Η παρουσίαση φορτώνεται. Παρακαλείστε να περιμένετε

Η παρουσίαση φορτώνεται. Παρακαλείστε να περιμένετε

Γυρίσαμε πάλι στο φθινόπωρο, το καλοκαίρι/ σαν ένα τετράδιο που μας κούρασε γράφοντας μένει/ γεμάτο διαγραφές αφηρημένα σχέδια/ στο περιθώριο κι ερωτηματικά.

Παρόμοιες παρουσιάσεις


Παρουσίαση με θέμα: "Γυρίσαμε πάλι στο φθινόπωρο, το καλοκαίρι/ σαν ένα τετράδιο που μας κούρασε γράφοντας μένει/ γεμάτο διαγραφές αφηρημένα σχέδια/ στο περιθώριο κι ερωτηματικά."— Μεταγράφημα παρουσίασης:

1

2 Γυρίσαμε πάλι στο φθινόπωρο, το καλοκαίρι/ σαν ένα τετράδιο που μας κούρασε γράφοντας μένει/ γεμάτο διαγραφές αφηρημένα σχέδια/ στο περιθώριο κι ερωτηματικά.

3 Κράτησα τη ζωή μου ταξιδεύοντας ανάμεσα στα κίτρινα δέντρα κατά το πλάγιασμα της βροχής σε σιωπηλές πλαγιές φορτωμένες με τα φύλλα της οξιάς, καμιά φωτιά στην κορυφή τους· βραδιάζει. Μέσα στις θαλασσινές σπηλιές υπάρχει μια δίψα υπάρχει μια αγάπη υπάρχει μια έκσταση Όλα σκληρά σαν τα κοχύλια μπορείς να τα κρατήσεις μες στη παλάμη σου Μέρες ολόκληρες σε κοίταζα μέρες ολόκληρες σε κοίταζα στα μάτια και δεν σε γνώριζα μήτε με γνώριζες Άνθη της πέτρας μπροστά στην πράσινη θάλασσα με φλέβες που μου θύμιζαν άλλες αγάπες γυαλίζοντας στ' αργό ψιχάλισμα, άνθη της πέτρας φυσιογνωμίες που ήρθαν όταν κανένας δε μιλούσε και μου μίλησαν που μ' άφησαν να τις αγγίξω ύστερ' απ' τη σιωπή μέσα σε πεύκα σε πικροδάφνες και σε πλατάνια.

4 Η ποίηση του Σεφέρη είναι μελαγχολική. Έχει τη θλίψη του ανθρώπου που συλλογίζεται πολύ πάνω στα ανθρώπινα, κι ακόμα του Έλληνα με το κατακάθι της πίκρας από τη σκλαβιά και τις εθνικές περιπέτειες. Ωστόσο η διάθεση αυτή δεν οδηγεί στην άρνηση ή στην καταστροφή. Κάτω από την άρνηση υπάρχει μια πίστη που προστατεύει από την απελπισία, και μια στιβαρή αίσθηση των πραγμάτων που προφυλάσσει από τη διάλυση και το μηδενισμό. Στο περιγιάλι το κρυφό κι άσπρο σαν περιστέρι διψάσαμε το μεσημέρι· μα το νερό γλυφό. Πάνω στην άμμο την ξανθή γράψαμε τ' όνομά της· ωραία που φύσηξεν ο μπάτης και σβύστηκε η γραφή. Mε τι καρδιά, με τι πνοή, τι πόθους και τι πάθος, πήραμε τη ζωή μας· λάθος! κι αλλάξαμε ζωή. Τ ὸ φ ῶ ς Καθ ὼ ς περνο ῦ ν τ ὰ χρόνια πληθαίνουν ο ἱ κριτ ὲ ς πο ὺ σ ὲ καταδικάζουν- καθ ὼ ς περνο ῦ ν τ ὰ χρόνια κα ὶ κουβεντιάζεις μ ὲ λιγότερες φωνές, βλέπεις τ ὸ ν ἥ λιο μ ᾿ ἄ λλα μάτια- ξέρεις π ὼ ς ἐ κε ῖ νοι πο ὺ ἔ μειναν, σ ὲ γελο ῦ σαν, τ ὸ παραμίλημα τ ῆ ς σάρκας, ὁ ὄ μορφος χορ ὸ ς πο ὺ τελειώνει στ ὴ γύμνια. Ὅ πως, τ ὴ νύχτα στρίβοντας στ ὴ ν ἔ ρμη δημοσιά, ἄ ξαφνα βλέπεις ν ὰ γυαλίζουν τ ὰ μάτια ἑ ν ὸ ς ζώου πο ὺ ἔ φυγαν κιόλας, ἔ τσι νιώθεις τ ὰ μάτια σου τ ὸ ν ἥ λιο τ ὸ ν κοιτ ᾶ ς, ἔ πειτα χάνεσαι μ ὲ ς στ ὸ σκοτάδι

