνεύσουμε όμως τις αιτίες αυτής της υπό-εκπροσώπησης δεν αρκεί η μονοσήμαντη αποδοχή της βιολογικής διαφορετικότητας ως αναλυτικής κατηγορίας, αλλά οφείλεται να συσχετισθεί αυτή με κοινωνικές-πολιτισμικές παραμέτρους οι οποίες κατά κανόνα ασκούν μεγαλύτερη επιρροή όσον αφορά το ζήτημα της συμμετοχής της γυναίκας στον αγωνιστικό αθλητισμό, απ’ ότι η παράμετρος βιολογικό φύλο.

9 Τα επιχειρήματα επεξήγησης της χαμηλότερης σε σχέση με τους άνδρες συμμετοχής των γυναικών στον αγωνιστικό αθλητισμό έχουν επομένως πολυσύνθετο χαρακτήρα. Γενικά και ενδεικτικά θα μπορούσαμε σήμερα να αναφέρουμε : α) την υψηλή επιβάρυνση της γυναίκας από το συνδυασμό επαγγέλματος και οικογενειακών υποχρεώσεων, β) την επιλογή άλλων ασχολιών, εκτός αθλητισμού από τις ίδιες της γυναίκες, γ) το κλασσικό και ’εν μέρει’ ισχύον επιχείρημα ότι η ανατομική, φυσιολογική, ορμονική και εν γένει η βιολογική ιδιαιτερότητα της γυναίκας την παρεμποδίζει για μια ισότιμη συμμετοχή στον αθλητικό ανταγωνισμό ή την ’αποκλείει’ εξ υπαρχής από την προσέγγιση συγκεκριμένων αθλητικών επιδόσεων. Εδώ φυσικά θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η διαφορετικότητα των αθλημάτων και η σχέση ενός εκάστου με συγκεκριμένες βιολογικές παραμέτρους. Δεν θα ήθελα όμως στο σημείο αυτό να περιορίσω τη συζήτηση και τον προβληματισμό μου σε δια-φυλικές βιολογικές διαφορές οι οποίες ’ενδεχομένως’ προκαθορίζουν την ικανότητα προσέγγισης υψηλών αθλητικών επιδόσεων. Εξάλλου ένα τέτοιο επιχείρημα, όπως έχει αποδειχθεί από την επιστημονική έρευνα και όπως θα δούμε στην συνέχεια, είναι κοινωνικά- πολιτισμικά ’ευμετάβλητο’ και ασταθές. Οπωσδήποτε διασυνδέονται οι αθλητικές επιδόσεις με βιολογικά δεδομένα. Όμως πολιτισμικές συγκρίσεις δείχνουν ότι αυτά τα βιολογικά δεδομένα δεν είναι ’αδιάφορα’ και ’στατικά μεγέθη’ όσον αφορά τους συσχετισμούς τους με ένα διηνεκώς μεταβαλλόμενο κοινωνικό-πολιτισμικό περιβάλλον. Επομένως ενδέχεται σε διαφορετικές πολιτισμικές καταστάσεις να έχουν αυτά εντελώς διαφορετικό νόημα και διαφορετική ’εξέλιξη’ και σημασιολογία.

10 Οι πραγματικά υφιστάμενες βιολογικές διαφορές μεταξύ των δύο φύλων αποτέλεσαν μάλλον αφορμή παρά αιτία αποκλεισμού της γυναίκας όπως θα διαπιστώσουμε στη συνέχεια. Επομένως οι επιδιώξεις, οι ’αγώνες’ των γυναικών πρώτα για συμμετοχή και κατόπι για ισόνομη μεταχείριση εντός της κοινωνικής περιοχής του αθλητισμού-ολυμπιακού αθλητισμού, ως αντικείμενο επιστημονικής έρευνας και κυρίως κοινωνιολογικής διερεύνησης, δεν επιδέχονται μονοσήμαντων ερμηνευτικών αναλύσεων. Ως τέτοιες μπορούν να θεωρηθούν οι ερμηνείες οι οποίες βασίζονται σε μονομερείς και κατά τις περιστάσεις ’εργαλειοποιημένες’ βιολογικές, ψυχολογικές, ιατρικές κ.τ.λ. απόψεις. Η σύγχρονη αθλητική και κυρίως η ολυμπιακή ιστορία είναι γεμάτη από τέτοιου είδους αντιλήψεις. Στις προοπτικές αυτές αγνοήθηκαν και αγνοούνται, ενδεχομένως με σκοπιμότητα, οι εκάστοτε κοινωνικές-πολιτισμικές καταστάσεις και ισχύουσες κοινωνικές δομές, οι οποίες υφίστανται σε σχέση εξωτερική μεν προς το άτομο, επιβάλλουν όμως πάντα και συνήθως αθόρυβα, όρια στις φυσικές και ψυχολογικές ανθρώπινες τάσεις, ασκούν δυνάμεις ’καταναγκασμού’ σχετικά με τις επιλογές των στόχων και συγκροτούν έτσι τα πλαίσια ανέλιξης της κοινωνικής επικοινωνίας και δράσης. Τα δεδομένα αυτά μας επισημαίνουν ότι η αθλητική επικοινωνία και δράση της γυναίκας σίγουρα επηρεάσθηκε και επηρεάζεται από βιολογικές παραμέτρους αλλά κυρίαρχα επηρεάζεται από τις δομές και τις αξίες του συστήματος του αθλητισμού. Αυτά τα κοινωνικά μεγέθη όμως έχουν μια δυναμική σχέση με το κοινωνικό-πολιτισμικό περιβάλλον και την κοινωνική-ιστορική περίοδο στα πλαίσια της οποίας διαπραγματευόμαστε τα οποιαδήποτε ερωτηματικά μας. Θεωρούμε επομένως όχι απλά σαν αυτονόητο, αλλά σαν εξαιρετικής σπουδαιότητας για τη διερεύνησή μας, το γεγονός μιας συνοπτικής αναφοράς των απόψεων του εμπνευστή των σύγχρονων ολυμπιακών αγώνων, του Coubertin, αλλά και των αμέσως επόμενων διαδόχων του.

11 Οι απόψεις και θέσεις του Coubertin και του ολυμπιακού κινήματος για τον γυναικείο ολυμπιακό αθλητισμό. Οι απόψεις του Coubertin ήταν συντονισμένες με το πνεύμα της εποχής, ήταν δηλαδή κυρίαρχα απορριπτικές όσον αφορά τη συμμετοχή της γυναίκας στον ολυμπιακό αθλητισμό. Οι σύγχρονοι ολυμπιακοί αγώνες όφειλαν τόσο για τον εμπνευστή τους, όσο και για τα υπόλοιπα μέλη της ΔΟΕ, να είναι προσβάσιμοι μόνο στους νεαρούς άνδρες, ακριβώς κατά τα αρχαίο-ελληνικά πρότυπα. Αυτός ήταν και ο λόγος που το ολυμπιακό κίνημα ήδη από την ίδρυσή του, διαπραγματεύτηκε την αξίωση των γυναικών για συμμετοχή στην παγκόσμια αυτή αθλητική διοργάνωση με επιφυλάξεις, ’χλευασμό’ και με όλες τις χαρακτηριστικές προκαταλήψεις για το γυναικείο φύλο, τέλη του 19ου και αρχές του 20ου αιώνα. Ο ολυμπιακός αθλητισμός καθορίζονταν από τις περί αθλητισμού αντιλήψεις του άνδρα. Ο αγωνιστικός αθλητισμός, είναι φαινόμενο που ’εναντιώνεται’ στο φυσικό προορισμό της γυναίκας, διακήρυσσε το 1902 ο Coubertin. Ακόμα και μετά την απόσυρσή του από την ΔΟΕ, επέμενε στην θέση του ότι θεωρεί σαν ένα είδος ’κοινωνικής και ηθικής απόκλισης’ την συμμετοχή των γυναικών στους ολυμπιακούς αγώνες.

12 Σύμφωνα λοιπόν με τις τότε κυρίαρχες κοινωνικές-πολιτισμικές αντιλήψεις τις οποίες υιοθέτησε και ο Coubertin, η γυναίκα στο ρόλο της συζύγου και μητέρας ολοκλήρωνε και ’εξαντλούσε’ τη φυσική ατομική-προσωπική και κοινωνική της αποστολή. Οι συνεργάτες του και τα λοιπά μέλη της ΔΟΕ εμφάνιζαν σχεδόν μια ολοκληρωτική προσαρμογή στις πατερναλιστικές του απόψεις και κόσμο- αντιλήψεις. Η αρνητική έως και ’εχθρική’ πολλές φορές στάση της ΔΟΕ συνεχίστηκε, όσον αφορά το ’γυναικείο ζήτημα’ και από τους διαδόχους του Coubertin. Όταν ανέλαβε την προεδρία ο Baillet-Latour(1925), επεδίωξε για παράδειγμα στην συνεδρία του 1930 στο Βερολίνο έναν περιορισμό της γυναικείας συμμετοχής στους αγώνες. Πρότεινε μάλιστα να επιτραπεί στις γυναίκες ελεύθερα η πρόσβαση σε αγωνίσματα ’αισθητικού χαρακτήρα’, με κύριο στόχο να αμβλύνει την γυναικεία αξίωση για συμμετοχή στα αγωνίσματα στίβου, των οποίων το νόημα κατά τις κρατούσες απόψεις και τα κοινωνικά περί φύλου στερεότυπα της εποχής, ήταν αν-αντοίστιχο με τη γυναικεία φύση και αισθητική. Επίσης ιδιαίτερα σκληρός και αυστηρός απέναντι στα ζητήματα αυτά εμφανίσθηκε και ο Avery Brundage, πρόεδρος της ΔΟΕ από το 1952 μέχρι και το Οφείλουμε όμως εδώ να τονίσουμε ότι τέτοιες αντιλήψεις για το γυναικείο κοινωνικό ρόλο τις συναντάμε σε όλες τις κοινωνικές περιοχές. Είναι επομένως φυσικό επακόλουθο να υπάρχουν και στην περιοχή του ολυμπιακού αθλητισμού που θεωρούνταν ως κατ’ εξοχή ανδροκρατούμενη κοινωνικά περιοχή.

13 Φέρνοντας επομένως στο επίκεντρο του αθλητικού-επιστημονικού μας ενδιαφέροντος την κοινωνική-ιστορική διαδρομή του νεώτερου αθλητισμού- ολυμπιακού αθλητισμού μπορούμε με σαφήνεια να του προσάψουμε έναν ανδροκεντρισμό, φυσικά όχι αναίτια. Οι ’ανδροκεντρικές’ της εποχής κοινωνικές και όχι μόνο αντιλήψεις, οι οποίες αναδείκνυαν τον άνδρα ως ’μέτρο’ αξιολόγησης όλων των κοινωνικών διεργασιών, γεγονότων και καταστάσεων ήταν ιδιαίτερα παγιωμένες στους ευρωπαϊκούς κύκλους της αθλητικής και ευρύτερης κινητικής κουλτούρας. Συγκρινόμενες οι αθλητικές αγωνιστικές ή γενικότερα οι γυμναστικές επιδόσεις και ικανότητες των γυναικών με αυτές των ανδρών σε μια ’οροθετημένη’ από τους άντρες κλίμακα αξιολόγησης αθλητικών επιδόσεων, ικανοτήτων και επιδεξιοτήτων, προσδιορίζονταν ως υπολειπόμενες τόσο αθλητικού όσο και ευρύτερου κοινωνικού νοήματος. Ωστόσο οφείλουμε να υπογραμμίσουμε ότι δεν υπήρχε ’κανένας νόμος’, καμία διάταξη, ή έστω και η παραμικρή ’τυπική κανονιστική’ υπόδειξη που να απαγορεύει ή να εμποδίζει με σαφήνεια τη συμμετοχή της γυναίκας στον αθλητισμό και στην γυμναστική. Φυσικά μπορούμε να ισχυριστούμε ότι αυτό δεν ήταν και απαραίτητο, επειδή αφ’ ενός μεν ήταν αυτονόητος ο αποκλεισμός των γυναικών από δημόσιους ρόλους στα ισχύοντα κοινωνικά πλαίσια και αφ’ ετέρου ενισχύονταν η κατάσταση αυτή από την ιστορικά ’βαθιά’ ριζωμένη αντίληψη που επικρατούσε στις κοινωνίες, ότι οι έντονες και κοπιώδεις ασκήσεις στους αθλητικούς χώρους και στα γυμναστικά όργανα δεν ήταν κατά κύριο λόγο επιστημονικά και μετά εθιμοτυπικά ενδεδειγμένες, κατάλληλες και επιτρεπτές για τη γυναικεία φύση.

14 Οι επιλεγμένες με σκοπιμότητα από τους άντρες απόψεις κυρίως της ιατρικής και της ψυχολογίας παρείχαν τις προϋποθέσεις ’κοινωνικής νομιμοποίησης’ και αποδοχής αυτών των αντιλήψεων. Οι πρώτες λοιπόν προσπάθειες για μια θεσμικά διασφαλισμένη σωματική εξάσκηση των γυναικών στις αρχές του 19ου αιώνα έπρεπε ν’ αξιολογηθούν με λεπτομέρεια και να εναρμονιστούν με τα ισχύοντα στην εποχή πρότυπα της θηλυκότητας. Τα στοιχεία επί των οποίων βασίστηκε η κοινωνική νομιμοποίηση της συμμετοχή τους στις γυμναστικές ασκήσεις αλλά και σε ευρύτερες αθλητικές δραστηριότητες ήταν η διασφάλιση και προαγωγή της υγείας, η γυναικεία χάρη και η προβολή της ’θηλυκής γοητείας’. Η αποδοχή μιας τέτοιας διαφοροποίησης της αθλητικής δραστηριότητας με βάση τα γενετικά χαρακτηριστικά, σε συνδυασμό με τον ’εγγενή χαρακτηρισμό’ πολλών αθλημάτων ως τυπικά ανδρικών, δημιουργούσε πολλές δυσκολίες πρόσβασης στην γυναίκα όσον αφορά την πλειονότητα των ολυμπιακών αθλημάτων. Για τη γυναίκα ίσχυε και ακόμα τουλάχιστον μέχρι σήμερα κοινωνικά ’υποβόσκει’, δηλαδή υφίσταται σε λανθάνουσα κοινωνικά κατάσταση, η παραδοσιακή αντίληψη ότι δεν αντιστοιχούν όλα τα αθλήματα στη ’γυναικεία φύση’. Το κλίμα αυτό διαμόρφωναν οι κοινωνικοί κανόνες, οι αυστηρές εθιμοτυπικές διατάξεις και τα επιμέρους κατά κοινωνική περιοχή ισχύοντα συστήματα αξιών, που σηματοδοτούσαν την προσδοκώμενη και ανάλογη κατά φύλο συμπεριφορά.

