Η παρουσίαση φορτώνεται. Παρακαλείστε να περιμένετε

Η παρουσίαση φορτώνεται. Παρακαλείστε να περιμένετε

Ιστορία των Βαλκανικών Κρατών (19ος – 20ός αι.) Διδάσκων: Σπυρίδων Γ. Πλουμίδης.

Παρόμοιες παρουσιάσεις


Παρουσίαση με θέμα: "Ιστορία των Βαλκανικών Κρατών (19ος – 20ός αι.) Διδάσκων: Σπυρίδων Γ. Πλουμίδης."— Μεταγράφημα παρουσίασης:

1 Ιστορία των Βαλκανικών Κρατών (19ος – 20ός αι.) Διδάσκων: Σπυρίδων Γ. Πλουμίδης

2

3

4

5

6 Edward Said, Orientalism, Νέα Υόρκη 1978, και σε μετάφραση Φώτη Τερζάκη, Οριενταλισμός, Αθήνα (Νεφέλη) Maria Todorova, Imagining the Balkans, Oxford University Press 1997 και σε μετάφραση της Ιουλίας Κολοβού, Βαλκάνια: η Δυτική φαντασίωση, Θεσσαλονίκη (Παρατηρητής) Vesna Goldsworthy, Inventing Ruritania: The imperialism of the imagination, Yale University Press 1998 και σε επιμέλεια Σπύρου Σφέτα, Ruritania: ανακαλύπτοντας τα Βαλκάνια, Θεσσαλονίκη (University Studio Press) Η Μαρία Τοντόροβα εισάγει τον όρο «βαλκανισμός», ως κάτι αντίστοιχο του «οριενταλισμός» και μιλά για την «εφεύρεση» των Βαλκανίων από τη Δύση. Εξετάζει τις δυτικές αντιλήψεις για τους βαλκανικούς λαούς αλλά και τους τρόπους με τους οποίους οι λαοί αυτοί έχουν εσωτερικεύσει αυτές τις αντιλήψεις, δηλαδή το πώς ένας γεωγραφικός όρος («Βαλκάνια») κατάφερε να μετατραπεί σε έναν από τους εντονότερα αρνητικά φορτισμένους χαρακτηρισμούς στην ιστορία, στις διεθνείς σχέσεις, στην πολιτική επιστήμη Τα Βαλκάνια αντιμετωπίζονται με μια ουσιοκρατική αντίληψη και προσέγγιση, ως ο «άλλος». Τα Βαλκάνια ταυτίστηκαν εν τέλει με το πρωτόγονο, το καθυστερημένο, το προ-βιομηχανικό. Τα Βαλκάνια είναι ένα τοπωνύμιο το οποίο θεωρείται υβριστικό. Το όνομα Βαλκάνιος θεωρείται το αντίθετο του Ευρωπαίου.

7 Η Goldsworthy εξετάζει τις εικόνες των Βαλκανίων μέσω της βρετανικής φιλολογίας (λογοτεχνίας, περιηγητικών κειμένων, φιλμ). Μιλά για «αφηγηματική ή κειμενική ή φαντασιακή αποικιοποίηση» (narrative or imaginative imperialism) των Βαλκνίων από τους Βρετανούς συγγραφείς, με τον Βύρωνα στον ρόλο του Κολόμβου. Αρχή είναι το μακροσκελές ποίημα Childe Harold’s Pilgrimage (1812) και The Giaour: A fragment of a Turkish tale (1813) του Βύρωνος, μέση το The Prisoner of Zenda Anthony Hope (1894), ένα bestseller μυθιστόρημα όπου η πλοκή διαδραματίζεται στο μυθικό βασίλειο της Ruritania, και η συνέχεια εντοπίζεται στους περιηγητές Rebecca West, Edith Durham και Lawrence Durrell. Παρότι η οικονομική, πολιτική και στρατιωτική παρουσία των Βρετανών στα Βαλκάνια κατά τους δύο τελευταίους αιώνες ήταν ελάχιστη (με εξαίρεση τα Επτάνησα, , και τη νήσο Viš, ) σε σχέση με τις άλλες ευρωπαϊκές Δυνάμεις, η επιρροή της στα πεδία της λογοτεχνίας, του κινηματογράφου και της τηλεόρασης (δηλαδή στον τρόπο με τον οποίο τα Βαλκάνια γίνονται αντιληπτά στη νόηση και στη φαντασία) είναι δυσανάλογα μεγάλη. Οι εικόνες που δημιούργησαν οι Βρετανοί συγγραφείς για τα Βαλκάνια αποτελούν τα περισσότερο γνωστά «πρόσωπα» των Βαλκανίων στη Δύση (κατασκευάζοντας τη φαντασιακή γεωγραφία της Χερσονήσου). Τα Βαλκάνια έχουν κάτι το εξωτικό, το μυστικιστικό, τη γοητεία του αγνώστου. Τα Βαλκάνια είναι το χωνευτήρι της Ανατολής, του παλιού και πρωτόγονου με το καινούργιο. Βέβαια, η «φαντασιακή αποικιοποίηση» των Βαλκανίων από τους Βρετανούς δεν είναι και τόσο αθώα όσο φαίνεται. Απόδειξη οι πολλαπλές στρατιωτικές επεμβάσεις των Δυτικών στην πολύπαθη περιοχή. Έχουν καταλήξει βέβαια βορά στη Δυτική βιομηχανία της φαντασίας. Βλ. επίσης Robert D. Kaplan, Balkan Ghosts: A Journey through History, 1993.

8 Τα Βαλκάνια έχουν πλέον καταστεί ένα ισχυρό σύμβολο που τοποθετείται έξω από τον ιστορικό χρόνο και περιγράφει ουσιαστικά όχι τα ίδια τα Βαλκάνια αλλά τη σχέση τους με τη Δύση. Ο «βαλκανισμός» είναι, ουσιαστικά, ο σωβινιστικός ναρκισσισμός των Ευρωπαίων. Στην πραγματικότητα, ο όρος «Βαλκάνια» είναι κάτι σχετικό και εξαρτάται από το σύστημα αξιών της εποχής και από το σημείο αναφοράς του (Δυτικού) παρατηρητή. Κατά τη Μαρία Τοντόροβα είναι ουσιαστικά κληροδότημα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (και λιγότερο του Βυζαντίου). Οι Οθωμανοί έδωσαν στη Χερσόνησο το όνομά της και η οθωμανική περίοδος αποτέλεσε τη μακρότερη περίοδο πολιτικής ενότητας που γνώρισε ποτέ η Χερσόνησος. Τα «Βαλκάνια», δηλαδή τα Δυτικά στερεότυπά τους, δημιουργήθηκαν την εποχή του ρομαντισμού τον 19ο αιώνα (Βύρων, Γκαίτε, Βίκτωρ Ουγκώ, Τόμας Μουρ κλπ.). Η Ανατολή έτρεφε τη φαντασία των ρομαντικών και αποτελούσε διέξοδο για τους φιλελεύθερους και τους εθνικιστές, οι οποίοι υπό την πίεση της Παλινόρθωσης έβλεπαν την Ανατολή (Orient) και ειδικότερα την Εγγύς Ανατολή (Levant) ως σύμβολο ελευθερίας και πλούτου. Ο όρος «βαλκανιοποίηση» πρωτοεμφανίστηκε στους Times της Νέας Υόρκης στις 20 Δεκεμβρίου 1918, σε συνέντευξη του διευθυντή της γερμανικής εταιρείας AEG Walter Rathenau, ο οποίος μίλησε για τη συντελεσθείσα «βαλκανιοποίηση» (δηλαδή για βιβλική καταστροφή) της Ευρώπης. Ο Βρετανός ιστορικός Eric J. Hobsbawm (Nations and Nationalism, 1990) εξισώνει τη «βαλκανιοποίηση» με τον γερμανικό όρο Kleinstaaterei.

9 Βαλκανιοποίηση είναι η δημιουργία, σε μια περιοχή με φυλετικά ανάμεικτο πληθυσμό, ενός αριθμού μικρών κρατών με λίγο πολύ υπανάπτυκτους πληθυσμούς, οικονομικά ανίσχυρους, φοβισμένους, με έντονες επεκτατικές τάσεις εις βάρος των γειτόνων τους, μόνιμων θυμάτων των μηχανορραφιών των Μεγάλων Δυνάμεων και των βίαιων εκρήξεων των εσωτερικών παθών τους. (Paul Scott Mowrer, Balkanized Europe: A Study in Political Analysis and Reconstruction, Νέα Υόρκη 1921) Ποια είναι η σημασία των Βαλκανίων για μας που ζούμε σε άλλες χώρες; Γιατί οι άνθρωποι σχεδόν πάντοτε αντιλαμβάνονται σωστά τη λέξη βαλκανιοποίηση και την εφαρμόζουν σωστά; Η συμβολική σημασία της μπορεί να γίνει αντιληπτή καλύτερα από δύο εναρκτήρια σημεία: Το πρώτο είναι η πυριτιδαποθήκη της Ευρώπης. Το δεύτερο είναι το γεγονός μιας ιδιαίτερα τρομακτικής και ασυμφιλίωτης φυλετικής εχθρότητας. […] Τα Βαλκάνια τού σήμερα δεν είναι τίποτε άλλο από μια καρικατούρα των Βαλκανίων της αρχαιότητας. Το πνεύμα των Βαλκανίων αυτό καθεαυτό είναι το πνεύμα της αδιάκοπης πάλης. Καθώς κατοικούνται από πρωτόγονες φυλές, τα Βαλκάνια παρουσιάζουν την πρωτογενή εικόνα του αρχέγονου αγώνα μεταξύ του ενός και του όλου. Στην περίπτωση των εξαιρετικά προικισμένων εθνών και ατόμων, αυτή η εικόνα αναδύεται ως αγωνιστικό πνεύμα. Αλλά το γήινο πνεύμα των Βαλκανίων είναι καθεαυτό η αρχέγονη δημιουργική δύναμη. (Hermann von Keyserling, Das Spektrum Europas, Χαϊδελβέργη 1928)

10 Ο πρώτος που χρησιμοποίησε τον όρο Βαλκανική Χερσόνησος (die Balkanhalbinseln) ήταν ο Γερμανός γεωγράφος August Zeune το 1809 (Gea: Versuch eine Wissenschaftlichen Erdbeschreibung). Τον όρο «The Balkans» εισήγαγε ο Άγγλος περιηγητής Robert Walsh το Άλλες ονομασίες που βρέθηκαν σε κοινή χρήση από περιηγητές, γεωγράφους, ιστορικούς και διπλωμάτες ήταν οι εξής: La Turquie d’Europe (Ami Boué, 1830), Turkey-in-Europe (Foreign Office), Near East (William Miller, Arnold Toynbee), Rumel-i ή Avrupa-i Osmâni, Ελληνική Χερσόνησος, Ιλλυρική Χερσόνησος και Νοτιοανατολική Ευρώπη (Johann Georg von Hahn, 1863, Edward King, 1885, Theobald Fischer, 1893, 1909). Ο όρος Νοτιοανατολική Ευρώπη (Südost Europa) είναι μια σχετικά ουδέτερη ονομασία, χωρίς ιδιαίτερες πολιτικές και ιδεολογικές φορτίσεις. Σε κάθε περίπτωση είναι σαφές ότι στον ορισμό της έννοιας «Βαλκάνια» υπεισέρχονται ιστορικά, πολιτισμικά, θρησκευτικά και οικονομικά (και εν τέλει πολιτικά) κριτήρια, τα οποία συχνά κρύβονται πίσω από δήθεν γεωγραφικούς προβληματισμούς. Τα Βαλκάνια λοιπόν περιέχονται στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.

11 Από καθαρά γεωγραφικής άποψης, το βόρειο όριο των Βαλκανίων είναι ο Δούναβης και οι παραπόταμοί του Σάββας και Κούπα. Επομένως, στη Βαλκανική ανήκουν αυστηρά γεωγραφικά η Ελλάδα, η Βουλγαρία (το πλέον «βαλκανικό» κράτος), η Αλβανία, η Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας (ΠΓΔΜ), το Μαυροβούνιο, η Σερβία με το Κόσοβο, η Βοσνία- Ερζεγοβίνη και το ευρωπαϊκό τμήμα της Τουρκίας (η Ανατολική Θράκη). Από πολιτισμικής άποψης, υπάρχει κοινή αντίληψη των ιστορικών και των πολιτικών αναλυτών ότι στα Βαλκάνια συμπεριλαμβάνονται εξίσου η Κροατία (ίσως η Σλοβενία) και η Ρουμανία με τη Μολδαβία (Moldova, πρώην ομόσπονδη Δημοκρατία της ΕΣΣΔ). Βέβαια, από πολιτικής άποψης, οι Ούγγροι, οι Σλοβένοι, οι Κροάτες (ακόμη και οι Ρουμάνοι) αρνούνται ότι ανήκουν στα (απαξιωμένα) «Βαλκάνια». Υπάρχουν, ασφαλώς, πιο ακραίες «οριενταλιστικές απόψεις» για τη γεωγραφική έκταση των Βαλκανίων. Ο περίφημος καγκελάριος της Αυστρίας Μέττερνιχ ( ) είχε δηλώσει ότι «η Ανατολή αρχίζει από τη Landstrasse», δηλαδή από τα ανατολικά προάστια της Βιέννης.

12

13

14

15

16 Η εθνική «αφύπνιση» των βαλκανικών λαών Η παρακμή της οθωμανικής αυτοκρατορίας ευνόησε την οικονομική και πνευματική ανάπτυξη των υποδούλων λαών. Ο βαλκάνιος ορθόδοξος έμπορος δεν υπήρξε μόνο παράγοντας υλικής προόδου, αλλά και φορέας προοδευτικών (ευρωπαϊκών) ιδεών και δη (μετά την έκρηξη της Γαλλικής Επανάστασης) εθνικιστικών. Η πνευματική αναγέννηση θα οδηγήσει στην εθνική αφύπνιση των βαλκανικών λαών, η οποία με τη σειρά της θα οδηγήσει σταθερά στην απελευθέρωση/απόσχιση και την εθνική ανεξαρτησία. Ο ελληνισμός έπαιξε καθοριστικό ρόλο σε αυτήν τη διαδικασία. Οι ελληνικές παροικίες της Δύσης έγιναν εστίες ακτινοβολίας των νέων ευρωπαϊκών ρευμάτων στους λαούς των Βαλκανίων. Οι Έλληνες έγιναν το σημείο επαφής των βαλκανικών λαών με τις ιδέες της Ευρώπης και συνεισέφεραν στην ανάπτυξη της εθνικής τους συνείδησης. Πολλές μεταφράσεις δυτικών έργων στα ρουμανικά και τα βουλγαρικά δεν έγιναν απευθείας από το πρωτότυπο αλλά έμμεσα, από ελληνικές μεταφράσεις (όπως του Νικόλαο Πίκκολο). Η ελληνική συνεισφορά ήταν ιδιαίτερα έντονη στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες και στις βουλγαρικές χώρες –αντίθετα η Σερβία συνόρευε άμεσα με την αυτοκρατορία των Αψβούργων και την Κεντρική Ευρώπη, από όπου αντλούσε στηρίγματα πνευματικά και οικονομικά για την εθνική της ανάπτυξη.

17 Το προνομιακό ημιαυτόνομο καθεστώς των Ηγεμονιών, ο φυσικός τους πλούτος και η γεωγραφική τους θέση πρόσφεραν ήδη από το 15ο αιώνα στους Έλληνες το καταφύγιο και τις δυνατότητες για τη δημιουργία σημαντικών εστιών ελληνικής παιδείας. Ο ελληνοβυζαντινός πολιτισμός είχε στη Μολδαβία και στη Βλαχία μία εκπληκτική επιβίωση, που ο Ρουμάνος ιστορικός Nicolae Iorga το ονόμασε «Βυζάντιο μετά το Βυζάντιο». Η Βουλγαρία εξαιτίας της γεωγραφικής της θέσης ήταν αποκομμένη από τον ευρωπαϊκό κόσμο και λόγω της κοντινής της απόστασης από την αυτοκρατορική πρωτεύουσα αλλά και λόγω των πυκνών μουσουλμανικών πληθυσμών, που είχαν εποικιστεί στο έδαφός της, ήταν εκτεθειμένη στον ισχυρό έλεγχο της οθωμανικής εξουσίας. Στην Αλβανία, το ορεινό ανάγλυφο του τοπίου, οι εκτεταμένοι εξισλαμισμοί (σήμερα το 70% του πληθυσμού της χώρας ασπάζεται το Ισλάμ) και οι περιορισμένοι οικονομικοί πόροι υπήρξαν ανασταλτικοί παράγοντες για την πνευματική ανάπτυξη των κατοίκων. Γι’ αυτό και η «αφύπνιση» της εθνικής συνείδησης των Αλβανών θα καθυστερήσει έναν αιώνα σε σχέση με τους υπολοίπους βαλκανικούς λαούς. Στη Σερβία σημαντικό ρόλο στη διαδικασία έπαιξε η ανασύσταση της Αρχιεπισκοπής του Ιπεκίου (1557), η σύσταση της Αρχιεπισκοπής του Ιπεκίου (1713).

18 Πρωτοπόροι της σερβικής εθνικής πνευματικής αναγέννησης ήταν ο κόμης Γεώργιος Μπράνκοβιτς ( ), συγγραφέας των «Χρονικών», ο εγκυκλοπαιδιστής Ζαχαρίας Ορφελίν, ο Παύλος Γιουλίνατς, συγγραφέας της πρώτης τυπωμένης Ιστορίας των Σέρβων, ο αρχιμανδρίτης Γιόβαν Ράγιτς (Jovan Rajić, ), συγγραφέας μίας τετράτομης «Ιστορίας των Σέρβων» (1768), ο Χριστόφορος Ζεφάροβιτς (Hristofor Žefarović), συγγραφέας της «Στεμματογραφίας» (Βιέννη 1741), και ο Δοσίθεος Ομπράντοβιτς (Dositej Obradović, Τέμεσβαρ/Τιμισοάρα ). Ο Ομπράντοβιτς υπήρξε ο θεμελιωτής της νέας σερβικής γλώσσας και θεμελιωτής της οργανωμένης παιδείας στα χρόνια της σερβικής επανάστασης ( ). Το 1813 υπήρχαν 40 σχολεία στην επαναστατημένη χώρα με μαθητές. Η καθιέρωση όμως μίας λογίας γραπτής και επίσημης σερβικής γλώσσας έγινε από τον Βουκ Στεφάνοβιτς Κάρατζιτς (Vuk Karadžić, ). Η προφορική διάλεκτος, την οποία διάλεξη ο Κάρατζιτς να καθιερώσει ως επίσημη εκδοχή της σερβοκροατικής, ήταν η στοκαβική της ανατολικής Ερζεγοβίνης. Το 1814 ο Κάρατζιτς δημοσίευσε τη Σερβική Γραμματική και το 1818 το Σερβικό Λεξικό. Δημοσίευσε επίσης την πρώτη συλλογή από σερβικά επικά τραγούδια. Ο Κάρατζιτς ήταν επίσης ο μετακενωτής των διδαχών του γερμανικού ρομαντισμού στους Σέρβους και για αυτήν του την προσφορά αναγορεύθηκε ως επίτιμος διδάκτωρ του Πανεπιστημίου της Ιένας.

19

20 Η σερβική επανάσταση (1804 – 1834) Την επανάσταση των Σέρβων στο πασαλίκι του Βελιγραδίου διευκόλυναν τρεις ευνοϊκές συνθήκες: α´) Η ανάπτυξη της κτηνοτροφίας (κυρίως της χοιροτροφίας) και του ζωεμπορίου με την Αυστρο-Ουγγαρία (μέσω του Σμεντέροβου). Από την ανάπτυξη αυτή δημιουργήθηκε ένα μικρό αλλά εύπορο σώμα ζωεμπόρων, οι οποίοι αναλάμβαναν το αξίωμα του προκρίτου (κνεζ) στα χωριά τους και σχημάτισαν μία ηγετική τάξη (ελίτ) στα πλαίσια των Σέρβων του πασαλικίου, β´) Οι αυστροτουρκικοί πόλεμοι του 18ου αιώνα, στους οποίους συμμετείχαν κάθε φορά ένοπλα σώματα από Σέρβους εθελοντές, σήμαιναν για τους τελευταίους την απόκτηση πολεμικής πείρας και γ´) οι Σέρβοι της νότιας Ουγγαρίας και της Σλαβονίας λειτούργησαν για τους Σέρβους του πασαλικίου ως μεσολαβητές όχι μόνον στον τομέα του εμπορίου με τη Δύση αλλά και ως μεταλαμπαδευτές των ευρωπαϊκών επαναστατικών ιδεών. Η αναγκαία περίσταση για την εκδήλωση της σερβικής επανάστασης δόθηκε από τη γενιτσαροκρατία. Μετά τον τελευταίο αυστροτουρκικό πόλεμο, του , οι γενίτσαροι («κιρτζαλήδες») έδειξαν απέναντι στον μεταρρυθμιστή Σουλτάνο Σελήμ Γ´ ( ) και τάχθηκαν στην υπηρεσία του «αγιάννη» πασά του Βιδινίου Πασβάνογλου. Από εκεί έκαναν επιδρομές στα εδάφη του πασαλικίου του Βελιγραδίου (όπως και στα εγιαλέτια του Δουνάβεως και της Αδιανουπόλεως).

21 Το 1801 οι γενίτσαροι (νταήδες) επέστρεψαν στο Βελιγράδι, δολοφόνησαν τον εκεί (Χατζή Μουσταφά) πασά και εγκαθίδρυσαν ένα καθεστώς αναρχίας και τρομοκρατίας. Τον Ιανουάριο του 1804 δολοφόνησαν 72 Σέρβους προκρίτους. Αυτό το γεγονός έδωσε το έναυσμα για την κήρυξη της επανάστασης στις 2/14 Φεβρουαρίου Οι Σέρβοι επαναστάτησαν όχι κατά της οθωμανικής κυριαρχίας per se αλλά κατά των γενιτσάρων στο όνομα του Σουλτάνου. Η επανάσταση διαιρείται σε δύο φάσεις: α´) και β´) Επικεφαλής της πρώτης επανάστασης ήταν ο Γεώργιος Πέτροβιτς, ο επονομαζόμενος και Καραγεώργης. Επικεφαλής της δεύτερης φάσης της επανάστασης τέθηκε ο Μίλος Οβρένοβιτς. Ενθαρρυντικές εξελίξεις ήταν η προέλαση του Ναπολέοντα προς Ανατολάς (που οδήγησε στην ίδρυση των λεγόμενων «Ιλλυρικών επαρχιών», , του υβριδίου γιουγκοσλαβικού κράτους) και η έκρηξη του ρωσοτουρκικού πολέμου του Η επικείμενη όμως εκστρατεία του Ναπολέοντα (1812) ανάγκασε τη Ρωσία να υπογράψει εσπευσμένα ειρήνη με την Πύλη και να αποσύρει τα στρατεύματά της από τη Σερβία, η οποία εγκαταλείφθηκε στην τύχη της.