5 Τα σπίτια που είχα μου τα πήραν. Έτυχε να 'ναι τα χρόνια δίσεχτα πολέμοι χαλασμοί ξενιτεμοί κάποτε ο κυνηγός βρίσκει τα διαβατάρικα πουλιά κάποτε δεν τα βρίσκει το κυνήγι είταν καλό στα χρόνια μου, πήραν πολλούς τα σκάγια οι άλλοι γυρίζουν ή τρελαίνουνται στα καταφύγια. Μη μου μιλάς για τ' αηδόνι μήτε για τον κορυδαλλό μήτε για τη μικρούλα σουσουράδα που γράφει νούμερα στο φως με την ουρά της δεν ξέρω πολλά πράγματα από σπίιτια ξέρω πως έχουν τη φυλή τους, τίποτε άλλο. Καινούργια στην αρχή, σαν τα μωρά που πάιζουν στα περβόλια με τα κρόσια του ήλιου, κεντούν παραθυρόφυλλα χρωματιστά και πόρτες γυαλιστερές πάνω στη μέρα όταν τελειώσει ο αρχιτέκτονας αλλάζουν, ζαρώνουν ή χαμογελούν ή ακόμη πεισματώνουν μ' εκείνους που έμειναν μ' εκείνους που έφυγαν μ' άλλους που θα γυρίζανε αν μπορούσαν ή που χαθήκαν, τώρα που έγινε ο κόσμος ένα απέραντο ξενοδοχείο. Δεν ξέρω πολλά πράγματα από σπίτια, θυμάμαι τη χαρά τους και τη λύπη τους καμιά φορά, σα σταματήσω ακόμη καμιά φορά, κοντά στη θάλασσα, σε κάμαρες γυμνές μ' ένα κρεββάτι σιδερένιο χωρίς τίποτε δικό μου κοιτάζοντας τη βραδινήν αράχνη συλλογιέμαι πως κάποιος ετοιμάζεται να 'ρθεί, πως τον στολίζουν μ' άσπρα και μαύρα ρούχα με πολύχρωμα κοσμήματα και γύρω του μιλούν σιγά σεβάσμιες δέσποινες γκρίζα μαλλιά και σκοτεινές δαντέλες, πως ετοιμάζεται να 'ρθεί να μ' αποχαιρετήσει ή μια γυναίκα ελικοβλέφαρη βαθύζωνη γυρίζοντας από λιμάνια μεσημβρινά, Σμύρνη Ρόδο Συρακούσες Αλεξάντρεια, από κλειστές πολιτείες σαν τα ζεστά παραθυρόφυλλα, με αρώματα χρυσών καρπών και βότανα, πως ανεβαίνει τα σκαλιά χωρίς να βλέπει εκείνους που κοιμήθηκαν κάτω απ' τη σκάλα. Ξέρεις τα σπίτια πεισματώνουν εύκολα, σαν τα γυμνώσεις. Το σπίτι κοντά στη θάλασσα