15 Με βάση λοιπόν τις προαναφερόμενες αντιλήψεις, ο ρόλος της γυναίκας προσδιορίζονταν σαφέστατα ως δευτερεύουσας σημαντικότητας κοινωνικός ρόλος και περιόριζε την δραστηριότητά της κατά κανόνα στις οικογενειακές υποχρεώσεις και στις οικιακές λειτουργίες. Η κατάσταση αυτή είχε σαν αποτέλεσμα να διευρύνεται ο μύθος περί του κοινωνικά ’αδύνατου φύλου’ στην καθημερινή κοινωνική αντίληψη, ενισχυμένος φυσικά από διαφορετικές επιστημονικές θεωρητικές επινοήσεις και ’ιδεολογικά τεχνάσματα’ ανά κοινωνία. Οι σχετικές με τον αθλητισμό, αλλά και με τη διανόηση ή το στοχασμό δραστηριότητες και επιδόσεις θεωρούνταν και χαρακτηρίζονταν ως αναξιοπρεπείς για τη γυναίκα, ως μη ενδεδειγμένες για την γυναικεία φύση και την θηλυκότητα. Ακόμα και κατά την δεύτερη δεκαετία του 20ου αιώνα, πριν και μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο, όταν άρχισαν π.χ. στην Αγγλία ή τη Γαλλία να διεξάγονται αθλητικοί αγώνες ή αθλητικά παιχνίδια γυναικών, η Γερμανία και πολλές άλλες χώρες της Ευρώπης έβλεπαν με σκεπτικισμό αυτές τις τάσεις, επειδή στις αντίστοιχες κοινωνίες δεν ήταν δυνατή η διασύνδεσή τους με τα καθοριζόμενα από τους άνδρες ισχύοντα πρότυπα της θηλυκότητας και της καθοριζόμενης από αυτά τα πρότυπα γυναικείας συμπεριφοράς.

16 Γενικές απόψεις περί της κοινωνικής διαδρομής της γυναίκας στον αθλητισμό- ολυμπιακό αθλητισμό. Η αξίωση της γυναίκας για συμμετοχή στα ολυμπιακά δρώμενα εμφανίζεται όπως διαπιστώνουμε, σε μια ιστορική-κοινωνική περίοδο, τέλος 19ου, αρχές 20ου αιώνα και μετέπειτα, που λαμβάνουν χώρα ευρύτεροι κοινωνικοί και οικονομικοί μετασχηματισμοί οι οποίοι επιφέρουν και αλλαγές στις αντιλήψεις περί του γυναικείου ρόλου. Οι μετασχηματισμοί αυτοί αποτέλεσαν αιτίες, αλλά και αφορμές αντιπαράθεσης και πολλές φορές ’σύγκρουσης’ των γυναικών, των γυναικείων κοινωνικών κινημάτων με το κατεστημένο, σε διαφορετικά κοινωνικά πεδία. Τέτοιου είδους κοινωνικές συγκρούσεις, υποστηριζόμενες ερμηνευτικά από την κοινωνιολογική θεωρία (R. Dahredorf, L. Coser) και σκέψη, αναδύονται και σαν στοιχείο επιδίωξης κοινωνικής συνοχής, εδώ ενδυνάμωσης του βαθμού συνοχής του γυναικείου κινήματος. Στα πλαίσια συγκεκριμένων κοινωνιολογικών θεωρήσεων και εξειδικευμένων με αυτό το ζήτημα διερευνητικών αναλύσεων, οι συγκρούσεις αυτής της μορφής συμβάλουν κυρίαρχα στη διατήρηση της ιδιαίτερης ταυτότητας καθώς επίσης και στην ενίσχυση των ’νοηματικών ορίων’ μεταξύ κοινωνικών ομάδων και επιμέρους κοινωνικών περιοχών. Το σημαντικό όμως είναι ότι η σύγκρουση των γυναικών με το ’κατεστημένο’, λειτούργησε, όπως επιβεβαιώνεται από την αθλητική- ολυμπιακή κοινωνική- πολιτισμική πραγματικότητα, ως κίνητρο για την αναθεώρηση πολλών αντιλήψεων που αφορούσαν το γυναικείο φύλο. Λειτούργησε ως αφορμή καθιέρωσης νέων κανόνων στον ολυμπιακό καταστατικό χάρτη, αλλά και ως αιτία θεσμοθέτησης ιδιαίτερων κανονιστικών πλαισίων ανέλιξης της αθλητικής- αγωνιστικής δραστηριότητας των γυναικών στους ολυμπιακούς αγώνες, που ως βάση είχε την βιολογική διαφορετικότητα των δύο φύλων.

17 Οι εκπρόσωποι των θεσμικών και οργανωτικών σχημάτων του ολυμπιακού αθλητισμού, παρείχαν βαθμηδόν, μετά από εντός και εκτός αυτών προερχόμενες πιέσεις, πλαίσια πρόσβασης και συμμετοχής της γυναίκας στα αγωνιστικά ολυμπιακά δρώμενα, επιδιώκοντας και στοχεύοντας στην εκτόνωση της ’γυναικείας δυσαρέσκειας’ και πιστοποιώντας εν μέρει, αλλά με μεγάλη χρονική καθυστέρηση, την κοινωνική ενεργοποίηση των διακηρυσσόμενων από το ολυμπιακό κίνημα οικουμενικά αποδεκτών αρχών και αξιών (π.χ. κοινωνική δικαιοσύνη, κοινωνική ισονομία, παροχή πλαισίων συνύπαρξης πολλαπλών διαφορετικοτήτων κοινωνικού χαρακτήρα κ.τ.λ.), στο πλαίσιο των οποίων όφειλε να εκδηλώνεται και να πραγματώνεται η ολυμπιακή αθλητική- αγωνιστική επικοινωνιακή πρακτική. Πρέπει όμως να λαμβάνουμε πάντα υπόψη ότι οι αντιλήψεις των εκπροσώπων του ολυμπιακού κινήματος σχετικά με την γυναικεία συμμετοχή ήταν ένα ’παράγωγο’ αποτέλεσμα του γενικότερου κοινωνικού-πολιτισμικού πνεύματος της εποχής. Για παράδειγμα οι αυστηρές ιδεολογικές ευθυγραμμίσεις του Coubertin προς ένα ανδροκρατούμενο κοινωνικά ολυμπιακό αθλητισμό βρήκαν μια άμεση ή έμμεση υποστήριξη από το γενικότερο πνεύμα της εποχής που εκδηλώθηκαν. Η αυστηρότητα της ΔΟΕ απέναντι στις γυναικείες αξιώσεις βαθμηδόν και κατ’ ανάγκη αμβλύνθηκε και ο ολυμπιακός αθλητισμός ως κοινωνική περιοχή, αποτέλεσε ένα κατ’ εξοχήν πεδίο ’κοινωνικής χειραφέτησης’. Παρείχε στη γυναίκα καθώς επίσης και σε άλλες καταπιεσμένες κοινωνικά ομάδες, εκείνα τα κοινωνικά, τα θεσμικά πλαίσια για να διακηρύξουν, να προβάλουν την αντίθεσή τους απέναντι στο κατεστημένο και να ’κερδίσουν’ τη χειραφέτησή τους. Σύμφωνα με τις απόψεις του Max Weber (1997, σελ.34-35) οι εθνικές ή θρησκευτικές ή κάθε είδους κοινωνικές ομάδες οι οποίες προσδιορίζονται ως μειονότητες και βρίσκονται σε θέση υποταγής σε μια κυρίαρχη ομάδα, οδηγούνται δια του ακούσιου (ή εκούσιου) αποκλεισμού τους από τις θέσεις πολιτικής επίδρασης, με ιδιαίτερη ένταση σε ανάπτυξη άλλων κοινωνικών δραστηριοτήτων, πιο εύκολα προσβάσιμων. Τα πιο ικανά μέλη τους ζητούν να ικανοποιήσουν την επιθυμία της κοινωνικής αναγνώρισης στο πεδίο αυτό, επειδή έχουν αποκλεισθεί από κάθε πολιτικό-διοικητική ευκαιρία ανάδειξης.

18 Από την Γαλλική επανάσταση και μετέπειτα η έννοια της χειραφέτησης εκφράζει την απελευθέρωση του ατόμου, κοινωνικών ομάδων, τάξεων και κοινωνιών από σχέσεις καταναγκασμού. Έννοιες όπως ’ισότητα-ισονομία-ελευθερία’ αναδεικνύονται σε ουσιαστικές κοινωνικές αξίες και αποτελούν τη βάση της συγκρότησης των κοινωνιών δυτικού τύπου. Η ανεξαρτησία του ατόμου ως αποδέσμευση από οικονομικά, πολιτικά και κοινωνικά παραγόμενες ανισότητες γίνεται κεντρική κατηγορία κοινωνιολογικών θεωριών και κεντρικός τόπος νοηματικής ανατροφοδότησης σοσιαλιστικών κινημάτων. Έκτοτε αποδίδεται και ιδιαίτερη σημασία στην έννοια της χειραφέτησης. Tα νοηματικά περιεχόμενα του όρου χειραφέτηση αναδεικνύονται ως πλοηγός της δράσης των κοινωνικών κινημάτων του 20ου αιώνα, π.χ. του εργατικού, του φοιτητικού, του γυναικείου- φεμινιστικού κ.τ.λ. των οποίων οι στόχοι μπορούν να γίνουν με ευκρίνεια κατανοητοί στα αναλυτικά αυτά πλαίσια. Παραδειγματικά αναφέρουμε τους αγώνες του φοιτητικού κινήματος της δεκαετίας του ’60 σχετικά με την ανεξαρτητοποίηση των χωρών του λεγόμενου ’τρίτου κόσμου’ από την καταπίεση των ’εξελιγμένων’ χωρών της δύσης, τους κοινωνικούς αγώνες στα πλαίσια του ’φεμινιστικού κινήματος’ για κοινωνική ισονομία μεταξύ ανδρών και γυναικών, τους αγώνες κατά των φυλετικών διακρίσεων που στον ολυμπιακό αθλητισμό ’ενσαρκώθηκαν’ παραδειγματικά από την ’στάση’ των ’αφρό-αμερικανών’ αθλητών(Black-Power), στους αγώνες στην πόλη του Μεξικού κ.τ.λ. Με τα κοινωνικά κινήματα η έννοια της χειραφέτησης προσέλαβε μία έντονη κοινωνική παρουσία. Στις διερευνητικές κριτικές κοινωνικο-φιλοσοφικές προσεγγίσεις π.χ. του J. Habermas καθώς και άλλων εκπροσώπων ’’της κριτικής θεωρίας’’, (Σχολή της Φρανκφούρτης), προσδόθηκε στη χειραφέτηση πέραν του καθαρά κοινωνικού και ένα ’’ηθικό νόημα’’. Η έννοια αυτή λοιπόν μπορεί να εισαχθεί ως ’κοινωνική ή ηθική κατηγορία’ στους περί αθλητισμού, ολυμπισμού και ολυμπιακού αθλητισμού διερευνητικούς στοχασμούς για ή σε περιπτώσεις κατά τις οποίες συγκεκριμένοι οργανωτικοί-θεσμικοί χειρισμοί γίνονται αντιληπτοί από ομάδες ή άτομα προς τις ή προς τα οποία απευθύνονται, ως ’κατεστημένο’ ή ως ’καταναγκασμός’ που υπονομεύει την πραγμάτωση της κοινωνικής ισονομίας. Κοινωνικές ομάδες ή πρόσωπα που προσπαθούν δραστικά να υπερφαλαγγίσουν, να αποδυναμώσουν τέτοιου είδους καταναγκασμούς που επιβάλλονται από την ’αυτο-προσδιοριζόμενη’ από τις εξουσιαστικές ομάδες ως ’’ισχύουσα’’ κοινωνική τάξη’, κατανοούν την αντίδρασή των ως χειραφέτηση. (Μεταξύ άλλων Bondolfi 1998).

19 Αυτή η επιδίωξη ήταν και παραμένει εφικτή στα πλαίσια του ολυμπιακού αθλητισμού επειδή η ολυμπιακή αγωνιστική επικοινωνία και δράση ανελίσσεται σε θεσμικά πλαίσια εντός των οποίων καταλύονται ’κοινωνικές κατηγορίες’, όπως, κοινωνική θέση, φυλετικά χαρακτηριστικά, εθνική, κοινωνική, γεωγραφική ή ευρύτερα πολιτισμική προέλευση κ.τ.λ., οι οποίες σε άλλες κοινωνικές περιοχές δημιουργούσαν και δημιουργούν ακόμα και σήμερα αιτίες κοινωνικών διακρίσεων. Η αθλητική- ολυμπιακή επικοινωνιακή πρακτική εμφανίζει όχι απλά ανοχή, αλλά έναν οργανωτικά και θεσμικά υποστηριζόμενο σεβασμό, απέναντι στην ποικίλης μορφής ’διαφορετικότητα’ του συμμετέχοντος σε αυτή κοινωνικού ατόμου, παρέχοντας ταυτόχρονα ’νομιμοποιημένα’ κοινωνικά πλαίσια διακήρυξής της. Επιπρόσθετα ο ’εκλογικευμένος’ τρόπος προσέγγισης και έκφρασης της αθλητικής ολυμπιακής επίδοσης επειδή πραγματοποιείται σε καθολικά αποδεκτά και κοινά για όλους τους συμμετέχοντες κανονιστικά πλαίσια αποτελεί ’μέσον’ κοινωνικής χειραφέτησης. Με την αυξανόμενη χειραφέτηση γενικά των γυναικών, κατά την πρώτη κυρίως εικοσαετία του 20ου αιώνα, ιδιαίτερα δια μέσου της συμμετοχής των στην πολιτική διαμόρφωση των κοινωνικών και κρατικών θεσμών και εξ αιτίας της πρόσβασής τους στα πανεπιστήμια και στα ακαδημαϊκά επαγγέλματα ή των κατακτήσεών τους στον ευρύτερο κοινωνικό τομέα, αναγκάστηκαν ποικιλότροπα οι αθλητικές ομοσπονδίες, οι επιμέρους αθλητικοί θεσμοί και τέλος η ΔΟΕ να διατυπώσουν με σαφήνεια τα αίτια του αποκλεισμού τους από τα αθλητικο-αγωνιστικά ολυμπιακά δρώμενα αφ’ ενός και αφ’ ετέρου να θεσπίσουν κλιμακωτά ιδιαίτερους κανόνες συμμετοχής του κοινωνικά κατασκευασμένου ’αδύνατου φύλου’. Ο κατάλογος αθλημάτων από τα οποία οι γυναίκες ήταν αποκλεισμένες, όχι λόγω κανονιστικών πλαισίων-κανονισμών, αλλά στη βάση πολιτισμικών και κοινωνικών αντιλήψεων που όριζαν τον κοινωνικό τους ρόλο αμβλύνθηκε ουσιαστικά μετά τη δεκαετία του 1960 και μετέπειτα. Η εμπορευματοποίηση της ολυμπιακής επικοινωνίας και δράσης εμφανίζεται εδώ ως παράγοντας ενδυνάμωσης της κοινωνικής εμφάνισης του γυναικείου ολυμπιακού αθλητισμού και ως ένα βαθμό ως ’μέσον’ πραγμάτωσης των στόχων τους.