22

23

24 Στις 11/23 Απριλίου 1815 αποφασίστηκε η επανέναρξη της επανάστασης. Την επανάσταση ανέλαβε να συνεχίσει ο Μίλος Οβρένοβιτς, παλαιός συμπολεμιστής του Καραγεώργη, ο οποίος παρέμεινε στη Σερβία και συνέχισε τον αγώνα με την τακτική του κλεφτοπολέμου. Παρότι αμόρφωτος και αυτός, αναδείχθηκε σε ικανότερο εθνικό ηγέτη Η εξέγερση ήταν τόσο αιφνίδια και ορμητική, που οι Τούρκοι, αιφνιδιασμένοι, ηττήθηκαν παντού. Μέσα σε δύο μήνες ο Μίλος απελευθέρωσε όλο το πασαλίκι του Βελιγραδίου. Ο Μίλος χρησιμοποίησε περισσότερο πολιτικά και διπλωματικά παρά στρατιωτικά μέσα για την επίτευξη του σκοπού της ανεξαρτησίας. Πήγε μάλιστα ο ίδιος στα στρατόπεδα των πολεμικών του αντιπάλων, για να διαπραγματευτεί τους όρους της ειρήνης. Δεν δίστασε μάλιστα να δολοφονήσει τον ηγέτη της πρώτης εξέγερσης Καραγεώργη το Όταν έληξαν οι πολεμικές επιχειρήσεις το 1817, η Σερβία ήταν το πρώτο ελεύθερο χριστιανικό κράτος της Βαλκανικής. Η αυτονομία της Σερβίας αναγνωρίστηκε τελικά, ύστερα από μακρόχρονες διπλωματικές διαπραγματεύσεις, από την Πύλη το Το έτος αυτό η σερβική (κληρονομική) ηγεμονία κατέληξε να κατέχει έκταση 38 χιλιάδων τετραγωνικών χιλιομέτρων με 680 χιλιάδες κατοίκους. Το 1868 αποχώρησαν οι τουρκικές φρουρές από τις πόλεις της Σερβίας. Το 1878 αναγνωρίστηκε η ανεξαρτησία της Σερβίας με τη Συνθήκη του Βερολίνου.

25 Η εθνική παλιγγενεσία (Vŭzrazhdane) των Βουλγάρων I) Φάση Α´ του βουλγαρικού εθνικού κινήματος Πρωτοπόρος της εθνικής «αναγέννησης» των Βουλγάρων είναι ο μοναχός Παΐσιος, προηγούμενος της μονής Χιλανδαρίου (από το Κότελ, ). Το 1762 ο Παΐσιος ο Χιλανδαρινός ολοκλήρωσε τη Σλαβοβουλγαρική ιστορία περί των βουλγαρικών λαών, βασιλέων και αγίων, που αποτελεί το πρώτο έργο της νεώτερης βουλγαρικής φιλολογίας. Ο Παΐσιος αγωνίστηκε για τον εξοβελισμό της πνευματικής επίδρασης του ελληνισμού και του πατριαρχικού Κλήρου στις βουλγαρικές χώρες, και για να καλλιεργήσει στους Βουλγάρους την ιδέα της εθνικής υπερηφάνειας και της αυτοπεποίθησης. Η έκκλησή του «Βούλγαρε, μάθε να γνωρίζεις τη φυλή σου και τη γλώσσα σου» αποτελεί την κεντρική ιδέα του έργου του. Το (χειρόγραφο) έργο και τις ιδέες του Παϊσίου Χιλανδαρινού διέδωσε ο μαθητής του Σωφρόνιος, επίσκοπος Βράτσας. Ο Σωφρόνιος Βρατσάνσκι (κατά κόσμον Στάικο Βλαδισλάβωφ, 1737/9-1813) συνέγραψε την αυτοβιογραφία του, θρησκευτικές ομιλίες και διδαχές και ένα Κυριακοδρόμιο, που τυπώθηκε στη Ρουμανία το 1806 και αποτελεί το πρώτο βιβλίο τυπωμένο στα βουλγαρικά. Το πρώτο βουλγαρικό κοσμικό (αλληλοδιδακτικό) σχολείο ιδρύθηκε το 1835, στο Γκάμπροβο με δωρεά του εμπόρου Βασίλ Απρίλωφ από την Οδησσό. Πρώτος δάσκαλος του σχολείου του Γκαμπρόβου ήταν ο μοναχός Νεόφυτος της Ρίλας (Ρίλσκι), ο οποίος συνέταξε επί τούτου και μια γραμματική της βουλγαρικής.

26 Το 1839 ιδρύθηκε το πρώτο βουλγαρικό τυπογραφείο στη Θεσσαλονίκη, το 1840 στη Σμύρνη και το 1843 στην Κωνσταντινούπολη. Κατά την περίοδο τυπώθηκαν τίτλοι σε βουλγαρική γλώσσα. Το 1841 τυπώθηκε στη Θεσσαλονίκη η Kniga za nuchenie trih yazikov (βουλγαρικής, καραμανλίδικης και ελληνικής) του Θεοδόσιου Σιναΐτη. Ήταν εγχειρίδιο για την εκμάθηση και διάδοση της βουλγαρικής γλώσσας (αντίστοιχο του Τετράγλωσσου Λεξικού του Δανιήλ Μοσχοπολίτη). Σημαντική μορφή της βουλγαρικής «αναγέννησης» (ορθότερον: εθνικής Παλιγγενεσίας) ήταν επίσης ο Κωνσταντίν Φώτεινωφ ( ) από το Σάμοκοβ, μαθητής του Θεόφιλου Καΐρη. Ο Φώτεινωφ υπήρξε ήταν ο θεμελιωτής του βουλγαρικού περιοδικού Τύπου. Αρχικά εργάστηκε ως δάσκαλος σε ελληνο-βουλγαρικό αλληλοδιδακτικό σχολείο στη Σμύρνη και στη συνέχεια εξέδωσε το περιοδικό Lyoboslovie (= Φιλομάθεια) το διάστημα Επίσης, δημοσίευσε ένα βουλγαρικό αλφαβητάριο (1845) και μετέφρασε στα βουλγαρικά την Παλαιά Διαθήκη. Σημαντικώτατη μορφή των βουλγαρικών γραμμάτων ήταν επίσης ο ποιητής Γκεόργκι Ρακόφσκι ( ) από το Κότελ της κεντρικής Βουλγαρίας, ο οποίος δραστηριοποιήθηκε κυρίως για την απελευθέρωση της Βουλγαρίας: Το 1861 ίδρυσε στο Βουκουρέστι τη Βουλγαρική Κεντρική Επαναστατική Επιτροπή, η οποία απέστειλε το ένοπλα σώματα για την πρόκληση εξέγερσης στον βουλγαρικό χώρο, χωρίς όμως επιτυχία.

27 Μέλος του βουλγαρικού κομιτάτου ήταν ο εθνεγέρτης ποιητής Βασίλ Λέφσκι, ο οποίος απαγχονίστηκε από τους Οθωμανούς το 1873 στη Σόφια. Κεντρικό λογοτεχνικό έργο του Ρακόφσκι ήταν η έκδοση της φιλολογικής εφημερίδας Dunavski Lebed (= Κύκνος του Δουνάβεως) στο Βουκουρέστι. Το 1870 ιδρύθηκε η βουλγαρική φιλολογική εταιρεία στη Βράιλα της Ρουμανίας. I) Φάση Β´ του βουλγαρικού εθνικού κινήματος Στα μέσα του 19ου αιώνα το ορθόδοξο μιλλέτ στα ανατολικά Βαλκάνια άρχισε να διχάζεται από την διείσδυση νέων εθνικιστικών ιδεών. Οι νέες αυτές ιδέες διαχέονταν από τη βουλγαρική εθνική διανόηση, την οποία απάρτιζαν εκατοντάδες (c.600) νεαροί ακτιβιστές, απόφοιτοι ευρωπαϊκών και ιδίως ρωσικών πανεπιστημίων. Κατά τη δεκαετία του 1860 οι ορθόδοξες κοινότητες της Θράκης και της Μακεδονίας άρχισαν να διασπώνται ανάμεσα σε Έλληνες («πατριαρχικούς») και Βουλγάρους («σχισματικούς»). Μέχρι την ίδρυση της βουλγαρικής Εξαρχίας το 1870 οι Βούλγαροι είχαν αποχωρήσει από τις περισσότερες ενιαίες ορθόδοξες κοινότητες, παραδείγματος χάριν, της Αχρίδας, του Μοναστηρίου, του Νευροκοπίου, του Πριλάπου (Περλεπέ), του Κρουσόβου, της Ρέσνας και των Βελεσσών (Βέλες) και είχαν συστήσει δικές τους κοινότητες, συγκροτημένες πλέον σε εθνοθρησκευτική βάση.

28 Λόγω ακριβώς της κοινής τους θρησκείας και δόγματος αλλά και της διγλωσσίας οι εθνικές ταυτότητες του Έλληνα και του Βούλγαρου ετεροπροσδιορίζονταν με βάση την εκκλησιαστική υπαγωγή στο Οικουμενικό Πατριαρχείο ή όχι (μετά το 1870 την υπαγωγή στην Εξαρχία). Η εκκλησιαστική υπαγωγή θεάτο μέσα από τον παραμορφωτικό φακό του εθνικισμού ως απόδειξη εθνικότητας. Το πρόβλημα στην περίπτωση των Ελλήνων και των Βουλγάρων της Θράκης και της Μακεδονίας, όπου οι πληθυσμοί ήταν κατά κανόνα δίγλωσσοι και φυλετικά ανάμεικτοι, είναι ότι η διαφορά τους δεν έγκειτο σε «αντικειμενικά» φυλετικά, γλωσσικά ή, πόσο μάλλον, θρησκευτικά κριτήρια, αλλά, με όρους της επιστήμης της ανθρωπολογίας, σε «υποκειμενική βίωση της διαφορετικότητας». Η ταύτισή τους με την μία ή την άλλη εθνική όμαδα ήταν (έως τη συγκρότηση του βουλγαρικού εθνικού κράτους το 1878 και λίγο αργότερα, έως τον ανθελληνικό διωγμό του 1906, που κατέλυσε de facto τις ελληνορθόδοξες κοινότητες της χώρας) κυρίως θέμα ενσυνείδητης προσωπικής επιλογής. Στη Φιλιππούπολη, ο βουλγαρικός εθνικισμός έκανε έμπρακτα την εμφάνισή του το 1848, οπότε χαράχτηκαν οι πρώτες σλαυικές επιτύμβιες επιγραφές στο ορθόδοξο νεκροταφείο και συγχρόνως ιδρύθηκε η πρώτη βουλγαρική αλληλοδιδακτική σχολή στο ναό του Αγίου Γεωργίου, στο προάστιο του Μαρασίου.

29

30 Οι τρεις βασικοί παράγοντες της βουλγαρικής εθνογένεσης («εθνικής αφύπνισης», «εθνικής Αναγέννησης ή Παλιγγενεσίας») είναι α´) ο ρωσικός πανσλαβισμός, που εμφανίστηκε στην Πετρούπολη τη δεκαετία του 1820, β´) η φιλελεύθερη προπαγάνδα των Ευαγγελιστών της Ροβερτείου Σχολής της Κωνσταντινούπολης (ίδρ. 1863), από την οποία αποφοίτησαν σημαίνοντες συντελεστές του βουλγαρικού εθνικισμού (π.χ. ο μετέπειτα πρωθυπουργός Κωνσταντίν Στοΐλωφ), και γ´) η Ουνίτικη προπαγάνδα των Λαζαριστών (ρωμαιοκαθολικών) μοναχών στη Μακεδονία. Συντελεστής της επιτυχίας και της εξάπλωσης του βουλγαρικού εθνικισμού ήταν ο ατυχής ελληνοτουρκικός πόλεμος του στην Κρήτη και του 1897 στη Θεσσαλία. Βασικοί γεωγραφικοί άξονες ανάπτυξης και επέκτασης του βουλγαρικού εθνικισμού στην (ευρύτερη) Θράκη και τη Μακεδονία ήταν η Φιλιππούπολη (Πλόβδιφ), η Αχρίδα και το Μοναστήρι (Βιτώλια) και αργότερα η Θεσσαλονίκη. Το ενδιαφέρον των Ρώσων για τους Βουλγάρους διέγειρε ο Γεώργιος (Ιβάν) Venelin ( ), ένας ρομαντικός σλαβολόγος, ο οποίος το 1829 εξέδωσε στη Μόσχα το βιβλίο «Drevni i danachni Bugari, i nihovi politichki, narodni, istorichki i religiozni odnosi sa Rusima» (= Οι παλαιοί και οι σημερινοί Βούλγαροι και οι πολιτικοί, εθνικοί, ιστορικοί και θρησκευτικοί τους δεσμοί με τους Ρώσους) καθώς επίσης μία γραμματική της βουλγαρικής γλώσσας.

31 Ο πανσλαβισμός διαδόθηκε μέσω των ρωσικών προξενείων, τα οποία χορηγούσαν υποτροφίες σε σλαυοφώνους για σπουδές στη Ρωσία. Στη Φιλιππούπολη Ρωσικό υποπροξενείο ιδρύθηκε το 1857 και στο Μοναστήρι το Όχημα της διάδοσης της βουλγαρικής εθνικής παιδείας ήταν τα βουλγαρικά «αναγνωστήρια» (chitalishta), λαϊκοί επιμορφωτικοί σύλλογοι (αντίστοιχοι των ελληνικών φιλολογικών συλλόγων), οι οποίοι αποσκοπούσαν στη διάδοση της βουλγαρικής εθνικής ιδέας στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα και συγχρόνως στην καταπολέμηση της ελληνικής παιδείας. Τα βουλγαρικά «αναγνωστήρια» διέθεταν δημόσιες λαϊκές βιβλιοθήκες, διοργάνωναν εσπερινές διαλέξεις, θεατρικές παραστάσεις και συναυλίες και παρείχαν δωρεάν μαθήματα βουλγαρικής γλώσσας και λογοτεχνίας. Η διάδοσή τους ξεκίνησε τη δεκαετία του 1850 και εντάθηκε στη συνέχεια. Στη Φιλιππούπολη, το πρώτο βουλγαρικό «αναγνωστήριο» ιδρύθηκε στη μεικτή συνοικία του Νόβο Μαχαλά, το Καταλυτικής επίσης σημασίας για την εξάπλωση του βουλγαρισμού στη Μακεδονία και στην ευρύτερη Θράκη υπήρξε η συνεχιζόμενη ροή σλαυόφωνου πληθυσμού προς τις πόλεις και ο σχηματισμός βουλγαρικής πλειοψηφίας σε μεικτές (ελληνο- και βουλγαρο-) ορθόδοξες ενορίες των πόλεων (κυρίως των προαστίων τους). Στο β´ μισό του 19ου αιώνα παρατηρείται στα οθωμανοκρατούμενα Βαλκάνια το φαινόμενο της εσωτερικής μετανάστευσης τόσο από την ύπαιθρο στις πόλεις όσο και από τις μικρές στις μεγαλύτερες πόλεις.

32 Η πολιτική σημασία αυτής της πληθυσμιακής μετακίνησης έγκειται στο γεγονός ότι οι νεήλυδες ήταν σχεδόν στο σύνολό τους σλαυόφωνοι και ανέτρεψαν τις εθνοτικές ισορροπίες σε κατεξοχήν ελληνόφωνες μέχρι τότε πόλεις, όπως η Φιλιππούπολη. Καθοριστικό επίσης ρόλο στην εξάπλωση του βουλγαρισμού (εις βάρος του ελληνισμού) διαδραμάτισε ο καιροσκοπισμός και η σιμωνία ορισμένων ιεραρχών του πατριαρχικού Κλήρου, οι οποίοι συνέδραμαν τη βουλγαρική εθνική κίνηση, όπως ο μητρ. Πελαγωνείας Βενέδικτος ( ), ο οποίος έδωσε το 1863 την άδεια να διδάσκεται η βουλγαρική γλώσσα στα ελληνικά πρωτοβάθμια σχολεία του Μοναστηρίου, και ο Φιλιππουπόλεως Παΐσιος ( ), ο οποίος έπαυσε να μνημονεύει τον Οικουμενικό Πατριάρχη το 1861 και τέθηκε επικεφαλής της βουλγαρικής (ορθόδοξης) σχισματικής κοινότητας στη Φιλιππούπολη. Μία άλλη χαρακτηριστική περίπτωση αποτελεί ο πρώην Δίβρης Γεδεών, ο οποίος είχε μείνει χωρίς έδρα και τέθηκε de facto επικεφαλής ως επίσκοπος των Βουλγάρων του Περλεπέ (και των Βελεσσών/Κιουπρουλού, Κρουσόβου και Ρέσνας) το 1868 και κατόπιν των Βιτωλίων ( ).

33 Βασικοί πρωταγωνιστές του πρωτοεμφανιζόμενου βουλγαρικού εθνικισμού στη Μακεδονία διατέλεσαν οι αδελφοί Δημήτριος ( ) και Κωνσταντίνος ( ) Μιλαδίνωφ από τη Στρούγκα και ο μαθητής του πρώτου εξ αυτών Γρηγόριος Σταυρίδης ή Παρλίτσεφ (1830/ ) από την Αχρίδα. Μετά την αποφοίτησή του από τη Ζωσιμαία Παδαγωγική Ακαδημία των Ιωαννίνων (το 1836) ο Δημήτριος Μιλαδίνωφ δίδαξε στα ελληνικά σχολεία της Αχρίδας, της Στρούγκας και του Κιλκίς. Ο αδελφός του Κωνσταντίνος συνέχισε τις σπουδές του στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και εν συνεχεία δίδαξε στα ελληνικά σχολεία του Τυρνόβου και του Μεγαρόβου (Βιτωλίων). Το ο Δημήτριος περιηγήθηκε στις περιοχές της Βοσνίας- Ερζεγοβίνης και της Βοϊβοδίνας, όπου γνώρισε την σλαβική φιλολογία. Το 1857 επέστρεψε στη γεννέτειρά του «αφυπνισμένος» εθνικά και άρχισε να διαδίδει τη βουλγαρική εθνική ιδέα στον Περλεπέ και στο Κιλκίς. Το Φεβρουάριο του 1861 συνελήφθη από τις οθωμανικές αρχές κατηγορούμενος για τη σχέση του με το ρωσικό προξενείο και εγκλείστηκε στις φυλακές της Αχρίδας και εν συνεχεία στην Κωνσταντινούπολη, όπου απεβίωσε, πιθανόν δηλητηριασμένος. Ο αδελφός του Κωνσταντίνος επισκέφθηκε το 1852 τη μονή Ζωγράφου στο Άγιον Όρος, και το 1856 έφυγε για τη Ρωσία, όπου παρέμεινε για τέσσερα χρόνια για σπουδές στο πανεπιστήμιο της Μόσχας. Βασική επιθυμία του ήταν η έκδοση μίας συλλογής βουλγαρικών δημοτικών τραγουδιών από τη Μακεδονία, η οποία πραγματοποιήθηκε τελικά στο Ζάγκρεμπ το 1861.

34 Ο Γρηγόριος Σταυρίδης ή Γκριγκόρ Παρλίτσεφ τα πρώτα τριάντα χρόνια της ζωής του δήλωνε Έλληνας, σπούδασε στην Ιατρική Σχολή της Αθήνας και μάλιστα κέρδισε το πρώτο βραβείο στον Ράλλειο Ποιητικό Διαγωνισμό το 1860 με το επικό έργο του Αρματωλός, αλλά εν συνεχεία, κατόπιν προσωπικής απογοήτευσής του από την απορριπτική στάση της λογοτεχνικής διανόησης των Αθηνών, ετεροπροσδιορίστηκε ως Βούλγαρος και έγινε υπέρμαχος του βουλγαρικού εθνικισμού στη Μακεδονία (δρώντας στην Αχρίδα, τον Περλεπέ, το Κιλκίς και στη Θεσσαλονίκη). Βασικό κοινό χαρακτηριστικό των πρωτεργατών της βουλγαρικής εθνικής «αναγέννησης» (της πρώτης γενιάς, πριν το 1885) ήταν ότι είχαν λάβει μέρος ή το όλον της εγκυκλίου εκπαίδευσής τους σε ελληνικά σχολεία και γνώριζαν άριστα την ελληνική γλώσσα. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι ο Ζαχάρι Στοιάνωφ, πρωτεργάτης της «Ένωσης» της Ανατολικής Ρωμυλίας με τη Βουλγαρική Ηγεμονία, ο οποίος αλληλογραφούσε (στα ελληνικά) με τον λοχαγό λεωνίδα Βούλγαρη, πρόεδρο της φεδεραλιστικής οργάνωσης «Ανατολική Ομοσπονδία», και ο Ιβάν Ευστρατίεφ Γκέσωφ (ή Γκέσογλου), μετέπειτα πρωθυπουργός της Βουλγαρίας ( ) και αρχιτέκτονας των βαλκανικών συμμαχιών. Άλλα παραδείγματα είναι οι μεγαλέμποροι αδελφοί Ρόμπη ή Ρόμπεφ ή Ρόμπσκι από την Αχρίδα και ο ιατρός Κωνσταντίν Μισαϊκώφ από το Πάτελι (Άγιος Παντελεήμων) της Καστοριάς, οι οποίοι έδρασαν στο Μοναστήρι (ή Βιτώλια, σημ. Bitola της ΠΓΔΜ).

35

36 Η ίδρυση της Βουλγαρικής Εξαρχίας Πρωταγωνιστές στον αγώνα για εκκλησιαστική χειραφέτηση των Βουλγάρων ήταν οι ιερωμένοι Νεόφυτος Μπόζβελι (πρωτοσύγκελλος της μητροπόλεως Τυρνόβου, ) και ο Ιλαρίων, επίσκοπος Μακαριουπόλεως. Το 1844 ο Μπόζβελι και ο Ιλαρίων Μακαριουπόλεως συνυπέβαλαν στην Πύλη ένα υπόμνημα για τον διορισμό ή την εκλογή Βουλγάρων επισκόπων στις βουλγαρικές επαρχίες, την ανέγερση βουλγαρικού ναού στην Κωνσταντινούπολη και την πλήρη ελευθερία στην ίδρυση βουλγαρικών σχολείων και την έκδοση βουλγαρικών βιβλίων. Οι ενέργειές τους υποστηρίζονταν από την βουλγαρική εμπορική παροικία της Κωνσταντινούπολης και τον ισχυρό Φαναριώτη Στέφανο Βογορίδη. Η Πύλη απέρριψε τα βουλγαρικά αιτήματα και οι δύο κληρικοί εξορίστηκαν στον Άθω. Το 1849 καθαγιάστηκε ο ναός του Αγίου Στεφάνου στην Κωνσταντινούπολή, όπου η λειτουργία τελείτο στα βουλγαρικά (σλαβονικά). Ο ναός του Αγίου Στεφάνου βρισκόταν υπό την επιστασία του Οικουμενικού Θρόνου, αλλά η 20μελής επιτροπεία του ναού αποτελείτο αποκλειστικά από Βουλγάρους και αποτέλεσε τον πρώτο αναγνωρισμένο βουλγαρικό θεσμό μετά την άλωση του Μεγάλου Τυρνόβου το 1393 από τους Οθωμανούς. Εφημέριος του ναού ανέλαβε ο Ιλαρίων Μακριουπόλεως, ο οποίος επέστρεψε από την εξορία.

