Η παρουσίαση φορτώνεται. Παρακαλείστε να περιμένετε

Η παρουσίαση φορτώνεται. Παρακαλείστε να περιμένετε

ΜΕΛΗ ΟΜΑΔΑΣ Αγγελακοπούλου Κων/να Ανδρεωσάτου Μιρέλα Ανυφαντή Τριανταφυλλιά Ζαγγανά Ελευθερία Ζαγγανά Παναγιώτα Ζαγγανά Φωτεινή ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ κ.

Παρόμοιες παρουσιάσεις


Παρουσίαση με θέμα: "ΜΕΛΗ ΟΜΑΔΑΣ Αγγελακοπούλου Κων/να Ανδρεωσάτου Μιρέλα Ανυφαντή Τριανταφυλλιά Ζαγγανά Ελευθερία Ζαγγανά Παναγιώτα Ζαγγανά Φωτεινή ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ κ."— Μεταγράφημα παρουσίασης:

1 ΜΕΛΗ ΟΜΑΔΑΣ Αγγελακοπούλου Κων/να Ανδρεωσάτου Μιρέλα Ανυφαντή Τριανταφυλλιά Ζαγγανά Ελευθερία Ζαγγανά Παναγιώτα Ζαγγανά Φωτεινή ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ κ. Πλάκας Ηλίας ΤΑΞΗ: Α΄ΛΥΚΕΙΟΥ ΣΧΟΛ. ΕΤΟΣ:

2 ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ 1. Εισαγωγή 2. Αρχαίος κόσμος και αρχαία Ολυμπία 3. Παρθενώνας 4. Μυκήνες 5. Μυκηναϊκοί τάφοι 6. Δίσκος Φαιστού 7. Μηχανισμός Αντικυθήρων 8. Αρχαίο Θέατρο Δωδώνης 9. Ευπαλίνειο Όρυγμα 10. Η Πύλη του Ατρέα 11. Ο Κολοσσός της Ρόδου 12. Ο ναός της Αρτέμιδας στην Έφεσο 13. Το Κάστρο των Ιωαννίνων

3 ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ Το μεγαλείο της αρχαίας ελληνικής αρχιτεκτονικής ανάγεται στην αρχαϊκή εποχή ( π.Χ) και στην κλασική εποχή ( π.Χ), κατά την οποία σημειώθηκαν τα υψηλά επιτεύγματα του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού. Καλλιτεχνικό κέντρο της εποχής αποτελεί η δημοκρατική Αθήνα και αντιπροσωπευτικά δείγματα της κλασικής αρχιτεκτονικής είναι τα μνημεία της Ακρόπολης των Αθηνών. Η τέχνη της αρχαϊκής περιόδου είναι αυτή που ακολουθεί τους γεωμετρικούς χρόνους και χαρακτηρίζεται ως «ανατολίζουσα», επειδή άφθονα στοιχεία από την τέχνη των λαών της ανατολής την επηρεάζουν. Έργα της αρχαϊκής τέχνης έχουμε από το 625 έως το 480 π.Χ. Ο μεγαλύτερος αριθμός αρχιτεκτονικών κατασκευών είναι ναοί οι οποίοι τα αρχαϊκά χρόνια ήταν στην αρχή με ξύλινο σκελετό και στη συνέχεια αρχίζουν να χτίζονται από πέτρα και ειδικά από μάρμαρο.

4 Οι πιο σημαντικοί από τους αρχιτέκτονες της αρχαϊκής και της κλασικής περιόδου είναι ο Ικτίνος, ο Καλλικράτης, ο Απολλόδωρος ο Δαμασκηνός, ο Ανδρόνικος ο Κυρρήστης, ο Δημοκόπος ο Μύριλλος, ο Αρισταίνετος, ο Ιππόδαμος ο Μιλήσιος και ο Ερμογένης. Με βάση τα υπάρχοντα ιστορικά στοιχεία, ο Καλλικράτης μαζί με τον Ικτίνο ήταν οι δύο περίφημοι αρχιτέκτονες του δεύτερου μισού του 5ου π. Χ. αιώνα, του «χρυσού αιώνα του Περικλή». Οι ναοί και τα έργα που κατασκεύασαν ήταν μεγάλα σε σημασία και τελειότητα. Ο Καλλικράτης, σύμφωνα με τον Πλούταρχο, συνεργάστηκε με τον Ικτίνο για την ανέγερση του Παρθενώνα, του σπουδαιότερου αρχαιοελληνικού ναού. Ακόμα, εργάστηκε μεταξύ των ετών 460 και 450 π. Χ. στην ανέγερση των Μακρών Τειχών και επίσης τού αποδίδονται και άλλα μεγάλα έργα της αρχαίας Αθήνας όπως η επιδιόρθωση τμήματος των περιφερειακών τειχών της πόλης, η ανοικοδόμηση ναού αφιερωμένου στην Άπτερο Αθηνά Νίκη στην Ακρόπολη και ίσως του Ερεχθείου.

5 Ο Ικτίνος υπήρξε σύγχρονος και στενός φίλος του μεγάλου γλύπτη Φειδία. Εκτός από την κατασκευή του Παρθενώνα, στον Ικτίνο αποδίδονται η κατασκευή του ναού του Επικούρειου Απόλλωνα στις Βάσσες της Πελοποννήσου, όπως αναφέρει ο Παυσανίας και του Τελεστηρίου της Δήμητρας στην Ελευσίνα. Ακόμα, σύμφωνα με τον Βιτρούβιο, ο Ικτίνος συνέγραψε μαζί με τον Κάρπιο την τεχνική μελέτη «για τον Δωρικό ναό της Αθηνάς στην Αθήνα». Οι δύο αρχιτέκτονες - και ειδικά ο Ικτίνος – κατείχαν πολύ ειδικές γνώσεις που την εποχή εκείνη διδάσκονταν μόνο στις Σχολές Μυστηρίων. Έτσι, πιστεύεται ότι ο Ικτίνος και ο Καλλικράτης μπορεί να έλαβαν αυτές τις ιδιαίτερες γνώσεις μαθηματικών, αστρονομίας και της σφαιρικότητας της γης από τον θεσμό των Μυστηρίων, στον οποίο πρέπει να είχαν μαθητεύσει.

6 Δηλαδή είναι πολύ πιθανό να είχαν μυηθεί στα Μυστήρια της Αιγύπτου, της Ελλάδας ή σε άλλα και μετά να εφάρμοσαν αυτές τις μυστικές, μυητικές, αρχαίες γνώσεις στην κατασκευή των ναών τους. Το σίγουρο πάντως είναι ότι οι ναοί που κατασκεύασαν είναι φτιαγμένοι σαν μια μικροσκοπική εικόνα της ουράνιας Αιγύπτου, ενώνοντας έτσι ορατό και αόρατο με την κατασκευή των Πυραμίδων που φαίνεται να φέρουν παρόμοια σημάδια τελειότητας με αυτά του Παρθενώνα. Γι΄ αυτό πολλοί αρχαίοι πίστευαν ότι η γνώση των Αρχαίων Ελλήνων γύρω από τα μαθηματικά προέρχονταν από τη γνώση των Αιγύπτιων στον τομέα αυτό. Συγκεκριμένα ο Αριστοτέλης στα «Μεταφυσικά» του αναφέρει: «Έτσι η επιστήμη των μαθηματικών προήλθε από την γειτονική Αίγυπτο, επειδή εκεί η τάξη των ιερέων είχε αυτήν την ασχολία».

7 Συμπερασματικά η αρχιτεκτονική στα πρώιμα στάδιά της επηρεαζόταν από την εμπειρία, και γι΄ αυτόν το λόγο ονομάστηκε «εμπειρική», αργότερα όμως ασχολήθηκαν με αυτή άτομα που κατείχαν εξειδικευμένες γνώσεις και συνέλαβαν την αρχιτεκτονική όπως και τις άλλες τέχνες σχεδόν με τη μορφή επιστήμης. Έτσι μπορούμε να την χαρακτηρίσουμε σε αυτό το στάδιο «πρακτική». Οι αρχαίοι Έλληνες σημειώνοντας πρόοδο στο χώρο της Μηχανικής και της Τεχνολογίας καταδεικνύουν με τα επιτεύγματά τους, ότι η σημερινή εξέλιξη της τεχνολογίας δεν οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στη βιομηχανική επανάσταση. Οι αρχαίοι Έλληνες έβαλαν κι εδώ τα θεμέλια. Ορισμένα από τα επιτεύγματα της Μηχανικής στην Αρχαία Ελλάδα είναι:

8 Αρχαίος κόσμος και αρχαία Ολυμπία Στη Μεσοελλαδική Περίοδο, η Ολυμπία αποτέλεσε χώρο λατρείας χθόνιων θεοτήτων, όπως εξάλλου, δείχνει και το όνομα του γειτονικού Κρόνιου λόφου, που ήταν αφιερωμένος στο θεό Κρόνο, κρητικής προέλευσης. Την εποχή των Αχαιών, ο Κρόνος εκθρονίστηκε από το Δία και η Γη από την Ήρα. Λίγο αργότερα, ο ανατολίτης Πέλοπας νίκησε σε αρματοδρομία τον Αιτωλό Οινόμαο, και αφού έδωσε το όνομά του στην Πελοπόννησο, λατρεύτηκε σαν θεός. Το Πελόπειο, ο ναός που ανάγειραν αργότερα προς τιμή του, είναι το αρχαιότερο μνημείο της Ολυμπίας. Η αρχή των Ολυμπιακών Αγώνων χάνεται στους μυθικούς χρόνους. Θεοί και ήρωες, όπως ο 'Αρης, ο Ερμής, ο Πέλοπας, που η προετοιμασία της αρματοδρομίας του αναπαριστάται στο ανατολικό αέτωμα του ναού του Δία, είναι αυτοί που πρώτοι αγωνίστηκαν στον ιερό στίβο. Αργότερα, κατά την παράδοση, ο Ηρακλής χάραξε τον ιερό περίβολο και όρισε τους Ολυμπιακούς Αγώνες.

9 Λέγεται ότι οι πρώτοι αγώνες έγιναν το 776 π.Χ., όταν είχε ήδη γίνει η κάθοδος των Δωριέων και η λατρεία του Δία είχε αρχίσει να διαδίδεται. Ο βασιλιάς της Ήλιδας, 'Ιφιτος, καθιέρωσε να γίνονται οι αγώνες κάθε τέσσερα χρόνια, με τη συμμετοχή αθλητών από πόλεις της κυρίως Ελλάδας και αργότερα της Ιωνίας και της Σικελίας. Διαρκούσαν τέσσερις μέρες και τα αγωνίσματα, στην αρχή λιγότερα, έφτασαν τον 5ο αι. π.Χ. τα δεκατρία. Το βραβείο ήταν ένα στεφάνι ελαίας, πόθος κάθε αθλητή και κάθε ελληνικής πόλης, και συμβόλιζε την ευγενική άμιλλα. Ο Δίας μόνο τον 5ο αι. π.Χ. απέκτησε ναό και έμεινε ως μόνος κύριος του ιερού. Τα ιερά του Πέλοπα, του Οινόμαου, της Ιπποδάμειας, το Πρυτανείο, ο βωμός της Εστίας, όπου στολίζονταν οι νικητές, και το Φιλιππείο, αποτελούσαν το πάνσεπτο τμήμα του ιερού. Οι Ολυμπιακοί Αγώνες γνώρισαν μεγάλη ακμή οπό τον 6ο ως τον 4ο αι. π.Χ. Χάρη στην ιερή εκεχειρία, οι πόλεις-κράτη ξεχνούσαν για λίγο τις διχόνοιές τους και ο ελληνισμός συνειδητοποιούσε την ενότητά του. Οι περιοδικές γιορτές που συνόδευαν τους αγώνες προσέδωσαν στην πόλη θρησκευτική αίγλη και δύναμη, που διατηρήθηκε ως τον 4ο αι. π.Χ.

10 Τμήμα από το ναό του Δία στην Ολυμπία

11 Από κει και πέρα, η παρακμή είναι αναμφισβήτητη. Οι αγώνες έχασαν τον ιερό τους χαρακτήρα και μετατράπηκαν σε αθλητικές εκδηλώσεις. Με την υποταγή της Ελλάδας στους Ρωμαίους τα ταμεία του ιερού λεηλατήθηκαν (74 π.Χ.) και έργο τέχνης μεταφέρθηκαν στη Ρώμη. Μικρή άνθηση σημειώθηκε την περίοδο που αυτοκράτορας ήταν ο Αδριανός, μετά όμως από αυτόν η Ολυμπία δεν ασκούσε πια ούτε θρησκευτικό ούτε πολιτικό ρόλο. Το πλήθος έτρεχε στις γιορτές από περιέργεια, αλλά δεν έδειχνε ούτε πίστη ούτε σεβασμό. Στην παρακμή συντέλεσαν και οι βαρβαρικές επιδρομές, όπως των Έρουλων (267 μ.Χ.), που προκάλεσαν μεγάλες καταστροφές στο ιερό. Οι αγώνες όμως εξακολουθούσαν να γίνονται ως το 393 μ.Χ., ένα χρόνο πριν από την έκδοση του αυτοκρατορικού διατάγματος του Θεοδοσίου του Μεγάλου, που απαγόρευσε τις ειδωλολατρικές γιορτές. Το 426 μ.Χ. ο Θεοδόσιος ο Β' διέταξε την καταστροφή των ειδωλολατρικών ναών και έτσι ο ναός του Δία καταστράφηκε με πυρκαγιά. Στα επόμενα χρόνια τα κτίρια ισοπέδωσαν σεισμοί, πυρκαγιές, λεηλασίες. Στα ερείπια, δυτικά του ναού του Δία, χτίστηκε παλαιοχριστιανική βασιλική με αρχαίο οικοδομικό υλικό. Στα Μεσαιωνικά Χρόνια μεγάλες πλημμύρες των δύο ποταμών κατάχωσαν ολόκληρο το αρχαίο ιερό.

12 Οι πρώτες σημαντικές ανασκαφές στο χώρο έγιναν το Μάιο του 1829 από μέλη της γαλλικής επιστημονικής αποστολής Μπλουέ και Ντιμπουά και αποκάλυψαν τη θέση του ναού του Δία. Το 1875, μια συμφωνία που επικύρωσε η Ελληνική Βουλή, εξουσιοδοτούσε το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο να αναλάβει τις ανασκαφές, οι οποίες, με κάποιες διακοπές, συνεχίζονται ως σήμερα. Αξιοθέατα αποτελούν: Στον αρχαιολογικό χώρο της Ολυμπίας, η επίσκεψη αρχίζει από την 'Αλτι στα Δ, όπου είναι το θεμέλια του ρωμαϊκού πρόπυλου. Το πρώτο κτίριο στα αριστερά είναι το Πρυτανείο. Χτίστηκε στα τέλη του 6ου αι. και τροποποιήθηκε πολλές φορές στη συνέχεια. Το τετράγωνο αυτό οικοδόμημα στέγαζε την ιερή εστία του Κοινού των Ηλέων, που έκαιγε μέρα-νύχτα. Εκεί γινόταν η τελετή για τη βράβευση των νικητών. Λίγο νοτιότερα ανασκάφηκαν τα θεμέλια του Φιλιππείου κτιρίου κυκλικού σχήματος, με ιωνικό περιστύλιο. Σύμφωνα με τον Παυσονία, άρχισε να το χτίζει ο Φίλιππος ο Β' της Μακεδονίας μετά τη μάχη της Χαιρώνειας (338 π.Χ.), το τελείωσε όμως ο Αλέξανδρος ο Μέγας. Στο εσωτερικό του σηκού υπήρχε μεγάλη βάση με πέντε χρυσελεφάντινα αγάλματα του Φιλίππου και της Ολυμπιάδας.

13 Τα ερείπια του Φιλιππείου

14 Στο ΒΑ του Φιλιππείου βλέπουμε τα ερείπια του Ηραίου, ενός από τους αρχαιότερους δωρικούς ναούς που γνωρίζουμε. Τα ερείπια του Ηραίου Ανεγέρθηκε από τους κατοίκους του Σκυλούντος στο τέλος του 7ου ή στις αρχές του 6ου αι. π.Χ. Τρεις ναοί διαδέχτηκαν ο ένας τον άλλο στο σημείο αυτό. Ο Παυσανίας αναφέρει την ύπαρξη δυο αγαλμάτων στο σηκό της Ήρας και του Δία, που δεν βρέθηκαν. Στα Ρωμαϊκά Χρόνια εδώ φυλάσσονταν τα σημαντικότερα αφιερώματα στο ιερό. Σε μια κόχη βρέθηκε το άγαλμα του Ερμή του Πραξιτέλη, με το μικρό Διόνυσο, και το κολοσσιαίο πέτρινο κεφάλι του αγάλματος της Ήρας.

15 Στα ανατολικά του Ηραίου διακρίνονται τα θεμέλια δυο βωμών και στα νοτιοδυτικά το Πελόπειο, το αρχαιότερο μνημείο της 'Αλτεως, στο οποίο τιμούνταν ο Πέλοπας με θυσία μαύρου κριαριού. Σήμερα σώζονται τα υπολείμματα ενός ακανόνιστου περιβόλου και έναν τύμβο. Το ημικυκλικό Νυμφαίο χτίστηκε (160 μ.Χ.) από τον Ηρώδη τον Αττικό σαν δεξαμενή νερού και στα ανατολικά του, σε ένα άνδηρο στους πρόποδες του Κρονίου ήταν οι θησαυροί δηλαδή μικροί ναΐσκοι γεμάτοι αναθήματα, χτισμένοι τον 6ο και 5ο αι. από διάφορες ελληνικές πόλεις. Από τους θησαυρούς σώζονται σήμερα μόνο τα θεμέλια. Εκεί βρίσκονται και οι ζάνες, οι βάσεις δηλαδή για δεκαέξι χάλκινα αγάλματα του Δία (4ου αι.), κατασκευασμένα από το πρόστιμα που οι αθλητές πλήρωναν αν είχαν δωροδοκήσει αντιπάλους τους. Στα πόδια του άνδηρου των θησαυρών ορθωνόταν το Μητρώο (ναός της Μητέρας των Θεών ή της Ρέας-Κυβέλης), δωρικός περίπτερος, 4ου αι. π.Χ., με πρόδομο και οπισθόδομο. Το 267 μ.Χ. με την επιδρομή των Έρουλων, ισοπεδώθηκε. Στα Ρωμαϊκά Χρόνια μετατράπηκε σε ναό του Αυγούστου και των Ρωμαίων αυτοκρατόρων τα αγάλματα των οποίων βρίσκονταν στο σηκό. Στα νοτιοανατολικά του Μητρώου ο Παυσανίας μνημονεύει το ναό της Ιπποδάμειας, γυναίκας του Πέλοπα. Ο ναός δεν υπάρχει πια.

16 Αμέσως μετά τους θησαυρούς είναι το Στάδιο. Ανάμεσα στην είσοδο του Ιπποδρόμου και εκείνη του Σταδίου απλωνόταν η Στοά της Ηχούς ή Ποικίλη, που άνοιγε κατευθείαν στην Άλτι. Η πρώτη από τις ονομασίες της οφείλεται στο ότι οι ήχοι επαναλαμβάνονταν, σύμφωνα με το μύθο, εφτά φορές και η δεύτερη στις τοιχογραφίες που τη διακοσμούσαν. Η Στοά αναγέρθηκε στο δεύτερο μισό του 4ου αι. π.Χ., σε τέτοιο σημείο, ώστε να συνδέει το Στάδιο με τον ιερό χώρο της Άλτεως, αποδεικνύοντας την άρρηκτη, τότε σχέση ανάμεσα στους Ολυμπιακούς Αγώνες και τη θρησκεία. Νοτιοανατολικά από τη Στοά ανασκάφηκαν τα ερείπια οικοδομικού συμπλέγματος, που σε πρώτη μορφή, ήταν ιερό της Εστίας ή Πρυτανείο των Πισατών (5ου αι. π.Χ.). Αργότερα όμως καλύφθηκε κατά το μεγαλύτερο μέρος από την κατοικία του Νέρωνα (67 μ.Χ.), ο οποίος συμμετείχε σε Ολυμπιακούς Αγώνες της εποχής του και είχε μάλιστα ανακηρυχθεί νικητής, αλλά όχι φυσικά με την αξία του. Στον ίδιο χώρο χτίστηκαν αργότερο λουτρά.

17 Το στάδιο στην Ολυμπία Η είσοδος του σταδίου για τους ελανοδίκες

18 Η είσοδος, η Κρυπτή, βρίσκεται στα ΝΑ των θησαυρών είναι καμαροσκέπαστη και από δω έμπαιναν στο Στάδιο οι ελλανοδίκες και οι αθλητές. Οι ανασκαφές Γερμανών αρχαιολόγων αποκάλυψαν όλο το στίβο, με το τέρμα και την αφετηρία του. Το διάστημα ανάμεσα στα δύο αυτά σημεία είναι 192,17 μ., που ορίζουν το μήκος του Ολυμπιακού Σταδίου. Σύμφωνα με το μύθο, το μήκος του Σταδίου το είχε πρώτος προσδιορίσει ο Ηρακλής, κάνοντας 600 κανονικά βήματα. Το Στάδιο μπορούσε να χωρέσει θεατές και δίκαια θεωρούνταν ένα από τα μεγαλύτερα της εποχής του. Είναι 4ου αι. π.Χ., με ελληνιστικές και ρωμαϊκές προσθήκες. Στα 155 μ.Χ. κατασκευάστηκε ο βωμός της Δήμητρας Χαμύνης, προς τιμή της Ρήγιλλας, γυναίκας του Ηρώδη του Αττικού. Οι συστηματικές ανασκαφές έφεραν στο φως μια ξύλινη εξέδρα απέναντι από το βωμό της Χαμύνης στο βόρειο τμήμα του Σταδίου, όπου πρέπει να είναι η «καθέδρα» των ελλανοδικών.

