Η παρουσίαση φορτώνεται. Παρακαλείστε να περιμένετε

Η παρουσίαση φορτώνεται. Παρακαλείστε να περιμένετε

Τραπεζική Ι – Πρόγραμμα Διαλέξεων Ακαδημαϊκό Έτος 2013-2014 Κ.2 Βασικά πρότυπα συμπεριφοράς και λειτουργίας αγορών Κ.3 Η λειτουργία του χρηματοπιστωτικού.

Παρόμοιες παρουσιάσεις


Παρουσίαση με θέμα: "Τραπεζική Ι – Πρόγραμμα Διαλέξεων Ακαδημαϊκό Έτος 2013-2014 Κ.2 Βασικά πρότυπα συμπεριφοράς και λειτουργίας αγορών Κ.3 Η λειτουργία του χρηματοπιστωτικού."— Μεταγράφημα παρουσίασης:

1 Τραπεζική Ι – Πρόγραμμα Διαλέξεων Ακαδημαϊκό Έτος Κ.2 Βασικά πρότυπα συμπεριφοράς και λειτουργίας αγορών Κ.3 Η λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος Κ.6 Χρηματοοικονομικές Αγορές Κ.7 Οι αγορές Διαχείρισης Κινδύνου Κ.8 Το ενοποιημένο πλαίσιο των διεθνών χρηματοπιστωτικών αγορών Κ.12 Η οργάνωση και μεταβολή των χρηματοοικονομικών συστημάτων Κ. 23 Η κρίση του χρηματοπιστωτικού συστήματος του

2 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 Ο Βασικά πρότυπα συμπεριφοράς και λειτουργίας των αγορών

3 Τα θέματα που θα εξετάσουμε σε αυτό το κεφάλαιο : 1. Ανθρώπινη διαχείριση και συμπεριφορά Α. Ατομική Ευημερία και Κίνδυνος Β. Διαχειριστής, Ιδιοκτήτης και Ηθικός Κίνδυνος Γ. Οριακή Χρησιμότητα και Οριακή Επενδυτική Απόδοση 2. Οι αγορές Α. Εκκαθάριση και Ισορροπία των Αγορών Β. Αποτελεσματικές Αγορές Γ. Πληροφόρηση και Σηματοδότηση Δ. Διαχρονική Συνέπεια Συμφωνιών 3. Απόδοση και κίνδυνος Α. Η Πηγή των Αποδόσεων και η Μέτρηση του Κινδύνου Β. Η Διασπορά του Κινδύνου ως μέσο αντιμετώπισής του

4 1. Ανθρώπινη διαχείριση και συμπεριφορά Τα οικονομικά είναι μια κοινωνική επιστήμη που εμβαθύνει στον τρόπο λειτουργίας της κοινωνίας και των κοινωνικών σχέσεων. Το κύτταρο της ανθρώπινης κοινωνίας είναι ο άνθρωπος, ο οποίος έχει ένα μέσο τρόπο συμπεριφοράς, που αποτυπώνεται σε αυτό που λέμε «κοινή λογική στάση», απέναντι στις σημαντικές αποφάσεις. Το άτομο δραστηριοποιείται στα πλαίσια του οικονομικού συστήματος με τρεις κυρίως ρόλους:

5 Η θεμελιώδης απόφαση του ατόμου είναι αυτή της κατανάλωσης και της επένδυσης. Η επένδυση αποτελεί αναστολή της παρούσας ευημερίας προς όφελος της μελλοντικής του ευημερίας. Ο τρόπος με τον οποίο γίνεται δυνατή η πραγματοποίηση αυτής της δραστηριότητας αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης και πολύ κρίσιμης ανάλυσης. καταναλωτής -ιδιοκτήτης - επιχειρηματίας και διαχειριστής οικονομικών αποφάσεων

6 Α. Ατομική Ευημερία και Κίνδυνος Το άτομο έχει προτιμήσεις οι οποίες περιγράφονται σε μια συνάρτηση χρησιμότητας U. Κατά την προσπάθεια του ατόμου να αυξήσει την ευημερία του, μέσα από τη δραστηριοποίησή του στο οικονομικό περιβάλλον, αντιμετωπίζει τα στοιχεία της αβεβαιότητας και του κινδύνου. Κάθε αναμενόμενο επίπεδο ευημερίας συνδέεται με ένα βαθμό κινδύνου πραγματοποίησής του. Κατά συνέπεια η πρώτη παράγωγος της καμπύλης, που παριστάνει την ευημερία του ατόμου, είναι θετική ως προς τον πλούτο U΄(W)>0, δηλαδή έχει θετική κλίση. Η κλίση της καμπύλης ευημερίας ορίζει τη σχέση ανταλλαγής πλούτου και ευημερίας και εξαρτάται από την στάση του ατόμου απέναντι στον κίνδυνο.

7 Τα άτομα κατατάσσονται σε τρεις ομάδες : α) εάν αγαπούν τον κίνδυνο (risk-lovers), β) εάν είναι ουδέτεροι απέναντι στον κίνδυνο (risk- neutral), ή και η στάση του ατόμου απέναντι στον κίνδυνο γ) εάν αποφεύγουν τον κίνδυνο (risk-averse).