37 Το βουλγαρικό εκκλησιαστικό ζήτημα ανακαινίστηκε με αφορμή τη σύνταξη των «εθνικών κανονισμών» ( ), όπου οι Βούλγαροι αντιπρόσωποι ζήτησαν εκκλησιαστική αυτονομία και να διορίζονται Βούλγαροι επίσκοποι στις βουλγαρικές (πνευματικές) επαρχίες. Στις 3 Απριλίου 1860 (Κυριακή του Πάσχα) ο Ιλαρίων λειτούργησε στον ναό του Αγίου Στεφάνου, παραλείποντας να μνημονεύσει το όνομα του Οικουμενικού Πατριάρχη. Το 1867 οι Βούλγαροι απέρριψαν επίσης σχέδιο που είχε συντάξει ο Πατριάρχης Γρηγόριος ΣΤ´, το οποίο προέβλεπε την ίδρυση αυτοκέφαλης βουλγαρικής Εκκλησίας ως «ίδιον θέμα της περιφέρειας του Οικουμενικού Πατριαρχείου» στις βουλγαρικές επαρχίες, δηλαδή ως αυτόνομη Εκκλησία εξαρτώμενη από το Πατριαρχείο. Την αρνητική στάση της Πύλης μετέβαλε η Κρητική Επανάσταση του και η εννεάμηνη διάρρηξη των ελληνοτουρκικών διπλωματικών σχέσεων (Δεκέμβριος 1868 – Δεκαπενταύγουστος 1869). Η Βουλγαρική Εξαρχία ιδρύθηκε τελικά με σουλτανικό φιρμάνι στις 28 Φεβρουαρίου 1870 με πρώτον επικεφαλής τον Ιλαρίωνα Μακαριουπόλεως. Το 1872 εξελέγη από κληρικο-λαϊκή συνέλευση ο πρώτος Έξαρχος των Βουλγάρων Άνθιμος Α´, μητρ. Βιδύνης. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Άνθιμος ΣΤ´ αφόρισε τον Ιλαρίωνα και κήρυξε τη βουλγαρική Εξαρχία «σχισματική».

38 Με το φιρμάνι της Εξαρχίας παραχωρήθηκαν στους Βουλγάρους ορθοδόξους 13 μητροπόλεις (από τις συνολικά 74 πνευματικές επαρχίες του Οικουμενικού Θρόνου στα οθωμανοκρατούμενα Βαλκάνια): αυτές του Ρούσε, της Σιλίστριας, του Σούμεν, του Τυρνόβου, της Σόφιας, της Βράτσας, του Λόβετς, του Βιδινίου, της Νίσσας, του Πιρότ, του Κιουστεντίλ, του Σάμοκοβ και των Βελεσσών. Σε γενικές γραμμές, οι Βούλγαροι απέκτησαν την επιστασία της βόρειας Βουλγαρίας, της κοιλάδας του Μοράβα και της Δοβρουτζάς. Βούλγαροι μητροπολίτες αποκτούσαν το δικαίωμα να εδρεύουν τη Βάρνα, στη Φιλιππούπολη, στο Σλίβεν (παρεκτός της Αγχιάλου και της Μεσημβρίας) και στη Σωζόπολη. Στη Μακεδονία, μόνον τα Βελεσσά (Veles) δόθηκαν στην Εξαρχία. Ο Έξαρχος Άνθιμος καθαιρέθηκε από τους Οθωμανούς αμέσως μετά την κήρυξη του Ρωσσο-τουρκικού Πολέμου (24 Απριλίου 1877) και εξορίστηκε στην Άγκυρα. Την θέση του κατέλαβε ο Ιωσήφ Α´ (†1915), ο οποίος έχαιρε της εμπιστοσύνης των Τούρκων και παρέμεινε στην Κωνσταντινούπολη μέχρι το 1913 (έκτοτε μετέφερε την έδρα της Εξαρχίας στη Σόφια, όπου έδρευε εξαρχής η Ιερά Σύνοδος της Βουλγαρικής Εξαρχίας). Έως το 1913, εκτός από τις (13+3) αρχικές μητροπόλεις της Βουλγαρικής Εξαρχίας, της οποίας η Ιερά Σύνοδος έδρευε στη Σόφια, περιήλθαν υπό τη δικαιοδοσία της άλλες έξι (πλην των Βελεσσών) αναγνωρισμένες (με βεράτια) μητροπόλεις στη Μακεδονία: Σκοπίων –μέχρι το 1897–, Αχριδών, Δίβρης, Βιτωλίων, Στρωμνίτσης και Νευροκοπίου.

39 Η Εξαρχία ήταν ουσιαστικά ένα νέο μιλλέτ, όχι αμιγώς θρησκευτικό, αλλά εθνοθρησκευτικό, καθόσον δεν υπήρχαν δογματικές διαφορές με τους πατριαρχικούς – Έλληνες ορθοδόξους. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο ερμήνευσε το καινοφανές εθνοθρησκυτικό κίνημα των Βουλγάρων με τον όρο «εθνοφυλετισμός» (δηλ. σύνδεση του «έθνους»/μιλλέτ με τη «φυλή»/νεωτερικό έθνος, εντέλει εθνικισμός). Τον «ασκό του Αιόλου» της ελληνοβουλγαρικής εκκλησιαστικής αντιπαράθεσης άνοιξε το άρθρο 10 του φιρμανίου της Εξαρχίας, το οποίο έδινε το δικαίωμα στους εξαρχικούς να συστήνουν βουλγαρικές επισκοπές απεριόριστα, όπου το ζητούσε τουλάχιστον τα 2/3 του τοπικού πληθυσμού μιας πνευματικής επαρχίας. Αυτή η πρόνοια, του άρθρου 10, έδωσε το κίνητρο στους εξαρχικούς – Βουλγάρους να κινηθούν δραστήρια για την άγρα εθνικών συνειδήσεων. Η άγρα αυτή γινόταν αρχικά (έως το 1893) μέσω της εκπαίδευσης και της επέκτασης του σχολικού δικτύου, της προσέλκυσης μαθητών (χάρη σε δωρεάν φοίτηση και δωρεάν διανομή συγγραμμάτων), προπαγάνδας και περιστασιακής βίας (βίαιης κατάληψης πατριαρχικών ναών). Το 1893, με την ίδρυση της Εσωτερικής Μακεδονικής Επαναστατικής Οργάνωσης, η βουλγαρική εθνοθρησκευτική κίνηση στη Μακεδονία έλαβε ευθέως βίαιη μορφή με κύριο στόχο τον ελληνισμό.

40 Ο Μακεδονικός Αγώνας (1893 – 1908) Ήδη από τη δεκαετία του 1890 τη σκυτάλη στην προώθηση του βουλγαρικού εθνικισμού είχαν λάβει οι Βούλγαροι επαναστάτες της Εσωτερικής Μακεδονο- Αδριανουπολίτικης Επαναστατικής Οργάνωσης (ΕΜΕΟ, ίδρ. Θεσσαλονίκη 1893) και του Ανωτάτου Κομιτάτου (ή Κεντρικής Επιτροπής) της Σόφιας (ίδρ. 1895). Oι δύο οργανώσεις ιδρύθηκαν με βάση τα πρότυπα των Αρμενίων επαναστατών/«τρομοκρατών». Σύνθημα των επαναστατών ήταν «Η Μακεδονία στους Μακεδόνες» και διακηρυγμένος σκοπός τους ήταν η αυτονόμηση των τριών βιλαετίων της περιοχής (Σκοπίων/Κοσόβου, Βιτωλίων, Θεσσαλονίκης) υπό κοινό χριστιανό διοικητή (σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 23 της Συνθήκης του Βερολίνου, το οποίο προέβλεπε την εισαγωγή μεταρρυθμίσεων ανάλογων του Οργανικού Νόμου της Κρήτης του 1868 και στα υπόλοιπα χριστιανικά βιλαέτια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αυτό, σύμφωνα με τα απομνημονεύματα του πρώτου προέδρου της ΕΜΕΟ Χρίστο Τατάρτσεφ, θα αποτελούσε το πρώτο βήμα για την προσάρτηση της Μακεδονίας στη Βουλγαρική Ηγεμονία, κατά το επιτυχημένο πρότυπο της Ανατολικής Ρωμυλίας (6 Σεπτεμβρίου 1885).

41

42

43 Εξέχουσες ηγετικές φυσιογνωμίες της ΕΜΕΟ ήταν οι Χρίστο Τατάρτσεφ, Γκότσε Ντέλτσεφ, Γιάνε Σαντάνσκυ, Ντάμε Γκρούεφ, Πέταρ Ποπ-Άρσωφ κ.ά. Ηγέτης της Ανωτάτης Επιτοπής υπήρξε ο στρατηγός Τσόντσεφ. Τα μέλη της ΕΜΕΟ ονομάζονταν εναλλακτικά «σαντραλιστές» (δηλ. μέλη της Κεντρικής επαναστατικής Επιτροπής), ενώ της Ανωτάτης Επιτροπής (βουλγαριστί «Vŭrhoven Komitet») «βερχοβιστές». Το καλοκαίρι του 1895 σημειώθηκε η πρώτη πράξη βίας, η εισβολή της τσέτας του Μπορίς Σαράφωφ στην περιοχή του Μελένικου και η σύντομη σύγκρουσή της με την οθωμανική χωροφυλακή. Τον Οκτώβριο του 1902 (23 Σεπτεμβρίου π.η.) η Ανωτάτη Επιτροπή προκάλεσε εξέγερση των χριστιανών στην περιοχή (καζά) της Άνω Τζουμαγιάς. Η εξέγερση κατεστάλη τελικά στα μέσα Νοεμβρίου, αφού είχαν καταστραφεί 15 χωριά και είχαν καταστραφεί, σύμφωνα με τον Βρετανό πρόξενο Θεσσαλονίκης Alfred Biliotti, συνολικά 65 άμαχοι (31 χριστιανοί και 34 μουσουλμάνοι). Σύμφωνα με υπόμνημα της ΕΜΕΟ δύο χρόνια αργότερα, σε 19 συγκρούσεις ανταρτο-ομάδων με τον τουρκικό στρατό καταγράφονται 95 νεκροί και τραυματίες Βούλγαροι επαναστάτες και 729 νεκροί και τραυματίες Τούρκοι στρατιώτες. Το Δεκέμβριο του 1902 η Υψηλή Πύλη αναγκάστηκε κατόπιν διεθνών υποδείξεων να διορίσει Γενικό Επιθεωρητή των τριών βιλαετίων της Μακεδονίας στη Θεσσαλονίκη τον Χιλμή Πασά.

44 Παρά την αποτυχία της Τζουμαγιάς, η βουλγαρική πλευρά συνέχισε την ένοπλη δράση της με διάφορες μορφές. Τον Απρίλιο του 1903 μια ομάδα Βουλγάρων αναρχικών, οι «Γκεμιτζήδες» (Βαρκάρηδες), οργάνωσε βομβιστικές επιθέσεις στη Θεσσαλονίκη. Στις 28 Απριλίου, οι Γκεμιτζήδες κατέστρεψαν με δυναμίτιδα το γαλλικό επιβατηγό πλοίο «Γκουαλδακιβίρ» και τη νύκτα της 29 προς την 30 Απριλίου ανατίναξαν το κτίριο της Οθωμανικής Τράπεζας. Οι βομβιστικές ενέργειες συνεχίστηκαν και στις 2 και 3 μαίου, ενώ οι οθωμανικές αρχές συνέλαβαν περίπου άτομα με την κατηγορία ότι διατηρούσαν σχέσεις με την ΕΜΕΟ. Στην πραγματικότητα, οι Γκεμιτζήδες ήταν αναρχοφιλελεύθεροι και δρούσαν αυτόνομα. Η χρήση της βίας κορυφώθηκε το 1903 με την εξέγερση του Ίλιντεν και της Μεταμορφώσεως (20 Ιουλίου και 6 Αυγούστου, σύμφωνα με το παλαιό ημερολόγιο). Η εξέγερση είχε ως επίκεντρο το σαντζάκι του Μοναστηρίου (σημ. Bitola) στη Δυτική Μακεδονία και την περιοχή της Στράντζας στη νότια Θράκη (βιλαέτι Αδιανουπόλεως). Στη διάρκειά της σημειώθηκαν για πρώτη φορά μεγάλης κλίμακας απώλειες, ιδίως μεταξύ αμάχων, κυρίως εξαρχικών, αλλά και πατριαρχικών, οι οποίοι έπεσαν αδιάκριτα θύματα των στρατιωτικών μονάδων που εστάλησαν για την καταστολή της εξέγερσης.

45 Σύμφωνα με στοιχεία της ΕΜΕΟ (1904), ο συνολικός αριθμός των θυμάτων (νεκρών και τραυματιών) κατά την εξέγερση του Ίλιντεν (Ιούλιος – Νοέμβριος 1903) ανήλθε σε , εκ των οποίων χριστιανοί άμαχοι, 994 εξεγερθέντες και Οθωμανοί στρατιώτες. Κατά την καταστολή της εξέγερσης από τους Οθωμανούς χρησιμοποιήθηκαν άτακτα στρατεύματα, σημειώθηκαν αγριότητες (φόνοι αμάχων και λεηλασίες) και πυρπολήθηκε το Κρούσοβο, το οποίο κατοικείτο ως επί το πλείστον από Ελληνόβλαχους (βλαχόφωνους πατριαρχικούς). Η καταστροφή του Κρουσόβου διεθνοποίησε το Μακεδονικό Ζήτημα και προκάλεσε την επέμβαση των ευρωπαϊκών Δυνάμεων. Οι εκκλήσεις των Βουλγάρων αυτονομιστών βρήκαν όντως διεθνή ανταπόκριση και οι Δυνάμεις εισήγαγαν στα τρία βιλαέτια της Μακεδονίας τα προγράμματα φορολογικών και διοικητικών μεταρρυθμίσεων της Βιέννης (21 Φεβρουαρίου 1903) και εν συνεχεία (επεκτάθηκαν και συμπληρώθηκαν) του Mürzsteg της Στυρίας (22 Οκτωβρίου 1903) για την ανακούφιση των χριστιανών και την καταπολέμηση της ληστείας. Τα προγράμματα αυτά προέβλεπαν μεταξύ άλλων την τοποθέτηση Οθωμανού Γενικού Επιθεωρητή στην πόλη της Θεσσαλονίκης (Χουσεΐν Χιλμή Πασά) με τριετή θητεία με έναν Ρώσο και έναν Αυστριακό σύμβουλο με διετή θητεία και με γενική ευθύνη για τα τρία βιλαέτια (Vilâyet-i Selase).

46 Επίσης, τα προγράμματα μεταρρυθμίσεων προέβλεπαν την αναδιοργάνωση της (οθωμανικής) χωροφυλακής από Ευρωπαίους αξιωματικούς, τον αναλογικό διορισμό χριστιανών στη χωροφυλακή, στη διοίκηση και στην απονομή της δικαιοσύνης, την μεταβολή του τρόπου είσπραξης της δεκάτης και την παραχώρηση αμνηστίας στους κρατούμενους κομιτατζήδες για πολιτικά αδικήματα, την αποκατάσταση των χριστιανών προσφύγων, την ανοικοδόμηση των καταστραφεισών υπό των Τούρκων οικιών, σχολείων και εκκλησιών, την απαγόρευση σχηματισμού ατάκτων στιφών, ενώ τα έσοδα εκάστου βιλαετίου θα συγκεντρώνονταν στην πρωτεύουσα αυτού και θα διατίθεντο αποκλειστικά για τις ανάγκες του· τα προγράμματα αυτά ήταν ουσιαστικά ένα βήμα πριν την πλήρη αυτονόμηση της οθωμανικής αυτής επαρχίας. Κάθε ευρωπαϊκή Δύναμη ανέλαβε και έναν συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο ευθύνης: Στους Αυστριακούς αξιωματικούς ανετέθη η εποπτεία της οθωμανικής χωροφυλακής στο σαντζάκι των Σκοπίων, στους Ιταλούς στο σαντζάκι Μοναστηρίου, στους Βρετανούς τα σαντζάκια της Δράμας και της Καβάλλας, στους Γάλλους το σαντζάκι των Σερρών, στη Ρωσία το σαντζάκι της Θεσσαλονίκης. Μέχρι το τέλος του 1904 κατέφθασαν συνολικά 48 Ευρωπαίοι εκπαιδευτές αξιωματικοί. Αρχηγός της οργανωτικής αποστολής της οθωμανικής χωροφυλακής ορίστηκε ο Ιταλός De Giorgi.

47 Η διπλωματική όμως επιτυχία της εξέγερσης του Ίλιντεν προκάλεσε την αντίδραση των γειτονικών βαλκανικών κρατών (Σερβίας και Ελλάδας), που είχαν εξίσου βλέψεις στη Μακεδονία, περιπλέκοντας έτσι το ζήτημα. Σύμφωνα με στοιχεία του ελληνικού Γενικού Προξενείου Θεσαλονίκης, από το 1899 έως τον Οκτώβριο του 1904 οι δολοφονίες «Ελλήνων ορθοδόξων» από το «βουλγαρικό κομιτάτο» είχαν ανέλθει στο βιλαέτι της Θεσσαλονίκης σε 223 και στο βιλαέτι Μοναστηρίου σε 395. Σύμφωνα με στοιχεία του γενικού διοικητή Μακεδονίας Χιλμή πασά, το 1906 δρούσαν στη Μακεδονία συνολικά 110 ομάδες με αντάρτες. Η κατάσταση άλλαξε μόνον μετά την επανάσταση των Νεοτούρκων τον Ιούλιο του 1908, όταν οι ελληνικές και οι βουλγαρικές ανταρτο-ομάδες διέκοψαν τη δράση τους, προσδοκώντας την εφαρμογή των διακηρύξεων των Νεοτούρκων για ισοτιμία και ισονομία. Συνολικά, στον χώρο της Μακεδονίας που το 1913 (με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου) ενσωματώθηκε τελικά στην Ελλάδα, έχουν εντοπισθεί για την περίοδο περιπτώσεις φόνων των οποίων τα κίνητρα έχουν χαρακτηρισθεί επίσημα ως «πολιτικά», μη συμπεριλαμβανομένων των θυμάτων της εξέγερσης του Ίλιντεν (1903). Η λύση του δράματος ήλθε με την κήρυξη των Βαλκανικών Πολέμων (5 Οκτωβρίου 1912) και τη διανομή των εδαφών της Ευρωπαϊκής Τουρκίας ανάμεσα στα χριστιανικά βαλκανικά κράτη.

48 Το κίνημα του «ιλλυρισμού» και η ίδρυση της πρώτης Γιουγκοσλαβίας Έναυσμα για την εθνική αφύπνιση των Νοτιοσλάβων (Γιουγκοσλάβων) έδωσε η ίδρυση των «Ιλλυρικών Επαρχιών» από τον Ναπολέοντα ( ). Οι λεγόμενες «Ιλλυρικές Επαρχίες» περιελάμβαναν τις δαλματικές ακτές μέχρι το Κάτταρο (Κότορ), συμπεριλαμβανομένου του Ντουμπρόβνικ (έπεσε στους Γάλλους το 1805), τη σημερινή Κροατία (νοτίως του ποταμού Σάββα) και τη Σλοβενία (Carniola, Carinthia, Gorizia, Gradisca, Τεργέστη), και είχαν πρωτεύουσα τη Λιουμπλιάνα υπό τη διοίκηση του Γάλλου στρατάρχη August de Marmont. Οι «Ιλλυρικές Επαρχίες» ήταν το υβρίδιο του γιουγκοσλαβικού κράτους (όπως η Ιόνιος Πολιτεία, , αποτέλεσε τρόπον τινά το υβρίδιο του ελληνικού κράτους). Για πρώτη φορά τέθηκαν υπό κοινή κρατική στέγη Σέρβοι, Κροάτες και Σλοβένοι υπό την γαλλικής έμπνευσης ονομασία «Ιλλυριοί» και καλλιεργήθηκε ανάμεσά τους η ιδέα της νοτιοσλαβικής ένωσης, η ιδέα του «Ιλλυρισμού».

49 Το κίνημα του «ιλλυρισμού» επανεμφανίστηκε το 1829 στους κόλπους των Κροατών διανοουμένων ως ένα κίνημα φιλολογικό για την καθιέρωση μιας κοινής γλώσσας για τους «Ιλλυριούς» (δηλ. τους Νοτίους Σλάβους) με βάση τη στοκαβική διάλεκτο της σερβοκροατικής. Ηγέτες της «ιλλυρικής» κίνησης κατά τις δεκαετίες του 1830 και 1840 ήταν ο Λατίνος (δηλ. Ρωμαιοκαθολικός) μητροπολίτης του Djakovo Josip Juraj Strossmayer ( ), ο φιλόλογος Ljudevit Gaj ( ) και ο ελληνικής καταγωγής θεατρικός συγγραφέας Dimitrija Demeter (Δημήτριος Δημητρίου, ), πατέρας του κροατικού θεάτρου και (από το 1854) γενικός γραμματέας του αντιβασιλέα (μπάνου) της Κροατίας. Το 1841 ιδρύθηκε στο Ζάγκρεμπ το Ιλλυρικό Κόμμα και το 1842 η Matica Ilirska (Ιλλυρική Μέλισσα). Ωστόσο, δύο χρόνια αργότερα (1843) η Βιέννη απαγόρευσε τη χρήση του όρου «ιλλυρικός» και το Ιλλυρικό Κόμμα μετονομάστηκε σε Εθνικό Κόμμα και ο φιλολογικός σύλλογος σε Matica Hrvatska. Ο Strossmayer πίστευε θεωρούσε ότι οι Κροάτες θα έπρεπε να αποτελέσουν τον πυρήνα του νέου κράτους, οι Σέρβοι θα έπρεπε να ενταχθούν στην Ουνίτικη Εκκλησία, προκειμένου να ξεπεραστεί ο θρησκευτικός, ο σημαντικός παράγοντας διαφορών με τους ρωμαιοκαθολικούς Κροάτες, ενώ οι Σλοβένοι θα έπρεπε να εγκαταλείψουν την ιδιαίτερή τους γλώσσα και να υιοθετήσουν τη štoκαβική.