20 Αγώνες των γυναικών για κοινωνική - αθλητική - ολυμπιακή ισονομία. Το γυναικείο ζήτημα, υπεισέρχεται ως σημαντικός παράγοντας προβληματισμού όπως φαίνεται, ταυτόχρονα με την επινόηση του Coubertin για την ανασύσταση των ολυμπιακών αγώνων, όπου εξ ορισμού αποκλείονται οι γυναίκες. Η αντίληψη όμως ότι ο κοινωνικός ρόλος της γυναίκας, ως απόρροια φυσικών ιδιοτήτων του φύλου, εξαντλείται στα πλαίσια της οικογένειας βρήκε αντίθετες πολλές γυναίκες αθλήτριες τρεις δεκαετίες αργότερα, ιδιαίτερα κατά την περίοδο του μεσοπολέμου. Η Α. Milliet, όπως θα δούμε στη συνέχεια, στην αντιπαράθεσή της με μια συντηρητική και ανδροκρατούμενη ΔΟΕ, ουσιαστικά υποστηρίχθηκε νοηματικά από το φεμινιστικό κίνημα του μεσοπολέμου του οποίου οι στόχοι ήταν η ’κοινωνική αφύπνιση’ των γυναικών και η άρνησή τους να δεχτούν μια υποδεέστερη κοινωνική θέση η οποία ερχόταν ως αποτέλεσμα του αποκλεισμού τους από την συμμετοχή στην δημόσια ζωή όπως πχ. τα ολυμπιακά δρώμενα. Ήδη έχει προηγηθεί η γυναικεία παρουσία κατά τον 19ο αιώνα σε ευρύτερους κοινωνικούς αγώνες και φιλανθρωπικά κινήματα. Η κοινωνική έξαρση όμως των γυναικείων αξιώσεων για συμμετοχή σε ρόλους ευρύτερης ευθύνης, πραγματοποιείται όταν θα κληθούν να αντικαταστήσουν τους στρατευμένους άνδρες στα εργοστάσια και τις βιομηχανίες κατά τη διάρκεια του πρώτου παγκόσμιου πολέμου. Την μαζική, εκτός οικογενειακής σφαίρας δραστηριοποίηση των θα την εκμεταλλευθούν οι γυναίκες για να ζητήσουν ισόνομη και ισότιμη συμμετοχή, ως κοινωνικό αίτημα, δεδομένο το οποίο επηρέασε φυσικά και το ολυμπιακό κίνημα.

21 Το γυναικείο κίνημα εντός των πλαισίων του ολυμπιακού αθλητισμού κατανοείται σαν εκείνες όλες οι επιδιώξεις των γυναικών που στοχεύουν στην ισόνομη μεταχείριση όσον αφορά και την πρόσβαση στην αθλητική-αγωνιστική δραστηριότητα, αλλά και την συμμετοχή τους στα θεσμικά κλιμάκια λήψης αποφάσεων. Oι φάσεις των γυναικείων αντιδράσεων απέναντι στον ανδροκεντρικό χαρακτήρα τον οποίον προσέδωσε στην ολυμπιακή αθλητική δραστηριότητα το ολυμπιακό κίνημα, μπορούν να ταξινομηθούν χρονολογικά σε αντιστοιχία με τις ευρύτερες επιδιώξεις των γυναικείων κοινωνικών κινημάτων των οποίων θεωρητική βάση συγκρότησης αποτέλεσαν διάφορα πολιτικά, κοινωνικά και ιδεολογικά ρεύματα. Οι ιδεολογικές βάσεις των γυναικείων κοινωνικών κινημάτων, προοιώνιζαν και σηματοδοτούσαν το κοινωνικό νόημα των αντίστοιχων κατά κοινωνική περιοχή πρωτοβουλιών των γυναικών. Παρά τις διαφορές που σχετίζονται με το θεωρητικό-ιδεολογικό πλαίσιο ανέλιξης των κινημάτων αυτών, το κοινό χαρακτηριστικό που έχουν, αυτό ισχύει και για το γυναικείο κίνημα στον ολυμπιακό αθλητισμό, είναι η επιδίωξη επαναπροσδιορισμού του γυναικείου κοινωνικού ρόλου και ενδυνάμωσης της αυτονομίας της γυναικείας κοινωνικής δραστηριότητας.

22 Αυτή η τοποθέτηση παραπέμπει σε δύο αναλυτικές απόψεις: α) από τη μια επιδιώκεται ο γυναικείος κοινωνικός αυτοπροσδιορισμός, δηλαδή η ατομική απελευθέρωση από την ανδρική εξάρτηση, δεδομένο που προαναγγέλλει ότι το ’ατομικό κοινωνικό πρόβλημα’ πλέον δεν έχει εξ υπαρχής την ισχύ αποκλειστικού προσωπικού προβλήματος, αλλά θα πρέπει να διερευνηθεί, να αναλυθεί, να συσχετισθεί και τέλος να κατανοηθεί ως κοινωνικής-πολιτισμικής προέλευσης πρόβλημα( η διερεύνηση της δυνατότητα π.χ. της γυναίκας για υψηλές αθλητικές επιδόσεις) και β) δια των γυναικείων πρωτοβουλιών επιδιώκεται η θεσμική ανεξαρτησία της κοινωνικής δραστηριότητας των γυναικών δια της δημιουργίας ξεχωριστών αθλητικών θεσμικών-οργανωτικών σχημάτων και απεμπλοκή της κοινωνικής των δραστηριότητας από θεσμούς οι οποίοι ισχύουν ως ανδροκεντρικοί.

23 Οι πρώτες γυναικείες συμμετοχές και η επιδίωξη ’αυτο-οργάνωσης’ του γυναικείου αθλητισμού- ολυμπιακού αθλητισμού. Στους πρώτους σύγχρονους ολυμπιακούς αγώνες της Αθήνας το 1896 δεν υπήρχε γυναικεία συμμετοχή. Στους δεύτερους ολυμπιακούς αγώνες στο Παρίσι το 1900, μολονότι δεν έγινε καμία γυναικεία συμμετοχή επίσημα δεκτή από την ΔΟΕ, εν τούτοις επετράπη από τους υπεύθυνους διοργανωτές της ’Διεθνούς Έκθεσης του Παρισιού’, στα πλαίσια της οποίας πραγματοποιήθηκαν και οι ολυμπιακοί αγώνες, η συμμετοχή 19 αθλητριών από 5 χώρες σε τρία αγωνίσματα(Γκολφ, τένις, ιστιοπλοΐα). Τέσσερα χρόνια αργότερα το 1904 στο St. Louis των ΗΠΑ, έξι αθλήτριες διεκδίκησαν το χρυσό μετάλλιο στο άθλημα της τοξοβολίας. Το 1908 στο Λονδίνο συμμετείχαν σε τρία αγωνίσματα 36 αθλήτριες από τέσσερις χώρες. Στη συνεδρία του Λουξεμβούργου το 1910 και σε αυτή της Βουδαπέστης το 1911, κατάφεραν τα προερχόμενα από την Μ. Βρετανία μέλη της ΔΟΕ, να επιτραπεί στους αγώνες της Στοκχόλμης το 1912, παρά την προσωπική αντίθεση του Coubertin, η συμμετοχή γυναικών στην κολύμβηση. Αυτό θεωρήθηκε πολύ σημαντική κατάκτηση για τις γυναίκες κυρίως εξ αιτίας του επίμαχου θέματος της προκλητικής για την εποχή εμφάνισης των αθλητριών με μαγιό. Στους αγώνες αυτούς ο αριθμός των χωρών που έστειλαν αθλήτριες ξεπερνάει για πρώτη φορά τις δέκα, ενώ συμμετείχαν εκτός του προγράμματος των αγώνων και 236 Γυμνάστριες απ’ όλα τα σκανδιναβικά κράτη σε επιδείξεις γυμναστικής. Από την περίοδο αυτή και μετά παρατηρείται ένας κλιμακωτά αυξανόμενος αριθμός συμμετοχής αθλητριών στις ολυμπιακές διοργανώσεις. Επίσης αυξάνονται και τα αθλήματα των γυναικών στο πρόγραμμα των ολυμπιακών αγώνων.

24 Αντιστοιχώντας δε τη γυναικεία διαδρομή με τα διάφορα αθλήματα βλέπουμε ότι διαφέρει και διαμορφώνεται αυτή ανάλογα με τα συστατικά στοιχεία και την οργανωτική δομή όπως έχει προαναφερθεί, του κάθε αθλήματος ξεχωριστά. Το γεγονός αυτό μας διευκολύνει ν’ αντιληφτούμε ότι οι γυναίκες διεκδικώντας ισόνομη μεταχείριση επέλεγαν κατά κύριο λόγο να διεκδικούν συμμετοχή σε αθλήματα όπως αυτά του στίβου, τα οποία θεωρούνταν κατ’ εξοχήν ανδρικά. Αυτό δεν σημαίνει ότι προσπαθούσαν να καταλύσουν ή να υπερβούν την βιολογική διαφορετικότητα, αλλά επεδίωκαν να διακηρύξουν την αξίωσή τους για ευρύτερη κοινωνικά ισόνομη μεταχείριση και να δημιουργήσουν προϋποθέσεις για επαναπροσδιορισμό των δια-φυλικών σχέσεων. Εξαιρετικής σημαντικότητας για τον γυναικείο ολυμπιακό αθλητισμό θεωρούμε την πρωτοβουλία της Γαλλίδας Alice Milliaet η οποία κατάφερε να παρακάμψει τόσο την αποστροφή της ανδροκεντρικής ΔΟΕ απέναντι στον φεμινιστικό ακτιβισμό όσο και τα ισχύοντα για τον αθλητισμό των επιδόσεων και την γυναίκα κοινωνικά στερεότυπα, δημιουργώντας ένα σημαντικό γυναικείο αθλητικό κίνημα. Τον Οκτώβρη του 1921 ίδρυσε μαζί με γυναίκες αντιπροσώπους από πέντε ακόμα χώρες την παγκόσμια ομοσπονδία γυναικείου αθλητισμού (Federation Sportive Feminine Internationale), και τον ίδιο χρόνο διοργανώνει στο Μονακό με την συμμετοχή αθλητριών από την Γαλλία, την Μ. Βρετανία, την Νορβηγία, την Ιταλία και την Ελβετία τους πρώτους ολυμπιακούς αγώνες γυναικών.

25 Στην κατάσταση αυτή ο Coubertin αντέδρασε έντονα προτείνοντας τον πλήρη αποκλεισμό των γυναικών από τις ολυμπιακές διοργανώσεις. Η πρότασή του όμως δεν βρήκε αντίστοιχη απήχηση στα υπόλοιπα μέλη της ΔΟΕ, των οποίων η πλειονότητα την καταψήφισε. Η Alice Milliaet διοργάνωσε τον Αύγουστο του 1922 στο Παρίσι για δεύτερη φορά ’ολυμπιακούς αγώνες γυναικών’ με τη συμμετοχή 300 αθλητριών από τις προαναφερόμενες χώρες και επιπρόσθετα από την Τσεχοσλοβακία και το Βέλγιο. Οι αγώνες αυτοί αργότερα και κάτω από τις σθεναρές πιέσεις της ΔΟΕ μετονομάστηκαν σε ’παγκόσμιους αγώνες γυναικών’, οι οποίοι διεξάγονταν επίσης στο ρυθμό της τετραετίας. Μέχρι τους ολυμπιακούς αγώνες του 1924 στο Παρίσι, στους οποίους συμμετείχαν 136 αθλήτριες από 20 χώρες, η Alice Milliaet δια των ’φεμινιστικών ολυμπιάδων’ που πραγμάτωσε είχε στείλει στην ΔΟΕ τα μηνύματα των γυναικών. Η πρωτοφανής επιτυχία των αγώνων στο Παρίσι και στο Γκέτεμπουργκ της Σουηδίας το 1926, είχαν ως αποτέλεσμα να συμπεριληφθούν πιλοτικά στο πρόγραμμα των ολυμπιακών αγώνων του 1928, πέντε αθλήματα στίβου. Ο περί ισόνομης μεταχείρισης των γυναικών στον ολυμπιακό αθλητισμό αγώνας της Alice Milliaet, πέρα από την πρώτη αναμφισβήτητα επιτυχή έκβαση, ήταν ακόμα μακρύς. Η ΔΟΕ απαίτησε τον αποκλεισμό των γυναικών ξανά από τα αγωνίσματα στίβου και μονάχα κάτω από την σκληρή πίεση των διοργανωτών των αγώνων στο Los Angeles το 1932 αναίρεσε αυτή της την απόφαση. Οι γυναίκες παρά τις διαβεβαιώσεις της ΔΟΕ για διεύρυνση του ολυμπιακού αγωνιστικού προγράμματος, συνέχισαν την οργάνωση και διεξαγωγή του ’δικού τους’ παγκόσμιου πρωταθλήματος το οποίο πραγματοποιήθηκε το 1930 στην Πράγα και το 1934 στο Λονδίνο. Όταν η ΔΟΕ στη συνεδρία του 1936 με ένα αποτέλεσμα ψήφων 11:9 διασφάλιζε την συμμετοχή των γυναικών στο ολυμπιακό πρόγραμμα και ικανοποιούσε κατά ένα μεγάλο ποσοστό τις αξιώσεις τους και τα αιτήματα που είχαν θέσει, διέλυσαν και τον αθλητικό οργανισμό τους και παραιτήθηκαν από την περαιτέρω διεξαγωγή των παγκοσμίων γυναικείων αθλητικών αγώνων. Φυσικά τα υποσχόμενα από τη ΔΟΕ έντεκα αγωνίσματα στίβου έγιναν πραγματικότητα το 1964 στο Τόκιο.