19 Κοντά στο Στάδιο ανασκάφηκε ναός του Δία, ο μεγαλύτερος και πλουσιότερος δωρικός ναός της Άλτεως. Χτιζόταν από το 470 ως το 456 π.Χ. Ήταν περιστοιχισμένος από μια σειρά με δεκατρείς κίονες στο πλάι και έξι στον πρόναο και στον οπισθόναο. Υπερήφανος και επιβλητικός, φτιαγμένος από κογχυλιάτη, ο ναός ήταν διακοσμημένος με θαυμάσια γλυπτικά συμπλέγματα και συνθέσεις, μερικά από τα οποία σώζονται ως σήμερα. Στο ανατολικό αέτωμα δέσποζε μια επίχρυση Νίκη. Στη βάση της ήταν στερεωμένη χρυσή ασπίδα, την οποία είχαν προσφέρει το 456 π.Χ. οι Λακεδαιμόνιοι, σε ανάμνηση της νίκης τους στην Τανάγρα, ενώ τρίποδες με επίχρυσους λέβητες αποτελούσαν τα γωνιακά ακρωτήρια. Στις ακόσμητες μετόπες στερέωσε το 146 π.Χ. ο Μόμμιος, 21 επιχρυσωμένες ασπίδες από τα λάφυρα της νίκης κατά των Αχαιών. Εκτός από τις θαυμάσιες παραστάσεις των αετωμάτων και τα πλούσια αναθήματα που στόλιζαν τον πρόναο, αυτό που ξεχώριζε ήταν βέβαια, το κολοσσιαίο άγαλμα του Δία, έργο του Φειδία, που ήταν στημένο στο σηκό του ναού.

20 Η ομορφιά του χρυσελεφάντινου αυτού αγάλματος, που κάηκε σε πυρκαγιά στην Κωνσταντινούπολη (475 μ.Χ.) όπου είχε μεταφερθεί, ήταν τέτοιο ώστε ο Παυσανίας να διηγείται το εξής περιστατικό: Όταν ο Φειδίας ολοκλήρωσε το έργο του, ζήτησε από το Δία ένα θεϊκό σημάδι, εάν το αποτέλεσμα τον είχε ικανοποιήσει, και ο Δίας έστειλε αμέσως έναν κεραυνό. Μπροστά από το άγαλμα, στο σηκό του ναού, υπήρχε μικρή δεξαμενή, στρωμένη με μαύρες πλάκες, όπου σύμφωνα πάντα με τον Παυσανία, κυλούσε το λάδι με το οποίο άλειφαν το άγαλμα για να μην καταστρέφεται. Εξίσου εντυπωσιακός ήταν και ο χρυσελεφάντινος θρόνος του αγάλματος, διακοσμημένος με γλυπτικές, ζωγραφικές παραστάσεις και πολύτιμους λίθους.

21 Τμήμα από τη μετόπη του ναού του Δία στην Ολυμπία. Παριστάνει τον Άτλα που βαστά τον ουράνιο θόλο και μπροστά του είναι ο Ηρακλής. Αριστερά βρίσκεται η θεά Αθηνά

22 Ο ναός κάηκε το 426 μ.Χ., ενώ μεγάλη καταστροφή υπέστη από τους σεισμούς του 6ου αι. μ.Χ., όπως φαίνεται από τους πεσμένους κίονες και τα διάσπαρτα στο χώρο κιονόκρανα. Μέσα στο ναό είναι ορατά τα ίχνη από την περίτεχνη διακόσμηση των μωσαϊκών δαπέδων. Μπροστά στα σκαλοπάτια που οδηγούν στο ναό διακρίνονται βάσεις από αγάλματα-αναθήματα, με γνωστότερη την τριγωνική βάση της Νίκης του Παιωνίου. Η Νίκη του Παιωνίου

23 Προχωρώντας νοτιοδυτικά από το ναό του Δία, έξω από τον ιερό χώρο της 'Αλτεως και το πρώτο οικοδόμημα είναι το Βουλευτήριο, που αποτελούνταν από δυο κύρια κτίρια που κατέληγαν σε αψίδα, 6ου και 5ου αι. π.Χ. Ανάμεσά τους υπήρχε αυλή ανοιχτή, με το άγαλμα του Ορκίου Διός στο κέντρο. Στην Ελληνιστική Περίοδο προστέθηκε μια ιωνική στοά, χάρη στην οποία συγκοινωνούσαν πλέον τα δυο όμοια κτίρια. Το Βουλευτήριο ήταν η έδρα της ολυμπιακής βουλής, όπου οι αθλητές έδιναν μπροστά στους ελλανοδίκες τον Ολυμπιακό Όρκο. Πέρα από το Βουλευτήριο απλώνονται ερείπια της Νότιας Στοάς έργα 4ου αι. π.Χ. Το Λεωνιδαίο, το μεγαλύτερο κτίριο της Ολυμπίας, όπου σώζονται μόνο τα θεμέλια, χτίστηκε στα μέσα του 4ου αι. π.Χ. από το Νάξιο Λεωνίδη, από τον οποίο πήρε το όνομά του. Χρησίμευσε ως ξενοδοχείο για τους επίσημους προσκεκλημένους των αγώνων. Ήταν τετράγωνο κτίριο, πλαισιωμένο από εξωτερική ιωνική κιονοστοιχία, με 138 κίονες, ενώ ολόγυρα βρίσκονταν τα διαμερίσματα, κλειστά ή με κιονοστοιχίες. Στο κέντρο υπήρχε αυλή που τη Ρωμαϊκή Εποχή μετέτρεψαν σε τεχνητή λίμνη με κήπους.

24 Βόρεια του ογκώδους Λεωνιδαίου σώζεται σε σχετικά καλή κατάσταση τρίκλιτη παλαιοχριστιανική βασιλική, χτισμένη στα θεμέλια του εργαστηρίου του Φειδία. Εδώ, σύμφωνα με τα ευρήματα των ανασκαφών, φιλοτέχνησε ο Φειδίας το περίφημο χρυσελεφάντινο άγαλμα του Δία. Μετά τον 5ο αι. π.Χ. το εργαστήριο του χρησίμευσε ως αποθήκη για ενδύματα, αγγεία με λάδι και αρώματα. Βορειότερα είναι τα ερείπια τετράγωνου κτιρίου 4ου αι π.Χ. με την παράξενη ονομασία Θεοκολεών. Εδώ κατοικούσαν οι ιερείς και οι μάντεις. Δίπλα ακριβώς αποκαλύφθηκαν τα ερείπια κτιρίου που οι αφιερώσεις προσδιορίζουν ως Ηρώο, ή ναό ηρωοποιημένου νεκρού Ελληνιστικής και Ρωμαϊκής Εποχής. Κοντά στην κοίτη του Κλαδέου διακρίνονται τα υπολείμματα εγκαταστάσεων θερμών λουτρών, από την Κλασική (5ος αι. π. Χ. ) ως τη Ρωμαϊκή Εποχή. Η εν μέρει αναστηλωμένη Παλαίστρα, χτισμένη στο τέλος του 3ου αι. π.Χ., ήταν ο χώρος όπου γυμνάζονταν οι αθλητές. Τετράγωνο οικοδόμημα με κεντρική εσωτερική αυλή και περιστύλιο με δωρικές κιονοστοιχίες, η Παλαίστρα διέθετε δωμάτια που χρησίμευαν σαν λουτρά, αποδυτήρια, χώρο διαμονής των αθλητών, εντευκτήρια ρητόρων και φιλοσόφων.

25 Η ανατολική πλευρά της παλαίστρας

26 Επίσης, εν μέρει αναστηλωμένο είναι και το Γυμνάσιο. Αποτελούνταν από δυο μακριές στοές, που πλαισίωναν μια ευρύχωρη πλατεία και χρησίμευε για την άσκηση των αθλητών ελαφρών αγωνισμάτων. Το Γυμνάσιο

27 Τοπογραφικό σχέδιο του αρχαιολογικού χώρου. 1. Πρυτανείον 2. Φιλιππείον 3. Hραίον 4. Πελόπιον 5. Νυμφαίον 6. Μητρώον 7. κρηπίδωμα των θησαυρών 8. Στάδιο 9. Στοά της Ηχούς 10. Νοτιοανατολικό κτίριο 11. οικία του Νέρωνος 12. Ναός του Διός 13. Βουλευτήριον 14. Νοτία Στοά 15. Θέρμες 16. Λεωνίδαιον 17. Ρωμαϊκοί ξενώνες 18. Εργαστήρια του Φειδία 19. Θεηκολεών 20. θέρμες του Κλαδέου 21. δεξαμενή 22. λουτήρες της κλασικής εποχής 23. Παλαίστρα 24. Γυμνάσιον 25. τείχος.

28 Παρθενώνας Ο Παρθενώνας, ναός χτισμένος προς τιμήν της Αθηνάς, προστάτιδας της πόλης της Αθήνας, υπήρξε το αποτέλεσμα της συνεργασίας σημαντικών αρχιτεκτόνων και γλυπτών στα μέσα του 5ου π.Χ. αιώνα. Η εποχή της κατασκευής του συνταυτίζεται με τα φιλόδοξα επεκτατικά σχέδια της Αθήνας και της πολιτικής κύρους που ακολούθησε έναντι των συμμάχων της κατά την περίοδο της αθηναϊκής ηγεμονίας στην Αρχαία Ελλάδα.

29 Ο Παρθενώνας αποτελεί το λαμπρότερο μνημείο της Αθηναϊκής πολιτείας και τον κολοφώνα του δωρικού ρυθμού. Η κατασκευή του ξεκίνησε το 448/7 π.Χ. και τα εγκαίνια έγιναν το 438 π.Χ. στα Μεγάλα Παναθήναια, ενώ ο γλυπτός διάκοσμος περατώθηκε το 433/2 π.Χ. Σύμφωνα με τις πηγές, οι αρχιτέκτονες που εργάστηκαν ήταν ο Ικτίνος, ο Καλλικράτης και πιθανόν ο Φειδίας, που είχε και την ευθύνη του γλυπτού διάκοσμου. Είναι ένας από τους λίγους ολομάρμαρους ελληνικούς ναούς και ο μόνος δωρικός με ανάγλυφες όλες του τις μετόπες. Πολλά τμήματα του γλυπτού διακόσμου, του επιστυλίου και των φατνωμάτων της οροφής έφεραν γραπτό διάκοσμο με κόκκινο, μπλε και χρυσό χρώμα. Χρησιμοποιήθηκε πεντελικό μάρμαρο, εκτός από το στυλοβάτη που κατασκευάστηκε από ασβεστόλιθο... Το μνημείο

30 Το πτερό είχε 8 κίονες κατά πλάτος και 17 κατά μήκος. Η τοποθέτηση των κιόνων είναι ασυνήθιστα πυκνή με αναλογία διαμέτρου κίονα και μετακιονίου διαστήματος 1:2,25 (πρβλ. την αναλογία 1: 2,32 στο ναό του Δία στην Ολυμπία και 1:2,65 στο ναό της Αφαίας στην Αίγινα). Στις στενές πλευρές υπήρχε και δεύτερη σειρά 6 κιόνων που δημιουργούσε την ψευδαίσθηση δίπτερου ναού. Μια άλλη ιδιομορφία ήταν η ύπαρξη ζωφόρου που περιέτρεχε το σηκό σε όλο του το μήκος και αποτελεί ίσως την πιο φανερή από τις ιωνικές επιδράσεις. Οι μετόπες της ανατολικής πλευράς απεικονίζουν τη Γιγαντομαχία. Στην δυτική παριστάνεται Αμαζονομαχία, στη νότια Κενταυρομαχία και στη βόρεια σκηνές από τον Τρωικό πόλεμο.

31 Η ζωφόρος απεικονίζει την πομπή των Παναθηναίων, την πιο μεγάλη θρησκευτική γιορτή των Αθηνών. Είχε 160 μέτρα μήκος και σχεδόν ένα μέτρο πλάτος. Υπάρχουν ενδείξεις πως η ζωφόρος ολοκληρώθηκε αφού οι λίθοι που την αποτελούσαν είχαν υψωθεί στο κτίριο. Αν και η ζωφόρος λαξεύτηκε από ένα μεγάλο αριθμό τεχνιτών, το συνολικό σχέδιο είχε εκπονηθεί από ένα μόνο καλλιτέχνη. Το όνομα αυτό δεν είναι γνωστό αλλά υποθέτουμε πως είναι ο Φειδίας ή ένας από τους μαθητές του.

32 Το θέμα της ζωφόρου είναι πρωτοποριακό, γιατί δεν διηγείται ένα μυθολογικό αλλά ένα πραγματικό γεγονός. Είναι η στιγμή της πομπής και της παράδοσης του πέπλου από τον λαό της Αθήνας στη προστάτιδα θεά Αθηνά. Στη δυτική πλευρά της ζωφόρου φαίνεται η ετοιμασία στον Κεραμεικό. Στην ανατολική πλευρά, όπου ήταν και η είσοδος του ναού παριστάνονταν η Αθηνά, ο Ζευς, η Ήρα και άλλοι θεοί, που ήρθαν να πάρουν μέρος στην πομπή και ανάμεσά τους εμφανίζεται παιδί που παραδίδει στον ιερέα τον πέπλο. Την σύνταξη, την πορεία και το τέρμα εκπροσωπούν 400 μορφές ανθρώπων και θεών, 200 μορφές ζώων, όπως πρόβατα, βόδια και άλογα. Η μεγάλη ποικιλία των παρισταμένων, η θελκτική σεμνότητα των παρθένων, η ελεύθερη και αβίαστη στάση των συνδιαλεγόμενων ανδρών, η ζωηρότητα των αλόγων, η δύναμη των δυστροπούντων βοδιών και τέλος η χάρη όλων των μορφών και των κινήσεων καθιστούν τη ζωφόρο, όχι μόνο αυθεντική ταινία της θρησκευτικής πομπής των Παναθηναίων και διαρκές μνημείο της δόξας των Αθηνών αλλά και αριστουργηματικό έργο του μεγάλου καλλιτέχνη του Παρθενώνα.

33 Στη δυτική πλευρά της ζωφόρου, που απεικονίζονται οι σκηνές προετοιμασίας, υπάρχει μία πλάκα, στην οποία υπάρχει μόνο ένας άνθρωπος και ένα άλογο. Τα χαρακτηριστικά τους είναι εξαιρετικά λεπτομερή και πιστεύεται ότι η πλάκα αυτή είναι έργο του ίδιου του Φειδία. Στη βόρεια πλευρά παρουσιάζονται μορφές όπως οι αποβάτες, οι μουσικοί, οι σκαφηφόροι, οι θαλλοφόροι, οι κανηφόροι και οι υδριαφόροι. Στο ανατολικό αέτωμα, πάνω από την είσοδο, παρουσιάζονταν η γέννηση της Αθηνάς. Στο δυτικό αέτωμα, αυτό που ήταν ορατό από τα Προπύλαια, βρισκόταν η διαμάχη Αθηνάς και Ποσειδώνα για την κατοχή της αττικής γης. Η Αθηνά πρόσφερε το δέντρο της ελιάς και ο Ποσειδώνας έκανε να αναβλύσει θαλασσινό νερό από τον βράχο. Άνθρωποι και θεοί αποφάσισαν πως η Αθηνά είχε κάνει το καλύτερο δώρο και έτσι έγινε αυτή η προστάτιδα θεά της πόλης. Στο εσωτερικό υπήρχε δίτονη (διώροφη) δωρική κιονοστοιχία σχήματος «Π», που δημιουργούσε ένα υπερώο, από το οποίο οι επισκέπτες μπορούσαν να θαυμάσουν από διάφορα σημεία το χρυσελεφάντινο άγαλμα της Αθηνάς.

34 Στον οπισθόδομο φυλασσόταν ο θησαυρός, δηλαδή τα πολύτιμα αφιερώματα της Αθηνάς. Η οροφή του στηριζόταν σε τέσσερις ιωνικούς κίονες. Η στέγη ολόκληρου του ναού, μαζί με τους στρωτήρες, τους καλυπτήρες και τα ακροκέραμα, ήταν μαρμάρινη, αλλά στηριζόταν σε μεγάλες ξύλινες δοκούς. Παρθενώνας, δυτική πλευρά

35 Ο Παρθενώνας παρουσιάζει τέλεια αρμονικές αναλογίες μέχρι την παραμικρή του λεπτομέρεια· μολονότι ο ναός αυτός ήταν μεγαλύτερος από τους άλλους δωρικούς ναούς της εποχής του (με 8x17 κίονες, αντί για 6x13 που συνηθίζονταν τον 5ο αι. π.Χ.), οι αναλογίες του ήταν τόσο αρμονικές, ώστε να του προσδίδουν εκπληκτική ομοιογένεια μορφής, μνημειώδη μεγαλοπρέπεια και πρωτοφανή χάρη σε σύγκριση με τους πιο βαρείς δωρικούς προκατόχους του. Στη φήμη του ναού συνέτειναν και οι ασύλληπτες εκλεπτύνσεις, οι αδιόρατες αποκλίσεις από την κατακόρυφο και την οριζόντια κατεύθυνση και οι αρμονικές αναλογίες. Ο στυλοβάτης παρουσίαζε ελαφρά τυμπανοειδή καμπύλωση, οι ραδινοί κίονες απέκλιναν από την κατακόρυφο προς το κέντρο του ναού και η συνολική σχεδίαση ήταν πυραμιδοειδής. Με αυτόν τον τρόπο επιτυγχανόταν μία κίνηση προς τα μέσα και προς τα πάνω που μετέτρεπε τον Παρθενώνα σε ένα παλλόμενο οργανικό σύνολο. Η ένταση των κιόνων (ένα ανεπαίσθητο «φούσκωμα» στο μεσαίο τμήμα τους) απέδιδε οπτικά το γεγονός ότι οι κίονες σήκωναν μεγάλο βάρος. Οι αναρίθμητες αυτές λεπτότητες σχεδιάστηκαν με μεγαλοφυή τρόπο και εκτελέστηκαν με απαράμιλλη μαθηματική ακρίβεια.

36 Ο Παρθενώνας στην ιστορία Τμήματα της ζωφόρου του Παρθενώνα που αφαιρέθηκαν από το Λόρδο Έλγιν

37 Λίγο-πολύ η ιστορική πορεία του Παρθενώνα ακολουθεί εκείνη της Ακρόπολης ως σύνολο, αν και οι περισσότερες μαρτυρίες επικεντρώνεται στο επιβλητικό κεντρικό μνημείο. Ναός της Αθηνάς πάνω στην Ακρόπολη αναφέρεται ήδη από τον Όμηρο τον 8ο αι. π.Χ. Ο παλιότερος αρχαιολογικά βεβαιωμένος ναός είναι ένας πώρινος ναός της Αθηνάς Πολιάδος, του οποίου τα θεμέλια βρέθηκαν ανάμεσα στο Ερέχθειο και το μεταγενέστερο Παρθενώνα και είναι σήμερα σκεπασμένα. Αυτός ο ναός χρονολογείται το αργότερο γύρω στο 525 π.Χ. Υπάρχει όμως και η άποψη ότι τότε επισκευάστηκε μόνο η ανωδομή του και ότι τα ίδια τα θεμέλια ανήκουν σε πρωιμότερη φάση, γύρω στο 570 π.Χ. Αυτός ο ναός καταστράφηκε το 480 π.Χ. από τους Πέρσες. Το 454 π.Χ. μας πληροφορούν όμως οι πηγές ότι μεταφέρθηκε στο σηκό αυτού του ναού το ταμείο της Αθηναϊκής Συμμαχίας από τη Δήλο, άρα θα πρέπει να ήταν επισκευασμένος και να λειτουργούσε. Το οριστικό τέλος αυτού του ναού δεν είναι γνωστό. Αναφορές στις πηγές ερμηνεύονται ως ενδείξεις ότι ήταν ακόμα σε χρήση το 406/5 π.Χ. Ο Παυσανίας πάντως δεν τον αναφέρει στην περιγραφή του της Ακρόπολης το 2ο αι. μ.Χ.

