Η παρουσίαση φορτώνεται. Παρακαλείστε να περιμένετε

Η παρουσίαση φορτώνεται. Παρακαλείστε να περιμένετε

ΒΙΖΟΝ (mink) Το βιζόν ή αλλιώς μινκ είναι σαρκοφάγο θηλαστικό της οικογένειας των Μουστελιδών. Εχει σώμα μακρόστενο, μήκους 40-50 εκ., με ουρά που μπορει.

Παρόμοιες παρουσιάσεις


Παρουσίαση με θέμα: "ΒΙΖΟΝ (mink) Το βιζόν ή αλλιώς μινκ είναι σαρκοφάγο θηλαστικό της οικογένειας των Μουστελιδών. Εχει σώμα μακρόστενο, μήκους 40-50 εκ., με ουρά που μπορει."— Μεταγράφημα παρουσίασης:

1 ΒΙΖΟΝ (mink) Το βιζόν ή αλλιώς μινκ είναι σαρκοφάγο θηλαστικό της οικογένειας των Μουστελιδών. Εχει σώμα μακρόστενο, μήκους εκ., με ουρά που μπορει να φτάσει τα 14 εκ.. Χάρη στα μεμβρανώδη πίσω πόδια, μπορεί να κινείται άνετα μέσα στο νερό. Υπάρχουν δύο είδη βιζόν: το αμερικανικό (Mustela vison), που προέρχεται από την Βόρεια Αμερική, εισήχθη στην Ευρώπη το 1920 και είναι μεγαλόσωμο με καφέ γούνα και λευκά χείλη, και το ευρωπαϊκό (Mustela lutreola), που είναι μικρότερο μέγεθος και έχει σκούρα γκρίζα γούνα με λευκά και τα δύο χείλη. Το ευρωπαϊκό βιζόν συναντάται κυρίως στην Ρουμανία, στην Φινλανδία και την Ρωσία, όπου ζει κοντά σε έλη, λίμνες και ποτάμια, σε δάση με πλούσια βλάστηση. Εξαιρετικός κολυμβητής, βουτά με μεγάλη επιδεξιότητα και μπορεί να φτάσει σε βάθος 5 μ. Κολυμπά ακόμη και στα παγωμένα νερά τον χειμώνα, χάρη στην προστασία που του παρέχει το πυκνό τρίχωμά του. Σκάβει σήραγγες στο χώμα για να φωλιάσει σε σημεία κοντά στο νερό και σε έκταση που κυμαίνεται από 1 έως 4 χλμ. Κάθε σήραγγα έχει δύο εξόδους, μία στο νερό και μία στην ξηρά. Το βιζόν τρέφεται με μικρά ζώα, όπως βατράχους, ψάρια και τρωκτικά, αλλά και με αυγά. Κυνηγήθηκε για την γούνα του, και μάλιστα έφτασε στα όρια της εξαφάνισης. Σήμερα, αριθμεί ελάχιστα άτομα τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Αμερική. Εκτρέφεται όμως σε ειδικά εκτροφεία για την γούνα του.