6 Τ ὸ ναυάγιο τ ῆ ς «Κίχλης» «Τ ὸ ξύλο α ὐ τ ὸ πο ὺ δρόσιζε τ ὸ μέτωπό μου τ ὶ ς ὦ ρες πο ὺ τ ὸ μεσημέρι πύρωνε τ ὶ ς φλέβες σ ὲ ξένα χέρια θέλει ἀ νθίσει. Πάρ ᾿ το, σο ῦ τ ὸ χαρίζω- δές, ε ἶ ναι ξύλο λεμονι ᾶ ς...» Ἄ κουσα τ ὴ φων ὴ καθ ὼ ς ἐ κοίταζα στ ὴ θάλασσα ν ὰ ξεχωρίσω ἕ να καράβι πο ὺ τ ὸ βούλιαξαν ἐ δ ῶ κα ὶ χρόνια- τ ὄ᾿ λεγαν «Κίχλη» ἕ να μικρ ὸ ναυάγιο -τ ὰ κατάρτια, σπασμένα, κυματίζανε λοξ ὰ - στ ὸ βάθος, σ ὰ ν πλοκάμια ἢ μνήμη ὀ νείρων, δείχνοντας τ ὸ σκαρί του στόμα θαμπ ὸ κάποιου μεγάλου κήτους νεκρο ῦ σβησμένο στ ὸ νερό. Μεγάλη ἀ πλώνουνταν γαλήνη. Κι ἄ λλες φων ὲ ς σιγ ὰ -σιγ ὰ μ ὲ τ ὴ σειρά τους ἀ κολούθησαν- ψίθυροι φτενο ὶ κα ὶ διψασμένοι πο ὺ βγαίναν ἀ π ὸ το ῦ ἥ λιου τ ᾿ ἄ λλο μέρος, τ ὸ σκοτεινό- θ ἄ ῾ λεγες γύρευαν ν ὰ πιο ῦ ν α ἷ μα μία στάλα- ἤ τανε γνώριμες μ ὰ δ ὲ ν μπορο ῦ σα ν ὰ τ ὶ ς ξεχωρίσω. Κι ἦ ρθε ἡ φων ὴ το ῦ γέρου, α ὐ τ ὴ τ ὴ ν ἔ νιωσα πέφτοντας στ ὴ ν καρδι ὰ τ ῆ ς μέρας ἥ συχη, σ ὰ ν ἀ κίνητη: Κάποιοι ισχυρίζονται ότι πρόκειται για το κορυφαίο ποίημα του Ελληνικού Μοντερνισμού «Κι ἂ μ ὲ δικάσετε ν ὰ πι ῶ τ ὸ φαρμάκι, ε ὐ χαριστ ῶ - τ ὸ δίκιο σας θ ἆ ῾ ναι τ ὸ δίκιο μου πο ῦ ν ὰ πηγαίνω γυρίζοντας σ ὲ ξένους τόπους, ἕ να στρογγυλ ὸ λιθάρι. Τ ὸ θάνατο τ ὸ ν προτιμ ῶ - ποι ὸ ς πάει γι ὰ τ ὸ καλύτερο ὁ θε ὸ ς τ ὸ ξέρει». Χ ῶ ρες το ῦ ἥ λιου κα ὶ δ ὲ ν μπορε ῖ τε ν ᾿ ἀ ντικρίσετε τ ὸ ν ἥ λιο. Χ ῶ ρες το ῦ ἀ νθρώπου κα ὶ δ ὲ ν μπορε ῖ τε ν ᾿ ἀ ντικρίσετε τ ὸ ν ἄ νθρωπο.

7 . Όπως όταν γυρίζεις απ' τα ξένα και τύχει ν' ανοίξεις παλιά κασέλα κλειδωμένη από καιρό και βρεις κουρέλια από τα ρούχα που φορούσες σε όμορφες ώρες, σε γιορτές με φώτα πολύχρωμα, καθρεφτισμένα, που όλο χαμηλώνουν και μένει μόνο το άρωμα της απουσίας μιας νέας μορφής. Αλήθεια, τα συντρίμμια δεν είναι εκείνα· εσύ 'σαι το ρημάδι· σε κυνηγούν με μια παράξενη παρθενιά στο σπίτι στο γραφείο στις δεξιώσεις των μεγιστάνων, στον ανομολόγητο φόβο του ύπνου· μιλούν για περιστατικά που θά ηθελες να μην υπάρχουν ή να γινόντουσαν χρόνια μετά το θάνατό σου, κι αυτό είναι δύσκολο γιατί , Ηδονικός Ελπήνωρ Κίχλη