26 Συνοπτική αναφορά στις ιδεολογικές δομές και στους στόχους των ’γυναικείων κινημάτων’. Μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, με κορύφωση την δεκαετία του 60’, εμφανίζεται το νέο ’Γυναικείο κίνημα’, στα πλαίσια του οποίου επιδιώκεται, να διασυνδεθούν τα γυναικεία ζητήματα με Θεωρία και Πράξη, Επιστήμη και Πολιτική. Εδώ δεν μπορούμε να παραβλέψουμε τον καταλυτικό ρόλο του φοιτητικού κινήματος το οποίο λειτούργησε ως κοινωνικός-πολιτικός πολλαπλασιαστής των γυναικείων αξιώσεων. Την εποχή αυτή δημιουργούνται ποικίλων επιδιώξεων ’φεμινιστικά ρεύματα’, τα οποία χρησιμοποιώντας διαφορετικούς θεωρητικούς ’τόπους’ και διαφορετικές ιδεολογικές αναφορές, προσπάθησαν να εντοπίσουν και να εξηγήσουν τις αιτίες αποκλεισμού των γυναικών από τα κοινωνικά-πολιτικά δρώμενα, αλλά και να αναδείξουν τις ποικιλότροπες μορφές καταπίεσής των, προτείνοντας ταυτόχρονα αντίστοιχες λύσεις. Το γυναικείο κίνημα, ανάλογα με το θεωρητικό πλαίσιο που χρησιμοποιείται τις χρονικές αυτές περιόδους για την επιχειρηματολογία και την διερεύνηση αυτών των ερωτηματικών, παίρνει και τον χαρακτήρα «φιλελεύθερο», «μαρξιστικό» ή «ριζοσπαστικό - φεμινιστικό».

27 Στα πλαίσια της κοινωνιολογικής έρευνας εντός της οποίας αναλύεται και γίνεται κατανοητός ο ρόλος των γυναικείων κοινωνικών κινημάτων ως αιτία κοινωνικού μετασχηματισμού, φαίνεται ότι για την αναβάθμιση και τον επαναπροσδιορισμό του κοινωνικού ρόλου της γυναίκας συνηγόρησαν συγκεκριμένα γεγονότα όπως, η αναγκαστική ανάληψη θέσεων ευρύτερης κοινωνικής ευθύνης από τις γυναίκες κατά την διάρκεια των δυο παγκοσμίων πολέμων, αλλά κυρίως οι κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις στο δυτικό πάντα κόσμο τις δεκαετίες του ’60 και του ’70. Ιδιαίτερα η άνοδος του μορφωτικού επιπέδου ευρύτερων κοινωνικών στρωμάτων, ο πολιτικος-οικονομικός δομικός μετασχηματισμός των κοινωνιών ’δυτικού τύπου’ και οι νεώτερες επιστημονικές, τέχνο- γνωστικές και τεχνολογικές ανακαλύψεις. Όλα αυτά εξάλλου θεωρούνται ως ουσιαστικές αιτίες ’μεταβολής των κοινωνικών αξιών’ Φυσικά οι εξελίξεις αυτές δεν είχαν ανάλογη απήχηση και αντίκτυπο για όλες τις κοινωνικές περιοχές. Βέβαια οι περισσότεροι κοινωνικοί θεσμοί ή οι κοινωνικές περιοχές σήμερα λειτουργούν σε σχέση με το φύλο παραβλεπτικά όσον αφορά την πρόσβαση. Αυτό ισχύει σήμερα και για τον ολυμπιακό αθλητισμό και για την αθλητική ολυμπιακή αγωνιστική επικοινωνία. Η διαφυλική δια-δόμηση όμως των αθλητικών-αγωνιστικών επικοινωνιακών ενεργημάτων, σε συνδυασμό με τον εγγενή ανδροκεντρικό χαρακτήρα του όρου ’ολυμπιακός αθλητισμός’, ενδεχομένως να προκαθορίζει και την γυναικεία πρόσβαση και διαδρομή στα κλιμάκια θεσμικής εξουσίας του ολυμπιακού κινήματος.

28 Ο κατ’ ανάγκην λοιπόν όπως πραγματώνεται μέχρι σήμερα δομικός, εξ αιτίας της βιολογικής ιδιαιτερότητας, διαχωρισμός των δύο φύλων έχει συνέπειες και στη πρόσβαση όσον αφορά τους θεσμικούς ρόλους οι οποίοι συγκροτούν την εξουσιαστική αρχή, δηλ. αθλητικές εθνικές και διεθνείς ομοσπονδίες, την ΔΟΕ κτλ.. Το γυναικείο κίνημα στα πλαίσια του ολυμπιακού αθλητισμού επεδίωξε υπό τα δεδομένα αυτά, την άρση του αποκλεισμού και την κοινωνικού χαρακτήρα καταπίεση των γυναικών. Παράλληλα δε με τον αγώνα των γυναικών σε άλλες κοινωνικές περιοχές εκφράζεται και εδώ η αντίθεση στον προσδιορισμένο ως υποδεέστερης κοινωνικής σημασίας από το αντρικό κατεστημένο, γυναικείο ρόλο. Απαίτηση των γυναικών πλέον είναι η αναγνώριση των βιολογικών διαφορών μεταξύ των φύλων όχι ως κριτήριο διαφυλικού κοινωνικού επιμερισμού και κοινωνικής ιεράρχησης, αλλά ως κριτήριο ισόνομης αξιολόγησης των επιδόσεών τους. Στο πνεύμα αυτό η πάλη των γυναικών εντός των πλαισίων του αθλητισμού-ολυμπιακού αθλητισμού σχετίζεται, ιδιαίτερα στην εποχή μας με τον εκδημοκρατισμό του ολυμπιακού κινήματος και εξυπηρετεί ένα ’ανώτερο κοινωνικό σκοπό’, δηλαδή τον επαναπροσδιορισμό και την αναβάθμιση της κοινωνικής θέσης της γυναίκας. Μπορούν να πραγματωθούν όμως όλα αυτά σήμερα με βάση την βιολογική διαφορετικότητα;

29 Η διχοτομία του φύλου στον αθλητισμό-ολυμπιακό αθλητισμό ως ’μέσον’ προσέγγισης της ισονομίας. Η βιολογική διαφορά ως αναλυτική κατηγορία. Το βιολογικό φύλο ως κοινωνική κατηγορία, εμφανίζεται στην ιστορικότητα των κοινωνιών, σαν κεντρικό κριτήριο και ως θεμελιώδες δομικό συστατικό συγκρότησής των. Η μέχρι σήμερα υπάρχουσα δια-φυλική κοινωνική συγκρότηση στις κοινωνίες δυτικού τύπου ήταν ήδη παγιωμένη από αρχαιοτάτων χρόνων, ενώ τον 18ο αιώνα όπως έχει σε πολλά σημεία προαναφερθεί, εμφανίστηκαν οι πρώτες ’επιστημονικής’ κατά κάποιο τρόπο φύσης νεωτερικές αντιλήψεις και προβληματισμοί περί ’της διαφορετικότητας των φύλων’. Ενισχυμένες αυτές οι αντιλήψεις κυρίως από το γεγονός ότι η γνώση ή η κοινωνική, πολιτισμική και πολιτική της ερμηνεία υπαγότανε στην ’διαχειριστική εξουσία’ των ανδρών, δημιούργησαν τις προϋποθέσεις αποκλεισμού της γυναικείας οντότητας από σημαντικές κοινωνικές διεργασίες. Αν και ο ολυμπιακός αθλητισμός όπως φαίνεται από τη διερευνητική μας προσέγγιση επεδίωκε σύμφωνα με τις απόψεις του ιδρυτή του την κοινωνική ενεργοποίηση βασικών, θεμελιωδών αξιών του διαφωτισμού, εν τούτοις η αξία της ’φυσικής ισότητας των ανθρώπινων υποκειμένων’ όπως αυτή μπορούσε να πραγματωθεί από μια ισόνομη μεταχείριση των δύο φύλων στον ολυμπιακό αθλητισμό, δεν υιοθετήθηκε εξ υπαρχής από το ολυμπιακό κίνημα. Οι ευρύτεροι όμως κοινωνικοί και οικονομικοί μετασχηματισμοί των αρχών του 20ου αιώνα έδωσαν τη δυνατότητα στη γυναίκα, να απαιτήσει ισόνομη και ισότιμη κοινωνική μεταχείριση. Στον αθλητισμό-ολυμπιακό αθλητισμό ωστόσο η έννοια βιολογικό φύλο ή η βιολογική διαφορά, εκλαμβάνεται ουσιαστικά ως κατηγορία δόμησης και ταξινόμησης κατά φύλο της ανέλιξης των αγωνιστικών επικοινωνιακών ενεργημάτων.

30 Μεθοδολογικά λοιπόν στην αθλητική επιστήμη δεν μπορούμε να μη λάβουμε υπόψη τη διαφορετικότητα του φύλου, από τη στιγμή που αυτή η διαφορετικότητα λαμβάνει χώρα στην παρατηρούμενη αθλητική - ολυμπιακή επικοινωνία, η δομή της οποίας και παραπέμπει στη διαφορετικότητα αυτή. Για παράδειγμα η θεσμική συγκρότηση της αγωνιστικής επικοινωνίας πραγματώνεται με βάση το φύλο και όχι με βάση άλλες κατηγορίες όπως ’εθνική ταυτότητα’ ή ’κοινωνική στρωμάτωση και προέλευση’, ανεξάρτητα εάν αυτές οι δύο παράμετροι ενεργοποιούμενες από τις πολιτισμικές διαφορές και παραδόσεις αποτελούν συνήθως ουσιαστικούς παράγοντες επιλογής, μιας συγκεκριμένης αθλητικής ολυμπιακής δραστηριότητας, ενός συγκεκριμένου δηλαδή αθλήματος. Φυσικά εδώ υπονοούμε ότι το φύλο είναι μια διαφοροποιός κατηγορία μεταξύ πολλών άλλων και τίποτα περαιτέρω. Το ’γένος’ του προσώπου λοιπόν στην αθλητική ολυμπιακή δραστηριότητα εμφανίζεται ως δομική και λειτουργική παράμετρος, ενώ τα ’αρσενικά και θηλυκά’ πρόσωπα δεν συμβολίζουν απλά δέσμες δυσδιάκριτων διαφορών κατά την ανέλιξη των ρόλων, όπως συμβαίνει σε άλλες κοινωνικές περιοχές οι οποίες δομούν τις επικοινωνίες τους παραβλεπτικά όσον αφορά το φύλο, άλλα υπάγονται σε διαφορετικές πολλές φορές κανονιστικές σταθερές οι οποίες παράγουν διαφορετικές προσδοκίες. Η δια-φυλική ταξινόμηση της επικοινωνιακής πρακτικής και δράσης ενεργοποιεί επομένως στον ολυμπιακό αθλητισμό ένα σημαντικό ’κοινωνικό νόημα’, μια έσω ή έξω προσδοκία. Η αποδοχή της βιολογικής διαφοράς μεταξύ ανδρικού και γυναικείου φύλου, ως κεντρική κατηγορία θεσμικής συγκρότησης, οδηγεί επομένως και σε μια δι-πολικότητα την αθλητική-αγωνιστική έκφραση. Η δι- πολικότητα αυτή υποδηλώνει π.χ. εξ υπαρχής ότι τον ααθλητισμό-ολυμπιακό αθλητισμό δεν τον ενδιαφέρει εάν το ανθρώπινο υποκείμενο ’έχει γυναικείο ή ανδρικό σώμα’, αλλά ότι ’είναι’ ανδρικό ή γυναικείο σώμα, με βάση τα γενετικά χαρακτηριστικά του. Η αποδοχή εν τούτοις της βιολογικής διαφοράς ως αναλυτικής κατηγορίας, σε συνδυασμό με τον ανδροκεντρικό χαρακτήρα του ολυμπιακού κινήματος οδήγησε και μάλλον οδηγεί τις αξιώσεις περί ισονομίας μεταξύ ανδρών και γυναικών στον ολυμπιακό αθλητισμό σε αδιέξοδο.