38 Σύμφωνα με μια αμφισβητούμενη θεωρία, ένας ναός της Αθηνάς Παρθένου στη θέση του κλασικού Παρθενώνα συνυπήρχε με το ναό της Αθηνάς Πολιάδος ήδη από το 560 π.Χ. περίπου. Σε κάθε περίπτωση,αμέσως μετά τη μάχη του Μαραθώνα αρχίζει να χτίζεται ο Παρθενώνας (Προπαρθενών Ι) το 490 π.Χ., έμεινε όμως ημιτελής, μέχρι το ύψος μερικών σπονδύλων των κιόνων του. Το π.Χ. καταστρέφεται από τους Πέρσες μαζί με τα άλλα μνημεία της Ακρόπολης. Μετά την επιστροφή των Αθηναίων στην πόλη οι σπόνδυλοι του κατεστραμμένου ναού χρησιμοποιήθηκαν ως οικοδομικό υλικό στο βόρειο τείχος της Ακρόπολης, όπου είναι μέχρι σήμερα ορατοί για τον επισκέπτη που κοιτάζει το βράχο από την πλευρά της οδού Αθηνάς και το Μοναστηράκι. Αμέσως μετά ο Κίμων ανέθεσε την κατασκευή ενός δεύτερου Παρθενώνα στον αρχιτέκτονα Καλλικράτη (Προπαρθενών ΙΙ). Και αυτό το εγχείρημα όμως έμεινε ημιτελές με το θάνατο του Κίμωνα το 450 π.Χ. Το 447/6 π.Χ. αρχίζει σύμφωνα με τις πηγές η λατόμευση μαρμάρου για ένα νέο, μεγαλύτερο Παρθενώνα, αυτόν που θα ολοκληρωθεί τελικά στα πλαίσια του οικοδομικού προγράμματος του Περικλή για την Αθήνα.

39 Σχεδιαστική αποκατάσταση του Παρθενώνα από τα βορειοδυτικά

40 Ο Παρθενώνας διατηρήθηκε άθικτος έως και τους Μακεδονικούς χρόνους. Αντίθετα, μάλιστα, μετά τον Γρανικό, στον Παρθενώνα αναρτήθηκαν ως τρόπαια χρυσές ασπίδες, λάφυρα της νίκης του Αλέξανδρου. Οι πρώτες καταστροφές έγιναν επί Λάχαρη, τον οποίο όρισε τύραννο των Αθηνών ο Κάσσανδρος, σύμφωνα με την αφήγηση του Παυσανία. Αυτός απέσπασε τις ασπίδες από τον Παρθενώνα, το χρυσάφι και τα κοσμήματα από το χρυσελεφάντινο άγαλμα της Αθηνάς. Καταστροφές υπέστη και ο οπισθόδομος του ναού, όταν τον χρησιμοποίησε ως προσωπικό του κατάλυμα ο Δημήτριος ο Πολιορκητής. Στους Ρωμαϊκούς χρόνους δεν καταγράφονται αλλαγές στον Παρθενώνα, που συνεχίζει να διατηρεί αναλλοίωτη τη φυσιογνωμία και την αίγλη του ακόμη και στους μεταχριστιανικούς αιώνες, παρόλο που επί εποχής Ιουστινιανού η πομπή των Παναθηναίων δεν ανέβαινε πια στον Παρθενώνα και είχε χαθεί πλέον κάθε λατρεία δημόσια ή ιδιωτική σύμφωνα με το Λατίνο ρήτορα Κλαύδιο Μαμερτίνο του 4ου αιώνα. Στους Βυζαντινούς χρόνους -αν και γλύτωσε ο Παρθενώνας την καταστροφή από τα διατάγματα του Θεοδόσιου Β'- έγινε η πρώτη μετατροπή του ναού σε χριστιανική εκκλησία της Αγίας Σοφίας, τα εγκαίνια της οποίας έγιναν επί αυτοκρατορίας Ιουστινιανού. Στον πρόναο προστέθηκε η αψίδα του ιερού.

41 Επί Φραγκοκρατίας ο περί τον Παρθενώνα χώρος γίνεται τόπος ενδιαίτησης του πρώτου Φράγκου άρχοντα των Αθηνών, Όθωνα ντε λα Ρος, ενώ η Ακρόπολη γίνεται η έδρα της φραγκικής βαρωνίας και το κέντρο του ιστορικού βίου της πόλης, σε σημείο που η Αθήνα είναι γνωστή πλέον ως Castellum Athenarum. Ο Παρθενώνας αποδίδεται στη Ρωμαϊκή εκκλησία και γίνεται ναός Λατινικός, τιμώμενος στο όνομα της Θεοτόκου. Στη Νοτιοδυτική γωνία προστέθηκε ένα κωδωνοστάσιο, που επί Τουρκοκρατίας έγινε μιναρές. Επί Ενετοκρατίας δεν παρατηρήθηκαν και δεν καταγράφτηκαν αλλαγές στο μνημείο. Από τις αφηγήσεις μεταγενέστερων περιηγητών, όπως ο Ιταλός νοτάριος Νικόλαος Μαρτόνης που επισκέφθηκε την Ακρόπολη το 1395 ή ο Κυριακός ο Αγκωνίτης που ταξίδεψε το1436 στην Αθήνα, έχουμε δύο περιγραφές του χριστιανικού Παρθενώνα. Ο πρώτος εκφραστής της μεσαιωνικής ιδεολογίας απορεί πως είναι δυνατόν να έχει χτιστεί ένα τόσο μεγάλο κτήριο ενώ ο δεύτερος, εκπρόσωπος της Ιταλικής Αναγέννησης, επικεντρώνεται στην ομορφιά των αρχαίων μνημείων.

42 Επί Τουρκοκρατίας η Ακρόπολη έπεσε στα χέρια των Τούρκων το 1458, οπότε και την επισκέφθηκε ο Μωάμεθ Β΄ ο Πορθητής. Ο ιερός βράχος έμεινε πλέον γνωστός με το όνομαΑτίνα Καλεσί, δηλαδή φρούριο των Αθηνών. Κατά τον 17ο αιώνα ο Παρθενώνας είναι πλέον τζαμί και έχει μιναρέ, που καταστράφηκε το Τζαμί, ωστόσο που δεν πληρούσε τις προδιαγραφές της ισλαμικής θρησκείας και για αυτό δεν έγινε ποτέ λατρευτικό τέμενος των Μωαμεθανών. Κατά την εκστρατεία του Φραγκίσκου Μοροζίνη κατά των Αθηνών το 1687, ο Παρθενώνας υπέστη και το μεγαλύτερο πλήγμα το βράδυ της 16ης Σεπτεμβρίου, όταν οβίδα τίναξε την πυριτιδαποθήκη που είχε εγκαταστήσει ο Αλή αγάς, διοικητής του φρουρίου στον ναό. Το μεγαλύτερο τμήμα του ναού προς την ανατολική του πλευρά κατέρρευσε. Έκτοτε και μέχρι να παραδοθεί το μνημείο στην αρχαιολογία λεηλατήθηκε συστηματικά κυρίως από τον Λόρδο Έλγιν, ενώ υπέστη σημαντικές καταστροφές κατά την περίοδο της ελληνικής επανάστασης του 1821 και την πολιορκία του βράχου από τον Κιουταχή Μπέη.

43 Μυκήνες Οι «Πολύχρυσες Μυκήνες», το βασίλειο του μυθικού Αγαμέμνονα, που πρώτος ύμνησε ο Όμηρος στα έπη του, είναι το σημαντικότερο και πλουσιότερο ανακτορικό κέντρο της Ύστερης Εποχής του Χαλκού στην Ελλάδα. Το όνομά τους έχει δοθεί σε έναν από τους λαμπρότερους πολιτισμούς της ελληνικής προϊστορίας, το μυκηναϊκό, και οι μύθοι που συνδέονται με την ιστορία τους διαπέρασαν τους αιώνες με τα ομηρικά έπη και τις μεγάλες τραγωδίες της κλασικής εποχής, ενώ ενέπνευσαν και συνεχίζουν να εμπνέουν παγκοσμίως την πνευματική δημιουργία και την τέχνη. Η μυθική παράδοση φέρει ως ιδρυτή των Μυκηνών τον Περσέα, γιο του Δία και της Δανάης, της κόρης του Ακρισίου, του βασιλιά του Άργους, απόγονου του Δαναού. Ο Παυσανίας (2.16.3) αναφέρει ότι ο Περσέας ονόμασε τη νέα πόλη Μυκήνες είτε επειδή εκεί έπεσε ο μύκης του ξίφους του είτε επειδή εκεί αποκαλύφθηκε μία πηγή με άφθονο νερό, η Περσεία πηγή, κάτω από τη ρίζα ενός «μύκητος», δηλαδή ενός μανιταριού. Σύμφωνα με το μύθο, οι απόγονοι του Περσέα βασίλεψαν στις Μυκήνες για τρεις γενιές, με τελευταίο τον Ευρυσθέα, που σκοτώθηκε χωρίς να αφήσει απογόνους, και έτσι οι κάτοικοι των Μυκηνών επέλεξαν ως βασιλιά τους τον Ατρέα, γιο του Πέλοπα και πατέρα του Αγαμέμνονα και του Μενέλαου.

44

45 Οι Μυκήνες ιδρύθηκαν ανάμεσα σε δύο ψηλούς κωνικούς λόφους, τον Προφήτη Ηλία (805 μ.) και τη Σάρα (660 μ.), πάνω σε χαμηλό ύψωμα που δέσποζε στην αργολική πεδιάδα και είχε τον έλεγχο των οδικών και θαλάσσιων επικοινωνιών. Η παλαιότερη ανθρώπινη δραστηριότητα στο χώρο τεκμηριώνεται από ελάχιστα κατάλοιπα λόγω των μεταγενέστερων οικοδομικών φάσεων και χρονολογείται στην 7η χιλιετία π.Χ., κατά τη νεολιθική εποχή. Η κατοίκηση ήταν συνεχής έως και τους ιστορικούς χρόνους, τα περισσότερα όμως μνημεία, που είναι ορατά σήμερα, ανήκουν στην εποχή ακμής του χώρου, την Ύστερη Εποχή του Χαλκού, μεταξύ του 1350 και του 1200 π.Χ. Στις αρχές της 2ης χιλιετίας υπήρχε ένας μικρός οικισμός πάνω στο λόφο καθώς και ένα νεκροταφείο στη νοτιοδυτική του πλευρά, με απλές ταφές σε λάκκους. Γύρω στο 1700 π.Χ. εμφανίσθηκαν ηγεμονικές και αριστοκρατικές οικογένειες, όπως διαπιστώνεται από τη χρήση μνημειωδών τάφων, πλούσια κτερισμένων και περικλεισμένων σε λίθινο περίβολο, που ονομάσθηκε Ταφικός Κύκλος Β. Η εξέλιξη αυτή συνεχίσθηκε στην αρχή της μυκηναϊκής περιόδου, γύρω στο 1600 π.Χ., οπότε οικοδομήθηκε ένα μεγάλο κεντρικό κτήριο στην κορυφή του λόφου, ένας δεύτερος λίθινος περίβολος, ο Ταφικός Κύκλος Α, καθώς και οι πρώτοι θολωτοί τάφοι. Όπως αποδεικνύουν τα ευρήματα, οι ηγεμόνες των Μυκηνών ήταν ισχυροί και συμμετείχαν σε ένα πολύπλοκο δίκτυο εμπορικών συναλλαγών με τις χώρες της Μεσογείου.

46 Η ανοικοδόμηση των ανακτόρων, που είναι ορατά σήμερα, άρχισε γύρω στο 1350 π.Χ., στην Υστεροελλαδική ΙΙΙΑ2 περίοδο. Τότε ξεκίνησε και η οχύρωση της ακρόπολης, στην οποία διακρίνονται τρεις φάσεις. Ο πρώτος περίβολος κτίσθηκε με το κυκλώπειο σύστημα επάνω στο βράχο. Εκατό χρόνια αργότερα, στην ΥΕ ΙΙΙΒ1 περίοδο, η οχύρωση μετακινήθηκε προς τα δυτικά και νότια και κτίσθηκε η Πύλη των Λεόντων, η μνημειακή είσοδος με τον προμαχώνα της. Στον τειχισμένο χώρο εντάχθηκαν το θρησκευτικό κέντρο και ο Ταφικός Κύκλος Α, που διαμορφώθηκε σε χώρο προγονολατρείας, με την ανύψωση του αρχικού επιπέδου του. Τότε είναι πιθανό ότι οικοδομήθηκε και ο θολωτός τάφος γνωστός ως «θησαυρός του Ατρέα», με τα τεράστια υπέρθυρα και την ψηλή κυψελοειδή θόλο. Γύρω στο 1200 π.Χ., στην ΥΕ ΙΙΙΒ-Γ περίοδο, μετά από εκτεταμένη καταστροφή, πιθανόν από σεισμό, κατασκευάσθηκε η επέκταση των τειχών προς τα βορειοανατολικά του λόφου ώστε να ενταχθεί στον τειχισμένο χώρο η υπόγεια κρήνη. Αλλεπάλληλες καταστροφές συνοδευόμενες από πυρκαγιές οδήγησαν στην οριστική εγκατάλειψη του χώρου γύρω στο 1100 π.Χ.

47 Μετά την κατάρρευση του ανακτορικού συστήματος και τη διάλυση της «Μυκηναϊκής Κοινής», ο λόφος παρέμεινε πενιχρά κατοικημένος ως την κλασική περίοδο. Στο διάστημα αυτό δημιουργήθηκαν στην περιοχή τοπικές ηρωικές λατρείες, που οφείλονταν στη φήμη των Μυκηνών, που τα ομηρικά έπη μετέφεραν σε όλο τον ελληνικό κόσμο, ενώ στην κορυφή του λόφου ιδρύθηκε ένας αρχαϊκός ναός αφιερωμένος στην Ήρα ή στην Αθηνά. Το 468 π.Χ., μετά τους μηδικούς πολέμους στους οποίους συμμετείχε η πόλη, το Άργος την κατέκτησε και κατεδάφισε τμήματα της οχύρωσής της. Αργότερα, κατά την ελληνιστική περίοδο, οι Αργίτες ίδρυσαν στο λόφο μία «κώμη», επισκευάζοντας τα προϊστορικά τείχη και τον αρχαϊκό ναό και κτίζοντας ένα μικρό θέατρο πάνω από το δρόμο του θολωτού τάφου της Κλυταιμνήστρας. Τους επόμενους αιώνες η κωμόπολη παρέμεινε σχεδόν εγκαταλελειμμένη και ήταν ήδη ερειπωμένη όταν την επισκέφθηκε ο Παυσανίας το 2ο αι. μ.Χ.

48 Τα κυκλώπεια τείχη της μυκηναϊκής ακρόπολης, όμως, παρέμεναν ορατά στο πέρασμα των αιώνων και αποτέλεσαν πόλο έλξης πολλών περιηγητών και αρχαιοφίλων, που δεν δίστασαν να λεηλατήσουν το χώρο κατά τον 18ο και 19ο αιώνα, επωφλούμενοι από την αδιαφορία και τη φιλαργυρία των Τούρκων. Το 1837, μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας, οι Μυκήνες τέθηκαν υπό την αιγίδα της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, η οποία μέχρι σήμερα πραγματοποιεί έρευνες στο χώρο.

49 Το 1941 ο αντιπρόσωπός της, Κ. Πιττάκης, καθάρισε την Πύλη των Λεόντων και το 1876 ο Ερρίκος Σλήμαν, ύστερα από μικρές δοκιμαστικές τομές το 1874, ξεκίνησε τη μεγάλη του ανασκαφή, που αποκάλυψε τους πέντε τάφους του Ταφικού Κύκλου Α, υπό την επίβλεψη του Π. Σταματάκη, ο οποίος συνέχισε τις εργασίες το διάστημα , αποκαλύπτοντας και τον έκτο τάφο. Στη συνέχεια, ανασκαφές στα ανάκτορα και στα νεκροταφεία πραγματοποίησαν οι Χ. Τσούντας ( ), Δ. Ευαγγελίδης (1909), G. Rosenwaldt (1911), Α. Κεραμόπουλος (1917), και A.J.B. Wace ( , 1939, ). Παράλληλα, οι Ι. Παπαδημητρίου και Γ. Μυλωνάς της Αρχαιολογικής Εταιρείας ανέσκαψαν τον Ταφικό Κύκλο Β και οικίες, κατά τα έτη , ενώ ο Γ. Μυλωνάς μαζί με το Ν. Βερδελή της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, ανέσκαψαν τμήματα του οικισμού.

50 Οι ανασκαφές της Βρετανικής Αρχαιολογικής Σχολής, υπό την επίβλεψη του λόρδου W. Taylour αποκάλυψαν το θρησκευτικό κέντρο, ενώ έρευνες συνεχίσθηκαν και από την Αρχαιολογική Εταιρεία με το Γ. Μυλωνά και το Σπ. Ιακωβίδη το 1959 και Αναστηλωτικές εργασίες πραγματοποιήθηκαν το από τον Α. Ορλάνδο και τον Ε. Στίκα στο θολωτό τάφο της Κλυταιμνήστρας, στο ανάκτορο, στο χώρο γύρω από την Πύλη των Λεόντων και στον Ταφικό Κύκλο Β. Από το 1998 βρίσκεται σε εξέλιξη το έργο «Συντήρηση- Στερέωση-Ανάδειξη των Μνημείων της Ακροπόλεως Μυκηνών και του Ευρύτερου Περιβάλλοντος Χώρου», το οποίο ανέλαβε αρχικά η Ομάδα Εργασίας Συντήρησης Μνημείων Επιδαύρου και στη συνέχεια η Επιτροπή Μυκηνών, που δημιουργήθηκε το 1999 από το Υπουργείο Πολιτισμού.

51 Μυκηναϊκοί τάφοι Στη μυκηναϊκή ταφική αρχιτεκτονική κυριαρχούν τρεις τύποι τάφων: ο λακκοειδής, ο λαξευτός θαλαμοειδής ή θαλαμωτός και ο θολωτός. Ο Ταφικός Περίβολος Α' των Μυκηνών. Διακρίνονται οι λακκοειδείς τάφοι με χτιστά τοιχώματα

52 Λακκοειδείς τάφοι υπάρχουν ήδη από την Πρωτοελλαδική Περίοδο στη Λευκάδα και τη Μεσοελλαδική Περίοδο στην Αίγινα. Κυριάρχησαν στο μυκηναϊκό κόσμο κατά την ΥΕ Ι και τις αρχές της ΥΕ ΙΙ και εγκαταλείφθηκαν με την εμφάνιση των λαξευτών θαλαμοειδών και την εξάπλωση των θολωτών τάφων από την ΥΕ ΙΙ και εξής. Στο λακκοειδή τάφο ο νεκρικός θάλαμος είναι υπόγειος, με χτιστά τοιχώματα και πρόσβαση από πάνω. Μετά την τοποθέτηση του νεκρού το άνοιγμα καλύπτεται με ξύλινα δοκάρια και πλάκες. Στη συνέχεια ο τάφος καλύπτεται με τεχνητή επίχωση που σχηματίζει ένα μικρό λοφίσκο, τον τύμβο. Συχνά οι λακκοειδείς τάφοι κατασκευάζονταν κατά συστάδες, πάνω από τις οποίες σχηματιζόταν ένας ενιαίος κυκλικός τύμβος. Μεγάλοι τέτοιοι ταφικοί κύκλοι έχουν βρεθεί στις Μυκήνες και περιείχαν βασιλικές ταφές.

53 Οι μυκηναϊκοί θαλαμωτοί ή θαλαμοειδείς τάφοι είναι ακανόνιστου σχήματος σπηλαιώδη υπόγεια λαξεύματα στο μαλακό βράχο, στα οποία οδηγεί μια επίσης λαξευμένη κατωφέρεια, ο δρόμος, όπως ονομάζεται στην αρχαιολογική ορολογία. Ήταν μάλλον οικογενειακοί τάφοι και χρησιμοποιούνταν από τα μεσαία στρώματα του πληθυσμού. Και αυτοί κατασκευάζονταν κατά συστάδες σχηματίζοντας νεκροταφεία. Ταφικός Κύκλος Β. Τομή λακκοειδούς τάφου

54 Οι θολωτοί τάφοι συγκαταλέγονται χωρίς αμφιβολία στα πιο λαμπρά αρχιτεκτονήματα του Μυκηναϊκού Πολιτισμού. Διαθέτουν και αυτοί δρόμο, ο οποίος οδηγεί σε ένα θάλαμο κυκλικής κάτοψης, στεγασμένο με θόλο. O θόλος είναι χτισμένος με μεγάλες πλάκες τοποθετημένες κατά στρώσεις με τέτοιο τρόπο, ώστε κάθε στρώση να εξέχει λίγο περισσότερο προς το εσωτερικό του θόλου από την αμέσως κατώτερή της (εκφορικό σύστημα). Η είσοδος είναι μνημειακή, με χτιστές παραστάδες, μονολιθικά ανώφλια και υπέρθυρα με κουφιστικό τρίγωνο. Θολωτοί τάφοι απαντούν ήδη στην κεντρική Κρήτη κατά την Πρωτομινωική Περίοδο και στη Μεσσηνία κατά την ΜΕ ΙΙΙ. Στην Αργολίδα εμφανίζονται κατά την ΥΕ ΙΙ περίοδο. Στην ΥΕ ΙΙ χρονολογούνται και οι θολωτοί τάφοι στο Βαφειό, στο Μυρσινοχώρι (θέση Ρούτση) και στα Δενδρά. Πλήρη σειρά θολωτών τάφων από διάφορες περιόδους γνωρίζουμε στις Μυκήνες. Εκεί οι πρωιμότεροι χρονολογούνται επίσης στην ΥΕ ΙΙ (Τάφος του Αιγίσθου, Τάφος Επάνω Φούρνου, Τάφος των Κυκλώπων). Μια δεύτερη ομάδα χρονολογείται στην ΥΕ ΙΙΙΑ (Τάφος Παναγιάς, Τάφος Κάτω Φούρνων, Τάφος των Λεόντων). Στην ΥΕ ΙΙΙΒ ανήκουν ο Τάφος των Δαιμόνων, ο Θησαυρός του Ατρέως (ΥΕ ΙΙΙΒ1) και ο Τάφος της Κλυταιμνήστρας (ΥΕ ΙΙΙΒ2).