8 Διάγραμμα1: Η κλίση της καμπύλης ευημερίας

9 Η επί πλέον ευημερία που απαιτεί ένα άτομο που αποφεύγει τον κίνδυνο, σε σύγκριση με το άτομο που είναι ουδέτερο απέναντι στον κίνδυνο, προκειμένου να κινηθεί προς σταθερό επίπεδο πλούτου, λέγεται πριμ κινδύνου. Στο Διάγραμμα 2 βλέπουμε πως διαμορφώνει τις προτιμήσεις του ένας risk averse, σε σχέση με τον πλούτο. Έτσι, η ευημερία του για μια σίγουρη πληρωμή π 1, θα ήταν Uπ 1, ενώ αν του προσφερόταν ένα παιχνίδι τύχης με προσδοκώμενη απόδοση π 1, η ευημερία του θα ήταν Ε(Uπ 1 ). Η ανάληψη κινδύνου στη δεύτερη περίπτωση μειώνει την ωφέλειά του. Ο risk averse θα ήταν αδιάφορος μεταξύ μιας σίγουρης πληρωμής π 1 και ενός παιχνιδιού τύχης με προσδοκώμενη απόδοση π 2. Δηλαδή, για να αναλάβει τον κίνδυνο απαιτεί μεγαλύτερη απόδοση. Η διαφορά π 2 -π 1 αντιστοιχεί στο risk premium, ενώ η το π 1 -Ο αντιστοιχεί στη σίγουρη πληρωμή. Ο risk neutral ωστόσο είναι αδιάφορος μεταξύ της επιλογής της σίγουρης πληρωμής και του παιχνιδιού. τύχης. Έτσι, σε αυτή την περίπτωση τα Uπ 1 και Ε(Uπ 1 ) ταυτίζονται.

10 Διάγραμμα2: Πριμ Κινδύνου (Risk Premium)

11 Β. Διαχειριστής, Ιδιοκτήτης και Ηθικός Κίνδυνος Όταν οι ρόλοι του διαχειριστή και του ιδιοκτήτη των πόρων συγκλίνουν στο ίδιο άτομο, τότε οι αναλύσεις που πραγματοποιούνται είναι σχετικά εύκολες, με την έννοια ότι δεν παρατηρείται σύγκρουση συμφερόντων των δύο ρόλων. Εάν όμως οι δύο ρόλοι αφορούν δύο διαφορετικά πρόσωπα, τότε εάν η συνάρτηση ευημερίας του διαχειριστή περιέχει στοιχεία που έρχονται σε αντίθεση με στοιχεία της συνάρτησης ευημερίας του ιδιοκτήτη, ο δεύτερος μπορεί να υποστεί σημαντικές αρνητικές συνέπειες.

12 Η διαφοροποίηση των δύο ρόλων έχει αναλυθεί ιδιαίτερα σε θέματα ασφαλειών και έχει την γενική ονομασία ηθικός κίνδυνος moral hazard (Gravelle & Rees, 1981). Η έννοια του ηθικού κινδύνου έχει σημαντικότατες εφαρμογές στη χρηματο­οικο­νομική. Μια από αυτές αφορά τη διαφοροποίηση της έννοιας της μεγιστοποίησης της αξίας της επιχείρησης, σε σχέση με τον πλούτο των μετόχων. Έτσι εάν μια επένδυση προκαλεί μεγιστοποίηση του πλούτου των μετοχών, αλλά όχι και της αξίας της επιχείρησης, ενδεχομένως να συνεπά­γεται διαφορετική επιθυμητότητα μεταξύ διαχειριστών και μετόχων.

13 Θεμέλιος λίθος δημιουργίας του ηθικού κινδύνου είναι το γεγονός ότι ο ιδιοκτήτης είναι αδύνατο να ελέγξει πλήρως το διαχειριστή, ή τουλάχιστον, είναι πολύ δύσκολο να τον ελέγξει στα πλαίσια ενός λογικού κόστους. Επειδή όμως ο ιδιοκτήτης αναμένει αυτή τη συμπεριφορά του διαχειριστή, μπορεί να λάβει μέτρα μέσω ενός κατάλληλου συμβολαίου, το οποίο θα δημιουργήσει κίνητρα και αντικίνητρα στη διαχείριση, με αποτέλεσμα να μπορούν να «ελεγχθούν» οι αντιδράσεις της. Τα συμβόλαια που χρησιμοποιούν τα πέναλτι και τα βραβεία (bonus-mallus) και που είναι ιδιαίτερα διαδεδομένα στο χώρο των ασφαλειών, παίζουν ακριβώς αυτόν το ρόλο.