31 Προσεγγίζοντας την αθλητική- ολυμπιακή αθλητική κοινωνική πραγματικότητα με τη βοήθεια της βιολογικής διαφορετικότητας του φύλου, διαπιστώνουμε πολυάριθμα φαινόμενα διάκρισης, όπως ανισότητα οικονομικής αποζημίωσης, στάτους αθλητικών-θεσμικών ρόλων, στελέχωση θέσεων θεσμικής εξουσίας κ.τ.λ. τα οποία χωρίς αυτή την παράμετρο δεν θα μπορούσαμε να τα παρατηρήσουμε. Η σύγκριση των αθλητικών επιδόσεων των δυο φύλων, ιδιαίτερα στον ολυμπιακό αθλητισμό είναι λοιπόν μια αυτονόητη και ουσιαστικά ιστορικής- κοινωνικής προέλευσης μέθοδος που χρησιμοποιείται ποικιλότροπα από παιδιά, μεγάλους, ειδικούς κ.τ.λ. και σχετίζεται με την επιδίωξη να αντλήσουμε ’πολιτισμικό νόημα’ από κοινωνικές κατηγορίες, που εκ προοιμίου κατηγοριοποιώντας, διαφοροποιούμε. Ωστόσο η βιολογική διαφορετικότητα των φύλων στον ολυμπιακό αθλητισμό ως κριτήριο ’κοινωνικού επιμερισμού’ κυριαρχεί σε καθαρά αθλητικά δομικά επίπεδα, αλλά το νόημά της δεν σταματάει εκεί. Η παράμετρος αυτή προοιωνίζει, μάλιστα προκαταλαμβάνοντας προκαθορίζει, κατά κανόνα και τα προς διάθεση σε υποκειμενικά αλλά και θεσμικά επίπεδα μέσα, για την ’σκηνοθεσία’ του κοινωνικού ρόλου, του κοινωνικού φύλου ή της ’ταυτότητας του φύλου’. Υπό το δεδομένο αυτό το ανθρώπινο σώμα εργαλειοποιείται με ένα διαφορετικό κατά φύλο τρόπο και μετασχηματίζεται σε μέσον, σε φορέα επιδόσεων διαφορετικής, ανάλογα με την κοινωνική-πολιτισμική συγκυρία, πολιτισμικής ποιότητας και αξίας.

32 Μολονότι σήμερα στα πλαίσια της αθλητικής επιστήμης είναι αρκετά σαφή τα όρια μεταξύ φυσιολογικής και πολιτισμικής παρέμβασης (τεχνο- γνωστική παρέμβαση), παρ’ όλα αυτά η θεωρητική αντιμετώπιση του σώματος και το κοινωνικό νόημα του βιολογικού φύλου έχουν μέχρι σήμερα κατά κανόνα παραμείνει στο χώρο της φυσικότητας, του ’αδιερεύνητα αυτονόητου’. Σε αυτά τα άνευ ευρύτερου επιστημονικού θεωρητικού προβληματισμού πλαίσια, εφόσον το βιολογικό φύλο συνιστά ’αμετάβλητη’ φυσική κατηγορία και στο ανδρικό φύλο αποδίδονται περισσότερες επιστημονικά τεκμηριωμένες δυνατότητες, σχετικά με την ’παραγωγή’ υψηλών επιδόσεων, τότε η ανά φύλο διχοτομία των ολυμπιακών αθλητικών αγωνιστικών ενεργημάτων προβάλλεται ως μια προς χάριν της ισονομίας αναγκαιότητα. Είναι όμως έτσι; Απενεργοποιούνται τα ’νοηματικά δυναμικά’ της δια- φυλικής διαφοράς με το χρονικό τέλος της αθλητικής-αγωνιστικής επικοινωνιακής πρακτικής, ή συνεχίζεται η δι-πολικότητα με ’μεταλλαγμένα’ νοήματα και χάρη συγκυριακών σκοπιμοτήτων και πέραν αυτής και μετασχηματίζεται έτσι σε αξιολογικού τύπου κατηγορία δόμησης και στελέχωσης της θεσμικής εξουσίας

33 Υποτίθεται ότι η διχοτόμηση των φύλων δεν έχει αξιολογικό χαρακτήρα, δηλαδή χαρακτήρα διαφοροποίησης σημαίνουσας και μη σημαίνουσας επικοινωνίας και δράσης, αλλά πραγματώνεται χάριν της ισονομίας. Εγγενή όμως διπολικά συστήματα όπως αθλητής/αθλήτρια πολώνονται σε δύο μέρη δημιουργώντας ουσιαστικά ένα ζεύγος αντιθετικών σημαινόντων τα οποία παραπέμπουν όχι απλά σε διαφορετικούς, αλλά σε αντίθετους ρόλους και αντίθετες προσδοκίες. Η δι-πολικότητα, όμως και υπό αυτά τα νοήματα ξεπερνάει τα όρια ’του αναγκαίου μέσου’ με σκοπό την προσέγγιση κάποιας αξίας, είναι βαθιά ριζωμένη και πέραν των αγωνιστικών δομών του ολυμπιακού αθλητισμού και καθορίζει και την θεσμική του οργάνωση, όσον αφορά την συμμετοχή της γυναίκας στα κέντρα εξουσίας. Σε επίπεδα στελέχωσης των εξουσιαστικών αρχών, αυτή η δι- πολικότητα παράγει διακρίσεις και ανισότητες, φυσικά εις βάρος της γυναίκας. Στην κοινωνική περιοχή του αθλητισμού- ολυμπιακού αθλητισμού όπως φαίνεται, συναντάμε μια θεσμική αναπαραγωγή των νοημάτων της διαφορετικότητας των φύλων σε όλα τα θεσμικά επίπεδα.

34 Με την επίκληση ’ίσως’ θεμελιωδών βιολογικών διαφορών μεταξύ αρσενικού και θηλυκού φύλου, σχετικά με τις δυνατότητες προσέγγισης υψηλών αθλητικών επιδόσεων,που αποτελεί και την αιτία δια- φυλικής κατηγοριοποίησης της αθλητικής-αγωνιστικής επικοινωνιακής πρακτικής, δεν σημαίνει ότι στα πλαίσια της αλληλεπίδρασης βιολογικών και πολιτισμικών παραγόντων η κατηγοριοποίηση αυτή είναι και μη μεταλλάξιμη, μη μεταβαλλόμενη. Οι βιολογικές παράμετροι που ουσιαστικά συντελούν στη συντήρηση της δι-πολικότητας αθλητής/αθλήτρια είναι πολύμορφες, πολύ-μεταβλητές και πολυ- εξαρτώμενες από το κοινωνικό-πολιτισμικό περιβάλλον, κυρίως όσον αφορά την ενεργοποίησή των κοινωνικών νοημάτων τους.

35 Προβληματισμοί περί ’έμφυλου υποκειμένου’, περί ’κοινωνικού φύλου’ στον αθλητισμό-ολυμπιακό αθλητισμό. Η επιδίωξη ανάδειξης της έννοιας ’κοινωνικό φύλο’ σε κεντρική αναλυτική κατηγορία καθολικής κοινωνικής αποδοχής και ισχύος, σε κεντρική κατηγορία συγκρότησης της μετανεωτερικής κοινωνικής πραγματικότητας, σύρει μαζί της και υποδηλώνει μια σημασιολογική απώλεια της ’κατηγορίας βιολογικό φύλο’. Για ποιες όμως κοινωνικές ομάδες και ποια κοινωνικά περιβάλλοντα το ισχυριζόμαστε αυτό; Από ποια άποψη στον ολυμπιακό αθλητισμό το βιολογικό φύλο ως αναλυτική κατηγορία είναι λιγότερο σχετική σήμερα απ’ ότι στο παρελθόν; Μπορεί να έχει καθολική θεωρητική ή πρακτική εφαρμογή η αντίληψη περί ’έμφυλου υποκειμένου’ (gender) σε όλες τις κοινωνικές περιοχές, όπως π.χ. σε αυτή του αθλητισμού- ολυμπιακού αθλητισμού όπου η έννοια βιολογικό φύλο παραμένει φανερά, ενεργητικά παρούσα; Μπορούμε να αναφερόμαστε σήμερα σε μία σημασιολογική απώλεια της κατηγορίας ’βιολογικό φύλο’ στον ολυμπιακό αθλητισμό η οποία να τεκμηριώνεται με κοινωνικά-διαγνωστικά διερευνητικά δεδομένα ή επιδιώκουμε με αυτόν τον τρόπο και σε αυτή τη θεωρητική βάση μία ’επιστημολογική’ θεμελίωση της έννοιας ’gender’ στα πλαίσια της αθλητικής επιστήμης ; Εάν υφίστανται κοινωνικά-διαγνωστικά δεδομένα τότε οφείλουν αυτά να μας πληροφορήσουν από πότε, σε ποιες χρονικές περιόδους και συσχετιζόμενα με ποιες κοινωνικοπολιτισμικές εξελίξεις και σε ποιες κοινωνικές διαστάσεις η κατηγορία ’βιολογικό φύλο’ έχει απολέσει το ’ κοινωνικό της νόημα’ στον αθλητισμό-ολυμπιακό αθλητισμό;

36 Η κατηγοριοποίηση των ολυμπιακών επιδόσεων σε ανδρικές και γυναικείες δεν είναι μια διαδικασία που έχει λανθάνοντα χαρακτήρα και ενεργοποιείται κατά τις περιστάσεις. Η κατηγορία βιολογικό φύλο είναι πάντα ενεργητικά παρούσα και ενισχύεται νοηματικά, όπως έχει υπερτονισθεί ανωτέρω, από την ύπαρξη διαφορετικών πολλές φορές κανονιστικών πλαισίων ανέλιξης, αλλά κυρίως από την ύπαρξη διαφορετικών ’κλιμάκων αξιολόγησης’ της ανδρικής και γυναικείας αθλητικής-αγωνιστικής ολυμπιακής επικοινωνίας και δράσης. Η αθλητική-ολυμπιακή αγωνιστική δραστηριότητα είναι μια μορφή δημόσιας κοινωνικής επικοινωνίας, η οποία υπό αυτά τα δεδομένα μπορεί και διαμορφώνει εξειδικευμένες κατά φύλο κοινωνικές προσδοκίες, επομένως κοινωνικούς ρόλους των, οποίων η διαφορετικότητα σηματοδοτείται από τη βιολογική διαφορετικότητα. Επομένως υπό τη διχοτομική πρόσληψη του φύλου, οι ολυμπιακοί αγωνιστικοί αθλητικοί ρόλοι ’προσωποποιούνται γενετικά’. Στον αθλητισμό-ολυμπιακό αθλητισμό δηλαδή δεν εμφανίζεται, δεν δομείται η ολυμπιακή αθλητική επικοινωνία ουδέτερα όσον αφορά το φύλο, όπως συμβαίνει σήμερα σε πολλές άλλες λειτουργικά διαφοροποιημένες περιοχές της κοινωνικής ζωής. Δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι εντοπίζεται μια ουδετεροποίηση των κοινωνικών νοημάτων που σύρει το βιολογικό φύλο στα πλαίσια της κοινωνικής και ευρύτερα πολιτισμικής εξέλιξης. Στον ολυμπιακό αθλητισμό η κατηγορία φύλο ισχύει ως κοινωνικό-συμβολικό σύστημα τάξης και είναι μία σταθερά θεσμοποιημένη δομική κατηγορία. Υπό αυτή την προϋπόθεση θεωρητικά και πρακτικά είναι απίθανο να χάσει η κοινωνική αυτή κατηγορία τη σημασία της στις παρούσες κοινωνικές πραγματικότητες του ολυμπιακού αθλητισμού.

37 Εδώ οφείλω να επισημάνω ότι αναφερόμαστε στον αθλητισμό των επιδόσεων. Στο χώρο π.χ. της Φυσικής Αγωγής, ή στον αθλητισμό κατά τον ελεύθερο χρόνο, δεν μπορούμε σήμερα να ισχυρισθούμε ότι το βιολογικό φύλο αποτελεί ή πρέπει να γίνεται αντιληπτό ως κυρίαρχο δομικό συστατικό. Άλλα διαφοροποιημένα επομένως μέρη του αθλητικού συστήματος, μπορούν σε αντίθεση με τον ολυμπιακό αθλητισμό και γενικά με τον αθλητισμό των επιδόσεων, να γίνουν αντιληπτά ως κοινωνικοί χώροι μετασχηματισμού των αντιλήψεων περί ιεραρχικής αξιολόγησης ανδρικών και γυναικείων δραστηριοτήτων, εφόσον οι δραστηριότητες στους χώρους αυτούς μπορούν να ανελίσσονται πέραν της διχοτόμησης του φύλου.

38 Τις τελευταίες δεκαετίες ερευνήτριες των σχέσεων των φύλων, κυρίως ’άγγλο- σαξονικής’ προέλευσης, αναζήτησαν ως πεδίο επιστημονικής ανάλυσης σημαντικών κοινωνικών προβλημάτων νέα μοντέλα σκέψης πέραν της βιολογιστικής αντίληψης. Οι σκέψεις αυτές έχουν ως ουσιαστική βάση το διαχωρισμό σε κοινωνικά επίπεδα, της κατηγορίας ’βιολογικό φύλο’(sex), δηλ. των γενετικών χαρακτηριστικών από το ’κοινωνικό φύλο’ (gender ), δηλ. των κατά φύλο αποδιδόμενων ρόλων ή της ’ταυτότητας του φύλου’. H διαφοροποίηση μεταξύ του γενετικά-σωματικά ’ανήκειν’ σ’ ένα φύλο ως αποδιδόμενη κατηγορία πρόσβασης και ενσωμάτωσης σε μια κοινωνική περιοχή και της ’αυτο-αισθανόμενης’ ταυτότητας του φύλου αποτελούσαν πάντα στοιχεία έλξης για την φεμινιστική κριτική. Ωστόσο η διαφοροποίηση αυτή η οποία συντελέστηκε στα ανωτέρω πλαίσια, δημιούργησε τις προϋποθέσεις ούτως ώστε να μπορούν να αποκρουσθούν αλλά και να απορριφθούν βιολογιστικά επιχειρήματα περί του ’κοινωνικά υποδεέστερου νοήματος’ της γυναικείας φύσης. Από τη δεκαετία του ’70 και μετέπειτα, στα πλαίσια αποδομητικών αντιλήψεων και νέων επιστημονικών προσεγγίσεων, κυριαρχεί η άποψη ότι το σώμα και το κοινωνικό φύλο, είναι δομικά, είναι ιστορικά και πολιτισμικά παράγωγα- κατασκευάσματα και σώμα, φύλο, κοινωνικό-πολιτισμικό περιβάλλον και κοινωνικές σχέσεις είναι μεγέθη πολύ στενά διασυνδεδεμένα μεταξύ των. Την περίοδο αυτή παρατηρείται μία αλλαγή ’επιστημονικού παραδείγματος’, καθιερώνεται μία νέα θεώρηση διερεύνησης της σχέσης των φύλων, προσδιοριζόμενη ως ’θεώρηση περί κοινωνικού φύλου’ (’gender’).