55 Θολωτός τάφος, ο λεγόμενος Θησαυρός του Ατρέως, στις Μυκήνες, τομή

56 Θολωτός τάφος, ο λεγόμενος Θησαυρός του Ατρέως, στις Μυκήνες, άποψη της εισόδου με το δρόμο

57 Θολωτός τάφος, ο λεγόμενος Θησαυρός του Ατρέως, στις Μυκήνες, εσωτερικό

58 Αντίθετα με τους μινωικούς θολωτούς τάφους, που είναι υπέργειοι και δεν καλύπτονται με τύμβο, οι μυκηναϊκοί θολωτοί τάφοι της Αργολίδας είναι υπόγειοι, διαθέτουν δρόμο και καλύπτονται με τεχνητή επίχωση, τον τύμβο. Χωρίς αμφιβολία πρόκειται για βασιλικούς τάφους ή για τάφους υψηλών αξιωματούχων, αν και η απόδοσή τους σε συγκεκριμένα μέλη των μυθολογικών δυναστειών από τον Ερρίκο Σλήμαν είναι εντελώς φανταστική. Οι θολωτοί τάφοι συνδυάζουν τη μεγαλοπρέπεια του μνημειώδους ταφικού οικοδομήματος με το ινδοευρωπαϊκό στοιχείο του τύμβου, που απαντά ήδη από τη Μεσοελλαδική περίοδο σε λακκοειδείς τάφους.

59 Δίσκος Φαιστού Ο Δίσκος της Φαιστού είναι ένα αρχαιολογικό εύρημα από την Μινωική πόλη της Φαιστού στη νότια Κρήτη και χρονολογείται πιθανώς στον 17ο αιώνα π.Χ.. Αποτελεί ένα από τα γνωστότερα μυστήρια της αρχαιολογίας, αφού ο σκοπός της κατασκευής του και το νόημα των όσων αναγράφονται σε αυτόν παραμένουν άγνωστα. Ο δίσκος ανακαλύφθηκε στις 3 Ιουνίου 1908 από τον Ιταλό αρχαιολόγο Λουΐτζι Περνιέ και φυλάσσεται σήμερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου. Ο δίσκος της Φαιστού ανακαλύφθηκε στο υπόγειο του δωματίου XL-101 του Μινωικού παλατιού της Φαιστού, κοντά στην Αγία Τριάδα, στη νότια Κρήτη. Ο Ιταλός αρχαιολόγος Luigi Pernier ανάκτησε αυτό τον εντυπωσιακά άθικτο "δίσκο", περίπου 15 εκατ. στη διάμετρο και ομοιόμορφα μόλις πάνω από 1 εκατ. στο πάχος, στις 3 Ιουλίου 1908.

60 Η πρώτη όψη του δίσκου. Η δεύτερη όψη του δίσκου. Ο δίσκος είναι φτιαγμένος από πηλό. Η μέση διάμετρός του είναι 16 εκατοστά και το μέσο πάχος του 2.1 εκατοστά. Στις δύο όψεις του βρίσκονται 45 διαφορετικά σύμβολα, πολλά από τα οποία αναπαριστούν εύκολα αναγνωρίσιμα αντικείμενα, όπως ανθρώπινες μορφές, ψάρια, πουλιά, έντομα, φυτά κ.α. Συνολικά υπάρχουν 241 σύμβολα, 122 στην 1η πλευρά και 119 στη 2η, τοποθετημένα σπειροειδώς. Τα σύμβολα είναι χωρισμένα σε ομάδες με τη χρήση μικρών γραμμών που κατευθύνονται προς το κέντρο του δίσκου.

61 Ο Μηχανισμός Αντικυθήρων Ο μηχανισμός των Αντικυθήρων (γνωστός και ως αστρολάβος των Αντικυθήρων ή υπολογιστής των Αντικυθήρων) είναι ένα αρχαίο τέχνημα που πιστεύεται ότι ήταν ένας μηχανικός υπολογιστής και όργανο αστρονομικών παρατηρήσεων, που παρουσιάζει ομοιότητες με πολύπλοκο ωρολογιακό μηχανισμό. Με βάση τη μορφή των ελληνικών επιγραφών που φέρει χρονολογείται μεταξύ του 150 π.Χ. και του 100 π.Χ., αρκετά πριν από την ημερομηνία του ναυαγίου, το οποίο ενδέχεται να συνέβη ανἀμεσα στο 87 π.Χ. και 63 π.Χ.. Θα μπορούσε να ήταν κατασκευασμένο μέχρι μισόν αιώνα πριν το ναυάγιο. Το ναυάγιο ανακαλύφθηκε το 1900 σε βάθος περίπου 40 με 64 μέτρων και πολλοί θησαυροί, αγάλματα και άλλα αντικείμενα, ανασύρθηκαν από Συμιακούς σφουγγαράδες και βρίσκονται σήμερα στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο στην Αθήνα.

62 Ανακαλύφθηκε σε ναυάγιο ανοικτά του Ελληνικού νησιού Αντικύθηρα μεταξύ των Κυθήρων και της Κρήτης.

63 Ο μηχανισμός είναι η αρχαιότερη σωζόμενη διάταξη με γρανάζια. Είναι φτιαγμένος από μπρούντζο σε ένα ξύλινο πλαίσιο και έχει προβληματίσει και συναρπάσει πολλούς ιστορικούς της επιστήμης και της τεχνολογίας αφότου ανακαλύφθηκε. Η πιο αποδεκτή θεωρία σχετικά με τη λειτουργία του υποστηρίζει ότι ήταν ένας αναλογικός υπολογιστής σχεδιασμένος για να υπολογίζει τις κινήσεις των ουρανίων σωμάτων. Πρόσφατες λειτουργικές ανακατα- σκευές της συσκευής υποστηρίζουν αυτήν την ανάλυση.

64 Από τις πρόσφατες έρευνες καταρρίφθηκε η θεωρία ότι εμπεριέχει ένα διαφορικό γρανάζι, όμως ο ανακαλυφθείς μηχανισμός της κίνησης της Σελήνης είναι ακόμα πιο εντυπωσιακός, καθότι δίνει τη δυνατότητα μεταβλητής γωνιακής ταχύτητας στον άξονα που κινεί τη Σελήνη (δεύτερος Νόμος Κέπλερ) Ο καθηγητής Ντέρεκ ντε Σόλλα Πράις (Derek De Solla Price), φυσικός και ιστορικός της επιστήμης που εργαζόταν στο Πανεπιστήμιο του Γέηλ, δημοσίευσε ένα άρθρο για τον μηχανισμό αυτό στο περιοδικό Scientific American τον Ιούνιο του 1959, όταν ακόμα ο μηχανισμός δεν είχε μελετηθεί πλήρως. Το 1973 ή το 1974 δημοσίευσε τη μονογραφία του με τίτλο "Γρανάζια από τους Έλληνες", βασισμένη σε σάρωση του μηχανισμού με ακτίνες γ που πραγματοποίησε ο ακτινοφυσικός του Ε.ΚΕ.Φ.Ε. "Δημόκριτος" Χαράλαμπος Καράκαλος. Ο Πράις υποστήριξε ότι η συσκευή αυτή θα μπορούσε να είχε κατασκευαστεί από τη Σχολή του Απολλωνίου στη Ρόδο. Τα συμπεράσματά του δεν έγιναν αποδεκτά από τους ειδικούς της εποχής, οι οποίοι πίστευαν ότι οι Αρχαίοι Έλληνες είχαν το θεωρητικό υπόβαθρο αλλά όχι και την απαιτούμενη πρακτική τεχνολογία για μια τέτοια κατασκευή.

65 Η μελέτη του συνεχίζεται από Άγγλους και Έλληνες ειδικούς των Πανεπιστημίων του Κάρντιφ, των Αθηνών, της Θεσσαλονίκης, του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου και του Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης, σε μια διαπανεπιστημιακή ομάδα. Η σύγχρονη έρευνα υποστηρίζεται από την τελευταία τεχνολογία με τη βοήθεια μεγάλων εταιρειών, με πρωτοποριακά προγράμματα ψηφιακής απεικόνισης και έναν ειδικό τομογράφο, ο οποίος κατασκευάστηκε ειδικά για την έρευνα του μηχανισμού των Αντικυθήρων. Τα αποτελέσματα την έρευνας επιβεβαίωσαν ότι ο μηχανισμός φέρει 30 οδοντωτούς τροχούς οι οποίοι περιστρέφονται γύρω από 10 άξονες. Η λειτουργία του μηχανισμού κατέληγε σε τουλάχιστον 5 καντράν, με έναν ή περισσότερους δείκτες για το καθένα. Με τη βοήθεια του τομογράφου έχουν διαβαστεί αρκετές από τις επιγραφές που υπήρχαν στις πλάκες και στους περιστρεφόμενους δίσκους, οι οποίες εμπεριέχουν αστρονομικούς και μηχανικούς όρους, και έχουν χαρακτηριστεί από τους ειδικούς ως ένα είδος "εγχειριδίου χρήσης" του οργάνου.

66 Ο μηχανισμός αυτός έδινε, κατά την επικρατέστερη σύγχρονη άποψη, τη θέση του ήλιου και της σελήνης καθώς και τις φάσεις της σελήνης. Μπορούσε να εμφανίσει τις εκλείψεις ηλίου και σελήνης βασιζόμενος στον βαβυλωνιακό κύκλο του Σάρου. Τα καντράν του απεικόνιζαν επίσης τουλάχιστον δύο ημερολόγια, ένα ελληνικό βασισμένο στον Μετωνικό κύκλο και ένα αιγυπτιακό, που ήταν και το κοινό "επιστημονικό" ημερολόγιο της ελληνιστικής εποχής. Οι παλαιότερες απόψεις που έχουν παρουσιασθεί (κυρίως πριν από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο) για πιθανές χρήσεις με το όργανο αυτό είναι: αστρολάβος, ή δρομόμετρο, ή αναφορικό ρολόι, ή πλανητάριο, ή αστρονομικό ναυτικό ρολόι ή πλοογνώμονας της αρχαιότητας. Όλες αυτές οι χρήσεις δεν είναι αμοιβαία αποκλειόμενες.

67 Αρχαίο Θέατρο Δωδώνης Το θέατρο της Δωδώνης είναι ένα από τα μεγαλύτερα της αρχαιότητας με χωρητικότητα περίπου θεατών. Οικοδομήθηκε στις αρχές του 3ου αι. π.Χ., επί βασιλείας Πύρρου ( π.Χ.) και συνδέεται με την τέλεση των Ναίων, γιορτή προς τιμήν του Ναΐου Διός. Τα Νάια τελούνταν πιθανότατα κάθε τέσσερα χρόνια και περιλάμβαναν αγώνες γυμνικούς (αθλητικούς), δραματικούς (παραστάσεις τραγωδίας και κωμωδίας), πιθανότατα μουσικούς και ιππικούς καθώς και αρματοδρομίες. Το θέατρο είναι χτισμένο σε φυσική κοιλότητα του εδάφους. Το υλικό δόμησης του κοίλου είναι κυρίως ο μικριτικός υπόλευκος ασβεστόλιθος αλλά εντοπίζεται και ο φαιός ασβεστόλιθος στην κατασκευή των παρόδων, της σκηνής και ορισμένων εδωλίων του κοίλου. Για τη δημιουργία μεγαλύτερου κοίλου (135 μ. διάμετρος) κατασκευάστηκε περιμετρικά αναλημματικός τοίχος με πύργους στην πρόσοψη που υπολογίζεται ότι κατά την αρχαιότητα ήταν τουλάχιστον κατά 10 μ. ψηλότεροι. Τέσσερις οριζόντιοι διάδρομοι χωρίζουν το κοίλο σε τρία τμήματα με 55 σειρές καθισμάτων (εδωλίων) συνολικά. Τα δύο κατώτερα τμήματα διαιρούνται με κλίμακες σε 9 κερκίδες και το ανώτερο σε 18.

68 Οι πύργοι στα άκρα του κοίλου έφεραν κλίμακες για την προσέλευση και αποχώρηση των θεατών. Στο κατώτερο διάζωμα υπήρχαν καθίσματα για επίσημα και τιμώμενα πρόσωπα (προεδρία). Η ορχήστρα, κατασκευασμένη με ένα κέντρο, έχει σχήμα ελλιπούς κύκλου (διαμ. 18,70 μ.). Στην περιφέρειά της υπάρχει οχετός αποχέτευσης ομβρίων υδάτων που οδηγούνται έξω από το θέατρο στο καρστικό υπέδαφος της περιοχής. Στο κέντρο διατηρείται η βάση του βωμού του Διονύσου (θυμέλη). Η ορθογώνια σκηνή (31,20μ. Χ 9,10μ.) αρχικά είχε δύο τετράγωνα παρασκήνια και τέσσερις πεσσούς ενδιάμεσα για τη στήριξη ξύλινου προσκηνίου. Εκατέρωθεν ήταν οι είσοδοι στην ορχήστρα (πάροδοι). Μετά την καταστροφή των Αιτωλών (219 π.Χ.), η σκηνή αποκτά λίθινο προσκήνιο με 18 ιωνικά ημικιόνια και δύο βοηθητικά προσκτίσματα στα άκρα των παρασκηνίων. Στις παρόδους κατασκευάζονται δύο μνημειακά πρόπυλα με διπλές εισόδους από ιωνικούς ημικίονες. Τμήμα του σκηνικού οικοδομήματος προς τα νότια αποτελεί δωρική στοά με οκτάπλευρους στύλους, η οποία επικοινωνούσε με τη σκηνή με τοξωτή πύλη.

69 Στα χρόνια του Αυγούστου το θέατρο μετατράπηκε σε αρένα για θηριομαχίες και μονομαχίες. Στο κατώτερο τμήμα του κατασκευάστηκε τοίχος για την προστασία των θεατών, ο οποίος απέκοψε το προσκήνιο και τη σκηνή και δημιούργησε ωοειδή κονίστρα. Τα παρασκήνια μετατράπηκαν σε τριγωνικά δωμάτια φύλαξης ζώων, ενώ στο κέντρο του τοίχου της αρένας κατασκευάστηκε ορθογώνια κόγχη για καταφύγιο των αγωνιζομένων.

70

71

72

73

74

75 Ευπαλίνειο Όρυγμα Το Ευπαλίνειο όρυγμα αποτελεί ένα μηχανικό έργο ιδιαίτερα σημαντικό στην ιστορία της μηχανικής τεχνολογίας, ένα τεκμήριο του υψηλού επιπέδου της τεχνογνωσίας των αρχαίων Ελλήνων μηχανικών. Αποτελεί ένα παράδειγμα εφαρμογής της Γεωμετρίας, της Τοπογραφίας, της Γεωδαισίας, αλλά και της Οπτικής στην αρχαία Ελλάδα. Η κατασκευή του ορύγματος της Σάμου πραγματοποιήθηκε πιθανόν με εντολή του τυράννου της Σάμου Πολυκράτη, ενώ υπολογίζεται ότι η ολοκλήρωσή του χρειάστηκε 10 περίπου χρόνια. Σχεδιαστής και μηχανικός του έργου ήταν ο Ευπαλίνος, γιος του Ναυστρόφου από τα Μέγαρα. Η ανάγκη κατασκευής του εν λόγω έργου είχε να κάνει με την υπάρχουσα μέχρι τότε υδροδότηση της πόλης, η οποία δεν επαρκούσε για να καλύψει τις ανάγκες της. Παράλληλα, η πηγή η οποία επαρκούσε για να λύσει το πρόβλημα υδροδότησής της, με απόδοση 400κ.μ., βρισκόταν έξω από τον οχυρωματικό περίβολο, αλλά και πίσω από τη ράχη του υψώματος που προστάτευε την πόλη από το βορρά, τη λεγόμενη Άμπελο. Το ζητούμενο το οποίο προέκυψε ήταν η κατασκευή ενός αγωγού ο οποίος θα οδηγούσε το νερό από την πηγή, τη σημερινή πηγή των Αγιάδων, στην πόλη της αρχαίας Σάμου, διαμέσου του βουνού, με τρόπο μάλιστα μη ανιχνεύσιμο από τους εκάστοτε επιδρομείς.

76 Περιγραφή Το υδραυλικό έργο του Ευπαλίνου, με συνολικό μήκος 1800 μέτρα, κατασκευάστηκε σε τρία τμήματα: το πρώτο τμήμα περιελάμβανε τον αγωγό από την πηγή ως τη βόρεια πλευρά του βουνού, το δεύτερο το όρυγμα που περνούσε μέσα από το βουνό και το τρίτο τον αγωγό που διέσχιζε την πόλη στη νότια πλαγιά του βουνού. Το έργο ήταν στο σύνολό του υπόγειο, με μέση κλίση του αγωγού ο,6%. Το μήκος του κάθε τμήματος ήταν: 859 μέτρα από την πηγή μέχρι το βουνό, μέσα σε υπόγεια χτιστή τάφρο, 1035 μέτρα μέσα σε σήραγγα στο βουνό και 520 μέτρα από το βουνό στη δεξαμενή της πόλης, πάλι μέσα σε τάφρο. Πρώτο τμήμα : Αγωγός από την πηγή ως τη βόρεια πλευρά του βουνού Η πηγή από την οποία η αρχαία πόλη θα εφοδιάζονταν με νερό, αναβλύζει σήμερα στο χωριό Αγιάδες. Το πρώτο κομμάτι που ξεκινούσε από την πηγή, οδηγούσε στη βόρεια είσοδο της σήραγγας, μέσα από ένα σύστημα αγωγών και κάθετων ορυγμάτων για τον καθαρισμό του νερού. Πιο συγκεκριμένα η πορεία του αγωγού που ξεκινούσε από την πηγή για περίπου 800μ., ακολουθούσε το ανάγλυφο του εδάφους, ενώ στο σημείο αυτό ήταν σκαμμένο ως ανοιχτή τάφρος. Για τα υπόλοιπα μέτρα που απέμεναν μέχρι την πλαγιά του βουνού, έπρεπε να διασχίσει υπογείως ένα μικρό λόφο. Έτσι σκάφτηκαν τέσσερα φρεάτια τα οποία συνδέθηκαν μεταξύ τους στο επιθυμητό βάθος.

77 Δεύτερο τμήμα : Η υπόγεια σήραγγα Φυσικά απ' όλη αυτή τη διαδρομή συνολικά, το πιο δύσκολο θα ήταν να διαμορφωθεί το δεύτερο κομμάτι, η υπόγεια σήραγγα δηλαδή μέσα στο βουνό. Η σήραγγα η οποία διανοίχτηκε λοιπόν, διαπέρασε το βουνό και την οχύρωση σε ύψος περίπου 55μ. επάνω από την επιφάνεια της θάλασσας, ενώ μέσα στο βουνό αποκαλύφθηκε από τις ανασκαφές ότι αποτελούνταν από τρία τμήματα. Τα τμήματα αυτά ήταν τα δύο ευθύγραμμα - το βόρειο, μήκους 4οομ. και το νότιο μήκους 265μ. - και το ένα κεντρικό, πολυγωνικό, με το οποίο το βόρειο συνεργείο ξετρύπησε και βγήκε στη νότια σήραγγα. Η παρουσία του ακανόνιστου αυτού πολυγωνικού κεντρικού τμήματος οφειλόταν μάλλον σε φυσική στοά στο εσωτερικό του βουνού, μήκους 150μ. περίπου. Η στοά αυτή βοήθησε τον Ευπαλίνο να εξοικονομήσει περίπου 1,5 χρόνο εργασιών, ενώ ταυτόχρονα τον ανάγκασε να φύγει από την ευθύγραμμη πορεία του, επανερχόμενος έπειτα και συνεχίζοντάς την απερίσπαστα. Όταν πια οι δύο κεφαλές των σηράγγων είχαν ελαχιστοποιηθεί σημαντικά, έγιναν καθώς φαίνεται οι απαραίτητες διορθώσεις, ώστε να επιτευχθεί η συνάντηση των σηράγγων μέσα στο βουνό, με απόκλιση μόλις 40 εκ. στο ύψος και 70 στο πλάτος!