8 1931, Στροφή 1935, Μυθιστόρημα 1940, Τετράδιο Γυμνασμάτων 1940, Ημερολόγιο καταστρώματος Α΄ 1944, Ημερολόγιο καταστρώματος Β΄ 1955, Ημερολόγιο καταστρώματος Γ΄ 1947, Κίχλη 1966, Τρία κρυφά ποιήματα 1932, Στέρνα Δεν ήταν άλλη η αγάπη μας έφευγε ξαναγύριζε και μας έφερνε ένα χαμηλωμένο βλέφαρο πολύ μακρινό ένα χαμόγελο μαρμαρωμένο, χαμένο μέσα στο πρωινό χορτάρι ένα παράξενο κοχύλι που δοκίμαζε να το εξηγήσει επίμονα η ψυχή μας. H αγάπη μας δεν ήταν άλλη ψηλαφούσε σιγά μέσα στα πράγματα που μας τριγύριζαν να εξηγήσει γιατί δε θέλουμε να πεθάνουμε με τόσο πάθος. Kι αν κρατηθήκαμε από λαγόνια κι αν αγκαλιάσαμε μ' όλη τη δύναμή μας άλλους αυχένες κι αν σμίξαμε την ανάσα μας με την ανάσα εκείνου του ανθρώπου κι αν κλείσαμε τα μάτια μας, δεν ήταν άλλη μονάχα αυτός ο βαθύτερος καημός να κρατηθούμε μέσα στη φυγή.

9 "Όπως τα πεύκα κρατούνε τη μορφή του αγέρα ενώ ο αγέρας έφυγε, δεν είναι εκεί το ίδιο τα λόγια φυλάγουν τη μορφή του ανθρώπου κι ο άνθρωπος έφυγε, δεν είναι εκεί". Τρία κρυφά ποιήματα

10 Με καταγωγή από την Άνδρο

11 Της πήραν τα παιγνίδια και τον εραστή της. Έσκυψε λοιπόν το κεφάλι και παρ’ ολίγον να πεθάνη. Μα τα δεκατρία ριζικά της σαν τα δεκατέσσερά της χρόνια εσπάθισαν την φευγαλέα συμφορά. Κανείς δεν μίλησε. Κανείς δεν έτρεξε να την προστατεύση κατά των υπερποντίων καρχαριών που την είχαν ήδη ματιάξει όπως ματιάζει η μυίγα ένα διαμάντι μια χώρα μαγεμένη. Κ’ έτσι ξεχάστηκε ανηλεώς αυτή η ιστορία όπως συμβαίνει κάθε φορά που ξεχνιέται από τον δασοφύλακα το αστροπελέκι του στο δάσος. Είμεθα όλοι εντός του μέλλοντός μας. Όταν τραγουδάμε τραγουδάμε εμπρός στους εκφραστικούς πίνακες των ζωγράφων όταν σκύβουμε εμπρός στα άχυρα μιας καμμένης πόλεως όταν προσεταιριζόμεθα την ψιχάλα του ρίγους είμεθα όλοι εντός του μέλλοντός μας γιατί ό,τι και αν επιδιώξουμε δεν είναι δυνατόν να πούμε όχι να πούμε ναι χωρίς το μέλλον του προορισμού μας όπως μια γυναίκα δεν μπορεί να κάμη τίποτε χωρίς την πυρκαγιά που κλείνει μέσα στη στάχτη των ποδιών της. 1935, Υψικάμινος