39 Η ’αλλαγή παραδείγματος’ σχετικά με τους προβληματισμούς της σχέσης των φύλων, ήλθε ως αποτέλεσμα, όπως υπογραμμίζει η Pfister (1999) στην εξαιρετική της προσέγγιση, αφ’ ενός μεν της ’μετα-αποικιοκρατικής’ κριτικής σχετικά με την εκμετάλλευση των γυναικών, αλλά και των ανδρών άλλων φυλών, εθνικοτήτων ή αποκλινόντων σε σχέση με συγκεκριμένα κοινωνικά στερεότυπα σεξουαλικών προσανατολισμών, ( Klinger,C.1995) και αφ’ ετέρου από τους θεωρητικούς σχεδιασμούς περί ’αποδόμησης’, οι οποίοι εξελίχθηκαν από φεμινίστριες του ακαδημαϊκού χώρου, με επιρροές από διανοητές της θεώρησης περί ’αποδόμησης’ όπως οι Lagan, Derrida και Foucault. Στα πλαίσια αυτών των θεωρήσεων ’υποκείμενο και ταυτότητα’, ’σώμα και φύλο’ αποκαλύπτονται ως κοινωνικο-ιστορικές επινοήσεις. Εδώ δεν υφίσταται παγιωμένη σεξουαλική ταυτότητα, ενώ όροι όπως ’άνδρας’ και ’γυναίκα’ δεν εκλαμβάνονται ως σταθερές αναλυτικές κατηγορίες αλλά επειδή είναι στοιχεία μιάς διηνεκώς μεταβαλλόμενης ’υποκειμενικότητας’, γίνονται αντιληπτά ως ’γλωσσικά κατασκευές’(Lagan). H υλική υπόσταση των αντικειμένων αλλά και των ατόμων (βιολογική οντότητα), ως καθ’ εαυτή πραγματικότητα δεν έχει, δεν επιδεικνύει κάποιο ’εγγενές νόημα’, αλλά το νόημα διαμεσολαβείται από το βίωμα και τη γλώσσα. Η κοινωνική πραγματικότητα συγκροτείται εδώ από ’μεταβαλλόμενες υποκειμενικότητες’ και αποκλείεται έτσι ή τουλάχιστον σίγουρα υπονομεύεται η ’δυαδική λογική’, βασικό συστατικό της δυτικής σκέψης, η οποία είναι εξαρτώμενη από πάγιες διχοτομήσεις (Derrida). Αυτό που οφείλουμε λοιπόν να διερευνήσουμε είναι οι τρόποι με τους οποίους αναλύονται και χρησιμοποιούνται οι λέξεις. Τον τρόπο που δομείται η γλώσσα και από ποιούς (Foucault). Tο παράδειγμα που κυριαρχούσε από τον 17ο αιώνα στην δυτική φιλοσοφία και αποτέλεσε τον πυρήνα του ρεύματος του διαφωτισμού και διά του οποίου τα πάντα προσεγγίζονται και κατανοούνται διά του ’ανθρώπινου ορθού λόγου’, επί του οποίου μπορεί να συγκροτηθεί και ’εν δικαιοσύνη’ και η κοινωνία, μετασχηματίζεται από τις συσχετιζόμενες εξελίξεις της ’μετα- δομιστικής γλωσσολογίας’ και της ’ψυχαναλυτικής και πολιτικής θεωρίας’.

40 Σύμφωνα με την νέα επιστημονική αυτή θεωρητική επινόηση, «όλα είναι κουλτούρα, ακόμα και η ίδια η βιολογία». (Landweer, H./Rumpf, M. 1993) Φυσικά αυτό δεν σημαίνει ότι απορρίπτεται ή παύει να υφίσταται το σώμα στα πλαίσια αυτής της θεώρησης ως υλική οντότητα. Αντίθετα μάλιστα υπογραμμίζεται ότι υπάρχουν πραγματικά σώματα τα οποία όμως χωρίς κουλτούρα, υπό την έννοια ότι υφίστανται και διαμορφώνονται σε ένα συγκεκριμένο πολιτισμικό περιβάλλον, κοινωνικά δεν τους προσδίδεται καμιά πραγματική σημασία, δεν τους αποδίδεται κάποιο νόημα. Τα γεγονότα και τα αντικείμενα υπάρχουν στο φυσικό κόσμο όμως δεν έχουν κάποιο συγκεκριμένο εγγενές νόημα, αλλά είναι η ’γλώσσα’ υπό την έννοια λέξεων, συμβολικών συστημάτων και σημασιολογικών σημείων, που τους δίνει νόημα. Η βαρύτητα σήμερα των ερωτηματικών περί φύλου επικεντρώνεται και εθνομεθοδολογικά και κοινωνιολογικά αλλά και στα πλαίσια του ’μετα-φεμινισμού ’(αποδομητικός φεμινισμός), σε έννοιες όπως ’ανήκειν σ’ ένα φύλο’ και ’ταυτότητα φύλου’, καθώς επίσης και στην ’κανονικότητα’ του συσχετισμού μεταξύ των.

41 Κοινωνικό φύλο και αθλητισμός-ολυμπιακός αθλητισμός Στα πλαίσια της θεώρησης περί ’κοινωνικού φύλου’ όπως διαπιστώνουμε επιδιώκεται η υπέρβαση της ’διπολικότητας’ άνδρας-γυναίκα, η αποδόμηση της διαφυλικής κοινωνικής συγκρότησης, όχι όμως δια μέσου ακραίων, ριζοσπαστικών μονομερών διαχωρισμών και επαναξιολογήσεων του θηλυκού ή του αρσενικού, αλλά δια μέσου ’αποδόμησης’ του κοινωνικού νοήματος του βιολογικού φύλου και δια μέσου διαδικασιών ’αποδομητικής παρωδίας’. Το βιολογικό φύλο χάνει σε αυτόν το θεωρητικό σχεδιασμό την πρωτοκαθεδρία ως αναλυτική κατηγορία στις περισσότερες σύγχρονες κοινωνικές περιοχές, δεν δομεί πλέον κατά κάποιο θεμελιώδη τρόπο την επίκαιρη ή εν δυνάμει κοινωνική(- πολιτική) ταυτότητα του ατόμου που δραστηριοποιείται κοινωνικά. Μπορεί όμως να αποτελεί συνδετικό κρίκο μεταξύ πολλών ιδιοτήτων και αντίστοιχων ρόλων του υποκειμένου που σκηνοθετούνται από αυτό σε έναν ευρύτερο πολιτισμικό τόπο. Αυτή η δυνατότητα σκηνοθεσίας σχετίζεται και με την ’ταυτότητα του φύλου’ η οποία είναι αποτέλεσμα της δομικής διαλεκτικής σχέσης μεταξύ του ’είμαι σώμα και έχω σώμα’. Στα πλαίσια αυτά η διπολικότητα του φύλου και ακολούθως η ταυτότητα του φύλου εμφανίζεται ως αποτέλεσμα πολιτισμικών δομικών μεθόδων και αλληλένδετων επικοινωνιακών δραστηριοτήτων και όχι ως αποτέλεσμα φυσικών-γενετικών χαρακτηριστικών.

42 Αποδόμηση της ’διαφοράς’ στον ολυμπιακό αθλητισμό θα μπορούσε να σημαίνει ότι ’ιδιότητες’ όπως αθλητής, αθλήτρια, βιολογικό φύλο, γυναίκα αλλά και άνδρας ως έννοιες αναλυτικές θα πρέπει να παραγκωνισθούν εφόσον οι διαφορές αναπαράγονται δια της χρήσης γλωσσικών όρων αλλά και δια της διχοτομικής πρόσληψης του φύλου στην κοινωνική αυτή περιοχή και συνηγορούν στην προβολή ανισοτήτων όσον αφορά άλλες θεσμικές εκφάνσεις π.χ. τη διαχείριση της θεσμικής ολυμπιακής εξουσίας. Στη διαφορά μεταξύ ανδρικού και γυναικείου ολυμπιακού αθλητισμού ’υποβόσκει’ μια αξιολογική ιεράρχηση η οποία ενισχύεται ακόμη και σήμερα από τις κοινωνικές-ιστορικές καταβολές του ολυμπιακού κινήματος. Επίσης αντανακλάται η διαφορά αυτή και πέραν του τόπου και χρόνου διεξαγωγής της αθλητικής ολυμπιακής επικοινωνίας, ως διαφορά μεταξύ κυρίαρχα σημαίνοντος κοινωνικά(π.χ. όσον αφορά την ανδρική αθλητική επίδοση και την προβολή της από τα ΜΜΕ) και μη σημαίνοντος(π.χ. όσον αφορά την προβολή της γυναικείας αθλητικής επίδοσης). Θεωρώ ότι ακόμα και το διαφορετικό επίπεδο της αθλητικής επίδοσης μεταξύ των δύο φύλων γενικά είναι περισσότερο συναρτώμενο από την κοινωνική-ιστορική της αφετηρία και από κοινωνικούς, πολιτισμικούς και οικονομικούς παράγοντες, παρά από τις αναμφισβήτητα υπάρχουσες, ’φυσικές-γενετικές’ διαφορές.

43 Για τη συγκρότηση επομένως πλαισίων συζήτησης του ζητήματος της ισόνομης μεταχείρισης μεταξύ ανδρών και γυναικών στον αθλητισμό οφείλεται να ληφθούν υπόψη συγκεκριμένες θεωρητικές σκέψεις. Επίσης συγκεκριμένα ερευνητικά δεδομένα τα οποία θα συμβάλουν στην κατανόηση της σχέσης των δύο φύλων, αλλά και στην κατανόηση του μετασχηματισμού της σχέσης αυτής. Ο μετασχηματισμός αυτός συντελείται σε ευρύτερα κοινωνικά επίπεδα, όπως οικονομικά, πολιτικά αλλά και στις περιοχές του σώματος. Η σημασία του αθλητισμού γενικά, αλλά ιδιαίτερα του πρωταθλητισμού, κατ’ επέκταση και του ολυμπιακού αθλητισμού, για την ’κατασκευή’, τη ’δόμηση’, την παρουσίαση αλλά και την κοινωνική κυριαρχία της αρρενωπότητας- αρσενικότητας, όπως αυτή προβλήθηκε, καθορίστηκε ή έγινε και γίνεται κατανοητή κυρίως στις δυτικές νεωτερικές (βιομηχανικές) αλλά και μετανεωτερικές(μετά-βιομηχανικές) κοινωνίες, έχει πλέον επαρκώς διερευνηθεί και συζητηθεί. Στα πλαίσια αυτά προσδόθηκε αυτονόητα ένας ’αντί-θηλυκός’ χαρακτήρας στη συμμετοχική διαδικασία της γυναίκας στον πρωταθλητισμό, εφόσον αυτός προήγαγε την αρσενικότητα και θεωρούταν ένα εξαιρετικό μέσο σκηνοθεσίας και προσέγγισής της. Η αντίληψη αυτή όμως δημιούργησε και εν μέρει δημιουργεί και σήμερα σε πολλά κοινωνικά περιβάλλοντα, αντιπαραθέσεις και διαμάχες των αθλητριών με το κοινωνικό τους περιβάλλον,αλλά ταυτόχρονα και με τον ’εσωτερικό τους κόσμο’, με το εσωτερικό-ψυχικό τους περιβάλλον, εφόσον η αθλητική- αγωνιστική τους δράση είχε ως τίμημα την ’θυσία’ της θηλυκότητας.

44 Η διερεύνηση τέτοιων ερωτηματικών πραγματοποιήθηκε από την αθλητική-κοινωνιολογική σκέψη μεταξύ άλλων στα πλαίσια της θεωρίας των κοινωνικών ρόλων ούτως ώστε να προσδιορισθούν σε ένα κοινωνικό περιβάλλον οι κοινωνικές προσδοκίες οι οποίες συγκλίνουν στον ρόλο της αθλήτριας και να προσδιορισθούν τα όρια μεταξύ αποδεκτών ως θυληκών ή μη αθλημάτων στα πλαίσια φυσικά της συγκεκριμένης κοινωνίας. Στον προβληματισμό μας όμως περί κοινωνικού φύλου στον ολυμπιακό αθλητισμό τίθεται το ερώτημα, εάν αντιφάσκει η απαιτούμενη από τον πρωταθλητισμό για προσέγγιση υψηλών επιδόσεων συμπεριφορά, με τις κοινωνικές προσδοκίες οι οποίες συγκλίνουν στην γυναίκα. Στα πλαίσια των θεωριών της κοινωνικής δράσης έχει διερευνηθεί επίσης η επιρροή της διαδικασίας της ’κοινωνικοποίησης’ στην μετέπειτα αντίληψη και έκφραση του γυναικείου ρόλου. Βλ. κυρίως Methney, E. (1964) -- Deem, R./ Gilroy, S. (1998) --Lenskyj, H. (1988)

45 Οι καταστάσεις με τις οποίες έρχονται αντιμέτωπες οι αθλήτριες στον αγωνιστικό αθλητισμό έχουν αποτελέσει πολλές φορές αντικείμενο έρευνας στα πλαίσια της αθλητικής επιστήμης. Σημαντικό ερευνητικά είναι το ερώτημα περί των αναγκών τις οποίες εκπληρώνουν οι αθλήτριες διά της αγωνιστικής αθλητικής επικοινωνίας και δράσης. Π.χ. για τις υψηλού επιπέδου αθλήτριες της ενόργανης γυμναστικής, η ενσωμάτωσή τους στο αθλητικο-αγωνιστικό σύστημα συνδέεται με μια ’απόδραση’, από τις περί θηλυκότητας προσδοκίες. Η αφοσίωση της γυναίκας στην αθλητικο-αγωνιστική ενασχόληση, συνεπικουρεί τις αθλήτριες να εξελίξουν ταυτότητες αποκλίνουσες από τα παραδοσιακά περί θηλυκότητας πρότυπα-στερεότυπα, ενώ όπως δείχνουν ερευνητικά δεδομένα από το εγγύτερο παρελθόν, μετά από κάποιες ηλικίες δυσκολεύει η διασύνδεση των εννοιών και κοινωνικών αναπαραστάσεων ’είμαι αθλήτρια’ και ’είμαι γυναίκα’. Βλ. μεταξύ άλλων Rose,L.(1990) -- Palzkil,B. (1990)