50

51

52 Από τη δεκαετία του 1840 η στοχοθεσία του «ιλλυρικού» κινήματος άλλαξε. Το κίνημα άρχισε να αποκτά ολοένα πιο στενό κροατικό εθνικό χαρακτήρα και, υπό την αυξανόμενη πίεση του ουγγρικού εθνικισμού, οι «Ιλλυριστές» όπως και οι υπόλοιποι μορφωμένοι Κροάτες έθεσαν επιτακτικά το ζήτημα της δημιουργίας ενός τρίτου, σλαυικού πόλου, εντός της αψβουργικής αυτοκρατορίας. Το «ιλλυρικό» κίνημα δεν βρήκε, επίσης, ιδιαίτερη απήχηση μεταξύ των Σλοβένων και των Σέρβων (βλ. το Načertanije, δηλαδή το μεγαλοϊδεατικό πρόγραμμα που εξήγγειλε ο Σέρβος πρωθυπουργός Ilija Garašanin το 1844, το οποίο περιελάμβανε την προσάρτηση της «Παλαιάς Σερβίας», δηλ. της βόρειας οθωμανικής Μακεδονίας, του Κοσόβου και της Βοσνίας στο σερβικό βασίλειο), οι οποίοι ακολούθησαν τον δικό τους εθνικό προσανατολισμό και τη συγκρότηση της δικής τους εθνικής λόγιας γλώσσας. Το «ιλλυρικό» κίνημα άρχισε να υποχωρεί ιδιαίτερα μετά το 1848, οπότε μια «Εθνοσυνέλευση» στο Ζάγκρεμπ με επικεφαλής τον μπάνο (ban, δηλαδή Γενικό Διοικητή) Josip Jelačić (ο οποίος έφερε τον βαθμό του συνταγματάρχη του αυστριακού στρατού) κήρυξε το δόγμα του τριαδισμού (τη συνένωση δηλαδή της Κροατίας, της Σλαβονίας και της Δαλματίας σε ιδιαίτερη πολιτικο- διοικητική ενότητα εντός του βασιλείου των Αψβούργων), το οποίο όμως δεν έγινε δεκτό από τη Βιέννη.

53 Παρ’ όλα αυτά, κάποια βήματα προς την κατεύθυνση της νοτιοσλαβικής ένωσης συνέχισαν να συντελούνται. Το 1861 το τοπικό κοινοβούλιο της Κροατίας ψήφισε ως επίσημη γλώσσα της Κροατίας τη «γιουγκοσλαβική», αλλά τον επόμενο χρόνο το κροατικό ανώτατο δικαστήριο κύρωσε αυτήν την κοινοβουλευτική απόφαση και μετονόμασε τη «γιουγκοσλαβική» σε κροατική. Το 1867 ιδρύθηκε στο Ζάγκρεμπ η επιλεγόμενη Γιουγκοσλαβική Ακαδημία Επιστημών και Τεχνών με πρόεδρο τον ιστορικό Franjo Rački, η οποία μέχρι το 1900 είχε πραγματοποιήσει 144 σχετικές δημοσιεύσεις. Ωστόσο, στην Κροατία ενδυναμωνόταν όλο και περισσότερο ο ακραίος κροατικός εθνικισμός. Το 1861 ιδρύθηκε το Κόμμα των Δικαιωμάτων (Stranska Prava) με αποκλειστικά κροατικό εθνικό προσανατολισμό και ηγέτες τον λόγιο Ante Starčević και τον δικηγόρο Eugen Kvaternik. Το κόμμα αυτό υποστήριζε ότι οι Σέρβοι ήταν Κροάτες που είχαν ασπαστεί την Ορθοδοξία και γι’ αυτό έπρεπε να επανενταχθούν στον εθνικό κροατικό κορμό. Ο Starčević υποτιμούσε επίσης και την εθνική ιδιαιτερότητα των Σλοβένων, τους οποίους χαρακτήριζε «ορεσίβιους Κροάτες». Οι ιδέες του Starčević αποτέλεσαν τον κορμό της ιδεολογικής παράδοσης που κληρονόμησαν οι οπαδοί του φασιστικού κόμματος του Ante Pavelić (Uštasi) λίγο πριν και κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Διάδοχος του Starčević (μετά το θάνατό του το 1896) διατέλεσε ο Josip Frank, οπαδός του τριαδισμού και της διατήρησης της αψβουργικής αυτοκρατορίας.

54 Το κίνημα για τη νοτιοσλαβική ένωση ξεκίνησε ξανά μέσα στη δίνη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Το 1915 ιδρύθηκε στο Λονδίνο η λεγόμενη «Γουγκοσλαβική Επιτροπή» με επικεφαλής την τριανδρία Ante Trumbić (έναν πολιτικό από το Split της Δαλματίας), Franjo Supilo και Ivan Meštrović (διάσημο γλύπτη). Βασική αγωνία των (αρχικά 17) μελών της Γιουγκοσλαβικής Επιτροπής, η πλειοψηφία των οποίων προερχόταν από εδάφη της πρώην αψβουργικής μοναρχίας, ήταν η απόκρουση των επεκτατικών βλέψεων της Ιταλίας (που αναγνωρίστηκε στο Λονδίνο τον Απρίλιο του 1915) και η αποτίναξη του ουγγρικού ζυγού. Η Γιουγκοσλαβική Επιτροπή, η οποία τελούσε υπό την προστασία της Αντάντ, ανέπτυξε μεγάλη προπαγανδιστική δραστηριότητα, επικαλούμενη την παράδοση των «Ιλλυριστών», και επιχείρησε να έλθει σε συνεννόηση με την εξόριστη σερβική βασιλική κυβέρνηση. Καρπός αυτής της προσέγγισης ήταν η περίφημη Διακήρυξη της Κέρκυρας (20 Ιουλίου 1917). Η διακήρυξη αυτή, η οποία υπογράφθηκε στο Δημοτικό Θέατρο της Κέρκυρας από τον Νίκολα Πάσιτς (τον Σέρβο πρωθυπουργό) και τον Ante Trumbić (εκ μέρους της Γιουγκοσλαβικής Επιτροπής), προέβλεπε τη μεταπολεμική σύσταση ενός τριαδικού βασιλείου των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων με κληρονομική συνταγματική βασιλεία υπό το (σερβικό) στέμμα των Καραγεώργεβιτς).

55 Το μελλοντικό βασίλειο επρόκειτο να έχει κοινοβουλευτικό πολίτευμα και καθολικό δικαίωμα ψηφοφορίας, πλήρη θρησκευτική ελευθερία και ισοτιμία των δύο αλφαβήτων (του κυριλλικού και του λατινικού). Η ίδρυση του τριαδικού βασιλείου των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων (που το 1929 μετονομάστηκε επίσημα σε Γιουγκοσλαβία) ανακηρύχθηκε πανηγυρικά την 1 Δεκεμβρίου 1918 στο Βελιγράδι από τον Αλέξανδρο Α´ Καραγεώργεβιτς, τον Διάδοχο του σερβικού Θρόνου (που κατείχε έως τότε ο πατέρας του Πέτρος Α´ της Σερβίας). Ο συγκεντρωτικός όμως τρόπος λειτουργίας του τριαδικού βασιλείου σύντομα δυσαρέστησε πολλούς από τους εμπνευστές του: το 1921 ο Ante Trumbić αποστασιοποιήθηκε από τον γιουγκοσλαβισμό και τάχθηκε ανοικτά υπέρ της σύστασης μιας ανεξάρτητης Κροατίας. Την ίδια χρονιά το Κροατικό Αγροτικό Κόμμα υπό τον Stjepan Radić, πρωτοστάτησε σε ταραχές κατά της μοναρχίας. Η διαμάχη Κροατών και Σέρβων οξύνθηκε περισσότερο μετά τη δολοφονία του Radić εντός του κοινοβουλίου (Skupština) τον Ιούνιο του Συνεπέστερος υποστηρικτής της γιουγκοσλαβικής ιδέας αναδείχθηκε ο Ivan Meštrović, ο οποίος φιλοτέχνησε μια σειρά από γλυπτά έργα με ενωτικό (γιουγκοσλαβικό) ιδεολογικό περιεχόμενο, ανάμεσα στα οποία και το ηρώο του Άγνωστου Στρατιώτη επί του όρους Avala, έξωθεν του Βελιγραδίου.

56 Η αλβανική εθνογένεση Καταλυτικό ρόλο στην ανάπτυξη και στη διαμόρφωση του αλβανικού εθνικισμού διαδραμάτισε ο μπεκτασισμός, ένα ισλαμικό μοναχικό (αιρετικό) κίνημα που είχε τις ρίζες του στην Ανατολία. Οι απαρχές του αλβανικού εθνικισμού πρέπει να αναζητηθούν στο έτος 1826, οπότε ο σουλτάνος Μαχμούτ Β´ κατήργησε το σώμα των γενιτσάρων και διέταξε το κλείσιμο των τεκκέδων των μπεκτασήδων σε ολόκληρη την επικράτεια της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Μάλιστα όσοι από αυτούς είχαν πρόσφατα κατασκευαστεί, καταστράφηκαν, ενώ ορισμένοι πέρασαν στη δικαιοδοσία άλλων ταρικάτ (μοναχικών ταγμάτων). Στην επικράτεια της Αλβανίας περίπου το 1/4 των τεκκέδεων (στο Βεράτι, στο Τεπελένι, στην Κορυτσά και αλλού) καταστράφηκαν. Οι περιουσίες τους κατασχέθηκαν και πολλά μέλη της κοινότητας εξορίσθηκαν. Αποτέλεσμα των διώξεων αυτών ήταν να αναπτυχθεί στους μπεκτασήδες της περιοχής αυτής ένα εθνικιστικό και αντιτουρκικό συναίσθημα. Για να προσελκύσουν τον λαό, οι Αλβανοί μπεκτασήδες καταπιάστηκαν με το να γράφουν βιβλία στα αλβανικά, αλλά και να μεταφράζουν από τα τουρκικά και τα περσικά, όπως το ξακουστό έργο Χαντίκα του περσικής καταγωγής ποιητή Φουζουλί.

57 Το κίνημα της αλβανικής «εθνικής αναγέννησης» (Rilindja) διαμορφώθηκε πολιτικά μετά τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου (στις 10 Ιουνίου 1878), όταν περίπου πενήντα (50) Αλβανοί εκπρόσωποι συγκεντρώθηκαν στην Πρισρένη του Κοσόβου για τις επικείμενες αποφάσεις του Συνεδρίου του Βερολίνου. Μεταξύ των ολιγάριθμων αντιπροσώπων των νοτίων περιοχών συγκαταλεγόταν ο περίφημος πολιτικός Αβδούλ Φράσερι ( ), ο οποίος διηύθυνε την εν λόγω σύναξη. Ο Αβδούλ Φράσερι καταγόταν από το ομώνυμο χωριό Φράσερι, το οποίο βρίσκεται νοτιοανατολικά του Βερατίου και καταγόταν από μεγάλη οικογένεια μπεκτασήδων (στο θρήσκευμα) μπέηδων (δηλ. γαιοκτημόνων) της νοτίου Αλβανίας (Τοσκερίας). Ο Αβδούλ Φράσερι είχε δύο ονομαστούς αδελφούς, που διακρίθηκαν και εκείνοι στη Rilindja: τον πολιτικό Σαμί (μπέη Φράσερι, ) και τον Ναίμ ( ), ο οποίος αναδείχθηκε σε κορυφαίο εθνικό ποιητή των Αλβανών. Το εθνικιστικό κίνημα υπέστη πλήγμα με τον διωγμό και τη σύλληψη (από τις οθωμανικές αρχές) των αρχηγών των μπεκτασήδων το 1881, αλλά ξαναδυνάμωσε και εντάθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα στη νότιο Αλβανία. Μετά το 1881 οι μπεκτασήδες δραστηριοποιήθηκαν κυρίως στον τομέα της διδασκαλίας της αλβανικής γλώσσας και στη διάδοση βιβλίων στα αλβανικά. Το 1887 άνοιξε μάλιστα τις πόρτες του το πρώτο αλβανικό σχολείο στην Κορυτσά.

58 Ιδιαίτερα σημαντική στην ανάπτυξη και στη διάδοση της αλβανικής φιλολογίας διαδραμάτισε η British and Foreign Bible Society, η οποία ήδη στις αρχές του 19ου αιώνα προχώρησε στην έκδοση στη δημοσίευση μεταφράσεων της Αγίας Γραφής στην αλβανική. Οι προτεστάντες ιεραπόστολοι, ο πρωταρχικός σκοπός των οποίων συνίστατο στο να διευκολύνουν τους απλούς πιστούς στο να προσεγγίσουν τα Ιερά Κείμενα, εργάστηκαν συστηματικά για τη γραπτή απόδοση των καθομιλουμένων γλωσσών της Βαλκανικής περισσότερο από τους Καθολικούς. Το εγχείρημα της μετάφρασης της καινής Διαθήκης στα αλβανικά τέθηκε αρχικά το 1816 στην αλβανική παροικία της Βιέννης από τον ιεραπόστολο Ρόμπερτ Πίνκερτον. Τελικά τη μετάφραση ανέλαβε ο ιατρός Βανγκέλ Μέξι, ο οποίος καταγόταν από το Λάμποβο του Αργυροκάστρου και το 1803 είχε σταλεί από τον Αλή Πασά στη Νάπολη, για να σπουδάσει ιατρική. Ο Μέξι, ο οποίος μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία το 1820 και συμμετέσχε στην Ελληνική Επανάσταση (βρίσκοντας τον θάνατο στη διάρκειά της το 1823), είχε συντάξει νωρίτερα μια χειρόγραφη γραμματική της αλβανικής. Η μετάφραση της Καινής Διαθήκης ολοκληρώθηκε το 1821 και το 1824 κυκλοφόρησε στην Κέρκυρα το πρώτο φυλλάδιο (το Ευαγγέλιο του Ματθαίου). Η έκδοση αυτή, η οποία τυπώθηκε με προσαρμοσμένους φωνητικά ελληνικούς χαρακτήρες και με παράλληλη ελληνική μετάφραση, ολοκληρώθηκε το 1827 (στην Κέρκυρα) και επανεκδόθηκε το 1858 στην Αθήνα.

59 Η γραπτή απόδοση της αλβανικής μέσα από ιερά κείμενα συνεχίζεται από τον Κωνσταντίνο Χριστοφορίδη ( ), απόφοιτο της Ζωσιμαίας Ακαδημίας με καταγωγή από το Ελβασάν, ελληνοδιδασκάλου εγκατεστημένο στην Κωνσταντινούπολη. Το έργο του Χριστοφορίδη, ξεκινά το 1857, οπότε εισηγείται στη Βιβλική Εταιρεία την εκ νέου τη μετάφραση της Αγίας Γραφής. Μεγάλη ώθηση στο έργο του μετά τη γνωριμία του με τον von Hahn, η οποία «αφυπνίζει» την αλβανικότητά του. Τον 1866 ο Χριστοφορίδης άρχισε στην Κωνσταντινούπολη έκδοση, σε δέκα τόμους, της Αγίας Γραφής στην τοσκική διάλεκτο με ελληνικούς χαρακτήρες και στη γκεγκική διάλεκτο με λατινικούς. Το επόμενο έτος ο Χριστοφορίδης εκδίδει, με έξοδα της προτεσταντικής Εταιρείας, αλφαβητάρια της αλβανικής. Αξίζει να σημειωθεί ότι από το 1865 ο Χριστοφορίδης βρισκόταν εγκατεστημένος με την οικογένειά του στην Τύνιδα, όπου εργάστηκε ως σχολάρχης στο εκεί ελληνικό παροικιακό σχολείο. Ο Χριστοφορίδης ήταν και αυτός υποστηρικτής της πελασγικής καταγωγής των Αλβανών και της στενής συγγένειάς τους με τον ελληνισμό (με βάση το γεγονός ότι η λέξη Πεκά[σ]κ στα αλβανικά σημαίναι «αρχαίος» ή «αρχηγός»).

60 Παρά το ότι πρόθεση του Χριστοφορίδη και της Βιβλικής Εταιρείας ήταν η ενίσχυση του πνευματικού συναισθήματος των Αλβανών, οι τελευταίοι προσέλαβαν τις εκδόσεις του πιο πολύ ως μέσο εκμάθησης γραφής και ανάγνωσης της μητρικής τους γλώσσας, παρά ως μέσο προσέγγισης των αγίων κειμένων (το διάστημα πωλούνταν στις κεντρικές αλβανικές περιοχές περίπου 400 με 500 αντίτυπα τον χρόνο). Ακόμη και μουσουλμάνοι Αλβανοί έσπευσαν να προμηθευτούν την Αγία Γραφή και τα αλφαβητάρια. Ιδιαίτερη επίσης μνεία πρέπει να γίνει στον Ναούμ Βεκιλχάρτζι (Naum Veqilharxhi, 1797 – c.1848), μετανάστη από το χωριό Μπρεδ της Κορυτσάς στη Βλαχία, ο οποίος συνέταξε και εξέδωσε το πρώτο αλφάβητο της αλβανικής γλώσσας (με 33 επινοημένους χαρακτήρες και όχι λατινικούς, αραβικούς ή ελληνικούς). Ο Βεκιλχάρτζι, ο οποίος ήταν μυημένος στη Φιλική Εταιρεία και είχε συμμετάσχει στην επανάσταση των Υψηλάντη – Βλαδιμηρέσκου, ξεκίνησε τη σύνταξη του αλφανηταρίου του το και το εξέδωσε το 1844 στο Βουκουρέστι (κατ’ άλλους στην Κωνσταντινούπολη) με τον τίτλο Evëtor. Το αλφαβητάρι του Βεκιλχάρτζι γνώρισε ιδιαίτερη διάδοση στις αλβανόφωνες περιοχές. Σκοπός του Βεκιλχάρτζι ήταν η δημιουργία αλβανικής γραπτής γλώσσας, ως απαραίτητης προϋπόθεσης για τη συμπερίληψη των Αλβανών στη χορεία των πολιτισμένων εθνών.

61 Σε δύο δημόσιες επιστολές (πιθανότατα του 1846) «προς όλους τους πλουσίους και μορφωμένους Αλβανούς ορθοδόξους» ο Βεκιλχάρτζι καλούσε τους συμπατριώτες του να μην αυτοαποκαλούνται «Γκρέκοι», «Έλληνες» ή «Βλάχοι» και να εργαστούν για την ανάπτυξη του δικού τους έθνους. Στη δεύτερη επιστολή του (προς τον ανιψιό του Γιάννη Τσάλη), ο Βεκιλχάρτζι διατυπώνει την πρώτη θεώρηση ενός αλβανικού έθνους που θα συμπεριλαμβάνει χριστιανούς και μουσουλμάνους («παπικούς» και ορθοδόξους), υποστηρίζοντας ότι η αλβανικότητα (δηλ. η αλβανική μητρική γλώσσα) αποτελεί την ουσία της ταυτότητας και όχι η θρησκεία. Πράγματι, λόγω της φυλετικής (σε Γκέγκηδες, Τόσκηδες, Τσάμηδες και Λιάπηδες) και της θρησκευτικής τους διαίρεσης (σε μοωαμεθανούς, ορθοδόξους και ρωμαιοκαθολικούς χριστιανούς), η γλώσσα αποτελούσε το κύριο ενωποιητικό στοιχείο των Αλβανών. Σημαντική ώθηση στη διάδοση του αλβανισμού έδωσε η αρμπερέσικη ελίτ (ιερείς, νομομαθείς, εκπαιδευτικοί) των καθολικών βυζαντινού τυπικού (ουνιτών) της νοτίου Ιταλίας, με σημαντικότερους ακπροσώπους τον Ιερώνυμο ντε Ράντα (διδάσκαλο της αλβανικής γλώσσας) και τον σικελικής καταγωγής Φραντσέσκο Κρίσπι (πρωθυπουργού της Ιταλίας, ). Οι Αρμπερέσι/Arbërëshë (Ιταλο-αλβανοί) εργάστηκαν πυρετωδώς για την εξάπλωση της ιταλικής επιρροής στην Αλβανία.

62 Καταλυτική σημασία στην γνωριμία των Αλβανών από τη Δύση διαδραμάτισαν οι Γερμανοί επιστήμονες: ο γλωσσολόγος Joseph Ritter von Xylander (Die Sprache der Albanesen oder Schkipetaren, Frankfurt am Mai 1835) και ο λαογράφος και περιηγητής Johann–Georg von Hahn (Albanische Studien: Nebst einer Karte und andern artistischen Beilagen, Ιένα 1854). Ο von Hahn θεωρεί τους Αλβανούς απογόνους των Ιλλυρο-Μακεδόνων και των Ηπειρωτών (οι οποίοι αντιστοιχούν στους Γκέγκηδες και στους Τόσκηδες), και υποστηρίζει τη φυλετική, γλωσσική και εθιμική συγγένεια των Αλβανών, των Ελλήνων και των Λατίνων. Τις θεωρίες του von Hahn επετκτείνει ο «Ελληνο- Αλβανός» (αρμπερέσης) Ντεμέτριο Καμάρντα στα μέσα της δεκαετίας του Ο αλβανισμός αναπτύχθηκε επίσης σε μια σχέση ετερότητας προς τον ελληνισμό. Μετά τον Κριμαϊκό Πόλεμο και ιδιαίτερα από τη δεκαετία του 1860, όταν τα μιλλέτ εκκοσμικεύονται και αναπτύσσονται τάσεις προς εκκλησιαστική αυτονομία των Βουλγάρων, το ζήτημα της αλβανικότητας ανπτύσσεται είτε σε σύμπραξη είτε σε αντίδραση προς τον ελληνισμό. Τον Ιανουάριο του 1860 άρχισε να εκδίδεται στη Λαμία η εφ. Πελασγός (τον επόμενο χρόνο μετονομάστηκε Πελασγιώτης) του Αναστασίου Πυκαίου, ελληνοδιδασκάλου, απόφοιτου της Ζωσιμαίας Σχολής με καταγωγή από το χωριό Λέκελ του Τεπελενίου.

63 Κεντρικό θέμα της εφημερίδας είναι η σύνδεση μεταξύ ελληνικότητας και αλβανικότητας. Ο Πυκαίος, μέσω της μελέτης της αλβανικής γλώσσας θέλει να αποδείξει τον αδελφικό δεσμό που υφίστατο μεταξύ Ελλήνων και Αλβανών. Πιο συγκεκριμένα, θέλει να αποδείξει την κοινή φυλετική, πελασγική, καταγωγή των δύο λαών/εθνών και υποστηρίζει τη συγχώνευση αυτών των δύο συγγενών (ομοφύλων) λαών, διακηρύσσοντας το «μία πίστη, μία γλώσσα, μία πατρίδα για Έλληνες και Αλβανούς» (το «μία πίστη» υπονοεί εδώ την ορθόδοξη χριστιανική). Βασική αγωνία των οπαδών της πελασγικής θεωρίας ήταν η σύνταξη ενός αλβανικού αλφαβήτου με βάση το ελληνικό, που θα περιλαμβάνει όμως διακριτά σύμβολα και όχι αντίστροφα ελληνικά γράμματα. Το 1866 ο Ιωάννης Βρετός (απόφοιτος της Ζωσιμαίας Ακαδημίας με καταγωγή από το χωριό Ποστένιανη του Λεσκοβικίου) εκδίδει με δικά του έξοδα στην Κωνσταντινούπολη μια γραμματική της σύγχρονης ελληνικής, γραμμένη στα αλβανικά. Ο Βρετός χρησιμοποιεί το ελληνικό αλφάβητο, εμπλουτισμένο με λατινικούς χαρακτήρες, για την απόδοση των ιδιαίτερων αλβανικών φθόγγων. Άλλωστε, μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα για τους Τόσκηδες Αλβανούς η γραπτή γλώσσα και η γλώσσα του πολιτισμού παρέμενε η ελληνική.