14 Γ. Οριακή Χρησιμότητα και Οριακή Επενδυτική Απόδοση Όταν ένα άτομο ή μία επιχείρηση αποφασίζει να επενδύσει σήμερα ένα ποσό, αυτόματα το ποσό αυτό το στερεί από τη σημερινή κατανάλωση, με σκοπό να αυξήσει τη μελλοντική του/της κατανάλωση. Κατά τη διαδικασία λήψης επενδυτικών αποφάσεων, βρισκόμαστε μπροστά στο βασικό δίλημμα: Αξίζει να αντικαταστήσουμε σημερινή με μελλοντική κατανάλωση; και αν ναι, με πόσες μονάδες κατανάλωσης απαιτούμε να ωφεληθούμε στο μέλλον, για να δεχθούμε να στερηθούμε μία μονάδα κατανάλωσης σήμερα;

15 Έτσι χρειαζόμαστε ένα κριτήριο το οποίο θα ορίζει μία σχέση ανταλλαγής μεταξύ της παρούσας και της μελλοντικής μονάδας κατανάλωσης. Με τη βοήθεια ενός απλοποιημένου υποδείγματος, βρίσκεται ότι όταν δεν υπάρχει αγορά κεφαλαίου (και άρα υπάρχουν μόνο φυσικές επενδύσεις), στο σημείο ισορροπίας του κατόχου των πόρων, η οριακή απόδοση της επένδυσης είναι ίση με τη χρονική αξία του χρήματος. Στην περίπτωση όπου υπάρχει αγορά κεφαλαίου, το σημείο ισορροπίας χαρακτηρίζεται από την ισότητα της οριακής χρονικής αξίας του χρήματος, με την οριακή επενδυτική απόδοση φυσικών επενδύσεων και το επιτόκιο της τέλειας αγοράς κεφαλαίων.

16 2. Οι αγορές Αγορά είναι ο χώρος (νοητός ή πραγματικός) στον οποίο προσφέρονται και ζητούνται αντικείμενα (υπηρεσίες, υλικά, απλά κεφαλαιουχικά στοιχεία), με σκοπό την ανταλλαγή τους, έτσι ώστε να μεγιστοποιηθεί το κέρδος των συμμετεχόντων σ’ αυτές. Ο ορισμός των αγορών συνεπάγεται την αναγκαία και ικανή συνύπαρξη ορισμένων προϋποθέσεων οι οποίες είναι οι εξής: α) Κίνητρα συμπεριφοράς των συμμετεχόντων β) Διαδικασίες τιμολόγησης γ) Διαδικασίες εκκαθάρισης των αγορών και ορισμός της ισορροπίας δ) Μηχανισμός έκφρασης και αποκάλυψης της προσφοράς και της ζήτησης ε) Τυπικό πλαίσιο σύναψης των συμφωνιών

17 Το ενιαίο κίνητρο των συμμετεχόντων στις αγορές είναι η μεγιστοποίηση του κέρδους τους. Εξάλλου, η διαχείριση χαρτοφυλακίου ασχολείται σε μεγάλο βαθμό με τις διαδικασίες τιμολόγησης των κεφαλαιουχικών στοιχείων. Αυτό όμως που είναι απαραίτητο να διευκρινίσουμε από την αρχή, είναι ορισμένα σημεία που αφορούν τον τρόπο λειτουργίας των αγορών από πλευράς διακίνησης και διάχυσης της πληροφορίας και της σηματοδότησης, δηλαδή της παροχής των κατάλληλων σημάτων (μηνυμάτων) για την λειτουργία των αγορών.

18 Α. Εκκαθάριση και Ισορροπία των Αγορών Όταν σε μία αγορά υπάρχει διαφορετική τιμή προσφοράς και ζήτησης ενός αγαθού και προχωρούμε στην ταυτόχρονη αγορά και πώληση του αγαθού αυτού με σκοπό να αποκομίσουμε κέρδος από τη διαφορά των τιμών (χωρίς να εμπεριέχεται στη διαδικασία αυτή κανένας κίνδυνος), τότε λέμε ότι ασκούμε arbitrage. Η διαδικασία του arbitrage δεν περιέχει κίνδυνο και δεν οδηγεί σε επενδύσεις. Η διαδικασία του arbitrage μπορεί να ασκείται όσο υπάρχουν διαφορές στις τιμές προσφοράς και ζήτησης, αφού η ίδια αυτή η διαδικασία τις εξαφανίζει. Με τον τρόπο αυτό εκκαθαρίζεται η αγορά και στη συνέχεια ισορροπεί.

19 Α. Εκκαθάριση και Ισορροπία των Αγορών Όταν η αγορά ισορροπεί, κανείς δεν μπορεί να κερδίσει από μία ενέργεια, την οποία θα αποφασίσει και θα εκτελέσει μόνος του. Βρισκό­μαστε επομένως στο λεγόμενο σημείο ισορροπίας του Nash. Πρόκειται για μια “steady state” κατάσταση, δηλαδή μια κατάσταση σταθερότητας και όσον αφορά τα μελλοντικά σχέδια και όσον αφορά τις ενέργειες των πρωτα­γω­νιστών στην αγορά. Σε μία κατάσταση ισορροπίας υπάρχει πλήρης συμφωνία μεταξύ πεποιθήσεων και πράξεων. Με άλλα λόγια, οι πρωταγωνιστές προβαίνουν σε μια πράξη επειδή πιστεύουν, χωρίς αμφιβολία, ότι η αντίληψή τους, γι' αυτή είναι η ορθότερη. Η διαμόρφωση των πεποιθήσεων παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στη διαμόρ­φωση της κατάστασης ισορροπίας. Οι πεποιθήσεις όμως επηρεά­ζονται από τον τρόπο που τα άτομα αντιδρούν στην άφιξη των πληροφοριών. Όταν δεν ξέρουμε κάτι με βεβαιότητα μπορούμε να διαμορφώσουμε την εικόνα ότι κάτι θα συμβεί με πιθανότητα α%.