2 ΕΚΤΡΟΦΗ ΓΟΥΝΟΦΟΡΩΝ Η εκτροφή των κύριων γουνοφόρων ζώων ξεκίνησε στην Αμερική στα τέλη του 19ου αιώνα. Η πρώτη φάρμα στην Ευρώπη έκανε την εμφάνισή της κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του Η εκτροφή μίνκ άρχισε νωρίτερα (υπάρχουν αρχεία στη Β. Αμερική από το 1866). Γύρω στο 1930 είχε εξαπλωθεί και στην Ευρώπη και αυξήθηκε σημαντικά. Η εκτροφή στηρίχτηκε σε ζώα προερχόμενα από την Αλάσκα. Σήμερα η εκτροφή γουνοφόρων ζώων έχει εξαπλωθεί σε πολλές χώρες συμπεριλαμβανομένου, για παράδειγμα, της Ρωσίας και της Κίνας. Τα ζώα έχουν προσαρμοστεί στις συνθήκες εκτροφής, ενώ τα κτηνοτροφικά συστήματα έχουν εξελιχθεί έτσι ώστε να καλύπτουν τις ανάγκες των ζώων. Τα συστήματα αυτά εξασφαλίζουν στα ζώα υψηλής ποιότητας προστασία, στέγαση, κτηνοτροφικές μεθόδους και ελέγχους ασθενειών. Οι φάρμες εκτροφής γουνοφόρων ζώων σε χώρες μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης ανέρχονται σε Το μεγαλύτερο ποσοστό γουναρικών, από ζώα εκτροφής, παράγεται από Ευρωπαίους κτηνοτρόφους. Η Ευρώπη κατέχει το 67% περίπου της συνολικής παραγωγής μίνκ στον κόσμο και το 70% περίπου της παραγωγής αλεπούς. Η Δανία είναι παγκοσμίως ο μεγαλύτερος παραγωγός και εξαγωγέας γουνοδέρματος μίνκ, της βασικής πρώτης ύλης στη βιομηχανία γουναρικών, ενώ η Φιλανδία είναι ο μεγαλύτερος παραγωγός στον κόσμο γουνοδέρματος αλεπούς, επίσης βασικής πρώτης ύλης. Οι βιοτεχνίες που απασχολούνται με την επεξεργασία της γούνας χωρίζονται σε δύο κατηγορίες όσο αφορά την πρώτη ύλη. Οι κατηγορίες αυτές είναι οι εξής: Βιοτεχνίες επεξεργασίας δερμάτων. Επεξεργάζονται το τμήμα του δέρματος αφού αφαιρέσουν το κεφάλι, τα πόδια και την ουρά και κατασκευάζουν τα πλέον ποιοτικά προϊόντα, τις γούνες.Βιοτεχνίες επεξεργασίας αποκομμάτων. Επεξεργάζονται τα άκρα του δέρματος (κεφάλι, πόδια, ουρά). Τα προϊόντα που παράγονται από αποκόμματα κοστίζουν φθηνότερα. Το 60% των επιχειρήσεων επεξεργάζεται τα αποκόμματα γουναρικών δηλ. το κεφάλι, την ουρά και τα πόδια, το 20% επεξεργάζεται το δέρμα που υπολείπεται μετά την αφαίρεση παραπάνω, το 14% ασχολείται με την φασόν επεξεργασία ενώ το υπόλοιπο ποσοστό του 6% ασχολείται με άλλες δραστηριότητες. Μια άλλη διάκριση που μπορεί να γίνει ανάμεσα στις επιχειρήσεις του κλάδου είναι σε αυτές που επεξεργάζονται την πρώτη ύλη για δικό τους λογαριασμό και σε αυτές που ασχολούνται με την φασόν εργασία, κυρίως στην παραγωγή ενδυμάτων γούνας από ολόκληρα δέρματα για λογαριασμό οίκων του εξωτερικού. Μετά την κρίση όμως της Ρωσίας το 1988, η φασόν εργασία έχει μειωθεί αισθητά.

3 ΓΟΥΝΟΦΟΡΑ ΖΩΑ Γουνοφόρα θεωρούνται τα ζώα (θηλαστικά) με πυκνότητα τρίχας μεγαλύτερη των τριχών/cm. Τα πολύτιμα όμως γουνοφόρα ζώα έχουν πυκνότητα τρίχας που ξεπερνάει τις τρίχες/cm. Στα μινκ έχουν αναφερθεί ζώα με πυκνότητα τριχώματος μεγαλύτερη των τριχών/cm. Αυτά τα θηλαστικά έχουν πολύ ελκυστικό τρίχωμα. Χαρακτηριστικά όπως η γυαλάδα, η απαλότητα και η μεγάλη πυκνότητα τριχώματος είναι πολύ σημαντικά. Οι γούνες προέρχονται από ζώα εκτροφής αλλά κι από άγρια γουνοφόρα ζώα. Το 85% της παγκόσμιας παραγωγής γουνοδερμάτων προέρχεται από ζώα που έχουν εξημερωθεί. ΚΥΡΙΟΤΕΡΑ ΕΙΔΗ ΕΚΤΡΕΦΟΜΕΝΩΝ ΖΩΩΝ ΠΟΥ ΣΥΜΜΕΤΕΧΟΥΝ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ Τα κυριότερα γουνοφόρα ζώα από αυτά είναι το μίνκ, η αλεπού, το φιλανδέζικο ρακούν, το τσιντσιλά και το νούτρια από τα οποία τα δύο πρώτα είναι και τα σημαντικότερα. Μινκ (βιζόν) Το mink ανήκει στην κατηγορία των μουστελλίδων και είναι είδος ικτίδος. Είναι σαρκοφάγο θηλαστικό και κατάγεται από το άγριο mink της Β. Αμερικής. Το κανονικό του χρώμα είναι το σκούρο καφέ μέχρι μαύρο. Σήμερα το mink ζει σε άγρια κατάσταση σε δάση κοντά σε καλλιεργήσιμες περιοχές, σε βραχώδη νησιά και κοντά σε βουνά αλλά οι περιοχές που προτιμά περισσότερο είναι οι υδάτινες.