64 Το 1867 τη σκυτάλη αναλαμβάνει ο Αρβανίτης φιλόλογος (απόφοιτος της κλασικής φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών) γυμνασιάρχης Παναγιώτης Κουπιτώρης (Ύδρα ), ο οποίος το έτος αυτό δημοσιεύσει σε συνέχειες μια «Διατριβή περί της γλώσσης και του έθνους των Αλβανών» στην Εφημερίδα των φιλομαθών. Το 1879 η μελέτη του Κουπιτώρη αναδημοσιεύεται στην Αθήνα σε αυτοτελή και εκτενέστερη μορφή. Ο Κουπιτώρης αναπτύσσει και συστηματοποιεί την πελασγική θεωρία και προωθεί ουσιαστικά τον εξελληνισμό των Αλβανών. Ο Κουπιτώρης Χαρακτηρίζει την αλβανική «πρεσβύτερη» αδελφή της ελληνικής κι της λατινικής, «διότι οι Πελασγοί το μεν ήσαν γένος ανέκαθεν ελληνικόν […] Αλλά και Ηπειρωτικό ντος έθνος, εάν καλέση τους Αλβανούς, λείψανον των Ηπειρωτών και την γλώσσαν των Αλβανών ηπειρωτικήν, ουδέν άλλο λέγει ή πελασγικόν έθνος τους Αλβανούς και την γλώσσαν αυτών πελασγικήν». Σε πολιτικό επίπεδο, οι οπαδοί της πελασγικής θεωρίας οραματίζονταν έναν κοινό, δυαδικό ελληνο-αλβανικό βασίλειο (με βασιλιά τον Γεώργιο Α´) κατά το πρότυπο της Αυστρο-Ουγγαρίας ή της Νορβηγίας – Σουηδίας( μέχρι το 1901).

65 Στις αρχές της δεκαετίας του 1880 εμφανίζεται στο προσκήνιο ο «αλβανολόγος» Αναστάσιος Κουλουριώτης (Σαλαμίνα ), επικεφαλής του αθηναϊκού συλλόγου «Αλβανοί Αδελφοί» (ίδρ. 1883) και εκδότης ενός αλβανικού αλφαβηταρίου το Ο Κουλουριώτης, στις καθημερινές και επίμονες διαλέξεις του στα καφενεία και στις λέσχες των Αθηνών, έδινε έμφαση στη συγγένεια των δύο λαών. Οι ίδιες θεωρίες ενσωματώθηκαν στα σχολικά εγχειρίδια της περιόδου, τα οποία παρουσίαζαν τους Αλβανούς ως δίδυμους αδελφούς της ίδιας ενδοξωτάτης φυλής και υποδείκνυαν ουσιαστικά την ελληνοποίησή τους. Υπέρμαχοι της ελληνοαλβανικής συνεννόησης ήταν, μέχρι τους Βαλκανικούς Πολέμους, όλη η πολιτική ηγεσία και η ελίτ των Αθηνών (Παύλος Καρολίδης, Νεοκλής Καζάζης, Λέων Μελάς κλπ.). Ο Χρήστος Χρηστοβασίλης, μέλος της Ηπειρωτικής Αδελφότητας των Αθηνών, απήγγειλε το 1907 (μετά την υπογραφή του «Ειδικού Πρωτοκόλλου» συνεργασίας μεταξύ της κυβέρνησης Θεοτόκη και του Ισμαήλ Κεμάλ): «Είταν στον κόσμο δύο αδελφές αγαπημένες/ Της δόξας αδελφοπητές και της τιμής καμάρι». Ήταν, βέβαια, όπως παρατηρεί ο ιστορικός Βασίλης Γούναρης, αρκετά αμφίβολο αν η ελληνική εθνική ιδεολογία ήταν ποτέ τόσο ελαστική ώστε πράγματι να χωρέσει και τους Τουρκαλβανούς, ούτε μπορούσε, μετά το 1906, να κρυφθεί η απειλή που αντιπροσώπευε ο αλβανικός εθνικισμός για την Ήπειρο.

66 Το 1902 ο Αβδούλ Χαμίτ διέταξε το κλείσιμο των σχολείων και απαγόρευσε τη δημοσίευση βιβλίων στην αλβανική γλώσσα. Μετά την επανάσταση των Νεοτούρκων (1908) ξανάνοιξαν τα σχολεία, για να ξανακλείσουν εκ νέου τον Οκτώβριο του Ύστερα από αυτό, οι τεκκέδες των μπεκτασήδων, όπου οι δερβίσηδες διέθεταν ελάχιστη μόρφωση, συγκρότησαν ένα δίκτυο παρανόμων «παράλληλων» σχολείων, το οποίο δρούσε ταυτόχρονα με ένα δίκτυο διάδοσης αλφαβηταρίων, περιοδικών και βιβλίων. Αυτό το αλβανικό δίκτυο των μπεκτασήδων διέθετε ερείσματα και εκτός του αλβανικού εδάφους, όπως ήταν για παράδειγμα ο τεκκές των μπεκτασήδων του Καΐρου, όπου κεντρική μορφή ήταν ο Μπαμπά Μελέκ «Σεμπερδένι» (γύρω στο 1900 ένας νεφές του, δηλαδή ποίημα με θρησκευτική έμπνευση, άρχιζε με τη φράση: «Η Αλβανία στους Αλβανούς»/Shqipëri për Shqipëtari). Από τη στιγμή που ο μπεκτασισμός υιοθέτησε ανοικτά στο δόγμα του τον εθνικισμό και δραστηριοποιήθηκε στο κίνημα της εθνικής απελευθέρωσης, ο μπεκτασισμός γνώρισε πολύ μεγάλη διάδοση. Την περίοδο ο αριθμός των μπεκτασικών τεκέδων υπερδιπλασιάστηκε (από 20 σε 50 περίπου). Αντίθετα, σημειώνουμε, η σουνίτικη θρησκευτική κοινότητα της Αλβανίας είχε πάρει θέση υπέρ της γραμμής των Νεοτούρκων και κατά της ανεξαρτησίας της Αλβανίας.

67 Την περίοδο αυτή (στις αρχές του 20ού αιώνα) τέθηκε και το ζήτημα της αλβανικής αλφαβήτου. Οι πρωτοπόροι της Rilindja είχαν διχαστεί σε δύο ρεύματα: ένα υπέρ της αραβικής και ένα άλλο υπέρ της λατινικής αλφαβήτου. Το ζήτημα αυτό λύθηκε από το συνέδριο του Μοναστηρίου (14-18 Νοεμβρίου 1908), το οποίο τοποθετήθηκε ξεκάθαρα υπέρ της υιοθέτησης των λατινικών χαρακτήρων. Τον Νοέμβριο του 1905 ανασυστήθηκε στο Μοναστήρι η Αλβανική Λίγκα (Επιτροπή για την Απελευθέρωση της Αλβανίας), που είχε πρωτοσυσταθεί το 1878 στην Πρισρένη (του Κοσόβου). Την άνοιξη του 1906 η Λίγκα συγκρότησε τις πρώτες εθνικιστικές τσέτες. Εστίες της αλβανικής εθνικής ένοπλης δράσης ήταν οι τεκκέδες των μπεκτασήδων. Η ελληνική απάντηση ήλθε με τη σύσταση της Ηπειρωτικής Εταιρείας (ή Ηπειρωτικού Κομιτάτου) των Αθηνών τον Μάιο της ίδιας χρονιάς (1906). Το 1907 η ελληνική κυβέρνηση Θεοτόκη ήλθε σε μυστική συμφωνία με τον Ισμαήλ Κεμάλ, μπέη της Αυλώνας (Vlorë ή Vlora), για διαχωρισμό των ελληνικών και αλβανικών εδαφών βάσει του ποταμού Αώου (Βιόσα) και των Ακροκεραυνίων (Llogara). Η συμφωνία όμως αυτή δεν τηρήθηκε από αλβανικής πλευράς. Η αλβανική ανεξαρτησία κηρύχθηκε από τον Ισμαήλ Κεμάλ στην Αυλώνα στις 28 Νοεμβρίου 1912 (ν.η.). Τα σύνορα της σημερινής Αλβανίας χαράχτηκαν με βάση το πρωτόκολλο της Φλωρεντίας (4/17 Δεκεμβρίου 1913).

68 Η σερβοαλβανική διαμάχη στο Κόσοβο ( ) Το Κόσοβο αποτελεί τον πυρήνα του σερβικού μεσαιωνικού κράτους και γι’ αυτό θεωρείται το λίκνο του σερβικού έθνους. Ενσωματώθηκε στο βασίλειο της δυναστείας των Νεμανιδών στα τέλη του 11ου αιώνα (1093) και έκτοτε, μέχρι τα μέσα του 15ου αιώνα, αποτέλεσε τον εδαφικό κρομό του. Το 1219 ιδρύθηκε από τον μοναχό (Άγιο) Σάββα, μικρότερο γιό του τσάρου Στέφανου Νεμάνια, στο Ιπέκιον (Peć) η αυτοκέφαλη Σερβική Ορθόδοξη Αρχιεπισκοπή. Οι Νεμανίδες ξεκίνησαν έκτοτε την οικοδόμηση (συνολικά 40) μεγαλοπρεπών ναών και μοναστηριών, με κυριότερα αυτών της Gračanica και της Dečani, που κατέστησαν το Κόσοβο πνευματική κοιτίδα της Σερβικής Εκκλησίας. Το 1346 ο αυτοαποκαλούμενος «αυτοκράτορας Σέρβων και Ρωμαίων» Στέφανος Δουσάν ανακήρυξε μονομερώς την αρχιεπισκοπή του Ιπεκίου σε Πατριαρχείο (χωρίς βέβαια αυτό να γίνει δεκτό από το Οικουμενικό Πατριαρχείο). Μετά τον θάνατο του Στεφάνου Δουσάν το 1355 και τη διάσπαση της εφήμερης αυτοκρατορίας του, το Κόσοβο πέρασε στην κυριαρχία του οίκου των Μπράνκοβιτς. Η Πρίστινα γνώρισε ιδιαίτερη άνθιση ως πρωτεύουσα του σερβικού Δεσποτάτου.

69 Στις 28 Ιουνίου 1389 έλαβε χώρα στην πεδιάδα του Κοσόβου (Kosovo Polje = «πεδιάδα των κοτσυφιών») η επική μάχη μεταξύ Σέρβων και Οθωμανών. Στη μάχη αυτή βρήκαν τον θάνατο τόσο ο Σέρβος Δεσπότης Λάζαρος Χρεμπελιάνοβιτς όσο και ο Οθωμανός Σουλτάνος Μουράτ Α´. Παρότι το στρατιωτικό αποτέλεσμα υπήρξε αμφίρροπο, το τίμημα υπήρξε βαρύτερο για τους Σέρβους. Μετά την μάχη του Κοσσυφοπεδίου το σερβικό Δεσποτάτο έχασ Η μάχη του Κοσσυφοπεδίου, πηγή έμπνευσης για «θρήνους», κατέλαβε λοιπόν κεντρική θέση στη συλλογική μνήμη και την εθνική μυθολογία των Σέρβων. Ο Δεσπότης Λάζαρος, του οποίου το πτώμα δεν ανευρέθηκε, έλαβε τις μυθικές διαστάσεις του «μαρμαρωμένου βασιλιά», του οποίου το «ξύπνημα» θα σήμανε την αναγέννηση του σερβικού έθνους. Η ημερομηνία της μάχης, ημέρα μνήμης του Αγίου Βίτου (Βίντοβνταν), απέκτησε ιερή σημασία για τους Σέρβους. Την ημέρα αυτή δολοφονήθηκε ο Αρχιδούκας Φραγκίσκος- Φερδινάνδος από Σέρβους συνωμότες στο Σεράγεβο (28 Ιουνίου 1914) και ψηφίστηκε το πρώτο Σύνταγμα της μεσοπολεμικής Γιουγκοσλαβίας, το λεγόμενο Σύνταγμα του Βίντοβνταν (28 Ιουνίου 1921). ε την ανεξαρτησία του και έγινε φόρου υποτελής στους Οθωμανούς.

70

71 Οι Σέρβοι δεν υποτάχθηκαν εύκολα στους Οθωμανούς. Το 1448 έλαβε χώρα η δεύτερη μάχη του Κοσσυφοπεδίου μεταξύ του βασιλιά της Ουγγαρίας Ιωάννη Ουνιάδη και του Σουλτάνου Μουράτ Β´, που κατέληξε με ήττα των Σταυροφόρων του Ουνιάδη. Το 1455 έπεσαν οι τελευταίες σερβικές πόλεις (το Novo Brdo και η Πριζρένη) και το Κόσοβο ενσωματώθηκε πλήρως στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Έκτοτε άρχισε ο σταδιακός εξισλαμισμός της επαρχίας με την εγκατάσταση Τούρκων εποίκων στις πόλεις. Καθοριστικότερος για την ιστορία των Σέρβων υπήρξε ο αυστροτουρκικός πόλεμος του , στη διάρκεια του οποίου τα αυστριακά στρατεύματα υπό τον Δούκα Ευγένιο της Σαβοΐας κατέλαβαν προσωρινά το Κόσοβο. Ο σερβικός πληθυσμός τάχθηκε με το πλευρό των ομόθρησκων Αυστριακών Σέρβοι κατατάχθηκαν στον αυστριακό στρατό- και, όταν τα αυστριακά στρατεύματα αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν, οι απειθείς Σέρβοι επρόκειτο να δοκιμάσουν την μήνιν των Οθωμανών. Το σερβικές οικογένειες με επικεφαλής τον Αρχιεπίσκοπο Ιπεκίου Αρσένιο Γ´ Τσρνόγιεβιτς ακολούθησαν τον αυστριακό στρατό στη φυγή του προς τον Βορρά. Οι Σέρβοι φυγάδες εγκαταστάθηκαν από τους Αυστριακούς στο «πολεμικό σύνορο» (Βόινα Κράινα) μεταξύ της Οθωμανικής και της Αυτοκρατορίας των Αψβούργων, στις επαρχίες της Κόρτνουν, Μπάνιγια και Λίκα της σημερινής Κροατίας. Οι Σέρβοι ακρίτες που εγκαταστάθηκαν στην Κράινα παρέμειναν εκεί και μετά την κατάλυση του πολεμικού συνόρου το 1878, μέχρι την εκδίωξή τους από τα στρατεύματα της ανεξάρτητης Κροατίας τον Αύγουστο του 1995.

72 Η σερβική φυγή από το Κόσοβο συνεχίστηκε αδιάκοπη στη διάρκεια του 18ου αιώνα. Το δημογραφικό κενό που άφησαν πίσω τους οι Σέρβοι πρόσφυγες καλύφθηκε από μουσουλμάνους Αλβανούς Γκέγκηδες της βορείου Αλβανίας. Η καθοδική δημογραφική πορεία του σερβικού πληθυσμού σήμανε αναπόφευκτα τον σταδιακό εξαλβανισμό της επαρχίας. Η κατάργηση της Αρχιεπισκοπής του Ιπεκίου το 1766 (με παρασκηνιακές ενέργειες του Οικουμενικού Πατριαρχείου) υποβίβασε περαιτέρω τη σερβική παρουσία στο Κόσοβο. Όταν ξέσπασε η σερβική επανάσταση στη Σουμαδιά της κυρίως Σερβίας το 1804, οι Σέρβοι του βορείου Κοσόβου τάχθηκαν στο πλευρό των εξεγερμένων αδελφών τους. Ο πασάς της Πρίστινας κατόρθωσε να καταστείλει την εξέγερση το 1809 και αντικατέστησε τους Σέρβους των επαναστατημένων περιοχών του Κοσόβου με Αλβανούς. Οι αλβανικές πολιτικές διεκδικήσεις στο Κόσοβο ξεκίνησαν το 1878, μέσα στη δίνη της κρίσης του Ανατολικού Ζητήματος, που είχε ξεκινήσει με τις αγροτικές εξεγέρσεις στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη το Πρώτες εξεγέρθηκαν οι καθολικές φυλές των Μιρδιτών της βορείου Αλβανίας υπό τον Prenk Bib Boda τον Απρίλιο του 1877, ζητώντας την αυτονομία τους. Οι Αλβανοί του Κοσόβου, κατόπιν παρασκηνιακής ενθάρρυνσης της Πύλης, αντέδρασαν στη σχεδιαζόμενη προσάρτηση «αλβανικών» εδαφών στα χριστιανικά κράτη (Ελλάδα, Σερβία, Μαυροβούνιο).

73 Στις 10 Ιουνίου 1878 συστήθηκε από 80 κοινοτικούς αντιπροσώπους (τσιφλικάδες, εμπόρους, διανοούμενους κτλ., ανάμεσα στους οποίους διακρινόταν ο μπεκτασής μπέης και βουλευτής στο νεοσυσταθέν οθωμανικό κοινοβούλιο Abdul Frashëri από το Αργυρόκαστρο), Αλβανικός Σύνδεσμος (Λίγκα) στην Πριζρένη με την επωνυμία «Κεντρική Επιτροπή για την Υπεράσπιση των Δικαιωμάτων της Αλβανικής Εθνότητας». Πέντε ημέρες αργότερα στάλθηκε στις Μεγάλες Δυνάμεις, που συνεδρίαζαν στο Βερολίνο υπόμνημα για την «ακεραιότητα των αλβανικών εδαφών». Στα εδάφη που διεκδικούσε η Λίγκα περιλαμβανόταν το Κόσοβο, η Ήπειρος (μέχρι την Πρέβεζα) και οι πόλεις της Σκόδρας και του Δούλτσινου (Ulcinj). Επιτροπές της Λίγκας συστήθηκαν μεταξύ άλλων στο Μαργαρίτι, τα Ιωάννινα και την Πρέβεζα. Η Λίγκα αναγνώριζε την κυριαρχία του Σουλτάνου στην Αλβανία ως εγγύηση κατά του διαμελισμού των αλβανικών εδαφών και το Νοέμβριο του 1878 έθεσε το αίτημα της συνένωσης όλων των αλβανικών εδαφών σε μία διοικητική ενότητα (βιλαέτι), όπου η επίσημη γλώσσα της εκπαίδευσης και της διοίκησης θα ήταν η αλβανική. Παράλληλα, οργάνωσε ένοπλα σώματα, που πολέμησαν την επιτροπή χάραξης των νέων συνόρων του Μαυροβουνίου στην περιοχή της Σκόδρας και του Δουλτσίνου.

74 Τον Μάρτιο του 1881 η Λίγκα ισχυριζόταν ότι είχε στη διάθεσή της δύναμη ανδρών. Για τη συμμόρφωση των Αλβανών επαναστατών με τις αποφάσεις του Συνεδρίου του Βερολίνου χρειάστηκε η επέμβαση του οθωμανικού στρατού και του στόλου των ευρωπαϊκών Δυνάμεων. Στις 2 Σεπτεμβρίου 1878 σε μάχη μεταξύ της οθωμανικής φρουράς και των Αλβανών κατοίκων της Gjakova του Κοσόβου έχασαν τη ζωή τους 280 άτομα και άλλα 300 τραυματίστηκαν. Το Δούλτσινο έπεσε τελικά (στα χέρια των Οθωμανών, εν συνεχεία των Μεγάλων Δυνάμεων και εν τέλει των Μαυροβουνίων) στις 22 Νοεμβρίου Στις 22 Απριλίου 1881, και αφού ικανοποιήθηκαν οι επιδιώξεις της οθωμανικής διπλωματίας, τα οθωμανικά στρατεύματα διέλυσαν με τη βία τους Αλβανούς συνέδρους της Πριζρένης και εξόρισαν τα επιφανέστερα μέλη της με τις οικογένειές τους στην Ανατολία. Προκειμένου να περισταλεί η πολιτική δύναμη των Αλβανών, το 1888 η πρωτεύουσα του βιλαετίου του Κοσόβου μεταφέρθηκε από την Πρίστινα στα Σκόπια. Παράλληλα, οι διπλωματικές και στρατιωτικές ενέργειες της Λίγκας της πρισρένης περιέστειλαν τις ελληνικές εδαφικές διεκδικήσεις στην οθωμανοκρατούμενη Ήπειρο. Με τη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως (20 Ιουνίου/2 Ιουλίου 1881) παραχωρήθηκε στην Ελλάδα η Θεσσαλία και η περιοχή (σαντζάκι) της Άρτας μέχρι τον Άραχθο ποταμό (και όχι μέχρι τον ποταμό Καλαμά, όπως αρχικά εζητείτο από ελληνικής πλευράς).

75 Η δυσφορία των Αλβανών συνεχίστηκε και εκδηλώθηκε πάλι δυναμικά στις αρχές του 20ού αιώνα. Τον Απρίλιο του 1909 οι Αλβανοί Κοσοβάροι ξεσηκώθηκαν εναντίον της φορολογικής πολιτικής των Νεοτούρκων. Νέα αλβανική εξέγερση ξέσπασε την άνοιξη του 1910 με αφορμή την υποχρεωτική στρατολόγηση και την απαγόρευση της οπλοφορίας, που ήταν παραδοσιακή συνήθεια των Αλβανών. Η εξέγερση κατεστάλη στα τέλη Ιουνίου και μέχρι το Σεπτέμβριο του 1910 οι οθωμανικές αρχές είχαν συλλέξει όπλα από τους Αλβανούς. Το ίδιο εύκολα κατεστάλη νέα αλβανική εξέγερση τον Μάρτιο του Σφοδρότερη ήταν η εξέγερση του 1912, οπότε οι Αλβανοί Κοσοβάροι υπό τη στιβαρή ηγεσία του Hasan Prishtina και του Bajram Curri έθεσαν ξανά αιτήματα για δημιουργία αυτόνομου αλβανικού βιλαετίου εντός των ορίων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Όταν οι Αλβανοί επαναστάτες κατέλαβαν τα Σκόπια στις 14 Αυγούστου χωρίς να συναντήσουν αντίσταση, η νεοτουρκική κυβέρνηση αναγκάστηκε να αποδεχθεί τα αιτήματά τους. Βρισκόμενη σε πόλεμο με τους Ιταλούς (από τον Σεπτέμβριο του 1911), η Πύλη δεν είχε περιθώρια ελιγμών. Οι εξεγέρσεις των Αλβανών του Κοσόβου κλόνισαν τα θεμέλια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και διευκόλυναν, χωρίς να το επιδιώκουν, την κατάρρευση της οθωμανικής κυριαρχίας στην Ευρώπη λίγους μήνες αργότερα.