46 Στη θεωρία της κοινωνικοποίησης, ως μέρους των ευρύτερων κοινωνιολογικών θεωρήσεων αλλά και της θεωρίας της κοινωνικής δράσης δεν τονίζεται μονάχα η σημασία του άμεσου ή ευρύτερου περιβάλλοντος όσον αφορά την διαδικασία κοινωνικοποίησης, αλλά και ο ενεργητικός ρόλος του ατόμου σε αυτή. Στα πλαίσια αυτών των προσεγγίσεων διερευνάται πολύ καλά η προσοικείωση του ατόμου με το ’κοινωνικό φύλο’. Στις διερευνητικές αυτές προσπάθειες γίνεται κατανοητό ότι η κοινωνικοποίηση προς την κατεύθυνση ’είμαι άνδρας’ ή ’είμαι γυναίκα’, δεν αντανακλά ’αρσενικότητα’ και ’θηλυκότητα’ μόνο στο περιβάλλον, αλλά ασκεί μεγάλη επίδραση και στην ’ εσωτερική συγκρότηση και δομή του προσώπου’. Brinkhoff, K.-P. (1998)

47 Αυτή η αντίληψη γίνεται φανερή όταν κυρίως από πολλές αθλήτριες υιοθετείται, φυσικά όχι συμπτωματικά και αναίτια, ως ’σωματικό πρότυπο’ του αγωνιστικού αθλητισμού ’το ανδρικό σώμα’ και επιδιώκουν με επιτρεπτές ή μη προπονητικές μεθόδους να το αναπαραστήσουν στην γυναικεία οντότητα. Αυτό σημαίνει ότι αθλήτριες οι οποίες με το σώμα τους σηματοδοτούν ’ αρσενικότητα’, προβάλουν αφ’ ενός έτσι μια αντίσταση στην ’αρχή διχοτομικής πρόσληψης’ του φύλου που είναι βασική οργανωτική αρχή, ενώ αφ’ετέρου διαλύουν τα στερεότυπα και την ψευδαίσθηση περί του αδύνατου φύλου. Επιδιώκοντας βέβαια να ’σκηνοθετήσουν’ την ’παράσταση της θηλυκότητας’ με νέα σύμβολα και σημεία, δείχνοντας, έτσι και την κοινωνική κατασκευή του φύλου, χαρακτηρίζονται ως ’ανδρο- γυναίκες’. Φυσικά υιοθετώντας ανδρικά σωματικά πρότυπα μετασχηματίζουν και τα ισχύοντα περί φύλων στερεότυπα. Αυτή η εικόνα του γυναικείου σώματος όπως με σκοπιμότητα συνήθως προβάλλεται από τα ΜΜΕ, προκαλεί συνήθως αρνητικούς ’αισθητικούς’ συνειρμούς. Στην αθλητικο- επιστημονική βιβλιογραφία υπάρχουν προσπάθειες διερεύνησης αυτής της άποψης στα πλαίσια αλληλεπίδρασης γυναικείας αθλητικο- αγωνιστικής ενασχόλησης και ανάπτυξης της αυτοπεποίθησης της γυναίκας. Denfeld, R. (1996).

48 Oι αλληλεπιδράσεις-αλληλενδετότητες μεταξύ ολυμπιακού αθλητισμού, ανθρώπινου σώματος και ταυτότητας του φύλου. Οι αλληλενδετότητες μεταξύ αθλητικής επίδοσης, σώματος, υποκειμένου και κοινωνικού- πολιτισμικού περιβάλλοντος, αλλά και οι αλλαγές που υφίσταται το σώμα δια της αθλητικής προπονητικής διαδικασίας και οι επιρροές που κατόπιν αυτές οι αλλαγές ασκούν στην προσλαμβάνουσα αντίληψη περί ’ταυτότητας του φύλου’, είχαν συστηματικά παραμεληθεί και ακόμα και σήμερα δεν διερευνώνται επαρκώς. Στον ολυμπιακό αθλητισμό σήμερα βλέπουμε ότι η προσέγγιση μεγιστοποιημένων επιδόσεων επιτυγχάνεται με τη χρήση ’ουσιών’ οι οποίες ασκούν τεράστιες επιρροές σε πολλές βιολογικές παραμέτρους και μάλιστα δια μέσου αυτών μεταβάλλεται η λειτουργία πολλών οργανικών συστημάτων αλλά και γενικά η μορφολογία του σώματος. Οι επαναστατικές εξελίξεις των ’τεχνο- επιστημών’ μπορούν να αποσυνθέσουν, να διαλύσουν το διαχωρισμό μεταξύ ’φύσης’ και ’πολιτισμού’ ο δε επαναπροσδιορισμός τους, συμβαδίζει σε στενή συνάφεια με τις συγκεκριμένες τεχνο-επιστημονικές εξελίξεις. Ο ολυμπιακός αθλητισμός και γενικά ο αθλητισμός των επιδόσεων δεν έγινε αντιληπτός ως ’κοινωνικός τόπος’ στα πλαίσια του οποίου παρεμβατικά μεταβάλλονται οι προσλαμβάνουσες περί σώματος παραστάσεις και έτσι μπορεί να πραγματώνεται μία πολύ-μεταβλητά μετασχηματιζόμενη διαδικασία σκηνοθεσίας της ταυτότητας του φύλου. Η ταυτότητα του φύλου ήδη σε πρώιμη ηλικία μεσιτεύετε κοινωνικά και στην πορεία σταθεροποιείται και εδραιώνεται ενώ της αποδίδονται κατά τις περιστάσεις εξειδικευμένες ιδιότητες. Η σημασιολογία την οποία έχει το σώμα ποικίλλει κατά φύλο. Ακόμη και εάν το βιολογικό φύλο γίνεται αντιληπτό στον ολυμπιακό αθλητισμό ως μια υπεράνω κάθε αμφισβήτησης αμετάβλητη φυσική/βιολογική κατηγορία, δε μπορεί να ισχύσει το ίδιο για την ταυτότητα του φύλου.

49 Η παράμετρος αυτή γίνεται αντιληπτή ως μια μετασχηματιζόμενη κοινωνική-πολιτισμική κατηγορία και ως τέτοια δεν κινείται προς προκαθορισμένη κατεύθυνση, δεν εμφανίζει επομένως εξ υπαρχής γραμμική σχέση με το βιολογικό φύλο. Εάν κατανοηθεί η ταυτότητα του φύλου στον ολυμπιακό αθλητισμό, ως ένα συστατικό του έμφυλου υποκειμένου, το οποίο γίνεται αντιληπτό ως το περίπλοκο αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης κοινωνικών, πολιτικών, ψυχολογικών, αισθητικών, ατομικών και ευρύτερα πολιτισμικών παραγόντων τότε αυτό σημαίνει ότι αυτή η ταυτότητα αυτή είναι ουσιαστικά μετασχηματιζόμενη. Προϋπόθεση όμως μετασχηματισμού της είναι ότι ’το ανήκειν σ’ ένα φύλο’ δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως κριτήριο κατηγοριοποίησης στην κοινωνική αυτή περιοχή, η οποία μέχρι τώρα δομεί κατά κανόνα τα αθλητικο-αγωνιστικά της εγχειρήματα στη βάσει των δύο φύλων. Στην κοινωνική περιοχή του ολυμπιακού αθλητισμού παράγονται στερεότυπα περί αρσενικότητας και θηλυκότητας τα οποία επηρεάζουν τις σκέψεις, τις συμπεριφορές, τις αντιλήψεις και τις διερμηνείες των συμμετεχόντων. Οι προσδοκίες οι οποίες παράγονται από την διχοτόμηση του φύλου ασκούν περιοριστική επιρροή η οποία έχει τον χαρακτήρα καταπίεσης ενδεχομένως και για τον άνδρα και για την γυναίκα, σχετικά και με τα προς διάθεση μέσα και με τη χρήση των μέσων αυτών για την ’σκηνοθεσία του φύλου’.

50 Όμως το πρόβλημα ιδιαίτερα στον ολυμπιακό αθλητισμό σε σχέση με άλλες κοινωνικές περιοχές, για τους λόγους τους οποίους προαναφέραμε είναι ότι δημιουργούνται δύο πολιτισμικά δείγματα το ’ανδρικό-αρσενικό’ και το ’’γυναικείο-θηλυκό’’ με ιεραρχική ηγεμονία του πρώτου, στα πλαίσια του οποίου προκαθορίζονται και τα πρότυπα για σκηνοθεσία του φύλου. Αυτό το δεδομένο όμως δημιουργεί κοινωνικές διακρίσεις για τις γυναίκες-αθλήτριες οι οποίες όταν και εφόσον (αναγκαστικά μάλιστα από την επίπονη προπόνηση) υιοθετούν ανδρικά σύμβολα και σωματικά εκφραστικά σχήματα τόσο για την καταξίωσή τους στον καθ’ εαυτό αθλητικό ανταγωνισμό, όσο και για τη σκηνοθεσία του κοινωνικού φύλου, χαρακτηρίζονται ως ’ανδρο-γυναίκες’ το ίδιο δε και για τους άνδρες όταν υιοθετούν ’θηλυκά’ που μπορεί να επιβάλει ο συγκεκριμένος χαρακτήρας ενός αθλήματος, π.χ. καλλιτεχνικό πατινάζ, χαρακτηρίζονται ως ’θηλυπρεπείς’. Φυσικά δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι οι χαρακτηρισμοί αυτοί ή οι τάσεις αυτές διαλύουν και την βιολογική βάση της δυαδικής ταξινόμησης, αλλά σίγουρα μπορούμε να υπογραμμίσουμε ότι ανοίγουν το δρόμο για πιο ’ρευστές’ έμφυλες ταυτότητες στον αθλητισμό-ολυμπιακό αθλητισμό.

51 Οι επιρροές της διχοτόμησης στην ’εμπορική αξία’ της ανδρικής και της γυναικείας ολυμπιακής αθλητικής δραστηριότητας Στο σημείο αυτό θα θέλαμε να αναφέρουμε ότι η ταξινόμηση των φύλων στον ολυμπιακό αθλητισμό υπό τις προαναφερόμενες προϋποθέσεις δημιουργεί και μία ιεράρχηση μεταξύ ανδρικών και γυναικείων αθλητικών αγωνιστικών δραστηριοτήτων και όσον αφορά το συσχετισμό τους με την οικονομία. Σίγουρα η αντιμετώπιση και η ανακάλυψη του ολυμπιακού αθλητισμού ως μέσου προαγωγής εμπορικής κατανάλωσης και η μετέπειτα ουσιαστική του οικονομικοποίηση και εμπορευματοποίηση διευκόλυνε, όπως έχει προαναφερθεί την πρόσβαση της γυναίκας στην κοινωνική αυτή περιοχή. Η ’εμπορική-οικονομική αξία’ όμως της γυναικείας αθλητικής ολυμπιακής επίδοσης, της ολυμπιακής νίκης, όχι στα πλαίσια της ’κρατικής αποζημίωσης’ που γνωρίζουμε στην Ελλάδα, αλλά ως προς την αντιμετώπισή της από ευρύτερους οικονομικούς θεσμούς, είναι πάντα όπως συνάγεται από την κοινωνική πραγματικότητα, υποδεέστερη από την ανδρική. Αυτό φυσικά μπορεί να ερμηνευθεί κοινωνιολογικά εάν ανατρέξουμε στην ευρύτερη κοινωνική-οικονομική διαδρομή της γυναίκας σχετικά με τη θέση της στην αγορά εργασίας η οποία βρίσκεται σε άμεση νοηματική σχέση με την γυναικεία διαδρομή στον εμπορευματοποιημένο αλλά παραδοσιακά διαμορφωμένο ακόμα και σήμερα όσον αφορά τις δια-φυλικές του δομές, ολυμπιακό αθλητισμό.

52 Όπως υπογραμμίζει ο Beck (1986), η οργάνωση της «αγοράς εργασίας» όπως πραγματώθηκε στα πλαίσια των «βιομηχανικών κοινωνιών», (να μη ξεχνάμε ότι σε αυτά τα κοινωνικά πλαίσια συνέλαβε και ο Coubertin την ιδέα περί ανασύστασης των ολυμπιακών αγώνων), ήταν «βάση αλλά και προϊόν» της «ταξινόμησης των φύλων». Τονίζει δε ότι ένας τυπικά κατά φύλο καταμερισμός της εργασίας δεν είναι αποτέλεσμα παραδοσιακών αντιλήψεων, αλλά θεμέλιο και προϊόν της βιομηχανικής κοινωνίας, στα πλαίσια της οποίας η αποδιδόμενη στις γυναίκες εργασία στο χώρο της οικογένειας ως φυσική αναγκαιότητα, π.χ. γέννηση παιδιών και ανατροφή, χωρίς οικονομική αποζημίωση, συνηγόρησε στην αποδοχή και στον χαρακτηρισμό της γυναίκας ως μη σταθερό εργατικό δυναμικό και στην περιθωριοποίησή της όσον αφορά την αγορά εργασίας, αλλά και στον αποκλεισμό της από τις θέσεις εξουσίας. Υπό αυτά τα δεδομένα για τη γυναίκα, μπλοκαρίστηκε η ανεστάλη από την ιδιότητα της μητέρας, η ευρύτερη κοινωνικά ενεργοποίηση ουσιαστικών αξιών της νεωτερικότητας όπως, η ισότητα και η ατομική ελευθερία. Όλα αυτά συνηγόρησαν και στη διαμόρφωση των αντιλήψεων που αφορούν την εμπορική αξία ακόμα και σήμερα της γυναικείας ολ. αθλητικής επίδοσης. Οφείλουμε δε να υπογραμμίσουμε ότι οι αντιλήψεις αυτές ήταν φυσικό να δημιουργήσουν άντρες καταναλωτές του ολυμπιακού προϊόντος. Το γυναικείο ολυμπιακό προϊόν είχε και εν μέρει έχει ακόμα λιγότερη ζήτηση και οι αιτίες του φαινομένου αυτού έχουν τις ρίζες τους σε κοινωνικές-ιστορικές καταβολές όπως οι προαναφερθείσες και οι οποίες συνήθως δεν λαμβάνονται καθόλου υπόψη σε πολλές διερευνητικές προσπάθειες που σχετίζονται με το ζήτημα της ισονομίας των φύλων γενικά στον αθλητισμό.