4 Αλεπού Ανήκει στα σαρκοφάγα θηλαστικά του γένους Αλώπηξ της ευρύτερης οικογένειας των Κυνίδων στηαν οποία ανήκουν τα ζώα με μακριά θυσανωτή ουρά και μυτερό ρύγχος. Υπάρχουν πολλά είδη από τα οποία τα κυριότερα είναι: η Κοινή αλεπού (κόκκινη αλεπού-red fox) η οποία ζει στην Ευρώπη, Β. Αμερική, Μ. Ασία, Ιμαλάϊα, Ιαπωνία-η Ασημόχρωμη αλεπού (silver fox) η οποία προήλθε σαν μετάλλαξη της κόκκινης αλεπούς- η Πολική αλεπού που διακρίνεται σε κυανή και λευκή και ζει στις παγωμένες ερημικές εκτάσεις της Β. Ευρώπης, Ασίας, Αλάσκας και του Καναδά-η αλεπού των στεπών που είναι μικρότερη κα από την πολική και ο χρωματισμός της είναι ερυθρόφαιος και η αλεπού της Β. Αφρικής με κύριο χαρακτηριστικό τα μεγάλα αυτιά και τον κιτρινωπό χρωματισμό. Τσιντσιλά (Εριόμυς) Το τσιντσιλά ανήκει στην οικογένεια των Κινκιλλίδων ή Λογοστιμίδων της τάξεως των Τρωκτικών. Χώρα καταγωγής του είναι η Ν. Αμερική (Βολιβία, Περού, Κολομβία). Το τρίχωμά του είναι πολύ μαλακό και συνήθως γκριζωπό, είναι από τα ακριβότερα δέρματα γούνας καθώς και από τα πιο ευαίσθητα κατά την επεξεργασία. Ρακούν Το ρακούν ανήκει στην οικογένεια των Canidae και προέρχεται από την Α. Ασία. Ο άγριος τύπος ρακούν έχει γκριζωπό-καφέ χρώμα τριχώματος ενώ το προστατευτικό τρίχωμα αλλάζει από κίτρινο σε μαύρο. Ζει σε δασώδεις περιοχές και συχνά κοντά σε θάλασσες ή ποτάμια. Τρέφεται κυρίως με μικρά τρωκτικά, αυγά πτηνών, έντομα και με μούρα ή σπόρους. Νούτρια Είναι τρωκτικά της Νοτίου Αμερική. Είναι αμφίβια και ζουν κοντά σε ποτάμια και λίμνες. Έχουν γκρίζο χρώμα και μοιάζουν με τους ποντικούς.

5 ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΠΟΥ ΕΠΗΡΕΑΖΟΥΝ ΤΗΝ ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΓΟΥΝΟΦΟΡΟΥ ΔΕΡΜΑΤΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΤΡΟΦΗ ΕΩΣ ΤΗΝ ΘΑΝΑΤΩΣΗ ΤΩΝ ΓΟΥΝΟΦΟΡΩΝ ΖΩΩΝ. Οι μέθοδοι εκτροφής των γουνοφόρων ζώων εξαρτώνται από ορισμένες βασικές παραμέτρους, όπως είναι: 1. οι συνθήκες περιβάλλοντος 2. η κατάσταση της υγείας τους 3. διατροφή τους Γι’ αυτές τις παραμέτρους έχουν καθοριστεί σήμερα ειδικές προδιαγραφές, που είναι απαραίτητο να τηρούνται με σχολαστικότητα προκειμένου να επιτευχθούν τα καλύτερα δυνατά αποτελέσματα. Από αυτές τις παραμέτρους η διατροφή είναι η πιο σημαντική. Επίσης, σημαντικό ρόλο στην ποιότητα του γουνοδέρματος παίζει και η θανάτωση των γουνοφόρων ζώων. Οι παράγοντες που αναφέρθηκαν αναλύονται διεξοδικά παρακάτω.