12 Καλύπτουσα τα κύματα του δορυάλωτου χωριού με το κόκκινό της φόρεμα Πρώτα μικρή κ’ έπειτα μεγάλη Ανεβαίνει στην κορυφή του πύργου Και πιάνει τα σύννεφα και τα συνθλίβει επί του στήθους της Ίσως ποτέ να μην υπήρξε μεγαλείτερος καϋμός απ’ τον δικό της Ίσως ποτέ να μην έπεσαν ψίθυροι πιο πεπυρακτωμένοι στην επιφάνεια ενός προσώπου Ίσως ποτέ δεν εξετέθη στην κατανόησι ανθρώπου έκθεσις πιο εκτεταμένη Έκθεσις πιο ποικίλη πιο περιεκτική από την ιστορία που λεν τα νέφη αυτής της εξομολογήσεως Εδώ κ’ εκεί τα κόβουν λαιμητόμοι Θερμές σταγόνες πέφτουνε στην γη Ο γήλοφος που σχηματίσθηκε στο κυριώτερο σημείο της πτώσεως Φουσκώνει και ανεβαίνει ακόμη Κανείς δασμός δεν είναι βαρύτερος από μια τέτοια σταγόνα Κανένα διαμάντι πιο βαρύ Κανείς μνηστήρ πιο πλήρης πάθους Στιλπνά τα κράσπεδα του λόφου και γυαλίζουνε στον ήλιο Στην κορυφή του περιμένει μια λεκάνη Είναι γιομάτη ως επάνω Κι απ’ τα νερά της αναδύεται μια πολύ μικρή παιδίσκη ωραιότατη. Ελπίδα μας αυριανή 1945, Ενδοχώρα Οι λογισμοί της ηδονής είναι πουλιά Που νύχτα – μέρα διασχίζουν τον αέρα.

13 Είναι τα βλέφαρά μου διάφανες αυλαίες Όταν τα ανοίγω βλέπω εμπρός μου ό,τι κι’ αν τύχει Όταν τα κλείνω βλέπω εμπρός μου ό,τι ποθώ. Ως υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις Άσπρο στο σώμα σου και κίτρινο στις τσιμινιέρες Διότι βαρέθηκες τα βρωμερά νερά των αγκυροβολίων Εσύ που αγάπησες τις μακρινές σποράδες Εσύ που σήκωσες τα πιο ψηλά μπαϊράκια Εσύ που πλέχεις ξέθαρρα στις πιο επικίνδυνες σπηλιάδες Χαίρε που αφέφηκες να γοητευθείς απ’ τις σειρήνες Χαίρε που δεν φοβήθηκες ποτέ τις συμπληγάδες. Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις Στο σέλας της θαλάσσης με τους γλάρους Κ’ είμαι σε μια καμπίνα σου όπως εσύ μέσ’ στην καρδιά μου. Η ποίησις είναι ανάπτυξι στίλβοντος ποδηλάτου. Μέσα της όλοι μεγαλώνουμε. Οι δρόμοι είναι λευκοί. Τ’ άνθη μιλούν. Από τα πέταλά τους αναδύονται συχνά μικρούτσικες παιδίσκες. Η εκδρομή αυτή δεν έχει τέλος. Τα κούμαρα βαριά σαν βλέφαρα ηδυπαθείας, στάζουν το μέλι στη σιγή. Ο γδούπος διαρκεί, και από τα μάτια σου στο στήθος και στο στόμα μου, η έλξις απλώνει την παλίρροια. Η δριμύτης της ανοίξεως είναι φιλί πούχω στο στόμα.

14 1960, Γραπτά ή Προσωπική Μυθολογία 1980, Οκτάνα 1984, Aι Γενεαί πάσαι ή Η σήμερον ως αύριον και ως χθες 1990, Ο Μέγας Ανατολικός 1957, Ο γιός του Λεωνίδας Όταν το ρήμα εκτοπίζεται και άρχουν παντού τα επίθετα θετά παιδιά της συμμορφώσεως και του διακοσμημένου ψεύδους, τέλματα εκτείνονται εκεί όπου ο σπόρος έπιπτε ως σπέρμα

15 Ξένια, Μπατσί, 1955 Η Ελλάδα του Ανδρέα Εμπειρίκου Ηράκλειο Κρήτης, 1955 Σίφνος, 1956