53 Συμπερασματικές απόψεις. Στα επίπεδα της αθλητικής- ολυμπιακής αθλητικής επικοινωνιακής πρακτικής, σε αντίθεση με αυτήν πλείστων άλλων επί μέρους κοινωνικών περιοχών όχι μόνο δεν συναντάμε μια ’δομική ουδετερότητα’ όσον αφορά το βιολογικό φύλο, αλλά αντίθετα συναντάμε μια ’δομική διασφάλιση’ της βιολογικής διαφοράς. Το δεδομένο αυτό θέτει προς διερεύνηση πολλά και σημαντικότατα ερωτηματικά, όπως: Ποιο είναι σήμερα το νόημα αυτής της διασφάλισης; Παράγει αυτή η δομικά διασφαλισμένη διαφορά, αυτή η διχοτόμηση της αθλητικής επικοινωνιακής πρακτικής κοινωνική ανισότητα η οποία έρχεται σε σύγκρουση, σε αντίφαση με τις ολυμπιακές αξίες ; Ξεπερνάει το νοηματικό περιεχόμενο αυτής της διαφοράς τα όρια της ’αγωνιστικής’ ολυμπιακής αθλητικής επικοινωνίας και προβάλλεται ως ανισότητα ως κοινωνική διάκριση, όσον αφορά π.χ. την στελέχωση θεσμικών θέσεων στα ολυμπιακά οργανωτικά σχήματα; Μήπως λοιπόν η διχοτόμηση των δύο φύλων γενικά στον αθλητισμό των επιδόσεων που πραγματοποιείται σύμφωνα με τις κρατούσες αντιλήψεις χάριν της ισονομίας είναι η αιτία άνισης κατανομής της θεσμικής εξουσίας μεταξύ ανδρών και γυναικών; Ο ολυμπιακός αθλητισμός, από την στιγμή που κατηγοριοποιεί τις επικοινωνιακές του πρακτικές και δράσεις σε ανδρικές και γυναικείες, ’παράγει’ αντίστοιχα και συγκεκριμένες προσδοκίες και συμπεριφορές κατά φύλο και αποκλείει άλλες. Επομένως παρέχεται η δυνατότητα να είναι αυτές διαφορετικές για τον άνδρα και διαφορετικές για την γυναίκα. Ο δομικός αυτός μηχανισμός διαμόρφωσης εξειδικευμένων κατά φύλο κοινωνικών προσδοκιών σίγουρα, όταν ξεπερνάει τα αθλητικά αγωνιστικά πλαίσια, ανάλογα με την περιστασιακή του εργαλειοποίηση και χρήση μπορεί να αναδειχθεί και ουσιαστικά αναδεικνύεται όπως σαφέστατα δείχνει η ολυμπιακή πραγματικότητα ως μηχανισμός παραγωγής κοινωνικής ανισότητας.

54 Η βιούμενη διαφυλική πρόσληψη των συμμετεχόντων στον αθλητισμό των επιδόσεων- ολυμπιακό αθλητισμό παραπέμπει κυρίως σε φυσικά-βιολογικά δεδομένα τα οποία όμως γίνονται αντιληπτά, τουλάχιστον όπως αυτό φαίνεται από την κοινωνική πραγματικότητα, ως αιτία κοινωνικής κατηγοριοποίησης που τίθεται στη υπηρεσία μιας κατά τις κοινωνικές-πολιτισμικές περιστάσεις αξιολογικής ιεράρχησης π.χ. της ανδρικής και της γυναικείας ολυμπιακής επίδοσης. Προς τούτο όπως με σαφήνεια υπογραμμίσαμε, διαδραμάτισαν και διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο οι ιδεολογικές απόψεις των ιδρυτικών μελών που επηρεασμένα από την αρχαιοελληνική αντίληψη, αλλά κυρίως με το πνεύμα της εποχής τους, προσέδωσαν έναν εγγενή ανδροκεντρισμό στην ολυμπιακή γενικά δραστηριότητα. Στη διαμόρφωση των αντιλήψεων του Coubertin συνέβαλαν αναμφισβήτητα και οι αντιλήψεις περί διαφορετικότητας των φύλων της εποχής που βασίζονταν σε κάποια επιστημονικά ευρήματα σχετικών με την βιολογική διαφορετικότητα των δυο φύλων, αλλά κυρίως συνέβαλαν οι κοινωνικές δομές επί των οποίων δομήθηκαν οι σχέσεις των δύο φύλων. Ουσιαστικά επί των δεδομένων αυτών δομήθηκε και οργανώθηκε και ο ολυμπιακός αθλητισμός. Σήμερα για την επιστημονική έρευνα ο αποκλεισμός των γυναικών ο οποίος βασίζονταν σε μυθεύματα που αναπαράγονταν από την επιστημονική γνώση της εποχής, όπως αυτή διαμορφώνονταν κυρίαρχα από τον ’ανδρικό λόγο’, γίνεται αντιληπτός σε συσχετισμό με τις ολυμπιακές αξίες, ως αντίφαση, ως κοινωνικά μη αποδεκτή πρακτική, ιδιαίτερα όσον αφορά την σαφώς μειονεκτική παρουσία των γυναικών στην εξουσιαστικές δομές, και στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων στον ολυμπιακό αθλητισμό.

55 Η διεκδίκηση δικαιωμάτων από τις γυναίκες για συμμετοχή στα ολυμπιακά δρώμενα υπήρξε κατά κανόνα χαρακτηριστικό των γυναικών που ανήκαν σε προνομιούχες (π.χ. όσον αφορά το οικονομικό-πολιτισμικό και μορφωτικό επίπεδο) κοινωνικές ομάδες. Οι γυναίκες που άνηκαν όμως σε μειονότητες ή περιβάλλοντα υποτέλειας, δεν είχαν αυτές τις δυνατότητες. Παρ’ όλα αυτά η αθλητική επικοινωνία και δράση, κυρίως δε η ολυμπιακή νίκη ως οικουμενικά αποδεκτή αξία, χρησιμοποιήθηκε πολλές φορές όπως με την αναφορά πολλών παραδειγμάτων έγινε κατανοητό και χρησιμοποιείται ακόμα και στη μετανεωτερικότητα για τη χειραφέτηση των γυναικών από καταπιεστικές εθνικο- θρησκευτικές ή κρατικές δομές. Αυτό φαίνεται σήμερα με σαφήνεια στις χώρες του λεγόμενου ’ισλαμικού κόσμου’ όπου οι γυναίκες συνάντησαν και συναντούν ακόμα και σήμερα πάρα πολλά και πολλές φορές ανυπέρβλητα εμπόδια κατά την ενασχόλησή τους με τον αθλητισμό.

56 Εάν εξαιρέσουμε την αθλήτρια από το Μαρόκο, Nawai El Moutawakel, η οποία τελούσε ’υπό βασιλική προστασία’ και κατέκτησε το χρυσό μετάλλιο στο αγώνισμα των 400 μέτρων με εμπόδια στους ολυμπιακούς αγώνες του Los Angeles το 1984(σημαντικό είναι το γεγονός ότι η εν λόγω αθλήτρια εκλέχθηκε στη συμβουλευτική επιτροπή της IAAF), οι γυναίκες από τον ισλαμικό κοινωνικό χώρο μόλις στα τέλη της δεκαετίας του ’80 άρχισαν να συμμετέχουν ουσιαστικά σε διεθνείς αθλητικές διοργανώσεις. Τυπικό παράδειγμα αποτελεί η Αλγερινή αθλήτρια των 1500 μέτρων Hassiba Boulmerka η οποία αγνοώντας τις απειλές φανατικών ισλαμιστών και τα κοινωνικά στερεότυπα της χώρας της κέρδισε το χρυσό μετάλλιο στους ολ. αγώνες το1992 στην Βαρκελώνη και με τη νίκη της αυτή συνηγόρησε στην κοινωνικό-πολιτική χειραφέτηση των γυναικών στη χώρα της. Λίγους μήνες μετά την επιτυχία της πραγματοποιήθηκε, σίγουρα όχι συμπτωματικά, μια νομοθετική ρύθμιση σχετικά με την “Prokuration”, επί τη βάσει της οποίας o άνδρας δεν εκπροσωπεί και την γυναίκα στην εκλογική διαδικασία. Με αφορμή επίσης την ολυμπιακή της νίκη ιδρύθηκε μια κοινωνική οργάνωση για την υποστήριξη των κοινωνικά καταπιεσμένων ανθρώπων στην χώρα της. (Schaller, C. 1993) Επίσης οι επιτυχίες άλλων αθλητριών όπως της Rada Shoua από την Συρία, της Fatuma Roba από την Αιθιοπία, της Chioma Ajunwa από τη Νηγηρία, της Paulina Konga από την Κένυα, της Maria Mutola από τη Μοζαμβίκη κ.α. στους ολ. αγώνες της Ατλάντα το 1996, συνεισέφεραν πολλά στην χειραφέτηση των γυναικών των χωρών τους, δημιούργησαν ουσιαστικές προϋποθέσεις ενσωμάτωσης των χωρών του λεγόμενου ’’τρίτου κόσμου’’ στο ολυμπιακό κίνημα,κάνοντας πραγματικότητα τον στόχο του Coubertin, “All Games, All Nations” και κάνοντας ταυτόχρονα πραγματικότητα τον ’πολυ-πολιτισμικό χαρακτήρα’ των ολυμπιακών αγώνων. Επίσης με τις αθλητικές επιτυχίες αυτών των γυναικών, ήρθαν και επιτυχίες σχετικά με την εκπροσώπηση των στους ολυμπιακούς θεσμούς, στους οποίους φυσικά οι γυναίκες ακόμα και σήμερα υπό-εκπροσωπούνται, ένα γεγονός το οποίο κατά την γνώμη μου έχει να κάνει με την ’ιστορικότητα’, με τον εγγενή ανδροκρατικό χαρακτήρα του φαινομένου, της ιδιότητας του αθλητή. Μολαταύτα όταν η ΔΟΕ το 1981, συμπεριέλαβε για πρώτη φορά στην ιστορία της δύο γυναίκες ως μέλη( την Pirjo Haggman από την Φινλανδία και την Flor Isava-Fonseca από την Βενεζουέλα), η μία ήταν από χώρα του ’τρίτου κόσμου’, η οποία το 1990 εκλέχθηκε στην Eκτελεστική Επιτροπή της ΔΟΕ.

57 Συμπερασματικά οφείλω να τονίσω ότι η διαδικασία ενσωμάτωσης των γυναικών για παράδειγμα στα πλαίσια του ολυμπιακού αθλητισμού, σημαίνει κατά κύριο λόγο μόνο δικαίωμα πρόσβασης και όχι οπωσδήποτε ίσες για όλους ευκαιρίες όσον αφορά την στελέχωση θέσεων θεσμικής εξουσίας. Δηλαδή ακόμα και σήμερα οι ολυμπιακές αξίες, εάν αντανακλώνται (αυτό είναι φυσικά ένα καυτό ερώτημα), αντανακλώνται περιοριστικά στον χρόνο, δηλ. μονάχα κατά την διάρκεια της αγωνιστικής αντιπαράθεσης χωρίς να ασκούν ουσιαστική επιρροή στην διαδικασία στελέχωσης της θεσμικής εκπροσώπησης και εξουσίας. Εάν οι ολυμπιακές αξίες δεν γίνονται αντιληπτές και σεβαστές από το ίδιο το ολυμπιακό κίνημα και δεν ενεργοποιείται το νόημα τους εντός των ίδιων των ολυμπιακών θεσμών τότε η αξίωση περί ευρύτερης κοινωνικής επιρροής εμφανίζεται ως ’αστείος λαϊκισμός’. Υπάρχει μια μεγάλη ασυμβατότητα μεταξύ συστήματος αξιών του ολυμπιακού αθλητισμού και θεσμικής εκπροσώπησης των γυναικών. Είναι βασικό ζήτημα λοιπόν η πολύ μειωμένη παρουσία των γυναικών σε δομές λήψεως αποφάσεων στα πλαίσια της ΔΟΕ, είναι ένα θέμα που θα πρέπει να τύχει ευρύτερης διερεύνησης και ανάλυσης από το ολυμπιακό κίνημα. Η διάκριση μεταξύ άνδρα και γυναίκας στον αγωνιστικό τομέα σίγουρα δεν κατανοείται ως μορφή θεσμοθετημένης κοινωνικής διάκρισης. Όμως ο αποκλεισμός των Γυναικών από τα θεσμικά κέντρα λήψης αποφάσεων της ΔΟΕ, καταδεικνύει ότι η ΔΟΕ σε θεσμικό οργανωτικό επίπεδο είναι ευθυγραμμισμένη όσον αφορά το θέμα γυναίκα ακόμα στις ιδεολογικές συνιστώσες της εποχής του Coubertin.

58 Η εικόνα θεσμικού ελέγχου του αθλητισμού- ολυμπιακού αθλητισμού παραμένει κυρίαρχα ανδρική. Δηλαδή θα μπορούσαμε να πούμε σε αντιστοιχία και ευθέως ανάλογα με τα πλαίσια των σύγχρονων αντιλήψεων περί φύλου ότι αυτό καταδεικνύει τον προβληματικό χαρακτήρα της λειτουργίας του ολυμπιακού αθλητισμού στη σχέση του με την έμφυλη υπόσταση των αθλητών. Όμως η ίδια καθ’ εαυτή η μορφή κοινωνικής συγκρότησης αποτελεί αιτιατό της κοινωνικής πραγματικότητας αλλά και αίτιο μετασχηματισμού της καθώς επίσης και αίτιο μετασχηματισμού του ισχύοντος ως φυσικού και αυτονόητου. Η δυναμική της κοινωνικής πραγματικότητας είναι εκείνη που σε ’βάθος χρόνου’ μπορεί να αλλάζει και αλλάζει τις αντιλήψεις περί ’φύσης’ και ’φυσικών λειτουργιών’.


Κατέβασμα ppt "Tο Γυναικείο Ζήτημα στον Αθλητισμό- Το Παράδειγμα ‘’Ολυμπιακός Αθλητισμός."

Παρόμοιες παρουσιάσεις


Διαφημίσεις Google