78 Οι βασικές αποφάσεις που πάρθηκαν σε σχέση με τη σήραγγα ήταν: η σήραγγα να κατασκευαστεί οριζόντια, για το φόβο των υπόγειων υδάτων ευθύγραμμη, σε υψόμετρο +55,8μ. από την επιφάνεια της θάλασσας, για να είναι ελάχιστο το μήκος της διάτρησης αμφίστομη, με εκσκαφή συγχρόνως και από τα δύο άκρα για εξοικονόμηση χρόνου Οι βασικές αυτές επιλογές σε σχέση με το όρυγμα είχαν τα εξής πλεονεκτήματα: Το οριζόντιο του ορύγματος συντελούσε στην αποφυγή προβλημάτων από την ανακάλυψη υπογείων υδάτων. Παράλληλα, αποτελούσε ένα σημείο αναφοράς από το οποίο μετριόταν το βάθος του άλλου κεκλιμένου ορύγματος το οποίο σκάφτηκε στο δάπεδο της σήραγγας για να τοποθετηθούν εκεί οι σωλήνες του νερού. Το αμφίστομον του ορύγματος επετεύχθη παράλληλα με το ευθύγραμμο της σήραγγας, διότι αν η κατασκευή ήταν αμφίστομη και κεκλιμένη, εκτός από το πρόβλημα των νερών στην κατηφορική σήραγγα, η συνάντηση θα ήταν και ένα πολύπλοκο πρόβλημα στερεομετρίας. Πιο συγκεκριμένα οι σύγχρονες έρευνες που έγιναν, αποδεικνύουν υψόμετρο βόρειου στομίου +55,83μ και νότιου στομίου 55,26μ. Τα υψόμετρα των σηράγγων μάλιστα λίγο πριν τη συνάντησή τους είναι στα βόρεια 55,48μ και στα νότια 55,17μ. Το γεγονός της απόλυτης σχεδόν οριζοντιότητας της σήραγγας είναι εξαιρετικά εντυπωσιακό, προκαλώντας έκπληξη για τις γνώσεις που μπορεί να διέθεταν οι αρχαίοι μηχανικοί όσον αφορά την υλοποίηση του οριζόντιου επιπέδου πάνω στο έδαφος.

79 Η υπόγεια σήραγγα διέσχιζε το όρος Άμπελο, με μέση διατομή 1,80x1,80μ. Στο δάπεδό της ανοίχτηκε κεκλιμένος αγωγός σε βάθος 8,5μ., κατά μήκος του ανατολικού τοιχώματος του ορύγματος, καταλαμβάνοντας περίπου το μισό πλάτος, μέσα στον οποίο τοποθετήθηκαν πήλινοι σωλήνες για την προσαγωγή του νερού στην πόλη. Το κανάλι του αγωγού έφτανε σε βάθος τα 4μ. στη βόρεια είσοδο, ενώ ξεπερνούσε τα 8μ. στη νότια έξοδο. Επιπλέον μόνο σε ορισμένα σημεία είχε ανοιχτεί σε όλο το βάθος του, ενώ κατά κανόνα εμφάνιζε μία διμερή διατομή η οποία αποτελούνταν από μία ανοιχτή τάφρο και κάτω από αυτήν ένα κατά τμήματα υπόγειο κανάλι.

80 Πώς δούλεψε ο Ευπαλίνος Καταρχάς ο Ευπαλίνος όρισε με κοντάρια σκόπευσης μία ευθεία επάνω στο βουνό και μία οριζόντια γραμμή γύρω από αυτό. Με τον τρόπο αυτό προέκυψε και η κατεύθυνση της πορείας του ορύγματος, αλλά και ένα κοινό επίπεδο. Αυτές οι αρχικές μετρήσεις που πάρθηκαν, προβλήθηκαν μέσω απλών μετρήσεων στον κάθετο και οριζόντιο άξονα. Παράλληλα έπρεπε να ληφθούν μέτρα για να μην αποκλίνουν τα δύο ορύγματα, αλλά και για να λυθούν τα προβλήματα που μπορούσαν να προκύψουν από τη μορφολογία του βουνού. Το όρυγμα ήταν έτσι σχεδιασμένο, ώστε κάθε μια από τις διόδους να μετριέται με βάση το μήκος της εκάστοτε βουνοπλαγιάς, ενώ ως σημείο συνάντησης ορίστηκε η κορυφή του βουνού. Έτσι με σημείο συνάντησης την κορυφή του βουνού, οι σήραγγες είχαν διαφορετικό μεταξύ τους μήκος, αλλά οι επιπτώσεις των λαθών κατεύθυνσης περιορίζονταν σημαντικά. Οι δύο ομάδες που εργάστηκαν αμφίστομα, συναντήθηκαν τελικά στο κέντρο με μικρή απόκλιση, παρόλο το γεγονός ότι η βόρεια ομάδα αναγκάστηκε να αποκλίνει από την ευθεία γραμμή, λόγω της σαθρότητας του εδάφους και τον κίνδυνο κατολίσθησης, εγκαταλείποντας έτσι την αρχικά προβλεπόμενη κατεύθυνση, διαγράφοντας τεθλασμένη γραμμή και επιστρέφοντας στη νοητή ευθεία με τελική απόκλιση από την άλλη ομάδα μόλις 0,6μ.

81 Ο Τσιμπουράκης παρέχει δύο εκδοχές σε σχέση με τις μεθόδους με βάση τις οποίες εργάστηκε ο Ευπαλίνος: α) Με τη βοήθεια του νερού της πηγής: Σύμφωνα με αυτή την εκδοχή ο Ευπαλίνος έχτισε ένα κεκλιμένο αυλάκι μέσα στο οποίο σε ίσες αποστάσεις κατασκεύασε διαδοχικά φράγματα, ώστε να δημιουργούνται διαδοχικές μικρές λίμνες με την ίδια υψομετρική διαφορά των επιφανειών του νερού τους. Το κάθε φράγμα χτίστηκε σε τέτοιο ύψος, ώστε η λίμνη που δημιουργούνταν να έχει επιφάνεια νερού χαμηλότερη από την προηγούμενη κατά 0,6%. Έτσι τα άνω μέρη των φραγμάτων υλοποιούσαν στο έδαφος μια πολυγωνική διαδρομή με σταθερή κλίση 0,6%.

82 β) με τη βοήθεια σκοπευτικού οργάνου: Η μέθοδος αυτή σήμαινε την κατασκευή σε ίσες αποστάσεις μικρών, διαδοχικών πέτρινων βάθρων σε σταθερά χαμηλότερη κάθε φορά στάθμη. Η υψομετρική διαφορά εδώ υλοποιείται όχι με το νερό, αλλά με οριζόντια σκόπευση πάνω σε υποδιαιρεμένο γνώμονα. Έτσι τα σημεία των διαδοχικών βάθρων υλοποιούν στο έδαφος μια πολυγωνική διαδρομή με σταθερή κλίση 0,6%. Πιθανόν ο Ευπαλίνος να χρησιμοποίησε και τις δύο αυτές μεθόδους για την υλοποίηση του έργου. Την πρώτη γιατί διέθετε έτοιμο επιφανειακό αυλάκι με το οποίο θα υδρεύονταν η πόλη και τη δεύτερη καθώς μέσω της διόπτρας θα έκανε τις χαράξεις του και θα παρακολουθούσε την πορεία των εκσκαφών κάτω από το βουνό. Η όλη εργασία πρέπει να πραγματοποιήθηκε με τρία συνεργεία. Ένα για την κατασκευή του πρώτου τμήματος του υδραγωγείου και δύο για την αμφίστομη σήραγγα.

83 Όταν το πρώτο συνεργείο κατασκεύασε τα πρώτα 600 μέτρα, ο Ευπαλίνος αποφάσισε να μπει μέσα στο βουνό με υπόγειο τούνελ και να συνδεθεί με τη σήραγγα που είχε ήδη αρχίσει να κατασκευάζεται και στις δύο πλευρές του βουνού. Επάνω στην επιφάνεια του εδάφους διάλεξε τη διαδρομή σύνδεσης ανοίγοντας πάνω της πέντε πηγάδια. Στη συνέχεια συνέδεσε τα πηγάδια με υπόγειο ισοκλινές τούνελ το οποίο άρχισε από το σημείο που είχε σταματήσει το υπόγειο τμήμα του πρώτου μέρους του υδραγωγείου και κατέληξε συνδέοντας τους πυθμένες των πηγαδιών, 3,5μ. χαμηλότερα από την αμφίστομη σήραγγα. Το μήκος του τούνελ αυτού ήταν περίπου 260μ. και το βάθος του 5ου πηγαδιού περίπου 15μ. Το τούνελ των πέντε αυτών πηγαδιών θα κατασκευάστηκε οπωσδήποτε με σκοπευτικό όργανο, γιατί αλλιώς δεν θα μπορούσε να τηρηθεί η κλίση του 0,75% κατά τις εργασίες διάνοιξης, μέθοδος πρωτοποριακή όπως και η αντίστοιχη των πηγαδιών.

84 Με τη βοήθεια της διόπτρας ο Ευπαλίνος με οριζόντια όδευση θα κατασκεύασε διαδοχικά τα πέτρινα βάθρα, περιμετρικά του βουνού, μέχρι τη νότια πλαγιά του. Τα βάθρα αυτά πάνω στην ίδια υψομετρική καμπύλη, υλοποιούσαν πάνω στο έδαφος την τομή του οριζόντιου επιπέδου που διάλεξε ο Ευπαλίνος με την επιφάνεια του βουνού. Το επίπεδο αυτό είναι δυνατόν να υλοποιήθηκε με την κατασκευή ενός πέτρινου οριζόντιου αυλακιού το οποίο γέμισαν με νερό. Η στάθμη του νερού θα υλοποιούσε το ίχνος του οριζόντιου επιπέδου επάνω στο έδαφος. Έπειτα ο Ευπαλίνος θα πρέπει να διάλεξε πάνω στην καμπύλη των βάθρων το σημείο Ν από το οποίο θα άρχιζε η βόρεια σήραγγα του ορύγματος, μάλλον με εδαφολογικά κριτήρια. Έπειτα διάλεξε την ομαλότερη ράχη για να διαμορφώσει από πάνω της την ευθυγραμμία που θα όριζε το κατακόρυφο επίπεδο της υπό κατασκευήν σήραγγας. Η ευθυγραμμία αυτή υλοποιήθηκε εύκολα με την τοποθέτηση κορυφαίων γνωμόνων πάνω στην πλαγιά του βουνού και πάνω στην ίδια οπτική ακτίνα από το επιλεγμένο σημείο Ν. Η τομή της ευθυγραμμίας με την καμπύλη των βάθρων όρισε το σημείο στα νότια του βουνού, όπου και θα άρχιζαν οι εργασίες εκσκαφής της νότιας σήραγγας του ορύγματος. Η σύγχρονη έρευνα έχει αποδείξει ότι ο Ευπαλίνος έκανε χρήση ευθυγραμμίας κατακόρυφων ακοντίων, με σκοπευτικό όργανο.

85 Σκοπευτικά όργανα Τα σκοπευτικά όργανα του έργου ήταν βασικά ένα γωνιόμετρο μέτρησης οριζόντιων γωνιών, καθώς και ένα επιτραπέζιο γωνιόμετρο. Παράλληλα, θα πρέπει να υπήρχε και όργανο που θα μετρούσε κατακόρυφες γωνίες και θα υλοποιούσε σκοπευτικά το οριζόντιο επίπεδο. Τα σχετικά δείγματα που αποδεικνύουν χρήση τέτοιων οργάνων είναι: η υλοποίηση του οριζόντιου επιπέδου της σήραγγας η υλοποίηση και η πύκνωση της ευθυγραμμίας των ακοντίων στη ράχη του βουνού η οριζόντια απόσταση ανάμεσα στα σημεία εισόδου των σηράγγων στο βουνό το κατέβασμα της ευθυγραμμίας των ακοντίων στο οριζόντιο επίπεδο η οριζοντιότητα της βόρειας και της νότιας σήραγγας η τήρηση της κλίσης στα τούνελ των πηγαδιών, στο βόρειο, στο νότιο και το κεντρικό τμήμα του υδραγωγείου η χάραξη της ισοκλινούς πορείας του αγωγού από την πηγή στο βουνό Επάνω στα τοιχώματα της σήραγγας έχουν βρεθεί τα πρωτότυπα σημάδια του προσδιορισμού της πορείας της σήραγγας. Η αξιολόγηση των σημαδιών αυτών βοήθησε ιδιαίτερα τη σύγχρονη έρευνα να οδηγηθεί σε συμπεράσματα σε σχέση με τα μεμονωμένα στάδια εργασιών και την αναπαράσταση ολόκληρης της διαδικασίας του σχεδιασμού.

86 Τρίτο τμήμα: ο αγωγός που διέσχιζε την πόλη στη νότια πλαγιά του βουνού Από τη νότια έξοδο της σήραγγας, το υδραγωγείο προχωρούσε παράλληλα με την πλαγιά του βουνού μέχρι το κέντρο της πόλης στο λιμάνι. Ο αγωγός της πόλης σκάφτηκε σε όλο του το μήκος κάτω από τη γη με τη βοήθεια φρεατίων σε αποστάσεις από 11 έως 25μ. που έπειτα συνδέθηκαν μεταξύ τους. Κατά μήκος αυτού του τμήματος είχαν τοποθετηθεί σε λογικές μεταξύ τους αποστάσεις κρήνες με δεξαμενές απ' όπου οι κάτοικοι μπορούσαν να προμηθεύονται νερό. Αξιολόγηση του έργου Για τον αγωγό σύνδεσης με την πηγή χρειάστηκε να εξορυχθούν περίπου 1500κ.μ. φυσικού βράχου, για το όρυγμα με την τάφρο και το τελικό κανάλι σχεδόν 5000κ.μ. και για τον αγωγό μέσα στην πόλη άλλα 1000κ.μ. Όλες μάλιστα οι εργασίες αυτές έγιναν με σφυρί και καλέμι. Για τις συμπληρωματικές εργασίες του έργου θα πρέπει πίσω στη σήραγγα να μεταφέρθηκαν περίπου 300κ.μ. λίθοι, αλλά και σχεδόν 5000 πήλινοι σωλήνες οι οποίοι κατασκευάστηκαν στον τροχό και μεταφέρθηκαν στον πυθμένα του καναλιού.

87 Σε σχέση με τη λειτουργία του αγωγού, παρουσιάστηκε καθώς φαίνεται ένα βασικό πρόβλημα. Καθώς το νερό της πηγής περιείχε υψηλό ποσοστό ασβεστίου, μέσα σε μερικά χρόνια οι σωλήνες του αγωγού γέμισαν με πουρί, με αποτέλεσμα για να αποκατασταθεί η σωστή λειτουργία, να χρειαστεί να ανοιχτούν οι σωλήνες του αγωγού στο επάνω μέρος σε όλο το μήκος τους, παραμένοντας στη θέση μόνο το ένα τρίτο της διατομής τους σαν αυλάκι, που από καιρό σε καιρό έπρεπε να καθαρίζεται. Ο Ευπαλίνος κατάφερε να υλοποιήσει ένα ιδιαίτερα τολμηρό εγχείρημα, μετά από διεξοδική προφανώς επιτόπια έρευνα, αλλά και μέσα από σημαντικούς θεωρητικούς υπολογισμούς. Το όρυγμα θα πρέπει σαφώς να σχεδιάστηκε στο "χαρτί" όπου και θα πρέπει να αναπτύχθηκαν όλα τα στάδια εργασίας του, αλλά και οι τροποποιήσεις που έγιναν. Χρήση Για τη μεταφορά ύδατος από πηγή στην αρχαία πόλη της Σάμου, ώστε να λυθεί το πρόβλημα υδροδότησης της πόλης.

88 Σε σχέση με τη λειτουργία του αγωγού, παρουσιάστηκε καθώς φαίνεται ένα βασικό πρόβλημα. Καθώς το νερό της πηγής περιείχε υψηλό ποσοστό ασβεστίου, μέσα σε μερικά χρόνια οι σωλήνες του αγωγού γέμισαν με πουρί, με αποτέλεσμα για να αποκατασταθεί η σωστή λειτουργία, να χρειαστεί να ανοιχτούν οι σωλήνες του αγωγού στο επάνω μέρος σε όλο το μήκος τους, παραμένοντας στη θέση μόνο το ένα τρίτο της διατομής τους σαν αυλάκι, που από καιρό σε καιρό έπρεπε να καθαρίζεται. Ο Ευπαλίνος κατάφερε να υλοποιήσει ένα ιδιαίτερα τολμηρό εγχείρημα, μετά από διεξοδική προφανώς επιτόπια έρευνα, αλλά και μέσα από σημαντικούς θεωρητικούς υπολογισμούς. Το όρυγμα θα πρέπει σαφώς να σχεδιάστηκε στο "χαρτί" όπου και θα πρέπει να αναπτύχθηκαν όλα τα στάδια εργασίας του, αλλά και οι τροποποιήσεις που έγιναν.

89 Η Πύλη του Ατρέα Ο θησαυρός του Ατρέα που παλιότερα τον ονόμαζαν και τάφο του Αγαμέμνονα είναι το πιο μνημειώδες κτίσμα της μυκηναϊκής εποχής και διατηρείται σε άριστη κατάσταση. Πρόκειται για έναν από τους μεγαλύτερους και τελειότερους μυκηναϊκούς θολωτούς τάφους και τον πιο εντυπωσιακό από τους 9, που συνολικά έχουν βρεθεί στις Μυκήνες. Δέσποζε στα ΝΔ της ακρόπολης των Μυκηνών, επάνω στον οδικό άξονα που συνέδεε τις Μυκήνες με το Ηραίο του Άργους. Χρονολογείται μεταξύ π.Χ. και θεωρείται μαζί με την Πύλη των Λεόντων, με την οποίαν είναι σύγχρονος, από τα λαμπρότερα και εντυπωσιακότερα δείγματα της μυκηναϊκής αρχιτεκτονικής στην εποχή της ακμής της. Χρησιμοποιήθηκε για την ταφή κάποιου σημαντικού μέλους της βασιλικής οικογένειας των Μυκηνών και από την εποχή του περιηγητή Παυσανία (2ος αιώνας μ.Χ.), οι κάτοικοι της περιοχής γνώριζαν το μνημείο ως «θησαυρό του Ατρέα», δηλαδή ως θησαυροφυλάκιο του ιδρυτή της μυθικής μυκηναϊκής ακρόπολης.

90 Σχεδιαστική τομή του θησαυρού του Ατρέως Ένας δρόμος λαξευμένος στο βράχο με μήκος 36μ. και πλάτος 6μ. οδηγεί στην είσοδο του τάφου, που έκλεινε με μια ξύλινη, δίφυλλη και πιθανόν επενδυμένη με χαλκό θύρα. Η πρόσοψη έχει ύψος 10,50μ., ενώ η είσοδος έχει ύψος 5,40μ. και πλάτος 2,66μ. στο κάτω μέρος της και 2,46 επάνω. Ήταν διακοσμημένη με ημικίονες, από τους οποίους σήμερα σώζονται μόνο οι τετράγωνες βάσεις δεξιά και αριστερά από την είσοδο. Το υπέρθυρο της εισόδου αποτελούν δύο τεράστιοι λίθοι, από τους οποίους ο εσωτερικός έχει μήκος 8 μ., πλάτος 5 μ. και βάρος περίπου 120 τόνων.

91 O δρόμος του τάφου ντύθηκε με λείους προσεκτικά κομμένους και καλοταιριασμένους ογκολίθους σε οριζόντιες ισοδομικές στρώσεις, που συνεχίζονται στην πρόσοψη και στη θόλο. Πρόκειται για ξηρολιθιά με λίθινους όγκους τέλεια προσαρμοσμένους μεταξύ τους, χωρίς συγκολλητικό υλικό. Μερικοί έχουν τεράστιες αναλογίες και ένας έχει μήκος 6 μέτρα και 1,2 μέτρα ύψος. Το βάθος της εισόδου είναι 5,20μ. Στις δύο πλευρές της εισόδου διατηρούνται βάσεις, όπου στηρίζονταν ημικιόνια. Στην κορυφή υπάρχει ανακουφιστικό τρίγωνο, που χρησίμευε για την εξουδετέρωση των πιέσεων. Γλυπτή διακόσμηση, που σήμερα δεν υπάρχει, κάλυπτε το ανώτερο τμήμα της και το άνοιγμα του ανακουφιστικού τριγώνου.

92 Κατόπιν εισερχόμαστε στο μεγάλο θάλαμο, ο οποίος είναι στρογγυλός με μια θόλο ύψους 13,30 μέτρων και διαμέτρου 14,60 μέτρων, καλύπτεται με κυψελοειδή θόλο και είναι κτισμένος με 33 αλλεπάλληλες σειρές από λείους επιμήκεις λίθους, τέλεια συναρμολογημένους κατά το εκφορικό σύστημα, ώστε ο καθένας να εξέχει ελάχιστα από τον κατώτερο και να στενεύει προς την κορυφή, για να καταλήξει σε ένα στενό άνοιγμα. Ο τελευταίος λίθος, το «κλειδί», φράζει την οπή στην κορυφή της θόλου εξασφαλίζοντας την ισορροπία και τη συνοχή της. Το εσωτερικό της θόλου διακοσμούσαν χάλκινοι ρόδακες στους αρμούς των λίθων, από τους οποίους έχουν παραμείνει στη θέση τους μόνο τα καρφιά από την τρίτη σειρά και επάνω. Στη βόρεια πλευρά της θόλου ανοίγεται μικρός, ορθογώνιος, πλευρικός θάλαμος, λαξευμένος στο βράχο (6,50Χ6 μ. και 5 μ. ύψος), όπου έμπαινε κανείς από στενή είσοδο με ανακουφιστικό τρίγωνο στο υπέρθυρο. Στο δάπεδο του θαλάμου, που είναι φυσικός βράχος, ήταν λαξευμένοι δύο λάκκοι, ενώ δύο λίθινες βάσεις δείχνουν ότι και εδώ υπήρχαν κίονες.