6 Συνθήκες περιβάλλοντος Πρωταρχικός παράγοντας για την επιτυχία της εκτροφής είναι η εκλογή του χώρου λαμβάνοντας φυσικά υπόψη τις συνθήκες του περιβάλλοντος. Θερμοκρασίες άνω των 40-41˚ C, για αρκετές ημέρες είναι ιδιαίτερα επικίνδυνες. Το εκτροφείο πρέπει να είναι απομονωμένο, μακριά από τεχνητούς θορύβους και να περιβάλλεται από πλούσια και άγρια βλάστηση. Ο σωστός φωτισμός κρίνεται απαραίτητος για την καλή διατήρηση και ανάπτυξη των ζώων και ιδιαίτερα των νεογνών. Το περιβάλλον στο οποίο στεγάζονται πρέπει να είναι ευρύχωρο με άνετα κλουβιά έτσι ώστε να νιώθουν ότι βρίσκονται στο φυσικό τους περιβάλλον. Διατροφή Η ποιότητα και η σύσταση της τροφής είναι μεγάλης σημασίας για την ευημερία των ζώων αλλά και για την ποιότητα του δέρματός τους. Δύο είναι οι παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την επιλογή της σωστής τροφής και αυτοί είναι: Οι διατροφικές ανάγκες που διαφέρουν από είδος σε είδος και Μεταξύ των ζώων του ίδιου είδους, η τροφή πρέπει να εκπληρώνει τις ανάγκες των ζώων ανάλογα με το στάδιο ανάπτυξης στο οποίο βρίσκονται. Η περίοδος από τον Μάιο μέχρι το τέλος του Ιουλίου (γαλακτογονία και αρχική ανάπτυξη του απογόνου) είναι διαφορετικά η πιο απαιτητική περίοδος γι’ αυτό θα πρέπει η τροφή τους να είναι πλούσια, με τα απαραίτητα θρεπτικά συστατικά. Οι ποιοτικές ανάγκες της τροφής θα πρέπει να περιλαμβάνουν: Πρωτεΐνες Υδατάνθρακες, οι οποίοι χρησιμεύουν κυρίως στην παροχή θερμίδων (ενέργειας)

7 Λίπη. Είναι απαραίτητα για την ανάπτυξη ωραίου τριχώματος και δέρματος ευλύγιστου, στιλπνού και υγιούς καθώς επίσης είναι και σημαντική πηγή ενέργειας. Άλλα αναγκαία θρεπτικά συστατικά όπως η Βιταμίνη Α και Ε, θειαμίνη, ριβοφλαμίνη, παντοθεντικό οξύ, νιασίνη καθώς και Μακροστοιχεία, όπως ασβέστιο, φώσφορος, νάτριο, κάλιο, σίδηρος κ.α. Οι τροφές που περιέχουν τα παραπάνω θρεπτικά στοιχεία μπορεί να είναι είτε ζωικής προέλευσης (κρέας βοοειδών και ιπποειδών, ιχθείς, κρεατάλευρο κ.α.) είτε φυτικής (δημητριακοί καρποί, βαμβακόσπορος, λάχανα, πατάτες, καρότα κ.α.). Για καθαρά προληπτικούς λόγους χρησιμοποιούνται αντιβιοτικά μέσα στις τροφές και με επιφυλάξεις, λόγω του ενδεχομένου του εθισμού των ζώων, σε περίπτωση υποψίας μιας λοιμώδους νόσου καθώς και σε δύσκολες καιρικές συνθήκες. Η διατροφή των γουνοφόρων ζώων μπορεί να επηρεάσει την κατάσταση της υγείας τους με δύο τρόπους: Ως μεταφορέας τόσο διαφόρων μικροβίων και παρασιτικών παραγόντων όσο και ποικίλων τοξικών ουσιών και Διαμέσου της κάλυψης ή όχι των αναγκών των ζώων σε θρεπτικές ουσίες και ενέργεια. Εάν η εκτροφή γίνεται κάτω από σωστές συνθήκες διατροφής και ζωοτεχνίας, το μέγεθος του ζώου μπορεί να μεγαλώσει σωστά και επομένως αυτή η ανάπτυξη να επηρεάσει θετικά και στην ανάπτυξη του γουνοδέρματος. Όπως αναφέραμε και παραπάνω, τα λίπη παίζουν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη του ωραίου τριχώματος καθώς και στην καλή ευλυγισία, στιλπνότητα και υγεία του δέρματος. Αντιθέτως, η έλλειψη ιωδίου (ιωδιοπενία), στα νεαρά ζώα παρουσιάζει αραίωση του τριχώματος και εξοίδηση του δέρματος. Ομάδες ζώων που διατράφηκαν με χαμηλής περιεκτικότητας σε πρωτεΐνες, σε κάποια φάση της ανάπτυξής τους, η ανάπτυξη του τριχώματος, ο τελικός όγκος και η γενική ποιότητα του χειμερινού τριχώματος στα αρσενικά επηρεάστηκε αρνητικά. Για όλους αυτούς τους λόγους θα πρέπει να δίνεται μεγάλη προσοχή στην διατροφή διότι είναι καθοριστικός παράγοντας της τελικής ποιότητας του γουνοφόρου δέρματος.