16 1928, Οι Τρίλλιες που Σβήνουν 1929, Ωδή στο Χάος

17 Δεν τραγουδώ παρά γιατί μ' αγάπησες στα περασμένα χρόνια. Και σε ήλιο, σε καλοκαιριού προμάντεμα και σε βροχή, σε χιόνια, δεν τραγουδώ παρά γιατί μ' αγάπησες. Μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου μια νύχτα και με φίλησες στο στόμα, μόνο γι' αυτό είμαι σαν κρίνο ολάνοιχτο κι έχω ένα ρίγος στην ψυχή μου ακόμα, μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου. Μόνο γιατί όπως πέρναγα με καμάρωσες και στη ματιά σου να περνάει είδα τη λυγερή σκιά σου ως όνειρο να παίζει, να πονάει, μόνο γιατί όπως πέρναγα με καμάρωσες Γιατί, μόνο γιατί σε σέναν άρεσε γι' αυτό έμεινεν ωραίο το πέρασμά μου. Σα να μ' ακολουθούσες όπου πήγαινα σα να περνούσες κάπου εκεί σιμά μου. Γιατί, μόνο γιατί σε σέναν άρεσε.. Μόνο γιατί μ' αγάπησες γεννήθηκα γι' αυτό η ζωή μου εδόθη. Στην άχαρη ζωή την ανεκπλήρωτη μένα η ζωή πληρώθη. Μόνο γιατί μ' αγάπησες γεννήθηκα. Μονάχα για τη διαλεχτήν αγάπη σου μου χάρισε η αυγή ρόδα στα χέρια. Για να φωτίσω μια στιγμή το δρόμο σου μου γέμισε τα μάτια η νύχτα αστέρια, μονάχα για τη διαλεχτήν αγάπη σου. Μόνο γιατί μ' αγάπησες

18 Ω, χαμηλώστε αυτό το φως!. Ω, χαμηλώστε αυτό το φως! Στη νύχτα τι ωφελάει; Πέρασε η μέρα. Φτάνει πια. Ποιος ξέρει ο Ύπνος μου κρυφός αν κάπου εδώ φυλάη κι’ αν του ανακόβεται η στιγμή ναρθή, που τον προσμένω. Έχω στο στόμα την ψυχή μου παρατήσαν οι λυγμοί το στήθος κουρασμένο. Πάρτε το φως! Είνε καιρός να μείνω πια μονάχη. Φτάνει η απάτη μιας ζωής. Κάθε προσπάθεια ένας εχθρός για τη στερνή μου μάχη. Ας παύσουν πλέον οι σπαραγμοί. Ας μου απομείνει κάτι για να πλανέψω τη νυχτιά να σκύψη κάπως πιο θερμή στο ανήσυχό μου μάτι. Πάρτε το φως! Είνε η στιγμή! Τη θέλω όλη δική μου. Είνε η στιγμή να κοιμηθώ. Πάρτε το φως! Με τυραννεί... μου αρνιέται την ψυχή μου... Τι θέλει τούτη η Άνοιξη Τι θέλει τούτη η Άνοιξη... Σαλεύουν αόρατα, πανάλαφρα των δέντρων τα κλαδιά. Τι θέλει η μυρωδιά που μας χτυπά απαλότατα με αμυγδαλιάς ανθόκλωνο την καρδιά... (Μια νέα περνά ζυγίζοντας στα δάχτυλα ένα κορμί, φτερό. Κι’ όπως σιεί ρυθμικά μια κατάλευκη ομπρέλλα, είναι πουλί. Ένας νέος αράθυμος συλλογιέται γλυκά, σα να πέρασε πλάι του πεταλούδα μυρόβολη, το φιλί). (Τρέμει κάτι το αδύναμο κι’ όλο μένει σαν κουτσό... κοντοφτέρουγο...) Λυπημένη τη μάτια μας ρουφά το ανοιξιάτικο απόγευμα και χλωμαίνει. Ξαφνικά, κάποιο σκίρτημα στη γαλήνη και σα λυγμός παράφορος. Ένα πιάνο ξεσπά το δικό μας εναντίωμα με κλειστό στόμα. Τι θέλει πάλιν η Άνοιξη... Τι να μας φέρει ακόμα...

19 Νίκος Καλαμάρης, Νίκολας Κάλας, Νικήτας Ράντος, Μ. Σπιέρος. Τα πολλά πρόσωπα ενός μοναδικού Έλληνα της διασποράς, που ενώ διέπρεψε στους διεθνείς πνευματικούς κύκλους, στην χώρα καταγωγής του παρέμεινε εν πολλοίς άγνωστος, απολαμβάνοντας την εκτίμηση και την φιλία ενός στενού μόνο κύκλου σημαντικών ανθρώπων, όπως ο Οδυσσέας Ελύτης και ο Ανδρέας Εμπειρίκος. Ελλάς εργατών και αγροτών, Ελλάς ποιητών φοβού τους Δαναούς. Προσοχή Ήτταν ή Επί Τανκς.