93 Η όλη κατασκευή πάνω από τη θόλο καλυπτόταν με τύμβο, που δημιουργήθηκε με τη συσσώρευση χωμάτων και στηριζόταν στη βάση του περιμετρικά με τοίχο κτισμένο στην πρόσοψη με ορθογώνιους πωρόλιθους. Oι αρμονικές αναλογίες, που παρά το κολοσσιαίο του μέγεθος τον συγκρατούν στην ανθρώπινη κλίμακα, η επιβλητική και κομψή πρόσοψή του, η αγέρωχη ανάταση της εσωτερικής του καμπύλης και η θαυμάσια ποιότητα της κατασκευής του τον κατατάσσουν στα λαμπρότερα ταφικά μνημεία όλων των αιώνων. Ο επισκέπτης βλέποντας την είσοδο του τάφου αναλογίζεται τη δύναμη των βασιλιάδων, που έχτιζαν τέτοια επιβλητικά μνημεία στην εποχή του χαλκού, και αναρωτιέται πόσους θησαυρούς έθαβαν μαζί με τους άρχοντες στα επιβλητικά αυτά κοιμητήρια. Το μνημείο αυτό μετά τη μυκηναϊκή εποχή δε χρησιμοποιήθηκε πια ως τάφος. Όταν τον επισκέφθηκε ο Παυσανίας το 2ο αιώνα μ.Χ., είχε ήδη λεηλατηθεί και ήταν εν μέρει καταχωμένος. Στους επόμενους αιώνες κάποιοι βοσκοί τον χρησιμοποιούσαν ως καταφύγιο και αφαίρεσαν το «κλειδί», για να έχει διέξοδο ο καπνός από τις φωτιές τους, που άφησε τα ίχνη του στις παρειές της θόλου.

94 Θολωτός τάφος

95 Ο Κολοσσός της Ρόδου Ο Κολοσσός της Ρόδου θεωρείται ως ένα από τα Επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου. Ήταν ένα τεράστιο σε διαστάσεις άγαλμα το οποίο απεικόνιζε τον θεό Ήλιο. Ανεγέρθηκε από τον Χάρη τον Λίνδιο μαθητή του Λύσιππου τον 3ο αιώνα π.Χ. Είχε το ίδιο περίπου μέγεθος με το Άγαλμα της Ελευθερίας που βρίσκεται στη Νέα Υόρκη, αν και στηριζόταν σε χαμηλότερη βάση. Η όψη του αγάλματος λέγεται ότι φαινόταν από την είσοδο του λιμένα της Ρόδου.

96 Έργο του γλύπτη Χάρη του Λίνδιου, ένα μαθητή του περίφημου Έλληνα γλύπτη Λύσιππου. που άρχισε το 304 π.Χ. και χρειάστηκε 12 χρόνια για να τελειώσει. Καταστράφηκε το 227 π.Χ. από σεισμό. Επρόκειτο για 33 μέτρα χάλκινου σκελετού χιαστί και πακτωμένου σε πέτρινες κολόνες. Όλο το άγαλμα βρισκόταν σε μαρμάρινη βάση ύψους 15 μέτρων. Το άγαλμα ατένιζε το πέλαγος κρατώντας πυρσό. Τα υλικά προήλθαν από μεγαλειώδη πολιορκία της Ρόδου από το Δημήτριο τον Πολιορκητή το 305 π.Χ. όπου συνέβησαν πρωτάκουστα πράγματα (Φίλων ο Βυζάντιος).

97 Ο Δημήτριος επιτέθηκε με στόλο 200 πολεμικών και 170 μεταγωγικών που μετέφεραν 40,000 άνδρες…! Τα μηχανήματα που χρησιμοποιήθηκαν όμως ήταν συγκλονιστικά: -Πλωτοί καταπέλτες με το μεγαλύτερο να πατάει σε έξι πλοία… -Χελώνες και κριοί για διάτρηση και υπόσκαψα τειχών… -Ελεπόλεις πύργοι πολιορκίας ύψους 30 ως 40 (!) μέτρων με καταπέλτες, -Δεξαμενές νερού και λαδιού και φλεγόμενα βέλη, με αντικραδασμική και αντιπυρική μεταλλική επένδυση… Οι Ρόδιοι αμύνθηκαν με φλογοβόλα (!), πυρπολικά πλοιάρια και καταπέλτες, καθώς και ταχεία ανοικοδόμηση δεύτερου και τρίτου τείχους με ενδιάμεση τάφρο πίσω από την κατεστραμμένη πρώτη γραμμή τους… Τελικά οι Ρόδιοι νίκησαν και ο Δημήτριος έμεινε στην ιστορία ως ο Πολιορκητής. Ο χαλκός από τις Ελεπόλεις και τα πολιορκητικά έγινε… Κολοσσός. Το Άγαλμα της Ελευθερίας στη Νέα Υόρκη είναι η κοντινότερη προσέγγιση εφόσον είναι από τον ίδιο υλικό, έχει τις ίδιες διαστάσεις, τον ίδιο τρόπο κατασκευής (ακτινωτός σκελετός, συναρμολόγηση από κάτω προς πάνω), και μάλλον την ίδια στάση… Ο λαός της Ρόδου οικοδόμησε, με το αντίτιμο των όπλων και των πλοίων που πήραν από τον στρατό του Πολιορκητή, ένα τεράστιο άγαλμα του Ήλιου ως ευγνωμοσύνη προς το θεό που τους προστάτευσε.

98 Κανένας σήμερα δεν ξέρει πού ακριβώς ήταν στημένο το άγαλμα και πώς ακριβώς ήταν. Πολλοί πιστεύουν ότι ήταν τοποθετημένο στη Λίνδο, το μεγαλύτερο λιμάνι της Ρόδου, με τα πόδια ανοικτά πάνω από το λιμάνι ώστε τα πλοία να περνούσαν κάτω από τα πόδια του. Ωστόσο, είναι πιθανό το άγαλμα να είχε οικοδομηθεί μέσα στην πόλη και να κοίταζε πάνω από το λιμάνι. Σύμφωνα με τα όσα γράφει ένας συγγραφέας, για την κατασκευή Τα περισσότερα από όσα γνωρίζουμε για το γιγαντιαίο Κολοσσό στηρίζονται στα όσα έγραψαν για αυτόν οι συγγραφείς του καιρού εκείνου. Για την κατασκευή του χρειάστηκαν 12,7 τόνων μπρούντζου και 7,6 τόνων σιδήρου. Το τεράστιο άγαλμα είχε ένα παράκαιρο τέλος. Τραγικά, ύστερα από 66 χρόνια μετά την ολοκλήρωσή του, ένας βίαιος σεισμός σώριασε σε συντρίμμια το άγαλμα μέσα στη θάλασσα. Ο Κολοσσός μετά τον καταστροφικό σεισμό έμεινε ανέπαφος ως συντρίμμια για αιώνες. Αργότερα, το 653 μ.Χ. εισέβαλαν στη Ρόδο ισλαμικά στρατεύματα και άρπαξαν το χαλκό για να τον μεταφέρουν στη Συρία. Εκεί λέγεται ότι ένας έμπορος αγόρασε τα φύλλα του χαλκού, τα φόρτωσε σε 900 καμήλες και τα μετέφερε στην έρημο για να τα λιώσει.

99 Το πιο ενδιαφέρον με τον Κολοσσό της Ρόδου είναι πως κανείς δεν ξέρει πώς ακριβώς έμοιαζε, κι έτσι όλες οι εικόνες (από πχ μέχρι και σήμερα) είναι τελείως διαφορετικές. Ο καθένας τον φανταζόταν όπως ήθελε. Προσεγγιστικό σχέδιο του Κολοσσού

100 Ο Κολοσσός, ενσάρκωση του παντεπόπτη και ζωοδότη ήλιου, με την μπρούντζινη επιδερμίδα του να αντανακλά το φως του ήλιου, πρέπει να εντυπωσίαζε τους επισκέπτες ως πειστική εικόνα του θεού. Ο Χάρης είχε δημιουργήσει έναν «δεύτερο Ήλιο, που αντίκριζε τον πρώτο».

101 Ελάχιστα πράγματα γνωρίζουμε για την ακριβή όψη του αγάλματος, ενώ οι αντικρουόμενες αρχαιολογικές ενδείξεις δυσχεραίνουν τις απόπειρες αναπαράστασης του Κολοσσού. Σε πολλά ελληνικά νομίσματα ο θεός φέρει συμβατικά ηλιακά σύμβολα, όπως στεφάνι από ηλιαχτίδες γύρω από το κεφάλι του, αλλά σε άλλα νομίσματα αυτές οι ηλιαχτίδες απουσιάζουν.

102 Το 1932 ανακαλύφθηκαν στη Ρόδο τα θραύσματα ενός ανάγλυφου με το πάνω μέρος του σώματος Ήλιου ή του Απόλλωνα. Το ανάγλυφο αυτό, που συνέβαλε στην αναπαράσταση του Κολοσσού, απεικόνιζε τον στεφανωμένο με ηλιαχτίδες θεό, να σκιάζει με το δεξί του χέρι τα μάτια και να ακουμπά το αριστερό χέρι στο ισχίο. Άλλοι επιστήμονες πιστεύουν ότι ο θεός κρατούσε στο δεξί του χέρι πυρσό. Εξίσου αντικρουόμενες είναι οι απόψεις για το κάτω μέρος του σώματος του θεού. Ο θεός Ήλιος πιθανότατα ήταν ολόγυμνος. Όμως, το τεράστιο βάρος του αγάλματος μεταβιβαζόταν μόνο στους λεπτούς του αστραγάλους; Μήπως ο Κολοσσός της Ρόδου υποστηριζόταν από ένα μανδύα, που κρεμόταν από τον ώμο ή το μπράτσο του; Ωστόσο, οι ειδικοί συμφωνούν ότι ο Χάρης δεν επιχείρησε να φιλοτεχνήσει ένα άγαλμα με τα πόδια σε διάσταση. ώστε τα πλοία να περνούν ανάμεσα στα σκέλη του, όπως υπέθεσαν καλλιτέχνες της Αναγέννησης. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, ο Ήλιος θα είχε άχαρη στάση, καθώς τα άκρα των ποδιών του θα πρέπει να απείχαν τουλάχιστον 100 μέτρα το ένα από το άλλο· ούτε οι ιδιοφυείς μηχανικοί των ελληνιστικών χρόνων δεν θα μπορούσαν να επιλύσουν τέτοιο πρόβλημα.

103 Το άγαλμα ήταν μια ευφυής «διαφήμιση» της πόλης που το ανέγειρε, απτή απόδειξη του πλούτου και της τεχνολογίας της. Δυστυχώς, όμως, γύρω στο 226 π.Χ., μόλις 60 χρόνια μετά τα αποκαλυπτήρια, ο Κολοσσός κατέρρευσε, καθώς τα γόνατά του τσακίστηκαν από ένα σεισμό. Πέφτοντας λέγεται ότι γκρέμισε 30 σπίτια! Χρησμός μαντείου λέει σχετικά με την πιθανή επανατοποθέτησή του «μην κίνει τα κείμενα» και ο Κολοσσός δεν ξαναστάθηκε ποτέ πια όρθιος…

104 Ο ναός της Αρτέμιδας στην Έφεσο Ο ναός της Αρτέμιδος βρισκόταν στην Έφεσο της σημερινής Τουρκίας. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι χρειάστηκαν 120 χρόνια για να αποπερατωθεί ενώ είχε αρχικά ξεκινήσει από τον βασιλιά της Λυδίας, Κροίσο. Ο ναός κτίστηκε από μάρμαρο και ασβεστόλιθο, υλικά που μεταφέρθηκαν από γειτονι- κούς λόφους. Κάπου 120 μαρμάρινοι κίονες υποστήρι- ζαν το κύριο τμήμα του ναού.

105 Κάθε κίονας είχε ύψος 20 μέτρα. Οι τεράστιοι ογκόλιθοι μεταφέρθηκαν εκεί με τροχαλίες και συνδέθηκαν με μεταλλικούς πείρους. Μετά την ολοκλήρωση της οροφής καλλιτέχνες διακόσμησαν το κτίριο με υπέροχες γλυπτές παραστάσεις. Στη μέση του ναού υπήρχε το μαρμάρινο άγαλμα της Άρτεμης.

106 Ο ναός υπήρξε από τους μεγαλύτερους του κλασικού κόσμου, πολύ μεγαλύτερος από τον Παρθενώνα που χτίστηκε αργότερα στην Αθήνα. Η βάση των θεμελίων του είχε μήκος 131 μέτρα και πλάτος 79 μ. Το 356 π.Χ. ο ναός καταστράφηκε από πυρκαγιά. Τη φωτιά την έβαλε κάποιος Ηρόστρατος, που θέλησε με τον τρόπο αυτό να γίνει διάσημος. Κατά σύμπτωση, την ημέρα της καταστροφής του ναού, γεννήθηκε ο Μέγας Αλέξανδρος. Αργότερα, ο Αλέξανδρος επισκέφτηκε την Έφεσο και έδωσε διαταγής να οικοδομηθεί και πάλι ο ναός, στην ίδια θέση. Ο ναός του Αλέξανδρου επέζησε μέχρι τον 3ο μ.Χ. αιώνα. Με το πέρασμα του χρόνου η λάσπη κατέκλυσε το λιμάνι της Εφέσου και η πόλη κατάντησε ασήμαντη! Οι Γότθοι λεηλάτησαν στη συνέχεια το ναό και οι πλημμύρες ολοκλήρωσαν την καταστροφή. Το θέαμα του θαύματος ήταν τόσο εντυπωσιακό που ο Αντίπατρος αναφέρει χαρακτηριστικά: “Έχω αντικρίσει την εντυπωσιακή Βαβυλώνα με τους Κρεμαστούς της Κήπους, το άγαλμα του Δία, τον Κολοσσό της Ρόδου, την Μεγάλη Πυραμίδα και το Μαυσωλείο της Αλικαρνασσού, αλλά όταν είδα το σπίτι της Αρτέμιδος να φτάνει ως τα σύννεφα, τα υπόλοιπα αριστουργήματα έχασαν την λάμψη τους και τότε αναφώνησα: Εκτός από τον Όλυμπο, ο Ήλιος ποτέ δεν κοίταξε κάτι τόσο τεράστιο

107 Σήμερα ότι απομένει από το ναό στη Έφεσο είναι λίγοι ογκόλιθοι των θεμελίων και ένας μόνο αναστηλωμένος κίονας. Η Έφεσος βρίσκεται 50 χιλιόμετρα νοτίως της Σμύρνης. Ο Αντίπατρος το διάλεξε όπως και τα άλλα θαύματα του αρχαίου κόσμου γιατί ήταν μέρος του μεγαλείου των Αρχαίων Ελλήνων και της Ελληνιστικής περιόδου, αλλά και κομμάτι της αυτοκρατορίας του Μεγάλου Αλεξάνδρου

108 Το Κάστρο των Ιωαννίνων Το κάστρο των Ιωαννίνων είναι κτισμένο στο νοτιοανατολικό άκρο της πόλης και στη μικρή βραχώδη χερσόνησο που εισχωρεί στη λίμνη Παμβώτιδα. Η σημερινή του μορφή χρονολογείται στην ύστερη οθωμανική περίοδο, ωστόσο, έχουν ενσωματωθεί τμήματα προγενέστερων οχυρώσεων, της αρχαίας και βυζαντινής περιόδου. Ενδείξεις και ευρήματα για την ύπαρξη του τειχισμένου οικισμού, στο κάστρο, υπάρχουν ήδη από την όψιμη κλασσική και ελληνιστική περίοδο, Ωστόσο η μέχρι σήμερα έρευνα, δεν έχει ταυτίσει τον οικισμό αυτό με κάποια από τις αναφερόμενες στις ιστορικές πηγές, ηπειρωτικές πόλεις. Αρκετοί ερευνητές τοποθετούν στο κάστρο των Ιωαννίνων την πόλη Νέα Εύροια, όπου τον 6ο αιώνα σύμφωνα με τον ιστορικό Προκόπιο, ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός, μετέφερε τον πληθυσμό της πόλης Εύροιας. Η άποψη αυτή δεν είναι γενικά αποδεκτή, αφού δεν υπάρχουν αρχαιολογικά ευρήματα να τη τεκμηριώνουν.

109 Η πρώτη γραπτή αναφορά της πόλης των Ιωαννίνων μαρτυρείται το 879, στα Πρακτικά Συνόδου της Κωνσταντινούπολης. Αργότερα, το 1082, οι Νορμανδοί με αρχηγό τον Βοημούνδο, σύμφωνα με τη μαρτυρία της Άννας Κομνηνής στο βιβλίο της «Αλεξιάδα», κατέλαβαν την πόλη και ενίσχυσαν την υπάρχουσα οχύρωση. Λείψανα της οχύρωσης αυτής σώζονται μέχρι σήμερα και βρίσκονται στη νοτιοανατολική ακρόπολη (Ιτς Καλέ) του κάστρου, τα περισσότερα ενσωματωμένα στα ερείπια του Σεραγιού του Αλή πασά. Πρόκειται για τον κυκλικό πύργο που δεσπόζει στο κέντρο περίπου της ακρόπολης του Ιτς Καλέ και ο οποίος είναι γνωστός ως πύργος του Βοημούνδου και τη βάση ενός δεύτερου παρομοίου πύργου στην ανατολική πλευρά της ίδιας ακρόπολης, κοντά στο κτήριο των Μαγειρείων. Την υστεροβυζαντινή περίοδο (13ος-15ος αιώνας), η πόλη των Ιωαννίνων γνώρισε ιδιαίτερη ανάπτυξη και κατέστη σημαντικό διοικητικό και οικονομικό κέντρο. Ο Μιχαήλ Α΄ Κομνηνός Δούκας ( ), ιδρυτής του Δεσποτάτου της Ηπείρου, ενίσχυσε ή ανοικοδόμησε μεγάλα τμήματα των τειχών της πόλης και εγκατέστησε στο κάστρο μέλη αριστοκρατικών οικογενειών, προσφύγων από την Κωνσταντινούπολη, Η οποία είχε καταληφθεί από τους Φράγκους το 1204.

110 Από την οχύρωση των Ιωαννίνων και όπως αυτή εξελίχθηκε μετά τις ριζικές ενδεχομένως εργασίες του 13ου και τις προσθήκες ή βελτιώσεις του 14ου αιώνα, διατηρείται σήμερα ένα μεγάλο μέρος, λιγότερο ή περισσότερο αναγνωρίσιμο, στο σημερινό κάστρο. Η βυζαντινή οχύρωση του 13ου-15ου αιώνα αποτελείτο από έναν ισχυρό περίβολο, η έκταση του οποίου στο μεγαλύτερο μέρος της συμπίπτει με αυτή του σημερινού κάστρου. Λιγοστοί από τους βυζαντινούς πύργους ήταν γνωστοί, ενώ άλλοι ήλθαν στο φως, κατά τη διάρκεια των αναστηλωτικών εργασιών, που γίνονται τα τελευταία χρόνια στο κάστρο από την Αρχαιολογική Υπηρεσία. Από τους πιο γνωστούς είναι ο πύργος του Θωμά, που βρίσκεται σε μικρή απόσταση δεξιά της σημερινής κεντρικής πύλης. Ο πύργος κτίστηκε πιθανότατα από το σέρβο ηγεμόνα της πόλης Θωμά Πρελιούμποβιτς, στην προσπάθεια του να ενισχύσει το κάστρο και να προστατέψει την πόλη από τις επεκτατικές βλέψεις των Αλβανών, που την εποχή αυτή είχαν καταλάβει το μεγαλύτερο μέρος των εδαφών του Δεσποτάτου της Ηπείρου.