8 Ασθένειες των γουνοφόρων ζώων Οι ασθένειες τω γουνοφόρων ζώων οφείλονται σε ιούς και παράσιτα αλλά και στη μη σωστή διατροφή τω ζώων. Πέραν των βλαβών της υγείας τω ζώων, πολλές από τις ασθένειες έχουν και άμεσες ή έμμεσες συνέπειες στην ποιότητα του παραγομένου γουνοδέρματος. Τέτοιες ασθένειες, όπως των βαμβακοειδών γουνοδερμάτων, η νόσος της γαλουχίας, η αβιταμίνωση Β2 και η υπερκεράτωση, η αλλαντίαση κ.α. μπορεί να προκαλέσουν στο ζώο έλλειψη χρώσης τριχώματος, υποβάθμιση της ποιότητας του γουνοδέρματος, παράλυση, εξανθήματα στο δέρμα τους καθώς επίσης να επιφέρουν και τον θάνατο Το κλίμα στην περιοχή της Δυτικής Μακεδονίας είναι κατάλληλο για την εκτροφή γουνοφόρων ζώων, εντούτοις ελάχιστο ποσοστό των γουνοδερμάτων που επεξεργάζονται είναι ιδιοπαραγόμενο. Αυτό συμβαίνει διότι οι προδιαγραφές για την ίδρυση και λειτουργία εκτροφείων είναι απαιτητικές και λίγοι είναι αυτοί που τις αποδέχονται και τις ακολουθούν. Αποτέλεσμα της υφιστάμενης αυτής κατάστασης είναι η εισαγωγή γουνοδερμάτων από εκτροφεία και δημοπρατήρια του εξωτερικού οδηγώντας σε εξαγωγή σημαντικών ποσοτήτων συναλλάγματος. Οι όροι συναλλαγής των δημοπρατηρίων αυτών πιέζουν τους μικρούς γουνοποιούς, οι οποίοι δεν έχουν τη δυνατότητα προμήθειας επαρκών ποσοτήτων γουνοδερμάτων, λόγω του υψηλού κόστους και του τρόπου πληρωμής τοις μετρητοίς. Είναι λοιπόν προφανής η αναγκαιότητα καθετοποίησης του κλάδου στον πρωτογενή τομέα παραγωγής, με ανάπτυξη υποδομής για εκτροφή γουνοφόρων ζώων στην Ελλάδα και για εξασφάλιση μερικής αυτονομίας του κλάδου.

9 Τι είναι η γούνα και ποιά είναι η διεργασία μέχρι το τελικό αποτέλεσμα Η γούνα είναι δέρμα μαστοφόρου που το τρίχωμά του γίνεται αντικείμενο επεξεργασίας με σκοπό να χρησιμοποιηθεί ως ένδυμα καθώς και για φοδράρισμα ή στόλισμα ενδυμάτων. Η γούνα είναι συνήθως πιο σκούρα στην πλάτη παρά στα πλευρά ή στην κοιλιά του ζώου. Συνήθως στις ψυχρές περιοχές τα ζώα έχουν άσπρη γούνα, ενώ στις χώρες με ζεστό ή εύκρατο κλίμα η γούνα των ζώων μπορεί να έχει διάφορα χρώματα, να είναι μονόχρωμη ή με ραβδώσεις. Σε μερικά είδη (π.χ. ερμίνα, πολική αλεπού, κουνάβι των Άλπεων) που ζουν σε περιοχές σκεπασμένες με χιόνι τον χειμώνα, η γόυνα γίνεται άσπρη στις αρχές του φθινοπώρου και ξαναπαίρνει το κανονικό χρώμα της την άνοιξη. Η γούνα μπορεί να έχει διαφορετικό χρώμα στα δύο γένη και να αλλάζει μερικά χαρακτηριστικά της με το πέρασμα του ζώου από τη νεανική στην ώριμη ηλικία: παράδειγμα τέτοιας αλλαγής δίνει το πρόβατο καρακούλ του οποίου η γούνα είναι μαύρη, με ανταύγειες και γυαλιστερή, καί λέγεται στο εμπόριο breitschwanz αστραχάν– θεωρείται πολυτιμότατη όταν το ζώο είναι νεογέννητο ή οπωσδήποτε πολύ νέο. Επειδή είναι δύσκολο να βρεθούν ζώα για γούνα σε αριθμό ανάλογο με τις απαιτήσεις της αγοράς, τις τελευταίες δεκαετίες διαδόθηκε η εκτροφή διάφορων ειδών που εκτιμώνται κυρίως σε διάφορες χώρες της Ευρώπης και της Αμερικής: η εκτροφή αυτή, που στην Κίνα γινόταν από την αρχαιότητα, έχει σήμερα οργανωθεί συστηματικά σε πολλές χώρες.Τα ζώα για γούνα γενικά παγιδεύονται και σκοτώνονται χωρίς χρήση πυροβόλων όπλων, που θα κατέστρεφαν την ίδια τη γούνα, έπειτα το ζώο γδέρνεται. Το γδάρσιμο γίνεται με τρεις τρόπους: ανοιχτό, τραβηχτό και σε σάκο. Το πρώτο, που χρησιμοποιείται σε μεγάλα ζώα (τίγρεις, αρκούδες κλπ.) γίνεται με το χάραγμα μιας τομής στην κοιλιά του ζώου και άλλων στα πόδια. Το δεύτερο, το πιο συνηθισμένο, που χρησιμοποιείται για όλα τα μικρά ζώα (αλεπούδες, ερμίνες, νυφίτσες κλπ.) γίνεται με χαράγματα στα τέσσερα πόδια και στην ουρά και τράβηγμα του δέρματος προς το κεφάλι. Το τρίτο που γινόταν με τράβηγμα του δέρματος από το κεφάλι, δεν χρησιμοποιείται πλέον. Τα δέρματα, αφού ξεραθούν ή αλατιστούν, υποβάλλονται σε συστηματική επεξεργασία.