76 Η προσάρτηση του Κοσόβου στη Σερβία αποτελούσε μόνιμη επιδίωξη του Βελιγραδίου. Σερβικό προξενείο άνοιξε στην Πρίστινα το Ο πόθος των Σέρβων μεγαλοϊδεατών εκπληρώθηκε με τους Βαλκανικούς Πολέμους. Το 1912 η Σερβία προσάρτησε το ανατολικό τμήμα του Κοσόβου με την Πρίστινα (22 Οκτωβρίου) και την Πριζρένη (3 Νοεμβρίου), ενώ το αδελφό κράτος του Μαυροβουνίου το δυτικό μισό (τα λεγόμενα Μετόχια) με το Ιπέκιο. Στις 23 Οκτωβρίου ο σερβικός στρατός τέλεσε πανηγυρικές εκδηλώσεις μνήμης στον χώρο της μάχης του Κοσσυφοπεδίου. Ο ενθουσιασμός των νικητών μετατράπηκε αυθόρμητα σε μίσος κατά των Αλβανών, ομοθρήσκων των προηγούμενων κυριάρχων, Οθωμανών. Σύμφωνα με τον Βρετανό ιστοριογράφο Noel Malcolm, περισσότεροι από Αλβανοί άμαχοι φονεύθηκαν μετά την είσοδο του σερβικού στρατού στο Κόσοβο. Παράλληλα ξεκίνησε η εφαρμογή πολιτικής εποικισμού της επαρχίας με Σέρβους ούτως, ώστε να εξισορροπηθεί η δημογραφική διαφορά με τους Αλβανούς. Η σερβική κυριαρχία επί του Κοσόβου απωλέσθηκε προσωρινά στη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, τον Δεκέμβριο του 1915, όταν ο σερβικός στρατός με επικεφαλής τον γηραιό βασιλιά Πέτρο Καραγεώργεβιτς αναγκάστηκε να υποχωρήσει και να καταφύγει στη γαλλοκρατούμενη Κέρκυρα.

77 Κατά τη Μεγάλη Πορεία μέσα από το Κόσοβο και τα βουνά της βορείου Αλβανίας, ο σερβικός στρατός δέχθηκε σποραδικές επιθέσεις από Αλβανούς ατάκτους, που εκδικούνταν τους Σέρβους για τις βαρβαρότητες που είχαν διαπράξει το Οι Σέρβοι επανέκτησαν το Κόσοβο τον Οκτώβριο του 1918 και το ενσωμάτωσαν στο τριαδικό «Βασίλειο των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων», όπως ονομάστηκε αρχικά η Γιουγκοσλαβία, την 1 Δεκεμβρίου Η σερβική κυριαρχία δεν έγινε ωστόσο αποδεκτή από όλους τους Αλβανούς. Λίγους μήνες μετά την επάνοδο των σερβικών αρχών, στις αρχές το 1919, ξεκίνησε ένοπλος αγώνας αντίστασης. Οι Αλβανοί άτακτοι, οι λεγόμενοι «κατσάκοι» (kaçaks), εφορμώντας από βάσεις τους στη βόρεια Αλβανία πολέμησαν ανηλεώς τις σερβικές δυνάμεις ασφαλείας. Τα σερβικά αντίποινα ήταν αμείλικτα. Σύμφωνα με αλβανικά στοιχεία, που δημοσιεύτηκαν στην Ιταλία, κατά το διάστημα Ιανουαρίου-Φεβρουαρίου 1919, οι σερβικές δυνάμεις κατάστρεψαν αλβανικές οικίες και φόνευσαν Αλβανούς στο Κόσοβο. Το αλβανικό αντάρτικο του Μεσοπολέμου σταμάτησε το 1925, οπότε ο Αλβανός δικτάτορας Αχμέτ Ζώγου έκλεισε τα σύνορα στους «κατσάκους» εις αντάλλαγμα για την προστασία και την υλική υποστήριξη που τού παρέσχε η Γιουγκοσλαβία στην κατάληψη της εξουσίας στα Τίρανα Γιουγκοσλάβοι στρατιώτες έλαβαν μέρος στο πραξικόπημα που ανέτρεψε τον Αλβανό πρωθυπουργό Φαν Νόλι. Οι αρχηγοί των «κατσάκων», ο Bajram Curri και ο Azam Bejta καταδιώχθηκαν και φονεύθηκαν.

78

79 Παράλληλα με την εξόντωση των «κατσάκων», οι γιουγκοσλαβικές αρχές προχώρησαν στην εφαρμογή του προγράμματος αγροτικού εποικισμού. Μέχρι το 1928 περίπου οικογένειες ( άνθρωποι), κυρίως βετεράνων του Μεγάλου Πολέμου, εγκαταστάθηκαν και έλαβαν γη στο Κόσοβο, ανεβάζοντας το ποσοστό των Σέρβων στην επαρχία από το 24% στο 38% του πληθυσμού. Οι Αλβανοί του Κοσόβου, μαζί με τους τουρκόφωνους μουσουλμάνους της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας και τους σλαβόφωνους μουσουλμάνους του (πρώην) σαντζακίου του Νόβι Παζάρ, ανέθεσαν την υπεράσπιση των δικαιωμάτων τους στο κόμμα Djemijet («Ένωση»). Κύρια αιτήματά τους ήταν η ελευθερία άσκησης της λατρείας, η διατήρηση των βακουφίων και της δικαιοδοσίας των ιεροδικείων σε αστικές υποθέσεις των μουσουλμάνων και η διδασκαλία της αλβανικής γλώσσας στα σχολεία. Τη δεκαετία του 1930 η γιουγκοσλαβική και η τουρκική κυβέρνηση διαπραγματεύονταν την μετανάστευση των αλβανόφωνων μουσουλμάνων στην Τουρκία. Το 1938 υπεγράφη σχετική συμφωνία, σύμφωνα με την οποία η Τουρκία θα δεχόταν οικογένειες στην τιμή των 500 τουρκικών λιρών εκάστη. Η έκρηξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου ακύρωσε την εφαρμογή της συμφωνίας, αλλά κατά το διάστημα Αλβανοί του Κοσόβου μετανάστευσαν εθελοντικά στην Τουρκία, αναζητώντας καλύτερη τύχη μεταξύ συγγενών τους που είχαν μεταναστεύσει ήδη εκεί πριν τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.

80 Στη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου οι σχέσεις ισχύος μεταξύ Σέρβων και Αλβανών στο Κόσοβο αντιστράφηκαν για άλλη μία φορά. Με την ιταλογερμανική συμφωνία της Βιέννης (21 Απριλίου 1941) το Κόσβο προσαρτήθηκε στην Αλβανία, προκειμένου να κατευνασθεί ο αλβανικός εθνικισμός και να προσελκυσθούν οι Αλβανοί στο στρατόπεδο του Άξονα. Το μεγαλύτερο μέρος του Κοσόβου τέθηκε υπό ιταλικό στρατιωτικό έλεγχο, ένα μικρότερο μέρος παραχωρήθηκε στους Βουλγάρους, ενώ τα ορυχεία της Trepça, που παρήγαγαν χρώμιο, μόλυβδο και ψευδάργυρο, παραχωρήθηκαν στους Γερμανούς. Το ιταλικό τμήμα του Κοσόβου προσαρτήθηκε επίσημα στην Αλβανία τον Οκτώβριο του 1941· οι κάτοικοί του απέκτησαν την αλβανική υπηκοότητα και το εκπαιδευτικό του σύστημα εξομοιώθηκε με το αλβανικό. Αμέσως μετά την γερμανοϊταλική εισβολή άρχισε η εκδίωξη των Σέρβων εποίκων από τους Αλβανούς. Τους πρώτους δύο-τρεις μήνες της Κατοχής περίπου έποικοι εγκατέλειψαν την περιοχή και σερβικές οικίες πυρπολήθηκαν από τους Αλβανούς. Μέχρι τον Οκτώβριο όλα τα χωριά των Σέρβων εποίκων είχαν εγκαταλειφθεί. Τον Σεπτέμβριο μία ομάδα Αλβανών αξιωματούχων, μεταξύ των οποίων ο Xhafer Deva, μετέπειτα Υπουργός Εσωτερικών της Αλβανίας, συνήλθαν στην Πριζρένη και αυτοαποκαλέστηκαν «Δεύτερη Λίγκα της Πριζρένης». Σύμφωνα με το καταστατικό της, σκοπός της δεύτερης Λίγκας ήταν «η υπεράσπιση των απελευθερωμένων εδαφών». Στην πράξη αυτό σήμαινε την ολοκληρωτική εκδίωξη των Σλάβων εποίκων από το Κόσοβο.

81 Οι αντισερβικές επιχειρήσεις συνεχίστηκαν το · σύμφωνα με εκτιμήσεις του Hermann Neubacher, πολιτικού εκπροσώπου του Τρίτου Ράιχ στο Βελιγράδι, μέχρι το 1944 είχαν εκδιωχθεί από το Κόσοβο Σέρβοι και Μαυροβούνιοι. Παράλληλα κινήθηκε η συνεργασία των Αλβανών Κοσοβάρων με τις δυνάμεις Κατοχής του Άξονα. Περίπου Αλβανοί Κοσοβάροι κατατάχθηκαν (ως μισθοφόροι) στην ιταλική Μεραρχία Puglia, που έδρευε στο Kukës της βορείου Αλβανίας. Μετά την ιταλική συνθηκολόγηση (8 Σεπτεμβρίου 1943) οι Γερμανοί προχώρησαν στη δημιουργία της 21ης Μεραρχίας SS «Skanderbeg». Ωστόσο, παρά τις αρχικές αισιόδοξες εκτιμήσεις για στρατολόγηση ανδρών, τελικά κατετάγησαν μόλις άνδρες και η Μεραρχία «Skanderbeg» δεν εξελίχθηκε ποτέ σε αποτελεσματική μαχητική δύναμη και δεν έδρασε εκτός των ορίων του Κοσόβου. Κύριος στόχος των Γερμανών και των Αλβανών συνεργατών τους ήταν ασφαλώς οι Σέρβοι. Σερβικές πηγές (Dušan Bataković, La Spirale de la Haine, Λωζάννη 1993) υπολογίζουν τον αριθμό των Σέρβων θυμάτων σε Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, τη θέση τους κατέλαβαν Αλβανοί έποικοι από τη βόρειο Αλβανία.

82 Προκειμένου να προσελκύσουν τους Αλβανοκοσοβάρους προς το παρτιζάνικο στρατόπεδο, οι Γιουγκοσλάβοι κομμουνιστές έκαναν μικρές πολιτικές παραχωρήσεις προς τον αλβανικό εθνικισμό. Σε μανιφέστο του κόμματος τον Δεκέμβριο του 1943 δινόταν η υπόσχεση για αυτοδιάθεση μετά τον πόλεμο. Η θέση αυτή επικυρώθηκε από την ολομέλεια των δύο τοπικών επιτροπών του ΚΚΓ στο Κόσοβο-Μετόχια, που έλαβε χώρα στην Tropoja της βορείου Αλβανίας μεταξύ 31 Δεκεμβρίου 1943 και 2 Ιανουαρίου Η απόφαση της ολομέλειας αναγνώριζε την αλβανική πλειοψηφία στο Κόσοβο και την επιθυμία του να ενωθεί με την Αλβανία και επιβεβαίωνε το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης, που θα έφθανε μέχρι την απόσχιση. Υπογράμμιζε ωστόσο ότι το δικαίωμα αυτό θα κατακτάτο μέσω του κοινού αγώνα με τους άλλους λαούς της Γιουγκοσλαβίας κατά των κατακτητών και των λακέδων τους. Οι υποσχέσεις αυτές δεν υλοποιήθηκαν και οι Γιουγκοσλάβοι παρτιζάνοι χρειάστηκε να χρησιμοποιήσουν βία, προκειμένου να καθυποτάξουν τους Αλβανούς εθνικιστές και τους πρώην συντρόφους τους Αλβανούς παρτιζάνους (συγκρούσεις σημειώθηκαν στην Drenica και τη Mitrovica, οι οποίες διήρκεσαν μέχρι τον Μάρτιο του 1945 και κατά τις οποίες πάνω από 44 αλβανικά χωριά καταστράφηκαν) και να αποκαταστήσουν την προπολεμική αλβανογιουγκοσλαβική μεθόριο. Στα μέσα Οκτωβρίου 1944 άρχισε η γερμανική υποχώρηση από το Κόσοβο και στις 19 Νοεμβρίου η Πρίστινα πέρασε στα χέρια των παρτιζάνων.

83 Το 1945 το Κόσοβο ανακηρύχθηκε σε αυτόνομη επαρχία, με την επωνυμία Κόσοβο-Μετόχια, της Λαϊκής Δημοκρατίας της Σερβίας, μίας από τις έξι ομόσπονδες δημοκρατίες της Ομόσπονδης Λαϊκής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας. Τον Ιούλιο του 1945 το Λαϊκό Συμβούλιο του Κοσόβου διακήρυξε επίσημα την προσάρτηση της περιοχής στην ομόσπονδη Σερβία. η αυτονομία διαφύλαττε τον αλβανικό εθνισμό και κατοχύρωνε πολιτικά την αλβανική πληθυσμιακή πλειοψηφία. Η αλβανική εκπαίδευση αποκαταστάθηκε· μέχρι το τέλος του 1945 υπήρχαν 279 αλβανικά σχολεία στο Κόσοβο. Το πρόγραμμα (σερβικού) εποικισμού, ασφαλώς, δεν εφαρμόστηκε ξανά. Το λαϊκό δημοκρατικό κοινοβουλευτικό πολίτευμα παρέδωσε την εξουσία στους Αλβανούς. Με το Σύνταγμα του 1953 ενισχύθηκε ο ομοσπονδιακός χαρακτήρας του πολιτεύματος και η αποκέντρωση της εξουσίας διευρύνθηκε. Το έτος αυτό η Γιουγκοσλαβία μετονομάστηκε σε Σοσιαλιστική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία, η Σερβία σε Σοσιαλιστική Δημοκρατία και η αυτονομία του Κοσόβου ενισχύθηκε. Με το (τέταρτο και τελευταίο γιουγκοσλαβικό) Σύνταγμα του 1974 η πολιτική εξουσία της Σοσιαλιστικής Αυτόνομης Επαρχίας του Κοσόβου ισχυροποιήθηκε περαιτέρω. Οι πολιτικοί ηγέτες της επαρχίας έλαβαν τον τίτλο του προέδρου και του πρωθυπουργού και το Κόσοβο (όπως και η αυτόνομη επαρχία της Βοϊβοδίνας) απέκτησε μία έδρα στο (πλέον) 9μελές Ομοσπονδιακό Προεδρείο της χώρας, κατακτώντας έτσι de facto καθεστώς ισότιμο με τις έξι ομόσπονδες σοσιαλιστικές δημοκρατίες.

84 Το 1968 η λέξη «Μετόχια» διαγράφηκε από την ονομασία της επαρχίας προς κατευνασμό των Αλβανών. Παρόλα αυτά, το Νοέμβριο του 1968 ξέσπασαν διαδηλώσεις στην Πρίστινα και σε άλλες μικρότερες πόλεις της επαρχίας. Οι Αλβανοί διαδηλωτές ζητούσαν την αναβάθμιση του Κοσόβου σε καθεστώς ομόσπονδης δημοκρατίας, την ίδρυση αλβανικού πανεπιστημίου και τον τερματισμό της «αποικιακής» πολιτικής του Βελιγραδίου στην επαρχία. Οι διαδηλώσεις κατεστάλησαν από την αστυνομία, αλλά η ομοσπονδιακή κυβέρνηση προχώρησε το 1969 σε νέες παραχωρήσεις προς τους Αλβανούς Κοσοβάρους: το δικαίωμα να αναρτούν δημόσια την αλβανική σημαία, να ταξιδεύουν ελεύθερα στην Αλβανία, και ίδρυσε το πανεπιστήμιο της Πρίστινας. Το 1978 οι εγγεγραμμένοι φοιτητές ανέρχονταν σε , καθιστώντας το πανεπιστήμιο της Πρίστινας ένα από τα μεγαλύτερα της Ευρώπης. Στις 11 Μαρτίου 1981 ξέσπασαν νέες μεγάλες διαδηλώσεις των Αλβανών στο Κόσοβο, στις οποίες πρωτοστάτησαν οι φοιτητές της Πρίστινας. Τα συνθήματα των διαδηλωτών ζητούσαν ψωμί, βελτίωση των συνθηκών των φοιτητών και ένωση με την Αλβανία. Τον Απρίλιο οι διαδηλώσεις εξαπλώθηκαν σε άλλες πόλεις της επαρχίας και χρειάστηκε η επέμβαση ειδικών δυνάμεων της αστυνομίας και τεθωρακισμένων του στρατού για την καταστολή τους, αφήνοντας δεκάδες νεκρούς. Πάνω από Αλβανοί συνελήφθησαν, από τους οποίους καταδικάστηκαν σε βαριές ποινές φυλάκισης.

85 Η δυσφορία των Σέρβων για τις παραχωρήσεις προς την αλβανική πλευρά, που αποσιωπήθηκε όσο ζούσε ο Τίτο (1892 – 4 Μαΐου 1980), εκφράστηκε δημόσια στα μέσα της δεκαετίας του Το η Ακαδημία Επιστημών του Βελιγραδίου διενήργησε έρευνα, η οποία δημοσιεύτηκε το 1992, για τα αίτια αυτής της (εσωτερικής) μετανάστευσης των Σέρβων Κοσοβάρων, στην οποία το 62% των ερωτηθέντων απάντησαν ότι αιτία ήταν η καταπίεση των Αλβανών. Από άλλα, επίσημα, στοιχεία φαίνεται ωστόσο ότι οι πραγματικοί λόγοι της μετανάστευσης ήταν μάλλον οικονομικοί –το Κόσοβο ήταν η φτωχότερη επαρχία της Γιουγκοσλαβίας με ανέργους σε συνολικό πληθυσμό 1,5 εκατομμυρίου. Μεταξύ 1971 και 1981, περίπου Αλβανοί είχαν, σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, εγκαταλείψει για τους ίδιους λόγους την επαρχία. Η άνοδος του Μιλόσεβιτς στην εξουσία ανέτρεψε άρδην την κατάσταση. Από το 1984 ο Μιλόσεβιτς καλούσε τους Σέρβους κομμουνιστές να αποβάλουν το «κόμπλεξ της ενότητας» με τους άλλους λαούς της Γιουγκοσλαβίας. Σε δημόσια ομιλία του στο Κόσοβο Πόλιε (Κοσσυφοπέδιο) στις 24 Απριλίου 1987 ο Μιλόσεβιτς, τότε πρόεδρος του Σερβικού Κομμουνιστικού Κόμματος, υπερασπίστηκε τα «ιερά δικαιώματα» των Σέρβων στην επαρχία και, ακούγοντας ότι μία ομάδα Σέρβων και Μαυροβούνιων ακροατών απωθήθηκε με γλοπ από την τοπική αστυνομία (που επανδρωνόταν από Αλβανούς), υποσχέθηκε να τούς υπερασπίσει.

86 Έκτοτε το Κόσοβο κατέλαβε κεντρική θέση στην πολιτική ρητορεία του Σέρβου ηγέτη, ο οποίος στις 24 Δεκεμβρίου 1987 κατέλαβε το αξίωμα του προέδρου της Ομόσπονδης Δημοκρατίας της Σερβίας. Στις 28 Μαρτίου 1989 η αυτονομία του Κοσόβου (και της Βοϊβοδίνας) καταργήθηκε. Κατά τον εορτασμό των 600 χρόνων από τη μάχη του Κοσσυφοπεδίου (28 Ιουνίου 1989) ο Μιλόσεβιτς αποθεώθηκε από συγκεντρωμένο πλήθος δύο εκατομμυρίων Σέρβων, που είχαν συρρεύσει από όλην τη Γιουγκοσλαβία. Στον λόγο του τόνισε με νόημα ότι «έξι αιώνες αργότερα συνεχίζουμε να δίνουμε μάχες. Δεν είναι ένοπλες μάχες· ωστόσο, κάτι τέτοιο δεν μπορεί να αποκλειστεί». Οι «ασκοί του Αιόλου» είχαν πλέον ανοίξει. Η κατάργηση της αυτονομίας του Κοσόβου συνοδεύτηκε το 1990 από την απόλυση χιλιάδων Αλβανών δημοσίων υπαλλήλων, τη φίμωση του αλβανικού Τύπου, την απόλυση περισσοτέρων από Αλβανών δασκάλων και το κλείσιμο της Ακαδημίας Τεχνών και Επιστημών της επαρχίας. Οι Αλβανοί βουλευτές του διαλυθέντος κοινοβουλίου αντέδρασαν κηρύσσοντας την ανεξαρτησία του Κοσόβου (2 Ιουλίου 1990). Το Σεπτέμβριο του 1991 έλαβε χώρα παράνομο δημοψήφισμα, στο οποίο, σύμφωνα με αλβανικές πηγές, έλαβε μέρος το 87% των ψηφοφόρων της επαρχίας και το 99% ψήφισε υπέρ της αυτοδιάθεσης και της ανεξαρτησίας. Στις 24 Μαΐου 1992 διενεργήθηκαν παράνομες εκλογές για την ανάδειξη νέας βουλής και κυβέρνησης του Κοσόβου.

87 Η αντίσταση των Αλβανών στην καταπίεση του καθεστώτος Μιλόσεβιτς οργανώθηκε από την «Δημοκρατική Ένωση του Κοσόβου», ένα πολιτικό κίνημα που ιδρύθηκε τον Δεκέμβριο του 1989 από το διδακτικό προσωπικό του Πανεπιστημίου της Πρίστινας και βασιζόταν πολιτικά στους (άνεργους) αποφοίτους του πανεπιστημίου. Αδιαφιλονίκητος ηγέτης της «Δημοκρατικής Ένωσης» αναδείχθηκε ο Ιμπραήμ Ρουγκόβα, πρόεδρος της «Ένωσης Συγγραφέων του Κοσόβου», ο οποίος τάχθηκε υπέρ της παθητικής αντίστασης και της αμφισβήτησης της σερβικής κυριαρχίας με τη συγκρότηση παράλληλων κρατικών δομών (διοίκησης, δικαιοσύνης, εκπαίδευσης, υγείας κλπ.) με χρήματα της αλβανικής Διασποράς· η αντίθεσή του στην ένοπλη βία τού προσέδωσε δικαίως το προσωνύμιο του «Μαντέλα των Βαλκανίων». Το 1994 οι εκπρόσωποι των Αλβανών κατήγγειλαν παράνομες συλλήψεις από την αστυνομία. Κύριο «όπλο» στα χέρια των Αλβανών Κοσοβάρων ήταν η συντριπτική αριθμητική τους υπεροχή: το 1990 αποτελούσαν πλέον το 90% του πληθυσμού (δύο εκατομμύρια σε συνολικό πληθυσμό ). Σύμφωνα με αλβανικές πηγές, μεταξύ 1948 και 1991 ο σερβικός πληθυσμός του Κοσόβου αυξήθηκε κατά 12%, ενώ ο αλβανικός κατά 300%.