111 Κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας πραγματοποιήθηκαν πιθανότατα εργασίες στα τείχη του κάστρου, οι οποίες δεν είναι δυνατόν να εντοπιστούν σήμερα. Το κάστρο άλλαξε ριζικά με τις επεμβάσεις, που έγιναν κατά τη διάρκεια της ηγεμονίας του Αλή πασά, στο περιμετρικό τείχος και στις δύο ακροπόλεις του. Οι εργασίες ανοικοδόμησης του ολοκληρώθηκαν το 1815, περίοδος που σηματοδοτείται από τη ρήξη του Αλή με την Υψηλή Πύλη. Σκοπός των εργασιών ήταν να καταστεί το κάστρο ιδιαίτερα οχυρό και απροσπέλαστο από κάθε πλευρά και αντάξιο της δύναμης του πασά των Ιωαννίνων. Κατά τη διάρκεια των παρεμβάσεων του Αλή, στο κάστρο, διατηρήθηκαν μόνο όσα από τα τμήματα της προϋπάρχουσας υστεροβυζαντινής οχύρωσης σώζονταν σε καλή κατάσταση. Κατασκευάστηκε ένα ισχυρότατο νέο τείχος στην εξωτερική παρειά του προϋπάρχοντος και το κενό ανάμεσα στα δύο τείχη καλύφθηκε με καμάρες, όπου διαμορφώθηκαν στοές και αναπτύχθηκαν επίσης και άλλες θολωτές κατασκευές. Οι επιχώσεις μεταξύ του εσωτερικού και εξωτερικού τείχους, διαμόρφωσαν στο πάνω μέρος έναν ευρύτατο περίδρομο που εξυπηρετούσε στρατιωτικούς σκοπούς και έφερε πλήθος κανονιοθυρίδων. Τμήμα της οχύρωσης αποτελούσε επίσης η πλατιά τάφρος, που κατακλυζόταν από τα νερά της λίμνης και έδινε στο κάστρο τη μορφή νησίδας.

112 Τρεις πολυγωνικοί πύργοι, στην περιοχή του Μώλου, κοντά στη σημερινή κύρια πύλη και κοντά στην πύλη της Σκάλας, ενίσχυαν επιπλέον το περιμετρικό τείχος. Ένας σημαντικός αριθμός πυλών και πυλίδων είναι γνωστός, με χαρακτηριστικότερη την κύρια πύλη, η οποία έκλεινε με ξύλινη κινητή γέφυρα. Νότια της κύριας πύλης και πριν τον προμαχώνα του μώλου, ανοίγεται μια δεύτερη πύλη σε σημείο που υπήρχε βυζαντινός πύργος. Πύλες υπάρχουν και στο νότιο μέρος των τειχών από τις οποίες σημαντικότερες είναι αυτή κοντά στον προμαχώνα της Σκάλας και η νοτιοανατολική πύλη που οδηγούσε στην ακρόπολη του Ιτς Καλέ. Οι δύο ακροπόλεις του Κάστρου Τα δύο φυσικά υψώματα που υπάρχουν στο εσωτερικό του κάστρου διαμορφώθηκαν ήδη από τη βυζαντινή εποχή ως ακροπόλεις. Η βορειοανατολική είναι γνωστή ως ακρόπολη του Ασλάν πασά και η νοτιοανατολική ακρόπολη, γνωστή ως ακρόπολη Ιτς Καλέ. Η νοτιοανατολική ακρόπολη (Ιτς Καλέ) Η νοτιοανατολική ακρόπολη, εκτείνεται σε δύο επίπεδα. Τη βυζαντινή εποχή, σύμφωνα με πηγές, εδώ ήταν κτισμένες οι κατοικίες των Γιαννιωτών αρχόντων, καθώς επίσης ο μητροπολιτικός ναός των Ταξιαρχών και ο ναός του Παντοκράτορα. Πρόσφατες ανασκαφικές έρευνες στο χώρο του Ιτς Καλέ και σε μικρή απόσταση από αυτόν, έφεραν στο φως οικοδομικά λείψανα ελληνιστικής εποχής.

113 Στο χώρο αυτό τοποθετείται από τους περισσότερους ερευνητές η μεσοβυζαντινή οχύρωση της πόλης των Ιωαννίνων, τμήμα της οποίας αναγνωρίζεται στον κυκλικό πύργο, γνωστό ως πύργο του Βοημούνδου, που υψώνεται περίπου στο κέντρο της. Ο πύργος αργότερα με κατάλληλες προσθήκες και μετασκευές αποτέλεσε τμήμα του Σεραγιού του Αλή πασά, τα ερείπια του οποίου αποκαλύφθηκαν στη νότια πλευρά του. Η ακρόπολη αποτέλεσε επίσης το επίκεντρο της δραστηριότητας το Αλή πασά, καθώς στον χώρο αυτό ήταν κτισμένο το συγκρότημα του Σεραγιού του και τα λοιπά στρατιωτικά κτίσματα. Διαμορφώθηκε έτσι στην ακρόπολη μια ισχυρή έδρα για τον ίδιο και τους αξιωματικούς του. Η νοτιοανατολική ακρόπολη λειτουργεί σήμερα ως επισκέψιμος αρχαιολογικός χώρος. Εκτείνεται σε δύο επίπεδα, όπου διατηρούνται αρκετά ενδιαφέροντα κτήρια, τα περισσότερα από τα οποία έχουν αναστηλωθεί από την 8η Εφορεία Βυζαντινών αρχαιοτήτων. Πρόκειται για τα ερείπια του Σεραγιού του Αλή πασά, στη θέση του οποίου χτίστηκε το Βυζαντινό Μουσείο, το «Θησαυροφυλάκιο», που φιλιξενεί μια μόνιμη έκθεση αργυροτεχνίας, τα Μαγειρεία, η μικρή Πυριτιδαποθήκη και το Φετιχιέ τζαμί.

114 Το Σεράι του Αλή πασά Οι εργασίες ανέγερσης του Σεραγιού του Αλή πασά, ξεκίνησαν γύρω στα Σύμφωνα με περιγραφές των περιηγητών, επρόκειτο για ένα εντυπωσιακό οικοδόμημα, με ιδιαίτερο πλούτο και πολυτέλεια στη διακόσμηση του. Το Σεράι βρισκόταν στο δυτικό ύψωμα της εσωτερικής ακρόπολης του Ιτς Καλέ, με θέα προς τη λίμνη. Σε αυτό, στεγάζονταν τα διαμερίσματα του Αλή, της οικογένειάς του, των υπηρετών και του χαρεμιού. Υπήρχε επίσης η αίθουσα αναμονής και η αίθουσα ακροάσεων. Σε μια περιγραφή του Σεραγιού από τον Άγγλο γιατρό και περιηγητή H. Holland, ο οποίος επισκέφτηκε τα Ιωάννινα, το , αναφέρονται μεταξύ άλλων τα εξής «το σαράι του Αλή πασά είναι, χτισμένο σε ένα ύψωμα που του παρέχει τον έλεγχο πάνω σ’ ολόκληρη την πόλη». Στη γνωστή χαλυβογραφία των W. Leitch και H. Adlard αποδίδεται ως μεγαλειώδες οικοδόμημα με πολυάριθμα παράθυρα στον όροφο, διατεταγμένα σε σειρά. Έφερε τοξωτό προστώο στη δυτική πλευρά, με θέα στη λίμνη. Ο H. Holland αναφέρει επίσης την αίθουσα αναμονής του Σεραγιού, την οποία περιγράφει ως εξής «σε έναν εξώστη ή χώλ του σεραγιού, τα παράθυρα προσφέρουν καταπληκτική θέα στη λίμνη των Ιωαννίνων και στα βουνά της Πίνδου. Οι τοίχοι είναι ζωγραφισμένοι και πολυάριθμες πόρτες οδηγούν σε διάφορα μέρη του παλατιού».

115 Επιβλητική και μεγαλόπρεπη ήταν επίσης και η αίθουσα ακροάσεων του Σεραγιού. Η λιθογραφία του G. delaPoerBeresford, εικονίζει μια τεράστια αίθουσα, με μεγάλα, τοξωτά παράθυρα και πλούσιο ζωγραφικό διάκοσμο στη οροφή και τους τοίχους. Η μαρτυρία του H. Holland είναι και πάλι κατατοπιστική για την αίθουσα αυτή «στις παραστάδες των τοίχων και στα κοιλώματα ανάμεσα τους κρέμονταν τα όπλα του βεζύρη, πάλες, εγχειρίδια και πιστόλες, όλα εξαιρετικής τέχνης και στολισμένα με χρυσάφι και πολύτιμους λίθους. Ένα τουρκικό χαλί κάλυπτε το πάτωμα και ντιβάνια περιτριγύριζαν όλο το δωμάτιο». Όπως προκύπτει από την ανασκαφική έρευνα των τελευταίων ετών, ανισόπεδα τμήματα, λουτρά, αίθρια, πλήθος βοηθητικών χώρων και αυλών, συνθέτουν την εικόνα ενός άρτια οργανωμένου κτιριακού συγκροτήματος. Στη βόρεια πλευρά του Σεραγιού, βρισκόταν πιθανότατα ο ανδρώνας και στη νότια ο γυναικωνίτης. Σήμερα σώζονται ερείπια από την μεσημβρινή πτέρυγα του Σεραγιού, κτήρια και άλλα βοηθητικά προσκτίσματα.

116 Το Σεράι συνέχισε να χρησιμοποιείται ως διοικητικό κέντρο και μετά την πτώση του Αλή (1822) έως και το 1870, οπότε και καταστράφηκε ολοσχερώς. Στις πηγές αναφέρεται ότι είχε ήδη υποστεί πολλές φθορές, από την πολιορκία των σουλτανικών στρατευμάτων εναντίων του Αλή πασά. Στα ερείπια του κεντρικού κτηρίου του Σεραγιού, κτίστηκε αργότερα το Στρατιωτικό Νοσοκομείο της πόλης «Άγιοι Ανάργυροι» και στη θέση αυτού, ο ελληνικός στρατός έκτισε το 1958, το βασιλικό περίπτερο. Το 1978, η 8η Μεραρχία Ιωαννίνων παραχώρησε το κτήριο στο Υπουργείο Πολιτισμού, στο οποίο εγκαινιάστηκε το 1995 το Βυζαντινό Μουσείο Ιωαννίνων, ενώ στον όροφο του κτηρίου στεγάζονται σήμερα τα γραφεία της 8ης Εφορίας Βυζαντινών αρχαιοτήτων.

117 Το Βυζαντινό Μουσείο Στις επτά αίθουσες του Βυζαντινού Μουσείου, εκτίθενται σπουδαία ευρήματα ανασκαφών, που χρονολογούνται από την παλαιοχριστιανική έως και τη μεταβυζαντινή περίοδο. Πρόκειται για γλυπτά, νομίσματα, εικόνες και κεραμική, από την ευρύτερη περιοχή της Ηπείρου. Περίοπτη θέση στη συλλογή του Μουσείου κατέχουν βυζαντινά γλυπτά από ναούς της Θεσπρωτίας, καθώς και μαρμάρινοι κίονες και κορινθιακά κιονόκρανα της παλαιοχριστιανικής περιόδου, από την ίδια περιοχή. Εκτίθενται ακόμη χειρόγραφα ευαγγέλια και ένα έντυπο βιβλίο του 1499, που έχει εκδοθεί στη Βενετία, από το τυπογραφείο του Νικολάου Βλαστού. Τα εκθέματα αυτά παρέχουν στον επισκέπτη τη δυνατότητα να γνωρίσει την ιστορία της Ηπείρου, στο πέρασμα των αιώνων.

118 Το «Θησαυροφυλάκιο» Σε κεντρικό σημείο του Ιτς Καλέ και σε επαφή με τον ναό των Αγίων Αναργύρων, βρίσκεται το κτήριο που είναι γνωστό από την προφορική παράδοση ως «Θησαυροφυλάκιο». Πρόκειται για εντυπωσιακό κτίσμα που πιθανότατα ανήκε στο ευρύτερο συγκρότημα του Σεραγιού του Αλή πασά, λείψανα του οποίου βρέθηκαν σε πολύ κοντινή απόσταση, στα νότια. Η κάτοψη του είναι ορθογώνια. Μια πεσσοστοιχία αποτελούμενη από τρεις πεσσούς, δημιουργεί δύο επιμήκεις χώρους που στεγάζονται εσωτερικά με καμάρες και εξωτερικά με δίρριχτες στέγες. Οι πλευρικές τοιχοποιίες της αίθουσας, φέρουν ορθογώνιες κόγχες, διαφόρων διαστάσεων. Στο δυτικό άκρο της νότιας πλευράς, υπάρχει θολωτό άνοιγμα που πιθανότατα οδηγούσε στον διπλανό, θολωτό χώρο, ο οποίος μεταγενέστερα διαμορφώθηκε στο σημερινό ναό των Αγίων Αναργύρων.

119 Το κτήριο αναστηλώθηκε από την 8η Εφορία Βυζαντινών αρχαιοτήτων, κατά τη διάρκεια των ετών και έκτοτε φιλοξενεί μια μόνιμη έκθεση αργυροχοΐας. Η έκθεση περιλαμβάνει δύο κυρίως συλλογές αργυρών αντικειμένων, που αποτελούν δωρεές του αρχιεπισκόπου Σπυρίδωνα ( ) και του Κ. Ιωαννίδη (γόνος γνωστής οικογένειας αργυροχόων, ). Πρόσφατα, εμπλουτίστηκε με πολύτιμα κοσμήματα, δωρεά της Τ. Βέλλη - Δογορίτη ( ). Την Έκθεση συμπληρώνει η αναπαράσταση ενός εργαστηρίου αργυροχοΐας. Η έκθεση του «Θησαυροφυλακίου» σχετίζεται με την τέχνη της αργυροχοΐας, η οποία γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη στα Ιωάννινα, κυρίως κατά τη μεταβυζαντινή περίοδο. Τα ηπειρώτικα εργαστήρια αργυροχοΐας έδωσαν σπουδαία έργα, κοσμικά (κοσμήματα, οικιακά σκεύη, όπλα κ.ά.) και εκκλησιαστικά (σταυροί ευλογίας, λειψανοθήκες, δισκοπότηρα κ.ά.). Ο επισκέπτης της έκθεσης, αντλεί σημαντικές πληροφορίες για τον τρόπο άσκησης της τέχνης, καθώς και τις πιο χαρακτηριστικές τεχνικές δημιουργίας της (έκτυπη, συρματερή, χυτή, σμάλτα κ.ά.).

120 Το Φετιχιέ τζαμί Στο ανατολικότερο και υψηλότερο σημείο της Ακρόπολης Ιτς καλέ, δεσπόζει το Φετιχιέ τζαμί. Σύμφωνα με την παράδοση, το τζαμί είναι χτισμένο στη θέση του προϋπάρχοντος βυζαντινού ναού των Ταξιαρχών. Μοναδικά λείψανα του βυζαντινού αυτού ναού, είναι οι δύο μαρμάρινοι πεσσίσκοι τέμπλου του 13ου αιώνα, που βρίσκονται εντοιχισμένοι στην κόγχη (μιχράμπ) του τζαμιού. Το τζαμί είναι μονόχωρο και στεγάζεται με μεγάλο θόλο, που στηρίζεται σε τέσσερα ημιχώνιακαι τέσσερα τυφλά τόξα. Φέρει ξύλινο εξώστη στη βόρεια πλευρά. Τοιχογραφίες με φυτικό και γεωμετρικό διάκοσμο και χωρία αραβικών επιγραφών κοσμούν τα περισσότερα μέρη του χώρου. Στη γραπτή διακόσμηση εντοπίζονται και μεταγενέστερες επιζωγραφίσεις, που αντικατοπτρίζουν το πνεύμα του «νεοκλασικισμού» που επικρατούσε και στα Ιωάννινα την περίοδο της ύστερης Τουρκοκρατίας.

121 Εξωτερικά το τζαμί έφερε ανοικτή στοά, από την οποία σήμερα διατηρείται μόνο το κρηπίδωμα. Σε καλή κατάσταση διατηρείται και ο μιναρές, που φέρει εξώστη και οξυκόρυφη στέγη. Στο πάνω μέρος της βάσης του μιναρέ, σώζονται τρεις πλάκες με ανάγλυφη διακόσμηση. Σύμφωνα με πηγές, το 15ο αιώνα, μετά την υποταγή των κατοίκων της πόλης των Ιωαννίνων στους Οθωμανούς (1430), κτίστηκε στο σημείο αυτό το πρώτο μουσουλμανικό μετζήτ (θρησκευτικό ίδρυμα), που ονομάστηκε Φετιχιέ. Πρόκειται για την τουρκική εκδοχή της λέξης «κατάκτηση». Το 17ο αιώνα, ο Τζαλαλή πασάς ανέλαβε την δαπάνη για την κατασκευή του τζαμιού. Σύμφωνα με τις ιστορικές πηγές, επρόκειτο για ένα μεγαλόπρεπο τζαμί, που εντυπωσίαζε τους επισκέπτες. Ο τούρκος περιηγητής ΕβλιάΤσελεμπί, που επισκέφθηκε την πόλη των Ιωαννίνων στα τέλη του αιώνα (1670), αναφέρει μεταξύ άλλων «?ένα αρχαίο τέμενος με σαμαρωτή οροφή, ολότελα καμάροσκέπαστο με πέτρινο μιναρέ, που προηγουμένως ήταν εκκλησία. Είναι κι αυτό ένα τζαμί ολόλαμπρο σε μια γωνία του κάστρου πάνω σε απόκρημνο βράχο, με πλάτος εξήντα πόδια και μήκος εκατό».

122 Σύμφωνα με γραπτές πηγές και λιγοστά αρχαιολογικά τεκμήρια, η ανοικοδόμηση του τζαμιού πραγματοποιήθηκε στα Στα τέλη του αιώνα, αποτελούσε τον πυρήνα της θρησκευτικής ζωής στην ακρόπολη Ιτς Καλέ και γύρω στα 1795, ανακαινίστηκε από τον Αλή πασά, προκειμένου να λειτουργήσει ως τέμενος του σεραγιού. Μετά την απελευθέρωση της πόλης από τους Οθωμανούς, το 1913, το κτήριο χρησιμοποιήθηκε ως βοηθητικός χώρος του στρατιωτικού Νοσοκομείου, που λειτούργησε στην θέση των ερειπίων του σεραγιού. Τα τελευταία χρόνια η 8η Εφορία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, πραγματοποίησε μια σειρά εργασιών αναστήλωσης και στερέωσης στο κτήριο. Παράλληλα, έχουν ολοκληρωθεί οι εργασίες συντήρησης στις τοιχογραφίες και τη γύψινη διακόσμηση του μιχράμπ. Στον χώρο, φιλοξενείται σήμερα έκθεση, με θέμα την πόλη των Ιωαννίνων κατά την περίοδο της ύστερης Τουρκοκρατίας και τη ζωή και το έργο του διαβόητου Αλή πασά.

123 Ο τάφος του Αλή πασά Βορειοδυτικά του τζαμιού, βρίσκεται το μνημείο που φιλοξενεί τους τάφους του Αλή πασά και μιας από τις συζύγους του. Πρόκειται για μνημείο ορθογώνιας κάτοψης, που είναι χωρισμένο σε δύο τμήματα. Στο πρώτο βρίσκονται οι τάφοι. Αναμφίβολα, η αρχική κατασκευή του τάφου, όπου βρισκόταν το ακέφαλο σώμα του Αλή, ήταν ιδιαίτερα μεγαλόπρεπη και εντυπωσιακή. Το υπάρχον σιδερένιο κιγκλίδωμα αποτελεί απομίμησή του αυθεντικού σφυρήλατου κιγκλιδώματος, που σωζόταν έως περίπου το 1940.

124 Τα «Μαγειρεία» Το κτήριο οικοδομήθηκε πιθανόν στο α΄μισό του 19ου αιώνα. Είναι ισόγειο, λιθόκτιστο, με ορθογώνια κάτοψη. Ο εσωτερικός χώρος διαιρείται με ογκώδεις πεσσούς και τοξοστοιχία σε δύο επιμήκεις χώρους που καλύπτονται εσωτερικά από έξι θόλους και εξωτερικά από τετράρριχτη στέγη στην οποία εξέχουν ισάριθμες καμινάδες. Μια μικρή δεξαμενή υπήρχε στη δυτική πλευρά, μπροστά από την οποία διαμορφωνόταν κρήνη. Τα «Μαγειρεία» έχουν δεχθεί αρκετές επεμβάσεις. Οι εργασίες αναστήλωσης και αποκατάστασης τους έγιναν από την 8η Εφορία Βυζαντινών αρχαιοτήτων τη δεκαετία του ΄90. Σήμερα το κτήριο στεγάζει το αναψυκτήριο του αρχαιολογικού χώρου του Ιτς Καλέ.

125 Το κτήριο των πολλαπλών εκδηλώσεων Βορειοδυτικά του «Θησαυροφυλακίου», βρίσκεται ένα μεγάλων διαστάσεων κτήριο που πιθανότατα αποτελούσε τμήμα του Σεραγιού, χωρίς να αποκλείεται η χρήση του για στρατιωτικούς σκοπούς. Πρόκειται για επίμηκες, διώροφο οικοδόμημα, με ορθογώνια κάτοψη. Τοξωτές πεσσοστοιχίες διαιρούν το ισόγειο και τον όροφο, ένα μέρος των οποίων έχει καταστραφεί. Η τοιχοδομία του είναι ανάλογη με των υπόλοιπων οικοδομημάτων της νοτιοανατολικής ακρόπολης (αργολιθοδομή με μικρούς λίθους και οριζόντιες λίθινες ταινίες). Το κτήριο είχε αρχικά διπλάσιο πλάτος και εκτεινόταν βόρεια. Η 8η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, ολοκλήρωσε τις εργασίες συντήρησης και αναστήλωσης του, ο όροφος του οποίου χρησιμοποιείται ως χώρος διεξαγωγής πολλαπλών εκδηλώσεων και πολιτιστικών δραστηριοτήτων.