20 Α. Εκκαθάριση και Ισορροπία των Αγορών Τι θα συμβεί στις πεποιθήσεις μας όταν έλθει μια νέα πληροφορία; Η διαδικασία διαμόρφωσης των νέων πεποιθήσεων, με βάση τις παλαιότερες πεποιθήσεις και τις νέες πληροφορίες λέγεται κανόνας του Bayes. Ο κανόνας αυτός παίρνει τη μορφή της έκφρασης πιθανότητας εμφάνισης ενός γεγονότος υπό την προϋπόθεση ότι: α) έχουμε ήδη διαμορφώσει άποψη για την πιθανότητα να συμβεί το γεγονός αυτό και β) παρατηρούμε μία νέα πληροφορία εμφάνισής του. Τότε οι πεποιθήσεις μας για την πιθανότητα ότι θα συμβεί ένα γεγονός P(xi), για την πιθανή κατάσταση i, αφού έχουμε κάποια σχετική παρατήρηση (yi), δηλαδή η υπό συνθήκη πιθανότητα P(xi/yi), δίδεται από τον λόγο του γινομένου P(yi/xi) x P(xi) ως προς το άθροισμα του ίδιου γινομένου για όλες τις πιθανές καταστάσεις n, δηλαδή. Έτσι ο κανόνας του Bayes διατυπώνεται μαθηματικά ως ακολούθως:

21 Β. Αποτελεσματικές αγορές Η αξία των κεφαλαιακών στοιχείων των επιχειρήσεων διαμορφώνεται μέσα στην αγορά. Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο η λειτουργία των αγορών εξασφαλίζει το ότι η αξία αυτών των κεφαλαιακών στοιχείων είναι εκείνη που επιβάλουν τα πραγματικά δεδομένα (λογική αξία). Ο βασικός κανόνας της αποτελεσματικής αγοράς κεφαλαίων- efficient capital market (Grossman & Stiglitz, 1980) είναι ότι καμία αγορά ή πώληση κεφαλαιακών στοιχείων, στις επικρατούσες τιμές, δε δημιουργεί θετική καθαρή παρούσα αξία.. Για να συμβαίνει αυτό θα πρέπει όλες οι απαραίτητες πληροφορίες να είναι ευρέως διαδεδομένες και διαθέσιμες σε όλους, ενώ παράλληλα να έχουν ενσωματωθεί στις αξίες των μετοχών. Όταν αυτές οι συνθήκες επικρατούν, τότε η κίνηση των τιμών των μετοχών, δηλαδή η μεταβολή των τιμών, είναι τυχαία (Malkiel, 1985). Αυτή εξάλλου πρέπει να είναι η συμπεριφορά των μετοχών σε μία πλήρως ανταγωνιστική αγορά. Συνήθως, σε μία αποτελεσματικά λειτουργούσα αγορά κεφαλαιου­χικών στοιχείων, όλη η διαθέσιμη πληροφόρηση ενσωματώνεται στην τιμή των μετοχών και έτσι η τιμή αυτή είναι η ορθή. Όταν έρχεται νέα πληροφόρηση η τιμή της μετοχής μεταβάλλεται. Σημειωτέον ότι αυτή η νέα πληροφόρηση ποτέ δεν μπορεί να προβλεφθεί (αλλιώς δε θα ήταν νέα πληροφόρηση). Γι’ αυτό όταν η νέα αυτή πληροφόρηση έρχεται, οι τιμές των μετοχών μεταβάλλονται κατά τυχαίο τρόπο, ανάλογα με τις προσδοκίες που διαμορφώνουν σύμφωνα με αυτή οι επενδυτές.

22 Fundamental vs. Technical Analysis Όταν προσπαθούμε να συγκεντρώσουμε όλες τις απαραίτητες πληροφορίες, κάνοντας προβλέψεις για το μέλλον, λέγεται ότι κάνουμε βασική ανάλυση (fundamental analysis). Όταν προσπαθούμε να προβλέ­ψουμε το μέλλον, στηριζόμενοι στην πορεία των μετοχών του παρελθόντος, κάνουμε τεχνική ανάλυση (technical analysis).

23 Αποτελεσματικότητα της αγοράς Η έννοια της αποτελεσματικότητας της αγοράς, όπως έχει χρησιμοποιηθεί, σχετίζεται με την πληροφόρηση που υπάρχει στην οικονομία και τον τρόπο που επηρεάζει τις χρηματοοικονομικές αγορές. Η ανάλυση που έχει αναπτυχθεί, έχει σαν βασικό άξονα την Υπόθεση της Αποτελεσματικής Αγοράς (Efficient Market Hypothesis - EMH). Στην προσέγγιση αυτή, αναλύονται οι συνθήκες που πρέπει να πληρούνται, ώστε μια αγορά να δραστηριοποιείται κάτω από ιδανικές συνθήκες λειτουργίας.