88 Μετά τη συμφωνία του Dayton (1995), η νέα γενιά των Αλβανών άρχισε να χάνει την υπομονή της και να αμφισβητεί την πασιφιστική πολιτική του Ρουγκόβα, που δεν είχε φέρει έως τότε αποτελέσματα. Η ευκαιρία για έναρξη ένοπλου αγώνα δόθηκε την άνοιξη του 1997, οπότε στη διάρκεια της εξέγερσης κατά του προέδρου Σαλί Μπερίσα στην Αλβανία λεηλατήθηκαν οι αποθήκες του αλβανικού στρατού και έως πέντε εκατομμύρια αυτόματα τυφέκια τύπου Καλάσνικωφ περιήλθαν στα χέρια των Αλβανών πολιτών. Το καλοκαίρι του 1997 ο «Απελευθερωτικός Στρατός του Κοσόβου» (UCΚ) έκανε για πρώτη φορά την εμφάνισή του, αναλαμβάνοντας μέσω του εκπροσώπου του στην Ελβετία την ευθύνη για μια σειρά επιθέσεων εναντίον Σέρβων αστυνομικών στην Κόσοβσκα Μίτροβιτσα. Τον Φεβρουάριο του 1998 ξέσπασαν εκτεταμένες συγκρούσεις μεταξύ ανταρτών του UCΚ και των σερβικών δυνάμεων ασφαλείας και τον Ιούνιο ο UCΚ ήλεγχε το 40% της σερβικής επαρχίας. Στα μέσα Σεπτεμβρίου οι σερβικές δυνάμεις είχαν επανακτήσει τον έλεγχο της επαρχίας, με κόστος όμως 700 νεκρούς και πρόσφυγες και άστεγους και δώδεκα χωριά κατεστραμμένα. Στις 13 Οκτωβρίου κατόπιν μεσολάβησης του Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ ο Μιλόσεβιτς και ο Ρουγκόβα συμφώνησαν σε εκεχειρία και την ανάπτυξη διεθνών παρατηρητών στην εμπόλεμη επαρχία. Η συμφωνία προέβλεπε επίσης την επαναφορά του αυτόνομου καθεστώτος και τη διενέργεια ελεύθερων εκλογών για την ανάδειξη των διοικητικών οργάνων της επαρχίας.

89 Ο UCK όμως αποκήρυξε τη συμφωνία ως «ανεπαρκή» και οι επιθέσεις των Αλβανών ανταρτών (και τα σερβικά αντίποινα) συνεχίστηκαν. Στις αρχές Ιανουαρίου 1999 οι σερβικές δυνάμεις ανανέωσαν τις επιθέσεις τους εναντίον του UCK. Τον μήνα αυτό ανακαλύφθηκαν στο χωριό Racak 40 πτώματα Αλβανών (πιθανόν) αμάχων, γεγονός στο οποίο έδωσαν μεγάλη δημοσιότητα τα διεθνή ΜΜΕ. Μέχρι τον Μάρτιο άλλοι Αλβανοί είχαν εγκαταλείψει τις εστίες τους και πάνω από είχαν σκοτωθεί στις συγκρούσεις. Η Σερβία αγνόησε τις προειδοποιήσεις της Δύσης, προκαλώντας έτσι την επέμβαση του ΝΑΤΟ. Στις 24 Μαρτίου 1999 τετρακόσια νατοϊκά αεροσκάφη άρχισαν να βομβαρδίζουν νυχθημερόν στρατηγικούς στόχους στη Σερβία. Στα μέσα Απριλίου η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες εξέφρασε την εκτίμηση ότι ο αριθμός των Αλβανών προσφύγων από τον Μάρτιο του 1998 είχε ανέλθει σε , από τους οποίους οι περισσότεροι είχαν καταφύγει στην Αλβανία. Οι αεροπορικές επιδρομές έληξαν στις 10 Ιουνίου, οπότε υιοθετήθηκε το ψήφισμα 1244 του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ.

90 Το ψήφισμα αναγνώριζε την κυριαρχία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας στο Κόσοβο, δεν προέβλεπε δημοψήφισμα για ανεξαρτησία και εγγυάτο την εδαφική ακεραιότητα της χώρας, αλλά έθεσε το Κόσοβο υπό την προσωρινή πολιτική διοίκηση του ΟΗΕ και εξουσιοδοτούσε το ΝΑΤΟ να αναλάβει την αποστολή ειρηνευτικής δύναμης. Σύμφωνα με το ψήφισμα, το Κόσοβο θα απολάμβανε διευρυμένης αυτονομίας και αυτοκυβέρνησης μέχρι τον καθορισμό του τελικού καθεστώτος. Οι σερβικές δυνάμεις ασφαλείας θα αποχωρούσαν από την περιοχή και ο UCK θα αφοπλιζόταν. Οι εγγυήσεις του ψηφίσματος 1244 δεν μπόρεσαν να καθησυχάσουν τις ανησυχίες των Σέρβων. Η πλειοψηφία του σερβικού πληθυσμού της επαρχίας ακολούθησε τον σερβικό στρατό κατά την αποχώρησή του. Η ήττα στο Κόσοβο έφερε μοιραία την πτώση του Μιλόσεβιτς στις 5 Οκτωβρίου Οι απόψεις των Σέρβων και των Αλβανών για το τελικό καθεστώς της σερβικής επαρχίας παρέμειναν διαμετρικά αντίθετες. Η σερβική κυβέρνηση ήταν διατεθειμένη να παραχωρήσει διευρυμένη αυτονομία, υιοθετώντας την φόρμουλα «κάτι περισσότερο από αυτονομία και κάτι λιγότερο από ανεξαρτησία», ενώ η αλβανική πλευρά, που εκπροσωπείτο από την προσωρινή κυβέρνηση του Κοσόβου, δεν υποχωρούσε από το αίτημά της για ανεξαρτησία.

91 Το κοινοβούλιο του Κοσόβου ανακήρυξε τελικά μονομερώς την ανεξαρτησία της επαρχίας (Republika e Kosovës) στις 17 Φεβρουαρίου Μέσα στις επόμενες ημέρες δεκάδες χώρες, με προεξάρχουσες τις ΗΠΑ, τη Μεγάλη Βρετανία, τη Γερμανία, τη Γαλλία, την Ιταλία, την Αυστρία, την Τουρκία και την Αυστραλία, αναγνώρισαν την ανεξαρτησία του Κοσόβου. Η Σερβία αρνήθηκε, ασφαλώς, να αναγνωρίσει το Κόσοβο ανεξάρτητο και κατέφυγε στο Συμβούλιο Ασφαλείας. Τα πέντε μόνιμα μέλη του Συμβουλίου διχάστηκαν, καθώς η Ρωσία και η Κίνα κατήγγειλαν τη μονομερή ανεξαρτησία ως παράνομη. Στη νεωτερική ιστορική του διάσταση, το Κόσοβο επιβεβαιώνει τη διαπίστωση ότι η αυτονομία μίας επαρχίας όπου πλειοψηφεί μία εθνικά συνειδητοποιημένη κοινότητα, σε συνδυασμό με την παραχώρηση δημοκρατικών κοινοβουλευτικών θεσμών, αποτελεί ένα στάδιο πριν την απόσχιση ή/και την ένωση με τη «μητέρα-πατρίδα», όπως τεκμηριώνουν τα παραδείγματα της Ανατολικής Ρωμυλίας ( ), της Ηγεμονίας της Σάμου ( ) και της αυτονόμου Κρητικής Πολιτείας ( ). Η εναλλαγή των θέσεων «κυριάρχου» και «υποτελούς» μεταξύ Σέρβων και Αλβανών στην πορεία του χρόνου, σήμανε πρακτικά την αντιστροφή των ρόλων καταπίεσης και αντεκδίκησης, με συνέπεια να δημιουργηθούν αμοιβαίως αρνητικά στερεότυπα του ενός για τον «Άλλον» και να κατασταθεί προβληματική η ανάπτυξη συναινετικών σχέσεων και η ομαλή συμβίωση των δύο εθνικών ομάδων. Ο κύκλος της βίας στα Βαλκάνια δεν έχει κλείσει ακόμη

92 Η εθνική αφύπνιση των Ρουμάνων της Τρανσυλβανίας Το αυτόνομο πολιτικό status της Τρανσυλβανίας καθοριζόταν από το Diploma Leopoldinum του 1691, το οποίο αποτελούσε τη βάση του δημοσίου δικαίου της επαρχίας (μέχρι την επανάσταση του 1848) και κατοχύρωνε τα δικαιώματα και τα προνόμια των τριών αναγνωρισμένων «εθνών» (Unio Trium Nationum): των Μαγυάρων (Ούγγρων), των Szekler (Σίκουλων) και των Σάξονες (Siebenburgen Sachsen, γερμανόφωνων Προτεσταντών οι οποίοι είχαν μετοικήσει και εγκατασταθεί στην περιοχή τον 12ο αιώνα). Αναγνωρισμένες Εκκλησίες ήταν η Ρωμαιοκαθολική, η Καλβινική και η Λουθηρανική. Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν είχε δικό της επίσκοπο και οι ορθόδοξοι της επαρχίας (Ρουμάνοι στην ολότητά τους) υπάγονταν στον Σερβο- ορθόδοξο Αρχιεπίσκοπο Σιρμίου (Sremski Karlovski). Οι Ρουμάνοι, παρότι αποτελούσαν το 59% του πληθυσμού ( Ρουμάνοι σε σύνολο του πληθυσμού το 1850 και το 1919 το 63% του πληθυσμού), αλλά δεν αποτελούσαν αναγνωρισμένο (μεσαιωνικό) «έθνος» (nation). δεν ήταν στην ολότητά τους καλλιεργητές και δεν διέθεταν σε αντίθεση με τους υπολοίπους μία ιθύνουσα (ηγέτιδα) τάξη (δηλ. έγγεια αριστοκρατία), για να τους αντιπροσωπεύσει. Η ρουμανική γαιοκτητική αριστοκρατίας της Τρανσυλβανίας είχε εξαφανιστεί και τα απομεινάρια της είχαν αφομοιωθεί από τους Μαγυάρους πριν τον 15ο αιώνα.

93

94 Το 1698 (και επίσημα το 1700 κατόπιν μιας συνόδου επισκόπων) ο Ρουμάνος ορθόδοξος επίσκοπος Αθανάσιος (Atanasie Anghel) αποδέχθηκε την Ένωση, και το 1699 και 1701 ο αυτοκράτορας Λεοπόλδος Α´ ( ), με δύο διατάγματα, παραχώρησε σε όλους τους ορθόδοξους ιερείς που αποδέχονταν την Ένωση τα ίδια δικαιώματα και προνόμια με αυτά που απολάμβανε ο ρωμαιοκαθολικός κλήρος (όπως την απαλλαγή από αγγαρείες και την καταβολή της δεκάτης στους γαιοκτήμονες). Ο μόνος θεσμικός ρόλος των Ρουμάνων υπήρχε μέσω της Ουνίας, η οποία λόγω της διασύνδεσής της με τη Ρώμη ήταν ανεκτή. Το 1698 (και επίσημα το 1700 κατόπιν μιας συνόδου επισκόπων) ο Ρουμάνος ορθόδοξος επίσκοπος Αθανάσιος (Atanasie Anghel) αποδέχθηκε την Ένωση, και το 1699 και 1701 ο αυτοκράτορας Λεοπόλδος Α´ ( ), με δύο διατάγματα, παραχώρησε σε όλους τους ορθόδοξους ιερείς που αποδέχονταν την Ένωση τα ίδια δικαιώματα και προνόμια με αυτά που απολάμβανε ο ρωμαιοκαθολικός κλήρος (όπως την απαλλαγή από αγγαρείες και την καταβολή της δεκάτης στους γαιοκτήμονες). Η Ένωση του 1701 άνοιξε τις πύλες της Δύσης για τους Ρουμάνους σπουδαστές, και ο ουνίτικος κλήρος αποτέλεσε τον διαμεσολαβητή και μεταλαμπαδευτή των δυτικών προοδευτικών ιδεών στις ρουμανικές χώρες, μέσω των Ιησουΐτών μοναχών.

95 Η εθνική αφύπνιση των Ρουμάνων (ενός λαού κατά 90% αγροτικού) ξεκίνησε από τους κόλπους του ουνίτικου Κλήρου, που είχε κληρονομήσει από τη Ρώμη την ιδέα της ρωμαϊκής καταγωγής, προκειμένου να τεκμηριώσει ότι οι Ρουμάνοι ήταν αρχαιότεροι των Ούγγρων (24% του πληθυσμού) και των Γερμανών (12%) (και όχι επήλυδες, όπως οι τελευταίοι ισχυρίζονταν) και συνεπώς είχαν ίσα δικαιώματα στην περιοχή. Πρώτος ο ουνίτης ιερωμένος Gerontie Cotorea δημοσίευσε τη μελέτη του Despre schismaticia grecilor (Περί του Σχίματος των Ελλήνων) το 1746, όπου ο συγγραφέας υποστήριξε απροσχημάτιστα ότι οι Ρουμάνοι κατάγονται από τους Ρωμαίους κατακτητές της Δακίας (της εποχής του Τραϊανού, τον 2ο μ.Χ. αιώνα). Η επιστροφή των Ρουμάνων στην Μητέρα Εκκλησία της Ρώμης θα αφύπνιζε, κατά τον Cotorea, τη λατινικότητα των Ρουμάνων. Η Ουνία, κατά τον Cotorea, θα εξυπηρετούσε και έναν άλλο σκοπό: τη διάκριση των «Ρομανο-Βαλάχων» (δηλ. των Ρουμάνων) από τους ορθοδόξους Σέρβους. Τη θεωρία του Cotorea συμπλήρωσε, επεξέτεινε και συστηματοποίησε ο Samuil Micu ( ), ένας άλλος ουνίτης ιερέας, στην τετράτομη Ιστορία των Υποθέσεων και Συμβάντων των Ρουμάνων, που ολοκλήρωσε προς το τέλος της ζωής του.

96 Ο Micu προχώρησε ένα βήμα παραπέρα από τον Cotorea, υποστηρίζοντας τη φυλετική καθαρότητα των Ρουμάνων, με το επιχείρημα ότι οι Δάκες εξολοθρεύθηκαν εξολοκλήρου από τους Ρωμαίους. Σύμφωνα με αυτό το σκεπτικό, οι Ρωμαίοι έποικοι παρέμειναν στις ρουμανικές χώρες (και στην Τρανσυλβανία) μετά την απόσυρση των ρωμαϊκών λεγεώνων επί αυτοκράτορος Αυρηλιανού το 271 μ.Χ.. Η δακο-ρουμανική θεωρία του Micu εδραιώθηκε και διαδόθηκε από κατοπινούς ιστοριογράφους, όπως τον ουνίτη σχολάρχη Gheorghe Şincai, ο οποίος δημοσίευσε τα τρίτομα Χρονικά των Ρουμάνων (Cronica Românilor, ), και τον επίσης ουνίτη πρωτοπαπά Petru Maior, ο οποίος συνέγραψε την Ιστορία της καταγωγής των Ρουμάνων στη Δακία (1812). Τις δεκαετίες του 1830 και του 1840 εμφανίζεται και ανδρώθηκε μια νέα ελίτ του ρουμανικού εθνικού κινήματος, η οποία έμεινε γνωστή στην ιστορία ως η γενιά του Η διαφορά της από την προηγούμενη γενιά ήταν ότι τα μέλη της ήταν ως επί το πλείστον λαϊκοί και προέρχονταν από τα ανερχόμενα μεσαία αστικά στρώματα (ελεύθεροι επαγγελματίες, δηλαδή δικηγόροι, ιατροί, αρχιτέκτονες, δημοσιογράφοι, αλλά και δάσκαλοι και μεσαίοι έμποροι).

97 Κορυφαίοι εκπρόσωποι αυτής της γενιάς αναδείχθηκαν ο George Bariţiu ( ), εκδότης, δημοσιογράφος και δημοσιολόγος, και ο Simion B ă rnuţiu ( ), καθηγητής φιλοσοφίας στην ουνίτικη ιερατική σχολή του Blasendorf/Blaj και κύριος θεωρητικός του ρουμανικού εθνικισμού. Και οι δύο αυτοί ήταν Ουνίτες. Άλλοι ηγέτες ήταν ο Avram Iancu ( ), νεαρός δικηγόρος και ήρωας της επανάστασης του Ο μόνος κληρικός ήταν ο Andrei Şaguna ( ), νεαρός μητροπολίτης της νεοσύστατης Ορθόδοξης Εκκλησίας. Βασικός αντίπαλος των Ρουμάνων της Τρανσυλβανίας ήταν οι Ούγγροι: το 1842 η τρανσυλβανική δίετα ψήφισε έναν νόμο περί της γλώσσας, ο οποίος καθιέρωνε ως υποχρεωτική τη χρήση της μαγυαρικής τόσο στην κυβέρνηση όσο και στη δικαιοσύνη, σε όλα τα επίπεδα, ακόμη και στην ουνίτικη και την ορθόδοξη ρουμανική Εκκλησία και τα κοινοτικά σχολεία της. Ο νόμος όμως αυτός ξεσήκωσε αντιδράσεις και ποτέ δεν εφαρμόστηκε. Τα εθνικά (μαζί με φιλελεύθερα) αιτήματα των Κροατών και των Ρουμάνων τέθηκαν δυναμικά το , κατά τις επαναστάσεις που συγκλόνισαν τότε απ’ άκρην σ’ άκρη την ευρωπαϊκή ήπειρο.

98 Η ρουμανική εξέγερση στην Τρανσυλβανία στρεφόταν κατά της κυβέρνησης της Βούδας (κυβέρνησης Battyány) και κυρίως κατά του Υπουργού των Οικονομικών Lajos Kossuth, ο οποίος ήθελε να ενσωματώσει πλήρως την Τρανσυλβανία, την Κροατία και άλλες περιοχές στο στέμμα του Αγίου Στεφάνου και να ανασυστήσουν το μεσαιωνικό ουγγρικό βασίλειο σε εθνική κρατική βάση. Οι Ρουμάνοι, με πρώτον τον B ă rnuţiu, φοβήθηκαν την αναβίωση του νομοσχεδίου του Αίτημα των Ρουμάνων εθνικιστών (σε αντιπαράθεση με τους Μαγυάρους της Klausenburg/Cluj, που ζητούσαν Ένωση με την Ουγγαρία) ήταν η αναγνώριση των Ρουμάνων ως ισότιμου «έθνους» και της ρουμανικής ως επίσημης γλώσσας (στην διοίκηση, στην απονομή της δικαιοσύνης και την δημόσια εκπαίδευση) της Τρανσυλβανίας, η κατάργηση του φεουδαλισμού (η γαιοκτητική αριστοκρατία ήταν ουγγρική, ενώ η αγροτική τάξη ήταν στην πλειοψηφία της ρουμανική και επομένως τα ταξικά αιτήματα είχαν εθνική απόχρωση), της δεκάτης και των συντεχνιών, ελευθερία λόγου και του Τύπου. Το 1849 (και μετά από σφοδρές μάχες μεταξύ των ουγγρικών και των ρουμανικών επαναστατικών δυνάμεων στην Τρανσυλβανία μεταξύ Ιανουαρίου-Ιουνίου 1849) ο αυτοκράτορας Φραγκίσκος-Ιωσήφ αναγνώρισε εκ νέου την Τρανσυλβανία ως αυτόνομη περιοχή με διοικητή διορισμένο από τη Βιέννη (με έδρα την πόλη Hermannstadt/Sibiu) με δική του δίετα (κοινοβούλιο) και το κατήργησε τη δουλοπαροικία.

99 Το 1853 αναγνωρίστηκε η πρώτη ρουμανική ουνίτικη αρχιεπισκοπή του Blaj (Alba Iulia). Το 1861 ιδρύθηκε ο Σύνδεσμος για τη Ρουμανική Φιλολογία και τον Πολιτισμό του Ρουμανικού Λαού (ASTRA) και το Εθνικό Κόμμα των Ρουμάνων με πρόεδρο τον δικηγόρο Ion Raţiu ( ). Η πολιτειακή (και γλωσσική) ισοτιμία των Ρουμάνων με τα άλλα τρία «έθνη» επιτεύχθηκε τελικά τον Οκτώβριο του 1863, οπότε οι Ρουμάνοι κέρδισαν οριακά την πλειοψηφία στην τοπική δίετα. Το 1864 η ορθόδοξη μητρόπολη του Sibiu/Hermannstadt αναγνωρίστηκε από τον αυτοκράτορα ως αυτοκέφαλη αρχιεπισκοπή, ανεξάρτητη από τον Σέρβο αρχιεπίσκοπο του Κάρλοβιτς (μέχρι τότε η μόνη επιτυχία των ορθοδόξων της Τρανσυλβανίας ήταν η παραχώρηση της ελευθερίας άσκησης της λατρείας από την τρανσυλβανική δίετα το 1791). Πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι το 1859 οι γειτονικές ηγεμονίες της Βλαχίας και της Μολδαβίας είχα ενωθεί υπό τον πρίγκιπα Ίον Κούζα. Οι διατάξεις όμως αυτές έμειναν στα χαρτιά, καθώς τον Νοέμβριο του 1865 η δίετα της Τρανσυλβανίας κήρυξε την ένωση της Τρανσυλβανίας με την Ουγγαρία. Η απόφαση αυτή έγινε δεκτή από τον αυτοκράτορα Φραγκίσκο- Ιωσήφ και η δίετα της Τρανσυλβανίας διαλύθηκε οριστικά τον Ιανουάριο του 1866.

100 Το 1866 η Τρανσυλβανία έπαυσε πλέον να αποτελεί αυτόνομο πριγκιπάτο και έκλεισε έτσι ένα κεφάλαιο της πολιτικής ιστορίας της, που είχε ανοίξει με το Diploma Leopoldianum το Οι εθνικοί αγώνες των Ρουμάνων της Τρανσυλβανίας δεν σταμάτησαν εκεί, διότι το 1867 (κατόπιν του Ausgleich) η Τρανσυλβανία ενσωματώθηκε πλήρως στο βασίλειο της Ουγγαρίας και τα 3 εκατομμύρια Ρουμάνοι της Τρανσυλβανίας και της Βουκοβίνας αντιμετώπισαν έκτοτε (και μέχρι τη διάλυση της αυτοκρατορίας) τα αφομοιωτικά μέτρα των Ούγγρων (μέσω της δημόσιας εκπαίδευσης, όπου τα ουγγρικά ήταν υποχρεωτικά, ενώ στο πανεπιστήμιο τoυ Kolozvar/Klausenburg/Cluj η διδασκαλία γινόταν αποκλειστικά στα ουγγρικά, και του εκλογικού νόμου). Το Ausgleich του 1867 είχε δραματικές συνέπειες για το ρουμανικό εθνικό κίνημα, διότι οι Ρουμάνοι αντιμετωπίζονταν πλέον από την Βούδα ως Μαγυάροι πολίτες και όχι ως χωριστή εθνότητα. Το 1881 επανιδρύθηκε στο Sibiu το Ρουμανικό Εθνικό Κόμμα (συμπεριλαμβάνοντας τους Ρουμάνους της Βουκοβίνας και της κυρίως Ουγγαρίας), και κύριο αίτημα την (εκ νέου) αυτονόμηση της Τρανσυλβανίας και δημοσιογραφικό όργανό της την εφημερίδα Tribuna. Το 1892 τα μέλη του έστειλαν ένα υπόμνημα στον αυτοκράτορα Φραγκίσκο-Ιωσήφ, ζητώντας ισότητα και ισοπολιτεία με τους Μαγυάρους, με συνέπεια 1894 το κόμμα τέθηκε εκτός νόμου από το Υπουργείο Εσωτερικών της Ουγγαρίας και 15 μέλη του καταδικάστηκαν σε 32 έτη φυλάκιση.