126 Βόρεια του κτηρίου αυτού, σώζεται τριμερές λουτρικό συγκρότημα, μικρών διαστάσεων, πάνω στον περίδρομο του εσωτερικού τείχους. Στο ανατολικό τμήμα της νοτιοανατολικής ακρόπολης, σε μικρή απόσταση από τα «Μαγειρία», αποκαλύφθηκαν ίχνη ενός μακρόστενου συγκροτήματος, αδιευκρίνιστης χρήσης, λείψανα του οποίου εκτείνονται στα νότια, μέχρι τον τάφο του Αλή πασά και το Φετιχιέ τζαμί. Κατά την ανασκαφή του βρέθηκαν τα λείψανα ενός δεύτερου κυκλικού πύργου, που πιθανότατα αποτελούσε τμήμα της μεσοβυζαντινής οχύρωσης του Βοημούνδου. Ακολουθεί προς νότο, ένα μικρότερο κτήριο που έχει ταυτιστεί με πυριτιδαποθήκη. Πρόκειται για επίμηκες, μονόχωρο κτίσμα, με δίρριχτη στέγη από σχιστόπλακες, το οποίο αποτελεί σήμερα το χώρο διεξαγωγής εκπαιδευτικών προγραμμάτων και άλλων συναφών δραστηριοτήτων.

127 Η Βορειοανατολική ακρόπολη Η βορειοανατολική ακρόπολη ορίζεται από οχύρωση, μέρος της οποίας χρονολογείται στη βυζαντινή εποχή. Στη νότια πλευρά σώζεται η βυζαντινή πύλη που προστατεύεται από κυκλικό σε κάτοψη πύργο, ο οποίος σώζεται στο μεγαλύτερο ύψος του. Η ακρόπολη αυτή ονομαζόταν «επάνω γουλάς» και αποτελούσε την έδρα του βυζαντινού ηγεμόνα (δεσπότη) των Ιωαννίνων. Εδώ σύμφωνα με βυζαντινές πηγές, βρισκόταν τα ανάκτορα καθώς και ναός του Αγίου Ιωάννη. Τα μνημεία που βρίσκονται σήμερα στη βορειοανατολική ακρόπολη, χρονολογούνται στην οθωμανική περίοδο και είναι το τζαμί του Ασλάν πασά, ο ομώνυμος τουρμπές (τάφος), ο μεντρεσές (ιεροδιδασκαλείο) και τα μαγειρεία. Κοντά στην ακρόπολη βρίσκονται επίσης τρία σημαντικά μνημεία της οθωμανικής περιόδου. Πρόκειται για το βυζαντινό λουτρό, το χαμάμ (λουτρό), την τούρκικη βιβλιοθήκη και το Σουφαρί σεράι.

128 Το τζαμί του Ασλάν πασά Το τέμενος κτίστηκε στις αρχές του 17ου αιώνα (πιθανότατα το 1618) από τον Ασλάν πασά, στη θέση όπου σύμφωνα με την παράδοση υπήρχε τη βυζαντινή εποχή ο ναός του αγίου Ιωάννη. Υπήρξε πυρήνας ενός μεγάλου θρησκευτικού - εκπαιδευτικού συγκροτήματος, από το οποίο σήμερα σώζεται ο μεντρεσές (ιεροδιδασκαλείο) και τα μαγειρεία (εστία). Για το τζαμί δεν υπάρχουν ιστορικά στοιχεία, εκτός από το ότι λάμβανε οικονομική ενίσχυση από τα έσοδα του Μπαϊρακλή τζαμιού (τζαμί της αγοράς). Πρόκειται για ένα κτήριο τετράγωνης κάτοψης, που καλύπτεται με ψηλό ημισφαιρικό θόλο. Προστώο διαμορφώνεται στη δυτική πλευρά, καθώς και στοά περιμετρικά της βόρειας, δυτικής και της νότιας πλευράς. Το προστώο στηρίζεται σε κίονες οι οποίοι προέρχονται από κάποιο - άγνωστο σήμερα - παλαιοχριστιανικό ή βυζαντινό οικοδόμημα. Η στοά αρχικά ήταν ανοιχτή, σήμερα κλείνει με χαμηλή τοιχοποιία και μεγάλα παράθυρα στο πάνω μέρος της. Στην κρηπίδα της νότιας στοάς του τζαμιού ανοίγονται βαθιές καμαροσκέπαστες κόγχες με εναλλαγή λίθων και πλίνθων στην όψη των τόξων τους. Στο μπροστινό μέρος των κογχών υπάρχουν κτιστοί λουτήρες.

129 Για τον φωτισμό της κεντρικής αίθουσας προσευχής ανοίγονται σε κάθε τοίχο οκτώ παράθυρα σε δύο σειρές, τα οποία κοσμούνται με γραπτό διάκοσμο. Στον ανατολικό τοίχο της κεντρικής αίθουσας υπάρχει η κόγχη προσευχής (mihrab), η οποία κοσμείται με «σταλακτίτες», δηλαδή επάλληλες πολυεδρικές επιφάνειες με γραπτά ανεικονικά θέματα. Γύψινος γλυπτός ανεικονικός διάκοσμος πλαισιώνει το μέτωπο της κόγχης, τις πλευρές του minbar (κτιστός άμβωνας) και τις γωνιαίες κόγχες. Κυκλικό περίτεχνο κόσμημα καλύπτει το κέντρο του θόλου, ενώ τη βάση του διατρέχει γραπτή ζώνη με ρητά από το Κοράνι και ταινία διακοσμημένη με γύψινους «σταλακτίτες». Σε ολόκληρη τη δυτική εσωτερική πλευρά της αίθουσας προσευχής αναπτύσσεται ξύλινο πατάρι, που στηρίζεται σε δύο περίτεχνους κίονες, συνδεόμενους μεταξύ τους με τόξα. κτιστή κλίμακα στη νοτιοδυτική γωνία οδηγεί στο μιναρέ.

130 Ο Τουρμπές Ο τουρμπές (μαυσωλείο) βρίσκεται ανατολικά του τζαμιού του Ασλάν πασά. Σύμφωνα με την παράδοση, το ταφικό αυτό μνημείο ανήκει στον Ασλάν πασά, ιδρυτή του τζαμιού επιτρέπουν τη χρονολόγηση του στις αρχές του 17ου αιώνα. πρόκειται για οκταγωνικό κτήριο, που καλύπτεται με ημισφαιρικό θόλο, ο οποίος εξωτερικά φέρνει κωνοειδή στέγη από σχιστόπλακες. Κάθε πλευρά του διακοσμείται εξωτερικά με ένα αβαθές αψίδωμα που απολήγει σε ελαφρά τεθλασμένο τόξο. Το κτήριο, κατασκευασμένο με αργολιθοδομή, εξωτερικά ήταν επιχρισμένο. Στο εσωτερικό του διατηρείται γλυπτός και ζωγραφιστός διάκοσμος με αραβουργήματα. Εκτός από τον τουρμπέ, στο χώρο γύρω από το τζαμί υπάρχουν και άλλοι τάφοι επιφανών μουσουλμάνων με επιτύμβιες στήλες, με ανάγλυφο διάκοσμο και επιγραφές. Από μαρτυρίες είναι γνωστό ότι κοντά στον τουρμπέ του Ασλάν υπήρχαν και άλλοι τουρμπέδες σημαντικών τούρκων αξιωματούχων, οι οποίοι καταστράφηκαν κατά το Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο.

131 Μεντρεσές Ο μεντρεσές βρίσκεται νοτιοδυτικά του τζαμιού του Ασλάν πασά και πιθανότατα κτίστηκε την ίδια περίπου εποχή με το τζαμί (α΄μισό 17ου αιώνα). Η λειτουργία του συνδεόταν με το τζαμί και τα μαγειρεία, με τα οποία αποτελούσαν ένα οργανωμένο θρησκευτικό - εκπαιδευτικό κέντρο (Kyliye). Οι μεντρεσέδες (ιεροδιδασκαλεία) ήταν ανώτερα σχολεία, όπου διέμεναν οι σπουδαστές και διδάσκονταν θεολογία και φιλοσοφία, σε αντίθεση με τα μεχτέπ, δηλαδή τα κατώτερα σχολεία, όπου οι μαθητές διδάσκονταν γραφή και ανάγνωση από το Κοράνι. Ο μεντρεσές είναι ένα μεγάλων διαστάσεων επίμηκες κτήριο. Έχει κτιστεί με αργολιθοδομή και καλύπτεται με κεραμοσκεπή. Αποτελείται από 12 θολοσκέπαστα δωμάτια και μια μεγάλη ξυλόστεγη αίθουσα διδασκαλίας στο κέντρο του. την ανατολική όψη καλύπτει ανοιχτό προστώο, στηριζόμενο σε λίθινους κίονες και τόξα, στα οποία η χρήση πλίνθων δημιουργεί μια αισθητική ποικιλία. Κάθε δωμάτιο φέρει εστία και φωτίζεται μόνο από την είσοδο του. Οι σημαντικότερες εργασίες στερέωσης και αποκατάστασης του μεντρεσέ έγιναν κατά τα έτη από το δήμο Ιωαννιτών με την επίβλεψη της 8ης Εφορίας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων.

132 Τα Μαγειρεία Το κτήριο των μαγειρείων ανεγέρθηκε πιθανώς την ίδια εποχή (α΄μισό 17ου αιώνα) με το παρακείμενο τζαμί, και αποτέλεσε την εστία του ιεροδιδασκαλείου (μεντρεσέ) του οθωμανικού συγκροτήματος του Ασλάν πασά, που εμφανίζεται στις πηγές ως οργανωμένο εκπαιδευτικό - θρησκευτικό κέντρο. Πρόκειται για ένα ορθογώνιο κτήριο με ανοιχτό προστώο. Εσωτερικά χωρίζεται με τόξα σε δύο επιμήκη δωμάτια, από τα οποία, το ένα αποτελεί τον κυρίως χώρο της εστίας και στεγάζεται με πλινθόκτιστο ημισφαιρικό θόλο, πάνω στον οποίο διαμορφώνεται πολυγωνική καπνοδόχος. Οι υπόλοιποι χώροι, καθώς και το προστώο καλύπτονταν πιθανόν με ξυλοστέγη, που σήμερα δεν σώζεται. Η Τουρκική Βιβλιοθήκη Περιλαμβάνει στον όροφο μια μεγάλη αίθουσα (αναγνωστήριο), δύο μικρότερες εκατέρωθεν της εισόδου με στενό θολοσκέπαστο διάδρομο ανάμεσα τους και ένα ανοιχτό προστώο. Το τελευταίο διαμορφώνεται στην πρόσοψη του οικοδομήματος με κιονοστήρικτητοξοστοιχία, όπου καταλήγει η λίθινη κλίμακα. Η όψη της κλίμακας διαρθρώνεται με δύο ανισοϋψή τόξα, από τα οποία το ευρισκόμενο κάτω από το πλατύσκαλο διαμορφώνεται σε καμαροσκεπή είσοδο προς τους ισόγειους βοηθητικούς χώρους του οικοδομήματος.

133 Το Σουφαρί Σεράι Το μέγαρο των Σουφαρήδων (ιππέων) - Σουφαρί Σεράι κτίστηκε πιθανότατα μεταξύ των ετών 1815 και Αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα κτήρια στρατωνισμού της ύστερης οθωμανικής περιόδου. Το εντυπωσιακών διαστάσεων κτήριο βρίσκεται απέναντι από το τούρκικο λουτρό, έξω από τη βορειοανατολική ακρόπολη του κάστρου και στέγαζε τη «σχολή ιππικού» του Αλή πασά. Είναι διώροφο, λιθόκτιστο, ορθογώνιας κάτοψης κτήριο. Το ισόγειο διαμορφώνεται σε τέσσερις επιμήκεις χώρους, που χωρίζονται μεταξύ τους με πεσσούς και τοξοστοιχίες. Τρία μεγάλα τοξωτά ανοίγματα στη βόρεια και στη νότια πλευρά διευκόλυναν την κυκλοφορία των ιππέων. Τα παράθυρα που ανοίγονται σε όλες τις πλευρές, φωτίζουν το εσωτερικό του. Στον όροφο οδηγεί εξωτερική λίθινη κλίμακα νεωτερικής κατασκευής. Ο όροφος ακολουθεί την ίδια τετραμερή διάταξη του ισογείου, με την διαφορά ότι ο χωρισμός των χώρων γίνεται μόνο με λίθινους πεσσούς (χωρίς τοξοστοιχίες), που στηρίζουν την ξυλοστέγη. Περίπου πενήντα παράθυρα φωτίζουν το εσωτερικό του ορόφου, διασπώντας τη μονοτονία της τοιχοδομής. Η αργολιθοδομή της τοιχοποιίας πιθανώς ήταν επιχρισμένη στον όροφο και ακάλυπτη στο ισόγειο.

134 Το Βυζαντινό λουτρό Πρόκειται για βυζαντινό λουτρό του 13ου αιώνα και αποτελεί ένα από τα λιγοστά σωζόμενα ανάλογα κτήρια. Το λουτρό αποτελείται από τη δεξαμενή, η οποία καταλαμβάνει το δυτικότερο τμήμα του. Σώζεται έως το ύψος του δαπέδου, το οποίο καλύπτεται από ισχυρό υδραυλικό κονίαμα, ενώ οι πλάκες που το κάλυπταν δεν σώζονται. Κάτω από το δάπεδο της δεξαμενής υπάρχουν τρεις αγωγοί, οι οποίοι συνδέουν το τοξωτό άνοιγμα στη δυτική πλευρά της με τον υπόκαυστο χώρο του. Το δάπεδο του, στηριζόταν σε πυκνές σειρές κτιστών πεσσίσκων, ορθογώνιας διατομής. Στους τοίχους του υπάρχουν κατακόρυφοι αγωγοί τετράγωνης διατομής που χρησίμευαν για την κυκλοφορία του θερμού αέρα. Στο χώρο όπου κτίστηκε το σχολείο βρισκόταν πιθανότατα το πρώτο δωμάτιο το αποδυτήριο, το χλιαρόν, των βυζαντινών βαλανείων. Τμήμα ενός άλλου χώρου αποκαλύφτηκε νότια του υπόκαυστου δωματίου, με το οποίο και επικοινωνούσε μέσω δύο μεγάλων ορθογώνιων ανοιγμάτων, που κλείστηκαν μεταγενέστερα. Και στο χώρο αυτό σώζονται κατακόρυφοι αγωγοί για την επικοινωνία του ζεστού αέρα. Οι τοιχοποιίες του λουτρού είναι κτισμένες με εξαιρετική επιμέλεια από λαξευμένες πέτρες και πλίνθους σε οριζόντιες στρώσεις. Τμήμα του κτηρίου είναι θεμελιωμένο πάνω σε λείψανα ισχυρών τοίχων της ελληνιστικής εποχής.

135 Το Χαμάμ (λουτρό) Είναι ένα από τα πρωιμότερα σωζόμενα οθωμανικά μνημεία στα Ιωάννινα και χρονολογείται στις αρχές του του 17ου αιώνα. Φαίνεται ότι αντικατέστησε το εντοπισμένο βορειότερα βυζαντινό λουτρό. Το κτήριο, που έχει δεχθεί πολλές μεταγενέστερες επεμβάσεις, αποτελείται από μια μεγάλη τετράγωνη αίθουσα, έναν ενδιάμεσο στενόμακρο καμαροσκέπαστο χώρο, την κυρίως αίθουσα του λουτρού, την καμαροσκέπαστη δεξαμενή και τους φούρνους για το ζέσταμα του νερού. Η πρώτη αίθουσα ήταν το αποδυτήριο και καλυπτόταν από μεγάλο τρούλο. Χαμηλά λίθινα πεζούλια περιτρέχουν εσωτερικά τους τοίχους της, ενώ στο κέντρο διαμορφωνόταν αναβρυτήριο. Στενή τοξωτή δίοδος στον ανατολικό τοίχο οδηγούσε στον καμαροσκέπαστο ενδιάμεσο χώρο, στη νότια πλευρά του οποίου διαμορφώνονταν τα αποχωρητήρια.

136 Ο κυρίως χώρος του λουτρού είναι μια σταυρόσχημη αίθουσα, με μικρά τετράγωνα θολοσκέπαστα διαμερίσματα που διαμορφώνονται στις γωνίες του τετραγώνου. Η κύρια αίθουσα του λουτρού έφερε λίθινο δάπεδο, που στηριζόταν στους κιονίσκους των υποκαύστων, οι περισσότεροι από τους οποίους σώζονται. Πήλινοι σωλήνες περιτρέχουν τους τοίχους της και χρησίμευαν για τη διοχέτευση ζεστού νερού και τη θέρμανση του χώρου. Ανατολικά και στο τμήμα του κτηρίου που καταλαμβάνεται σήμερα από νεώτερο κτίσμα, βρίσκεται η καμαροσκέπαστη δεξαμενή και οι φούρνοι για το ζέσταμα του λουτρού. Η κατασκευή του λουτρού είναι ιδιαίτερα επιμελημένη. οι τοίχοι του ήταν επιχρισμένοι με ισχυρό κονίαμα. «Σταλακτίτες», το χαρακτηριστικό ισλαμικό κόσμημα με τις επάλληλες πολυεδρικές επιφάνειες, κοσμούν τους τοίχους του κτηρίου. Το κτήριο διασώζεται σε ημιερειπωμένη κατάσταση, παρά τις πρόχειρες κατά καιρούς επεμβάσεις (στερεώσεις περιμετρικής τοιχοποιίας, επισκευές στους τρούλους, στερεώσεις υποκαύστων και διακοσμητικών στοιχείων.)

137 Η Εβραϊκή Συναγωγή Η εβραϊκή κοινότητα τω Ιωαννίνων μαρτυρείται από τη βυζαντινή περίοδο. Στο χρυσόβουλο του έτους 1319 του αυτοκράτορα Ανδρόνικου Β΄οριζόταν «ελευθερία και ανενοχλησία» και για τους Ιουδαίους της πόλης. Μετά το διωγμό από τους βασιλείς Φερδινάνδο και την Ισαβέλλα της Ισπανίας το 1492 πολλοί Ισπανοεβραίοι κατέφυγαν στα Ιωάννινα. Μέχρι το ναζιστικό διωγμό η εβραϊκή κοινότητα αποτέλεσε σημαντικό παράγοντα της τοπικής οικονομίας και ιστορίας. Έως τη δεκαετία του 60 λειτουργούσε εβραϊκό σχολείο, ενώ σήμερα σώζεται στην πόλη το νεκροταφείο, οικοδομήματα από την εβραϊκή συνοικία και η εντός του κάστρου συναγωγή. Η «Αρχαία Ιερά Συναγωγή των Ιωαννίνων» είναι ένα από τα μεγαλύτερα και παλαιότερα αντίστοιχα κτήρια, που σώζονται στην Ελλάδα (Κέρκυρα, Χαλκίδα, Ρόδος). Το μνημείο αποτελείται από μια ορθογώνια υπόστυλη θολοσκεπή αίθουσα με πολλά παράθυρα. Στο κέντρο της ανατολικής πλευράς προεξέχει η Ιερή Πυλη «ΕχάλΑκόδες» με επένδυση από μάρμαρο και κοσμημένη από τέσσερις κιονίσκους με ανάγλυφα ανθέμια, όπου φυλάσσονται οι περγαμηνές του Μωσαϊκού Νόμου «ΣιφρέΤορά».

138 Στο κέντρο της δυτικής πλευράς της αίθουσας βρίσκεται το Βήμα «Τεβά», όπου κινούνται οι «Χαζανίμ», δηλαδή οι ιερουργούντες, και όσοι πιστοί παρακολουθούν την ανάγνωση του Τορά. Στη βόρεια πλευρά υπάρχει γυναικωνίτης. Ο προαύλειος χώρος περιβάλλεται από από ψηλό τοίχο και περιλαμβάνει πηγάδι και κρήνη. Στην καμαροσκεπή πύλη υπάρχει εντοιχισμένη επιγραφή με το έτος 5657(1897), ενώ δύο ακόμη επιγραφές, με τη χρονολογία 5586(1826), σώζονται στην πρόσοψη του κτηρίου. Πέρα από τις εντοιχισμένες επιγραφές, που αφορούν ανακαινίσεις του οικοδομήματος, ο χρόνος ανοικοδόμησης της συναγωγής είναι άγνωστος. Πιθανότατα κτίστηκε στη θέση παλαιότερης. Μία δεύτερη νεώτερη συναγωγή στην πόλη των Ιωαννίνων υπήρχε εκτός του κάστρου (επί των οδών Αρσάκη και ΓιοσέφΕλιγιά).

139

140

141

142

143


Κατέβασμα ppt "ΜΕΛΗ ΟΜΑΔΑΣ Αγγελακοπούλου Κων/να Ανδρεωσάτου Μιρέλα Ανυφαντή Τριανταφυλλιά Ζαγγανά Ελευθερία Ζαγγανά Παναγιώτα Ζαγγανά Φωτεινή ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ κ."

Παρόμοιες παρουσιάσεις


Διαφημίσεις Google