24 Τρεις μορφές αποτελεσματικότητας της αγοράς Η αποτελεσματικότητα της κατανομής (allocative efficiency), αναφέρεται στον τρόπο που κατανέμονται οι χρηματοπιστωτικοί πόροι μεταξύ ανταγωνιστικών αποδεκτών. Έτσι, η αγορά πρέπει να κατευθύνει τους πόρους αυτούς με τρόπο ώστε να επιτυγχάνεται η μέγιστη παραγωγικότητά τους.

25 Τρεις μορφές αποτελεσματικότητας της αγοράς Η λειτουργική αποτελεσματικότητα (operational efficiency) πσροβλέπει τα κόστη συναλλαγής στην αγορά να καταρτίζονται ανταγωνιστικά, άρα να είναι τα μικρότερα δυνατά. Αν και για να εξασφαλιστεί η απόλυτη αποτελεσματικότητα στην κεφαλαιαγορά, θα πρέπει οι χρηματοοικονομικές προμήθειες να είναι μηδενικές, αυτό δεν είναι εφικτό αφού σε αυτή την περίπτωση δεν θα υπήρχε αγορά.

26 Τρεις μορφές αποτελεσματικότητας της αγοράς Η πληροφοριακή αποτελεσματικότητα (informational efficiency) αποτελεί το στοιχείο με το οποίο ασχολούμαστε διεξοδικά. Σύμφωνα με αυτή, οι τιμές στην αγορά αντικατοπτρίζουν "στιγμιαία και στο σύνολο όλη τη σχετική διαθέσιμη πληροφόρηση".

27 Αποτελεσματικότητα της αγοράς Αν και καμία από αυτές τις συνθήκες δεν πρέπει να παραγνωρίζεται, ο ρόλος της πληροφοριακής αποτελεσματικότητας είναι εξέχουσας σημασίας, γι' αυτό και όταν μιλάμε για αποτελεσματικότητα της αγοράς, συνήθως αναφερόμαστε στην πληροφοριακή. Συνηθίζεται να διακρίνουμε τρεις μορφές πληροφοριακής αποτελεσματικότητας της αγοράς: α) την πιο ασθενή μορφή της, β) την ενδιάμεση μορφή της και γ) την μορφή όπου όλοι γνωρίζουν τα πάντα συμπεριλαμβανομένης κάθε μυστικής και εσωτερικής πληροφόρησης.

28 Γ. Πληροφόρηση και Σηματοδότηση Η λειτουργία των αγορών προϋποθέτει τη συμμετοχή πρωταγω­νιστών, οι οποίοι διαθέτουν γνώσεις για τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες που αποτελούν αντικείμενα συναλλαγών. Οι συμμετέχοντες στην αγορά δεν έχουν πάντοτε την ίδια ποσότητα και ποιότητα γνώσεως. Αυτός που έχει περισσότερες πληροφορίες έχει πάντοτε την τάση να τις αξιοποιεί σε βάρος αυτού που δεν τις έχει. Όταν ο ένας συμμετέχων προσπαθεί να αξιοποιήσει το γνωστικό του πλεονέκτημα και ο άλλος να διαχειριστεί το γνωστικό του μειονέκτημα, προκύπτουν “λύσεις” στην αγορά, οι οποίες διαφέρουν σημαντικά από την κατάσταση που θα επιτυγχανόταν όταν όλοι είχαν τις κατάλληλες πληροφορίες. Στη βάση της παρατήρησης αυτής προέκυψε η ανάλυση της “αντίθετης επιλογής” (Adverse Selection), που θεμελιώθηκε στην περίφημη “αγορά των λεμονιών” του Akerlof (1970).

29 Πληροφόρηση και Σηματοδότηση Τα “λεμόνια” είναι τα προϊόντα χαμηλής ποιότητας, όπως π.χ. τα δάνεια προς αφερέγγυους δανειζόμενους, στην αγορά των δανείων, ή τα πολύ χρησιμοποιημένα αυτοκίνητα στην αγορά των μεταχειρισμένων αυτοκι­ νήτων. Ας υποθέσουμε λοιπόν ότι υπάρχουν τρεις πιθανές καταστάσεις ποιότητος q 1 >q 2 >q 3, όπου στην τρίτη περίπτωση η τιμή είναι μηδέν και το αυτοκίνητο είναι “λεμόνι”. Η πιθανότητα να “τύχει” στον υποψήφιο πελάτη μία ποιότητα αυτοκινήτου μπορεί να υπολογιστεί. Ο παρακάτω πίνακας δίνει τη σχέση ποιότητας αυτοκινήτων, τιμής και πιθανότητας εμφάνισης του γεγονότος.