10 Η επεξεργασία ακολουθεί διάφορες φάσεις: το ξαναφρεσκάρισμα (βούτηγμα του δέρματος σε νερό για να ξαναπάρει την αρχική του ευκαμψία), το καθάρισμα που γίνεται με την πλήρη αφαίρεση των υπολειμμάτων κρέατος που απομένουν στο δέρμα (η εργασία αυτή μπορεί να γίνει με το χέρι ή με ειδικά μηχανήματα), το άργασμα, που έχει σκοπό να ποτίσει το δέρμα με φυτικές ή ορυκτές ουσίες που το κάνουν άσηπτο, το λάδωμα, που κάνει το δέρμα μαλακό, το σκούπισμα και έπειτα το ξελάδωμα για την αφαίρεση του υπερβολικού λαδιού. Έπειτα από αυτήν την κατεργασία μερικά δέρματα (βιζόν, αλεπού κ.ά.) είναι έτοιμα για χρησιμοποίηση. Άλλα, αντίθετα, χρειάζονται περισσότερη επεξεργασία η οποία γίνεται με το βάψιμο (του οποίου προηγείται στάρωμα), την αφαίρεση των άγριων τριχών και το ξύρισμα. Το τελευταίο γίνεται με ειδικό μηχάνημα που κόβει τις τρίχες στο ίδιο ύψος. Οι τρίχες αφαιρούνται καθώς κόβονται με αναρροφητική σκούπα. Μερικές φωτογραφίες απο τι διαδικασία επεξεργασίας:

11 Εκτροφεία μινκ στη Σιάτιστα eao

12

13

14

15 Brow n Blue Iris Blac k Blackglam a

16 Ιστορία της γούνας Ο άνθρωπος χρησιμοποιούσε από την προϊστορική εποχή, δέρματα για να προφυλαχτεί από το κρύο. Στην αρχαϊκή εποχή, στην Αίγυπτο ήταν διαδεδομένη η χρήση δερμάτων λεοπάρδαλης που τα έριχναν στον ώμο και τα οποία αργότερα έγιναν διακριτικό ορισμένων ιερατικών τάξεων. Στη Μεσοποταμία οι πρώτες μορφές ένδυσης ήταν με δέρματα κατσίκας ή προβάτου, ενώ οι Σουμέριοι με δέρματα έφτιαχναν διάφορα καλύμματα του κεφαλιού. Από το πρώτο μισό της δεύτερης χιλιετίας π.Χ. τα δέρματα δεν αποτελούσαν πια και για πολύ καιρό στοιχείο του κανονικού ντυσίματος, αλλά προορίζονταν για τους άρχοντες και αφιερώνονταν στους θεούς. Αργότερα ξαναπαρουσιάστηκαν στην ενδυμασία μερικών αρχαίων λαών.Μετά τη συντριβή της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και ίσως με την επίδραση των βαρβαρικών φύλων που κατέβηκαν από τα βόρεια, οι άνθρωποι που εργάζονταν στην ύπαιθρο χρησιμοποιούσαν δέρματα για να προφυλάσσονται από το κρύο. Την εποχή του Καρλομάγνου, ο οποίος στις επίσημες τελετές φορούσε μεγαλοπρεπείς μανδύες φοδραρισμένους ή γαρνιρισμένους με ερμίνα ή αλεπού, η γούνα έγινε μέρος της βασιλικής στολής και πήρε τη θέση της μεταξύ των κοσμημάτων πολυτελείας. Η χρήση της διαδόθηκε παντού και ενώ τα πιο ακριβά γουναρικά έμεναν προνόμιο της αυλής και των ευγενών, ο λαός χρησιμοποιούσε δέρματα γάτων, σκύλων ή το πολύ προβάτων. Τον 13o αι. στην Ιταλία, και ιδιαίτερα στη Βενετία, οι ευγενείς και οι δικαστές φορούσαν τόγκα φοδραρισμένη με γούνα. Με την αύξηση της ζήτησης γουναρικών, το εμπόριό τους εξαπλώθηκε σε όλη την Ευρώπη και σημειώθηκαν μεγάλες πρόοδοι στην κατεργασία και στο βάψιμο. Τον 15o αι. επικρατούσε η γούνα με μακριά τρίχα για το γαρνίρισμα ενδυμάτων, ενώ τον 16o αι. χρησιμοποιούσαν τη γούνα σχεδόν αποκλειστικά για το γαρνίρισμα αντρικών ενδυμάτων. Τον επόμενο αιώνα παρουσιάστηκε το μανσόν, που έπαιρνε διαρκώς μεγαλύτερες διαστάσεις ώσπου έφτασε στις υπερβολές του 18ου αι. και έγινε απαραίτητο στοιχείο της κομψότητας. Toν 19o αι. παρουσιάστηκαν οι πρώτες γυναικείες κοντές κάπες από σκονξ και μαλακές γούνες για φοδράρισμα αντρικών παλτών. Αφού παράκμασε κατά τα τέλη του 19ου αι., η μόδα της γούνας ξαναγύρισε στις αρχές του περασμένου αιώνα ως σύμβολο της γυναικείας κομψότητας.