20 1977, Οδός Νικήτα Ράντου 1988 Γραφή και Φως Οδός Νικήτα Ράντου 5 Σμίξαν τα κορμιά, πέφτει το προσωπείο για να φανερωθούμε δίχως Εγώ χάριν ασκήσεως αποβιβάσαμε το πάθος νέες διαστάσεις ίσως να βρεθούν 'Επιβολή κι υποβολή. Ακτινοβολεί η διγλωσσία. Μα τον κύνα! Τι σημασία έχει το πόθεν ξεκινήσαμε; Κάποιος θα ξαναρχίσει το "πρώτη φορά" με δισταγμούς και δυσκολίες άλλες. Οι ρόλοι μεταβάλλουν τις ορέξεις.

21 6 Πέντε δεκαετίες εξαλείφονται απόψε πού ατενίζω την άλλη όψη γνωστής μου βουνοσειράς "Μόνος προς Μόνον« ποτές δεν έγινε ο λόγος μου Βουνά και θάλασσες ανάφτουν εικόνες Ταραχή τώρα καθρεφτίζεται στην ήρεμη λίμνη Με το βλέμμα μου στραμμένο στο ακαθόριστο του μέλλοντος από τις όχθες άλλης λίμνης κοίταζα τότες τοπία του Νίτσε με το δικό μου Μάνφρεντ Τώρα, πεπεισμένος πώς γνωρίζω τις "Άλπεις αφ' υψηλού παρακολουθώ απ' τη γενέτειρα του Πλίνιου, το ρυθμό κυματοειδής κορυφογραμμής "Ας αντανακλασθεί στα ύδατα του Como! τα νέα κομίζουν την άνοδο λουσιτανών εργατών Αιρέσεις λομβάρδων εργαζομένων Νέα πού αξιούν ν' αναστατώσουν την επιφάνεια του στίχου.

22 κριτική του για το Μαραμπού του Νίκου Καββαδία Στη συλλογή αυτή ολοφάνερη είναι η επίδραση του Ουράνη. Νομίζω όμως πως η συγγένεια είναι πιο πολύ εξωτερική παρά τίποτε άλλο. Ο Ουράνης δεν είναι επαναστατημένος ποιητής, ο Καββαδίας σαν τον Ρεμπώ που επηρέασε τον Ουράνη είναι επαναστατημένος! Αν δεν γυρεύει με σφυρίγματα αλήτικα και με σαρκασμό να εκφράσει την αδυναμία προσαρμογής στην αστική πραγματικότητα, αν η poesie maudite (σ.σ. καταραμένη ποίηση) παίρνει σ’ αυτόν την μορφή ταξιδιού, δεν αλλάζει αυτό το ουσιαστικότερο περιεχόμενο της ψυχής του» - Νίκος Καλαμάρης (Μ. Σπιέρος, Νικόλαος Κάλας, Νικήτας Ράντος). (Περιοδικό «Νέοι Πρωτοπόροι»/αρ. 8-9/Αύγουστος-Σεπτέμβριος 1933) Πολιτικά ο Νίκολας Κάλας ανήκε στους Τροτσκιστές Οι αναζητήσεις του -από τους Ίωνες φιλοσόφους στον Βιττγκενστάιν κι από την πορτογαλική αναγέννηση και τον Ιερώνυμο Μπος στον υπερρεαλισμό και την αμερικανική πρωτοπορία- τον καθιστούν μοναδική περίπτωση Έλληνα διανοητή, του οποίου το ξενόγλωσσο έργο μετά το στα γαλλικά και τ' αγγλικά- αγνοείται στην Ελλάδα.


Κατέβασμα ppt "Γυρίσαμε πάλι στο φθινόπωρο, το καλοκαίρι/ σαν ένα τετράδιο που μας κούρασε γράφοντας μένει/ γεμάτο διαγραφές αφηρημένα σχέδια/ στο περιθώριο κι ερωτηματικά."

Παρόμοιες παρουσιάσεις


Διαφημίσεις Google