30 Ο ουδέτερος κινδύνου πελάτης μπορεί να υπολογίσει την αναμε­νόμενη αξία του αυτοκινήτου που μπορεί να του “τύχει” στην αγορά ως εξής: 0,4 * ,2 * 5 + 0,4 * 0 = 5 Μάλιστα θα περιμέναμε ότι η αγορά θα καθοριζόταν στην τιμή αυτή. Όμως δε συμβαίνει αυτό, γιατί αυτοί που έχουν αυτοκίνητα ποιότητας q 1 βεβαίως δε θα τα προσφέρουν προς πώληση. Αυτό είναι κάτι το αναμενόμενο και οι αγοραστές θα αναθεωρήσουν τις πεποιθήσεις τους για την αναμενόμενη αξία των αυτοκινήτων, που είναι πιθανόν να τους “τύχουν”, αποκλείοντας τα αυτοκίνητα ποιότητας q 1. ΠοιότηταΤιμήΠιθανότητα εμφάνισης κάθε ποιότητας Πιθανότητα να χαλάσει το αυτοκίνητο q1q2q3q1q2q ,4 0,2 0,4 0,1 0,5 1,0

31 Έτσι σύμφωνα με τον κανόνα του Bayes και εφόσον η μέση αναμενόμενη αξία θα είναι 5, η πιθανότητα να τους τύχει αυτοκίνητο ποιότητας q 2 είναι : 0,2 ———— = 1/3 0,2+0,4 ενώ η πιθανότητα να τους τύχει αυτοκίνητο ποιότητας q 3 είναι 2 / 3, αφού έτσι και αλλιώς το άθροισμα των πιθανοτήτων θα πρέπει να είναι ίσο με τη μονάδα. Έτσι όμως η αναμενόμενη τιμή του αυτοκινήτου πέφτει στο 1,67 διότι: 1 / 3 x / 3 x 0  1,67

32 Όμως κανείς δεν θα αγοράσει στην τιμή 5 αλλά ούτε και στην τιμή 1,67 διότι κανείς δεν θα πουλάει αυτοκίνητα ποιότητας q 2 στην τιμή αυτή. Τελικά κανείς δεν θα ζητάει κανένα αυτοκίνητο σε οποιαδήποτε θετική τιμή. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η ασύμμετρη πληροφόρηση μπορεί να συνεπάγεται πλήρη κατάργηση της αγοράς. Αυτός μάλιστα είναι ένας από τους λόγους εισαγωγής μέτρων παρακολούθησης των αγορών από πλευράς των κυβερνήσεων. Ο μόνος τρόπος αντιμετώπισης του προβλήματος της “αγοράς λεμονιών”, είναι να διαμορφωθούν τέτοιου είδους συμφωνίες ώστε να παράγονται πρόσθετες πληροφορίες για τις ποιότητες των αυτοκινήτων, μέσω ενός συστήματος εγγυήσεων για τις ποιότητές τους, το οποίο θα βρίσκεται σε αντιστοιχία με την πιθανότητα που έχει κάθε ποιότητα αυτοκινήτου να εμφανίσει πρόβλημα στην μηχανή του.

33 Έτσι εάν ο κάτοχος του αυτοκινήτου ποιότητας q 1 υποσχεθεί να πληρώσει 12,5 ν.μ. εάν το αυτοκίνητο χαλάσει, τότε θα πουλήσει το αυτοκίνητό του στις 11,25 ν.μ. αφού ,1  (12,5) = 11,25 Κάτι παρόμοιο θα συμβεί για αυτόν που έχει q 2 ποιότητα ο οποίος υπόσχεται μία εγγύηση της τάξεως 10. Δηλαδή 5 + 0,5  (10) = 10. Υπό τις συνθήκες αυτές τα “λεμόνια” θα αποτραβηχτούν από την αγορά. Η εγγύηση, δηλαδή, παίζει το ρόλο του “σήματος” για τις συγκεκριμένες ποιότητες αυτοκινήτων. Τα σήματα αυτά θα πρέπει να έχουν πληροφοριακή δύναμη και το “κόστος” που επιφυλάσσει για τους αποδέκτες να είναι αρνητικά διασυνδεδεμένο με την ποιότητά του.

34 Υπάρχουν πολλών ειδών σηματοδοτήσεις. Αυτή που είδαμε παραπάνω συνίσταται στην πληρωμή ενός ποσού, ως κίνητρο για τον αγοραστή, ώστε να αγοράσει την καλύτερη ποιότητα αυτοκινήτου. Μια άλλη μορφή εγγύησης θα είναι η δωρεάν επισκευή του αυτοκινήτου σε περίπτωση βλάβης καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του. Μια τέτοια μορφή “σήματος”, ωστόσο, οδηγεί σε βέβαιη μείωση των εισπράξεων των πωλητών, σε αντίθεση με την πρώτη μορφή σήματος.

35 Δ. Διαχρονική Συνέπεια Συμφωνιών Η ιδέα που υπάρχει πίσω από την αρχή της διαχρονικής συνέπειας (time consistency) των συμφωνιών είναι αρκετά απλή: οι συμφωνίες που κάνουν οι συμμετέχοντες (συναλλασσόμενοι) στις αγορές, θα πρέπει να είναι τέτοιες, ώστε κατά την εφαρμογή τους να μην δημιουργούνται κίνητρα για την επαναδιαπραγμάτευσή τους. Εάν κατά την εκτέλεση των συμφωνιών δημιουργούνται κίνητρα για την επαναδιαπραγμάτευσή τους, τότε οι συμφωνίες δεν είναι αποτελεσματικές και δεν υπάρχει ισορροπία. Η διαχρονική συνέπεια των συμφωνιών είναι μια σημαντική αρχή για την λειτουργία του χρηματοοικονομικού τομέα και η παραβίασή της μπορεί να οδηγήσει σε σημαντική αστάθεια. Στην περίπτωση της σχέσης τράπεζας-δανειστή η εφαρμογή της είναι χαρακτηριστική. Η τράπεζα συνήθως δανείζει ένα ποσό θέτοντας ορισμένα όρια στους συγκεκριμένους χρηματο­οι­κο­νομικούς δείκτες του δανειζόμενου.