17 Κατά το 1920 ήταν ιδιαίτερα της μόδας οι αλεπούδες (ρενάρ αρζαντέ και ρενάρ μπλε) και το βιζόν. Αργότερα, μεγάλη ζήτηση είχαν το αστραχάν σε διάφορους χρωματισμούς, η τσιντσιλά, η ερμίνα, η λεοπάρδαλη, το λουτρ και το καστόρι. Από τα τέλη του 20ού αι. έχουν αναπτύξει δράστηριότητα σε όλο τον κόσμο ομάδες ακτιβιστών για την προστασία ζώων που απειλούνται με εξαφάνιση ή γίνονται θύματα σκληρών βασανιστηρίων με σκοπό το κέρδος. Η οργάνωση WWF (World Wide Fund for Nature) ιδιαίτερα, έχει επιτύχει τη σύναψη διεθνών συνθηκών για τον έλεγχο και την παρακολούθηση των εισαγωγών και εξαγωγών γούνας Συγκεκριμένα δεν επιτρέπεται η διακίνηση γούας ακόμη και μεταξύ των πολιτειών των ΗΠΑ εάν προηγουμένως δεν αποδειχθεί ότι προέρχονται από είδη που δεν βρίσκονται υπό προστασία ή υπό κίνδυνο εξαφάνισης. Στην Ελλάδα από τη βυζαντινή εποχή και την εποχή της τουρκοκρατίας η επεξεργασία γουναρικών ήταν ανεπτυγμένη στη Μακεδονία και ιδιαίτερα στην Καστοριά. Το 1971 από τους κατ. της Καστοριάς με την επεξεργασία της γούνας ασχολούνταν άτομα έναντι των 530 σε όλη την υπόλοιπη Ελλάδα. Ακόμα και σήμερα παροικίες Καστοριανών, κατέχουν σημαντική θέση στην επεξεργασία και στο εμπόριο γουναρικών στο Παρίσι, στη Νέα Υόρκη κ.α. Από τις γούνες με τη μεγαλύτερη ζήτηση είναι και η τσιντσιλά (Νότια Αμερική). Ένας από τους πλέον περιζήτητους τύπους γούνας, το φυσικό καστόρι (Καναδάς - Σιβηρία). Τύπος γούνας με μεγάλη ζήτηση είναι το αστραχάν Μπουχάρας (Ασία). Ένας από τους διάφορους τύπους γούνας, το βιζόν τουρκαλίν (Καναδάς). Γούνα κόκκινης αλεπούς (Ευρασία). Γκρι περσικό (Ιράν), τύπος γούνας με μεγάλη ζήτηση. Τύπος γούνας πτι-γκρι (Σιβηρία). Γούνα μεξικανικού λεόπαρδου (Νότια Αμερική). Γκρι γούνα μπράιτσβαντς (Ιράν). Μία από τις φάσεις της επεξεργασίας της γούνας βιζόν είναι το κόψιμο των διαφόρων κομματιών από ειδικούς τεχνίτες. Το ράψιμο των διαφόρων κομματιών μιας γούνας βιζόν. Μέλη οργανώσεων για την προστασία των ζώων διαδηλώνουν γυμνοί με ένα πανό που γράφει «Καλύτερα γυμνοί παρά να φοράμε γούνες» (Αμβούργο, 1995).