101 Οι πολιτικοί αγώνες των πέραν των Καρπαθίων Ρουμάνων συνεχίστηκαν σε συνεργασία με τους Σλοβάκους και τους Σέρβους της αυτοκρατορίας και (από το 1905) το ουγγρικό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα μέχρι τη διάλυση της αυτοκρατορίας των Αψβούργων. Τον Ιανουάριο του 1919 τα ρουμανικά στρατεύματα κατέλαβαν τη Ρουμανία. Η «ένωση» των Ρουμάνων της Τρασνυλβανίας με τη «μητέρα» Ρουμανία επικυρώθηκε τελικά «εκ των άνω», με απόφαση των νικητριών Δυνάμεων της Αντάντ (κυρίως της Γαλλίας) την επαύριον του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου με τις Συνθήκες του Αγίου Γερμανού και του Τριανόν,

102 Η σλαβομακεδονική εθνογένεση Σπέρματα «μακεδονικής» εθνικής συνείδησης συναντούμε για πρώτη φορά στις αρχές του 20ού αιώνα. Ωστόσο, η διαδικασία δημιουργίας ενός «μακεδονικού» έθνους, ξέχωρου του βουλγαρικού («μακεδονικός σεπαρατισμός» κατά τους Βουλγάρους ιστορικούς), ξεκίνησε στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα. Η γένεση του μακεδονισμού υποβοηθήθηκε από τη σερβική εξωτερική πολιτική, καθώς εξυπηρετούσε τα συμφέροντά της. Έξοχος υπέρμαχος της δημιουργίας «μακεδονικού» έθνους υπήρξε ο Στόγιαν Νοβάκοβιτς, ο επικεφαλής της σερβικής διπλωματικής αντιπροσωπείας στην Κωνσταντινούπολη το διάστημα Ο Νοβάκοβιτς συνεργαζόταν στενά με σλαβόφωνους Μακεδόνες που είχαν σπουδάσει στο Βελιγράδι, με κυριότερους τον Ν. Έβρο και τον Κ. Γκρούπτσε. Οι Έβρο και Γκρούπτσε ήταν δυσαρεστημένοι από τη Βουλγαρική Εξαρχία (ίδρ. 1870) και την πολιτική του βουλγαρικού κράτους στη Μακεδονία, και υποστήριζαν την ανασύσταση της Αρχιεπισκοπής της Αχρίδας και την εισαγωγή της «σλαβικής μακεδονικής» διαλέκτου στα ορθόδοξα χριστιανικά σχολεία της οθωμανικής Μακεδονίας.

103 Οι Έβρο και Γκρούπτσε συμμετείχαν στην ίδρυση του «Αγίου Σάββα», στο Βελιγράδι το 1886, ο οποίος είχε ως σκοπό να διαδώσει το σερβικό εθνικισμό στους σλαβόφωνους ορθοδόξους. Ο Νοβάκοβιτς προσπάθησε να κλονίσει την έως τότε γενικά αποδεκτή από τους σλαβολόγους άποψη, ότι οι σλαβικές διάλεκτοι της Μακεδονίας ήταν βουλγαρικές και ότι οι Σλάβοι της Μακεδονίας αποτελούσαν τμήμα της βουλγαρικής εθνότητας. Το 1887 οι Έβρο και Γκρούπτσε υπέβαλαν στις οθωμανικές αρχές της Κωνσταντινούπολης αίτηση για άδεια έκδοσης εφημερίδας στη «μακεδονική» γλώσσα με τον τίτλο «Makedonski Glas». Οι οθωμανικές αρχές τελικά δεν ενέκριναν την έκδοση της «μακεδονικής» εφημερίδας, αλλά ενέκριναν την έκδοση τριών βιβλίων (ενός αλφαβηταρίου, ενός αναγνωστικού και ενός ημερολογίου) για τα σερβικά σχολεία της Μακεδονίας. Τα βιβλία τυπώθηκαν το και τα 2/3 του λεξιλογίου τους προέρχονταν από τη «μακεδονική» διάλεκτο και το 1/3 από τη σερβική γλώσσα. Τις απόψεις του Νοβάκοβιτς ανέπτυξε περισσότερο ο Σέρβος γεωγράφος Jovan Cvijić (Remarks on the Ethnography of the Macedonian Slavs, London 1906), ο οποίος επιχείρησε να αποδείξει ότι οι Μακεδόνες Σλάβοι είναι μία «άμορφη μάζα» χωρίς καθορισμένη εθνική συνείδηση και επομένως μπορούν να γίνουν και Σέρβοι και Βούλγαροι.

104 Την αυγή του 20ού αιώνα ο μακεδονισμός έλαβε αυτόνομη μορφή. Το 1902 ιδρύθηκε στην Αγία Πετρούπολη ο «Σλαβομακεδονικός Επιστημονικός - Λογοτεχνικός Σύλλογος» με μέλη 20 φοιτητές του εκεί πανεπιστημίου. Κεντρική μορφή του συλλόγου ήταν ο Krste Miširkov ( ) από τους Αγίους Αποστόλους (Postol) των Γενιτσών (Γιαννιτσών). Ο Κρστε Μισίρκωφ φοίτησε αρχικά στο ελληνικό σχολείο των Γιαννιτσών και στη συνέχεια στο Γυμνάσιο του Αγίου Σάββα και στην Παιδαγωγική Ακαδημία του Βελιγραδίου, απ’ όπου αποφοίτησε το Κατόπιν, με υποτροφία του βουλγαρικού κράτους συνέχισε τις σπουδές του στη Σόφια και εν συνεχεία στην Πολτάβα της Ουκρανίας και στην Αγία Πετρούπολη (στη Σχολή Ιστορίας και Φιλολογίας). Το Νοέμβριο του 1902 ο Σλαβομακεδονικός Σύλλογος της Πετρούπολης επέβαλε στη ρωσική κυβέρνηση υπόμνημα με τα εξής αιτήματα: α´) την αναγνώριση από την Υψηλή Πύλη των Μακεδόνων Σλάβων ως ιδιαίτερου λαού και την καθιέρωση της «μακεδονικής» ως επίσημης γλώσσας στα τρία βιλαέτια της οθωμανικής Μακεδονίας, β´) την παραχώρηση Οργανικού Νόμου στη Μακεδονία με τοπική αιρετή βουλή, γ´) ευρωπαϊκές εγγυήσεις για την εφαρμογή μεταρρυθμίσεων στη Μακεδονία.

105 Τον Δεκέμβριο του 1903, μετά την αποτυχία της εξέγερσης του Ίλιντεν, ο Μισίρκωφ εξέδωσε στη Σόφια τη μπροσούρα «Za makedonskite raboti» (= Περί των μακεδονικών υποθέσεων), η οποία διέδιδε τον «μακεδονικό σεπαρατισμό», δηλαδή τη διαφοροποίηση των σλαβόφωνων χριστιανών ορθοδόξων της Μακεδονίας από τους Βουλγάρους, τους Σέρβους (και φυσικά τους Έλληνες). Ως απαραίτητες προϋποθέσεις για τη σλαβομακεδονική εθνογένεση έθεσε τη διαμόρφωση μιας λόγιας γραπτής γλώσσας με βάση την κεντρική διάλεκτο της «μακεδονικής» (των Βελεσσών, του Περλεπέ, της Αχρίδας και του Μοναστηρίου) και την ανασύσταση της αυτοκέφαλης Αρχιεπισκοπής της Αχρίδας ως «Αρχιεπισκοπής Πάσης της Μακεδονίας». Ο Μισίρκωφ ζητούσε επίσης να παρασχεθεί στους «Μακεδόνες» εκπαιδευτική και εκκλησιαστική αυτονομία (δηλ. το δικαίωμα να ιδρύσουν δικά τους σχολεία και εκκλησίες). Στο βιβλίο του ο Μισίρκωφ μιλάει για «μακεδονικό λαό» (makedonski narod), για «σλαβομακεδονικό πληθυσμό» και για «χριστιανούς Μακεδόνες» και προτείνει «να αποσχιστούμε από τους Βουλγάρους», παρότι «εμείς οι ίδιοι στο παρελθόν είχαμε αποκαλέσει τους εαυτούς μας Βουλγάρους». Ο Μισίρκωφ διευκρινίζει ότι το εθνωνυμικό «Μακεδόνας» προσδιορίζει «κάθε άτομο σλαβικής καταγωγής που ζει στη Μακεδονία».

106 Στο «Za makedonskite raboti», ο Μισίρκωφ μιλάει για «μακεδονικό λαό» (makedonski narod), για «σλαβομακεδονικό πληθυσμό» και για «χριστιανούς Μακεδόνες» και προτείνει στους συμπατριώτες του «να αποσχιστούμε από τους Βουλγάρους», παρότι «εμείς οι ίδιοι στο παρελθόν είχαμε αποκαλέσει τους εαυτούς μας Βουλγάρους». Ο Μισίρκωφ διευκρινίζει ότι το εθνωνυμικό «Μακεδόνας» προσδιορίζει «κάθε άτομο σλαβικής καταγωγής που ζει στη Μακεδονία». Ειδικότερα, ο συγγραφέας χρησιμοποιεί τους όρους «απόσχιση», «εθνικό αγώνα» και «πολιτική μάχη για την ελευθερία». Ο Μισίρκωφ δηλώνει: «Είμαι Μακεδόνας και βλέπω ότι εχθροί της Μακεδονίας δεν είναι ούτε η Ρωσία ούτε η Αυστρο-Ουγγαρία, αλλά η Βουλγαρία, η Ελλάδα και η Σερβία». Χαρακτηρίζει τους Έλληνες, τους Βουλγάρους και τους Σέρβους «απρόσκλητους φιλοξενουμένους» στη Μακεδονία. Ο Μισίρκωφ εισηγείται τη στρατηγική προσέγγιση των Σλάβων «Μακεδόνων» με την Τουρκία («στόχος μας είναι να κάνουμε ό,τι μας ζητηθεί, για να εξασφαλίσουμε στην Τουρκία ότι η συνεχής παρουσία της ανάμεσα στα κράτη της Ευρώπης θα έχει την έγκρισή μας. Στόχος μας είναι να παραμείνουμε πιστοί υπήκοοι στην αυτοκρατορική εξοχότητα τον Σουλτάνο»). Θεωρεί ότι η «Μακεδονία» θα αποφύγει τον διαμελισμό, εφόσον εξακολουθήσει να είναι επαρχία της «Τουρκίας» (Οθωμανικής Αυτοκρατορίας).

107 Ο Μισίρκωφ ζητά, στη μπροσούρα του, «ορισμένες μεταρρυθμίσεις» (συγκεκριμένα την εφαρμογή του άρθρου 23 της Συνθήκης του Βερολίνου για εισαγωγή μεταρρυθμίσεων, ανάλογων με αυτών του Οργανικού Νόμου της Κρήτης [1868], και στα υπόλοιπα χριστιανικά βιλαέτια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας) και εκφράζει την εμπιστοσύνη του στις προσπάθειες των δύο Ανατολικών Δυνάμεων (της Ρωσίας και της Αυστρο-Ουγγαρίας) να εισάγουν μεταρρυθμίσεις, αλλά συνιστά στους αναγνώστες του ότι «πρέπει να είμαστε πιστοί στους Τούρκους». Θεωρεί ωστόσο ότι η εξέγερση του Ίλιντεν άρχισε «ενάντια σε κάθε λογική». Επίσης, ανάμεσα στα αιτήματά του, συγκαταλέγεται η κατάργηση της «δουλοπαροικίας» και η διανομή της γης στους επίμορτους καλλιεργητές. Οι θέσεις του Μισίρκωφ θεωρήθηκαν «αιρετικές και ανόητες» από τους Βουλγάρους εθνικιστές. Οπαδοί της ΕΜΕΟ έκαψαν το βιβλίο και ο ίδιος καταδικάστηκε σε θάνατο από τη βουλγαρομακεδονική οργάνωση. Ο Μισίρκωφ θορυβημένος αισθάνθηκε υποχρεωμένος να απολογηθεί: αυτοχαρακτηρίστηκε ως «αυτοσχεδιάζων πολιτικός» που εργάστηκε για την υπεράσπιση των μακεδονικών συμφερόντων. Το επόμενο έτος (1904) ο Μισίρκωφ επέστρεψε στις βουλγαρικές πολιτικές θέσεις, χαρακτηρίζοντας το σλαβόφωνο πληθυσμό της Μακεδονίας ως γλωσσικά και εθνογραφικά βουλγαρικό.

108

109 Στις παραμονές του Δευτέρου Βαλκανικού Πολέμου ο «μακεδονικός σεπαρατισμός» έκανε ξανά την εμφάνισή του στο προσκήνιο. Τον Ιούνιο του 1913 ο Dimitrija Čupovski ( ) από το χωριό Popadistra του Μοναστηρίου προέβη στην έκδοση του περιοδικού Makedonskij Golos (= Μακεδονική Φωνή)στην Αγία Πετρούπολη, προπαγανδίζοντας τη θέση της «Ανεξάρτητης Μακεδονίας» και την εθνική ιδιαιτερότητα των «Μακεδόνων». Ο Čupovski υποστήριξε ότι «η Μακεδονία κατοικείται από ένα ομοιογενές σλαβικό φύλο, το οποίο έχει τη δική του ιστορία, τον ιδιαίτερο τρόπο ζωής του, την παλιά κρατική του υπόσταση, τα ιιδιαίτερα δανικά του και, γι’ αυτό, το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης». Εκτός από το αίτημα για πολιτική ανεξαρτησία, ο Čupovski υιοθέτησε επίσης το αίτημα του Μισίρκωφ για ανασύσταση της Αρχιεπισκοπής της Αχρίδας. Το περιοδικό Makedonskij Golos εκδόθηκε σε 11 τεύχη μέχρι το Νοέμβριο του 1914 και λόγω των συνεχών πολέμων δεν είχε ιδιαίτερη διάδοση και απήχηση στον βαλκανικό χώρο. Απευθυνόταν περισσότερο στη ρωσική κοινή γνώμη και στη ρωσική κυβέρνηση για παρέμβαση στο Μακεδονικό Ζήτημα παρά στις βαλκανικές κοινωνίες. Η «Ανεξάρτητη Μακεδονία» δεν ήταν όμως τότε ο στόχος της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής.

110 Μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο ο Čupovski παρέμεινε στη Σοβιετική Ένωση, χωρίς ενεργό δράση. Ο Μισίρκωφ επέστρεψε και εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Βουλγαρία, όπου εργάστηκε ως καθηγητής γυμνασίου στο Κάρλοβο και στη Σόφια. Ωστόσο, οι θέσεις του δεν είχαν ιδιαίτερη απήχηση στους βουλγαρομακεδονικούς κύκλους της Βουλγαρίας και ο ίδιος πέθανε πάμπτωχος και αγνοημένος το Η εξέλιξη του «μακεδονικού σεπαρατισμού» στον Μεσοπόλεμο καθορίστηκε από δύο παράγοντες: α´) την ήττα της Βουλγαρίας στον Α´ Παγκόσμιο Πόλεμο και τον βουλγαρικό αναθεωρητισμό, β´) τη διάδοση του κομμουνισμού στους σλαβόφωνους εμιγκρέδες και την ανάμειξη της Κομιντέρν στα εσωτερικά της ΕΜΕΟ. Τα πράγματα άλλαξαν πραγματικά άρδην μετά τις στρατιωτικές αποτυχίες της Βουλγαρίας στον Δεύτερο Βαλκανικό και ακολούθως στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Όπως παραδέχονται και οι Βούλγαροι ιστορικοί επιστήμονες, την ιδέα περί ύπαρξης «μακεδονικής» εθνότητας θεμελίωσε και διέδωσε η αριστερή ΕΜΕΟ (Ενωμένη), η οποία προέκυψε από τη διάσπαση της ενιαίας, προπολεμικής ΕΜΕΟ. Η ΕΜΕΟ (Ενωμένη) ιδρύθηκε στη Βιέννη τον Οκτώβριο του 1925 και συνεργαζόταν στενά με το Κ.Κ. Βουλγαρίας και την Κομιντέρν. Βασική πολιτική γραμμή της οργάνωσης ήταν η «Ενιαία και Ανεξάρτητη Μακεδονία» σε μία Βαλκανική Ομοσπονδία και θεωρητικό όργανό της το περιοδικό La fédération balkanique.

111 Το 1928 ιδρύθηκαν στη Βουλγαρία οι πρώτοι πυρήνες της ΕΜΕΟ (Ενωμένης). Ωστόσο, εξαιτίας της εχθρικής στάσης της φιλοβασιλικής ΕΜΕΟ του Ιβάν Μιχαΐλωφ, η ΕΜΕΟ (Ενωμένη) δεν μπόρεσε να εξελιχθεί σε σημαντικό πολιτικό παράγοντα εντός της Βουλγαρίας και περιορίστηκε σε προπαγάνδα μεταξύ των Βουλγαρομακεδόνων εμιγκρέδων της Διασποράς. Καταλυτικός ωστόσο υπήρξε ο ρόλος τής ΕΜΕΟ (Ενωμένης) στην υιοθέτηση της θέσης περί ύπαρξης «μακεδονικού λαού» από την Κομμουνιστική Διεθνή. Το Νοέμβριο του 1933 ο Vladimir Poptomov, μέλος της Κεντρικής Επιτροπής της ΕΜΕΟ (Ενωμένης), υπέβαλε στη Γραμματεία Βαλκανικών Κρατών της Κομμουνιστικής Διεθνούς υπόμνημα, με το οποίο πρότεινε την αποκέντρωση της οργάνωσης: σε κάθε τμήμα της (γεωγραφικής) Μακεδονίας να ιδρυθεί εθνικο-επαναστατική οργάνωση υπό την καθοδήγηση των κατά τόπους κομμουνιστικών κομμάτων με σύνθημα την «αυτοδιάθεση του μακεδονικού λαού μέχρι τον αποχωρισμό του σε μια κυρίαρχη και ενιαία Μακεδονία». Το πολιτικό αυτό κείμενο εγκρίθηκε από το Πολιτικό Γραφείο της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς σε κλειστή συνεδρίαση στις 11 Ιανουαρίου Το τελικό ψήφισμα της Κομιντέρν ανέφερε ότι «το βαλκανικό προλεταριάτο πρέπει με κάθε τρόπο να υποστηρίξει τον εθνικο- απελευθερωτικό αγώνα του μακεδονικού λαού για εθνική απελευθέρωση και συνένωση» (σ.σ. σε ένα ενιαίο γεωγραφικά και κυρίαρχο εθνικό κράτος).

112 Η διακήρυξη αυτή της Κομιντέρν προκάλεσε την οργίλη αντίδραση των βουλγαρικών αρχών και το 1935 άρχισε ένα κύμα συλλήψεων μελών της ΕΜΕΟ (Ενωμένης) και ο Dimitŭr Vlahov (ηγετικός στέλεχος) και ο Poptomov καταδικάστηκαν ερήμην σε 12 έτη και 6 μήνες φυλάκιση. Το ΚΚΕ είχε υιοθετήσει τη θέση της Κομμουνιστικής Διεθνούς για Ενιαία και Ανεξάρτητη Μακεδονία στο Τρίτο Έκτακτο Συνέδριο του κόμματος το Το Μάρτιο του 1933 συνήλθε στην Έδεσσα η ιδρυτική συνδιάσκεψη της ΕΜΕΟ (Ενωμένης) και εξέλεξε έναν ηγετικό πυρήνα με επικεφαλής τον Ανδρέα Τσίπα (Čipov) από τον Άγιο Παντελεήμονα της Φλώρινας. Το 1934 πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη συνδιάσκεψη του ΚΚΕ για τις μειονότητες, στην οποία παρευρέθηκαν 11 εκπρόσωποι από τη Φλώρινα, την Έδεσσα και τα Γιαννιτσά και εξετάστηκε η «οικονομική και πολιτική καταπίεση των Μακεδόνων». Το Φεβρουάριο του 1935 η Κομμουνιστική Επιθεώρηση δημοσίευσε σε μετάφραση άρθρο του Vasil Ivanovski, Πολιτικού Γραμματέα της ΕΜΕΟ (Ενωμένης) στη Βουλγαρία, περί της «μακεδονικής εθνότητας», όπου υποστηριζόταν με σαφήνεια η ύπαρξη ενός «αυθυπόστατου μακεδονικού έθνους, που αγωνίζεται για την εθνική του απελευθέρωση και την ένωσή του σε ένα ιδιαίτερο μακεδονικό κράτος».

113 Μετά το VIIο Συνέδριο της Κομιντέρν το 1935 (και τις οδηγίες για σύμπηξη αντιφασιστικών μετώπων) το ΚΚΕ αντικατέστησε το σύνθημα «Ενιαία και Ανεξάρτητη Μακεδονία» με το σύνθημα «πλέρια ισοτιμία στις μειονότητες». Καθοριστικότερος και ουσιαστικός στη συγκτότηση «μακεδονικού» έθνους υπήρξε ο ρόλος του Κ.Κ. Γιουγκοσλαβίας στη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Τον Νοέμβριο του 1943 συγκλήθηκε, υπό την ηγεσία του Τίτο, στο Jajče της Βοσνίας το «Αντιφασιστικό Συμβούλιο για την Απελευθέρωση της Γιουγκοσλαβίας», όπου αναγνωρίστηκε επίσημα ότι στην περιοχή της άλλοτε «Νότιας Σερβίας» ή «Διοίκησης του Βαρδάρη» (Vardarska banovina) ζούσε ένας ξεχωριστός νοτιοσλαβικός λαός, οι «Μακεδόνες». Στις 2 Αυγούστου 1944 (επέτειο της εξέγερσης του Ίλιντεν με βάση το νέο, γρηγοριανό, ημερολόγιο) συγκλήθηκε, στο μοναστήρι Prohor Pčinjski, η πρώτη σύνοδος της Αντιφασιστικής Συνέλευσης για την Εθνική Απελευθέρωση της Μακεδονίας, με την οποία ανακηρύχθηκε επίσημα η ίδρυση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Μακεδονίας ως ομόσπονδης ενότητας στα πλαίσια της μελλοντικής σοσιαλιστικής ομοσποδιακής Γιουγκοσλαβίας. Πρωταγωνιστικό ρόλο στην οργάνωση του παρτιζάνικου κινήματος στη βουλγαροκρατούμενη γιουγκοσλαβική Μακεδονία, αλλά και στη συγκρότηση των πρώτων θεσμικών δομών του «μακεδονικού» έθνους διαδραμάτισε ο (μαυροβουνιώτικης καταγωγής) παρτιζάνος ηγέτης Svetozar Vukmanović - “Tempo”.


Κατέβασμα ppt "Ιστορία των Βαλκανικών Κρατών (19ος – 20ός αι.) Διδάσκων: Σπυρίδων Γ. Πλουμίδης."

Παρόμοιες παρουσιάσεις


Διαφημίσεις Google