36 Μια τέτοια συμφωνία δεν περιέχει τον όρο της διαχρονικής συνέπειας. Αυτό συμβαίνει διότι στην πραγματικότητα η συμφωνία περιέχει ένα όρο συνεχούς επαναδιαπραγμάτευσης. Η παραβίαση των όρων της συμφωνίας συνεπάγεται αύξηση του κόστους των δανείων. Ο δανειζόμενος λοιπόν μπορεί να σχεδιάσει την συμπεριφορά του έτσι ώστε να αναμένει την αύξηση αυτή. Σημειωτέον δε ότι και ο δανειστής επειδή θα δει τα έσοδά του να αυξάνονται μπορεί να αναμένει μια μεταβολή των όρων της συμφωνίας του αρχικού δανεισμού. Έτσι και τα δύο μέρη έχουν λόγους να αντιμετωπίζουν θετικά τη μεταβολή της αρχικής συμφωνίας. Μια παρόμοια συμφωνία οδηγεί σε αστάθεια του συστήματος.

37 Απόδοση και κίνδυνος Προκειμένου να αποφασίσουμε για το αν θα στερηθούμε μονάδες σημερινής κατανάλωσης για να επενδύσουμε (και άρα να μπορούμε να καταναλώσουμε στο μέλλον) ή όχι, απαιτούμε πειστικά κίνητρα. Τα κίνητρα αυτά είναι ενσωματωμένα στην απόδοση των επενδύσεών μας. Κατά συνέπεια, θα πρέπει να αναλυθεί όλη η διαδικασία που περιλαμβάνει τη δημιουργία της απόδοσης σε σχέση με την επένδυση, σε στατικό και δυναμικό επίπεδο.

38 Α. Η Πηγή των Αποδόσεων και η Μέτρηση του Κινδύνου Οι επενδυτικές αποφάσεις συνδέονται άμεσα με τη διαδικασία μεγέθυνσης μιας οικονομίας και τη διεύρυνση του πλούτου της. Συνεπώς, οι αποφάσεις αυτές αποτελούν το θεμέλιο λίθο της διαδικασίας οικονομικής μεγέθυνσης. Εδώ όμως τίθενται εύλογα ορισμένα σημαντικά ερωτήματα: Γιατί οι επενδύσεις αυξάνουν τον πλούτο της κοινωνίας ή, με άλλα λόγια, γιατί οι επενδύσεις έχουν απόδοση; Τι είναι πλούτος για μία κοινωνία στις σημερινές συνθήκες; Άρα, ποια μορφή μπορεί να έχουν οι επιχειρηματικές αποφάσεις;

39 Κίνδυνος και Απόδοση Ο κίνδυνος σε ένα χρηματοδοτικό έργο διακρίνεται ανάλογα με την προέλευσή του και την επίπτωση που μπορεί να έχει στην απόδοση χρηματοοικονομικού στοιχείου.

40 Η προέλευση του κινδύνου σχετίζεται με το εσωτερικό ή εξωτερικό περιβάλλον της οικονομικής μονάδας που αναφέρεται το κεφαλαιουχικό στοιχείο ή με τον οικονομικό τομέα προέλευσής του. Έτσι, ο κίνδυνος που είναι χαρακτηριστικό του συγκεκριμένου κεφαλαιουχικού στοιχείου λέγεται μη συστηματικός. Ο κίνδυνος που προέρχεται από το γενικότερο περιβάλλον λέγεται συστηματικός. Ο μη συστηματικός κίνδυνος μπορεί να προέρχεται από τις παραγωγικές αποφάσεις ή δομές που σχετίζονται με το κεφαλαιουχικό στοιχείο (εάν υπάρχουν παρόμοιες) οπότε ταξινομείται ως επιχειρηματικός κίνδυνος, ή να σχετίζεται με τις χρηματοδοτικές αποφάσεις ή δομές που αφορούν τη συγκεκριμένη επιχειρηματική μονάδα που αναφέρεται το κεφαλαιουχικό στοιχείο, οπότε λέγεται χρηματοδοτικός κίνδυνος.

41 Εάν τώρα τα ειδικότερα χαρακτηριστικά του κεφαλαιουχικού στοιχείου προκαλούν μία μετρήσιμη κατανομή πιθανών αποδόσεων του στοιχείου αυτού, τότε έχουμε το λεγόμενο κίνδυνο κερδοφορίας. Εάν όμως υπάρχει περίπτωση μηδενικής απόδοσης, λόγω του ότι η επένδυση αδυνατεί να αποδώσει οτιδήποτε από τα υποσχόμενα έχουμε κίνδυνο αθέτησης. Μία ταξινόμηση του κινδύνου δίνεται στο διάγραμμα 1.3

42 Διάγραμμα 1.3: Η ταξινόμηση του κινδύνου Προέλευση Κινδύνου Κίνδυνος Αγοράς Επιχειρηματικός Κίνδυνος Χρηματοδοτικός Κίνδυνος Συστηματικός Κίνδυνος Μη-Συστηματικός Κίνδυνος Κίνδυνος Κερδοφορίας Κίνδυνος Αθέτησης