18 Η παράδοση με μια ματιά Η επεξεργασία και το εμπόριο γούνας ξεκινά στη Σιάτιστα, στο τέλος του 16ου αιώνα. Στην πορεία, η δραστηριότητα του κλάδου ταυτίζεται με την οικονομική ζωή της πόλης. Παράλληλα, παρατηρείται αύξηση της ζήτησης γιατί, εκτός από την προστασία από το κρύο, η κατοχή γούνας καθιερώνεται ως ένδειξη κοινωνικής ανάδειξης. Οι γουνοποιοί Σιάτιστας και Καστοριάς εισάγουν πρώτη ύλη από το εξωτερικό και εξάγουν έτοιμα γουναρικά σε ολόκληρη την Ευρώπη. Σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη του κλάδου έχουν οι Τούρκοι. Επί τουρκοκρατίας αναπτύσσονται πολλές βιοτεχνίες, κυρίως στις πόλεις που ζουν Τούρκοι στρατιωτικοί και τιτλούχοι. Επιχειρήσεις εμφανίζονται σε Κοζάνη, Θεσσαλονίκη, Διδυμότειχο, Αδριανούπολη, Φιλιππούπολη, Καλλίπολη, Χίο και Ιωάννινα. Οι γουνοποιοί οργανώνονται σε ισχυρές συντεχνίες, τα λεγόμενα «σινάφια» ή «ρουσφέτια». Η αναπόφευκτη κάμψη στη ζήτηση έρχεται στα τέλη του 18ου αιώνα, όταν τα γουναρικά αντικαθίστανται σταδιακά από φθηνά ευρωπαϊκά υφάσματα. Η επιβίωση της δραστηριότητας σε Σιάτιστα και Καστοριά οφείλεται στο γεγονός ότι οι τοπικές βιοτεχνίες κατάφεραν να γίνουν ανταγωνιστικές και σταθερά εξαγωγικές. Αλματώδης εξέλιξη παρατηρείται μετά το Κατά κανόνα οφείλεται στην τελειοποίηση των τεχνικών και στο μεράκι των γουνοποιών. Στο πέρασμα του χρόνου, έχουν χρησιμοποιηθεί για την κατασκευή γούνας δέρματα από τουλάχιστον τριάντα διαφορετικά ζώα, από νυφίτσες, κάστορες και κουνάβια έως κατσίκια, γάτες και πάνθηρες... Μεράκι, φαντασία και ποιότητα ! ! ! Κάθε γούνινο κομμάτι που κατασκευάζεται στη Σιάτιστα αποτελεί πρόκληση για τη φαντασία. Η πολύχρονη πείρα, η άρτια επεξεργασία, ο σύγχρονος σχεδιασμός και η ποικιλία των συνδυασμών και των χρωμάτων, δημιουργούν μοναδικά γούνινα κομμάτια που αναδεικνύουν αυτόν που τα φοράει και το δημιουργό του. Η διεθνής εκτίμηση και ζήτηση για τα γουναρικά της Σιάτιστας είναι αποτέλεσμα όλων αυτών των στοιχείων και έχουν αναδείξει την περιοχή εδώ και πολλά χρόνια σε διεθνές κέντρο γούνας. Οι γουνοποιοί στη Σιάτιστα ακολουθούν την παραδοσιακή μορφή επεξεργασίας χωρίς να παραβλέπουν τις τάσεις του σύγχρονου σχεδιασμού που διαμορφώνει τη ζήτηση των προϊόντων αλλά πάντα με γνώμονα τη φαντασία, το μεράκι και τη σχολαστικότητα που τους διακρίνει εδώ και τέσσερις αιώνες. Κλασική και συγχρόνως μοντέρνα, διατηρεί την μοναδική της ταυτότητα που την κάνει να ξεχωρίζει στη διεθνή αγορά. Στη Σιάτιστα η γούνα μετατρέπεται στα έμπειρα χέρια των τεχνιτών σε κόσμημα ! ! !

19 Fur in Siatista: Μοναδική επίδειξη γούνας (βίντεο)

20 ΠΡΩΤΗ ΕΚΘΕΣΗ ΓΟΥΝΑΣ ΣΤΗΝ ΣΙΑΤΙΣΤΑ ew

21 Ακολουθεί φωτογραφικό υλικό

22

23

24

25

26

27

28

29

30

31

32

33

34

35

36

37

38

39

40

41

42 Ήταν η εργασία του group 1 για τα βιζόν... 20/01/2014


Κατέβασμα ppt "ΒΙΖΟΝ (mink) Το βιζόν ή αλλιώς μινκ είναι σαρκοφάγο θηλαστικό της οικογένειας των Μουστελιδών. Εχει σώμα μακρόστενο, μήκους 40-50 εκ., με ουρά που μπορει."

Παρόμοιες παρουσιάσεις


Διαφημίσεις Google