43 Οι κίνδυνοι για μία τράπεζα Ο κίνδυνος ρευστότητας αναφέρεται στην αδυναμία της τράπεζας να ικανοποιήσει ανάγκες για ρευστό, που προκύπτουν από αναλήψεις και εκχωρήσεις δανείων. Ο κίνδυνος επιτοκίων της τράπεζας σχετίζεται με τις αλλαγές στις αποδόσεις και τις αξίες των στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού, οι οποίες προκαλούνται από μεταβολές των επιτοκίων. Ο πιστωτικός κίνδυνος για μια τράπεζα είναι ο κίνδυνος να μην αποπληρωθεί το κεφάλαιο ή ο τόκος ενός δανείου, όπως ορίζεται στο συμβόλαιο με το δανειζόμενο. Ο κίνδυνος κεφαλαίου μιας τράπεζας εκφράζει πόσο μπορεί να μειωθεί η αξία των στοιχείων του ενεργητικού, χωρίς να γίνουν επισφαλείς οι θέσεις των πιστωτών της.

44 B. Η Διασπορά του Κινδύνου ως μέσο αντιμετώπισής του Όταν επενδύουμε σε περισσότερα από ένα περιουσιακά στοιχεία, οποιασδήποτε μορφής, θεωρούμε ότι δημιουργούμε ένα χαρτοφυλάκιο. Το ζητούμενο είναι το κατά πόσο μπορούμε να φτιάχνουμε χαρτοφυλάκια με τη μέση ή μεγαλύτερη (αν είναι δυνατόν) αναμενόμενη απόδοση, σε σύγκριση με τις αποδόσεις των επί μέρους περιουσιακών στοιχείων, με κίνδυνο ίσο ή μικρότερο αυτού των συστατικών μερών του. Ουσιαστικά δηλαδή δημιουργούμε χαρτοφυλάκια για να επιτύχουμε διασπορά του κινδύνου.

45 Σύνοψη Το άτομο έχει μέσα στο οικονομικό σύστημα τρεις κυρίως ρόλους: καταναλωτής, ιδιοκτήτης-επιχειρηματίας και διαχειριστής οικονομικών αποφάσεων. Η επιπλέον ευημερία που απαιτεί ένα άτομο που αποφεύγει τον κίνδυνο, προκειμένου να κινηθεί προς ένα επίπεδο δεδομένου κινδύνου, λέγεται πριμ κινδύνου. Στη χρηματοοικονομική, ο ηθικός κίνδυνος συναντάται στο γεγονός ότι τα συμφέροντα των διαχειριστών (μεγιστοποίηση της αξίας της επιχείρησης) διαφοροποιούνται από τα συμφέροντα των μετόχων (μεγιστοποίηση του πλούτου τους).

46 Η αγορά είναι ο χώρος (νοητός ή πραγματικός) στον οποίο προσφέρονται και ζητούνται αντικείμενα με σκοπό την ανταλλαγή τους, έτσι ώστε να μεγιστοποιηθεί το κέρδος των συμμετεχόντων σ’ αυτές. Ο βασικός κανόνας της αποτελεσματικής αγοράς κεφαλαίων είναι ότι καμία αγορά ή πώληση κεφαλαιακών στοιχείων στις επικρατούσες τιμές δεν δημιουργεί θετική καθαρή παρούσα αξία. Οι συμφωνίες ονομάζονται αποτελεσματικές (και άρα υπάρχει ισορροπία) εάν κατά την εκτέλεσή τους δεν δημιουργούνται κίνητρα για την επαναδιαπραγμάτευσή τους. Η ουσιαστική επίδραση των επενδύσεων στον πλούτο της κοινωνίας ασκείται μέσω της ανόδου της παραγωγικότητάς της. Σύνοψη

47 Ο κίνδυνος σε ένα χρηματοδοτικό έργο διακρίνεται ανάλογα με την προέλευσή του και την επίπτωση που μπορεί να έχει στην απόδοση του χρηματοοικονομικού στοιχείου. Μη συστηματικός λέγεται ο κίνδυνος που είναι χαρακτηριστικό του συγκεκριμένου κεφαλαιακού στοιχείου, ενώ συστηματικός λέγεται αυτός που προέρχεται από το γενικότερο περιβάλλον. Τα είδη κινδύνου για μια τράπεζα είναι ο κίνδυνος ρευστότητας, ο κίνδυνος επιτοκίων, ο πιστωτικός κίνδυνος και ο κίνδυνος κεφαλαίου. Όταν επενδύουμε σε περισσότερα από ένα περιουσιακά στοιχεία οποιασδήποτε μορφής, θεωρούμε ότι δημιουργούμε ένα χαρτοφυλάκιο.


Κατέβασμα ppt "Τραπεζική Ι – Πρόγραμμα Διαλέξεων Ακαδημαϊκό Έτος 2013-2014 Κ.2 Βασικά πρότυπα συμπεριφοράς και λειτουργίας αγορών Κ.3 Η λειτουργία του χρηματοπιστωτικού."

Παρόμοιες παρουσιάσεις


Διαφημίσεις Google