Η παρουσίαση φορτώνεται. Παρακαλείστε να περιμένετε

Η παρουσίαση φορτώνεται. Παρακαλείστε να περιμένετε

Οδυσσέας Αλεπουδέλης οι γονείς από τη Λέσβο Πριν απ' τα μάτια μου ήσουν φως Πριν απ' τον 'Ερωτα, έρωτας. Κι όταν σε πήρε το φιλί Γυναίκα.

Παρόμοιες παρουσιάσεις


Παρουσίαση με θέμα: "Οδυσσέας Αλεπουδέλης οι γονείς από τη Λέσβο Πριν απ' τα μάτια μου ήσουν φως Πριν απ' τον 'Ερωτα, έρωτας. Κι όταν σε πήρε το φιλί Γυναίκα."— Μεταγράφημα παρουσίασης:

1 Οδυσσέας Αλεπουδέλης οι γονείς από τη Λέσβο Πριν απ' τα μάτια μου ήσουν φως Πριν απ' τον 'Ερωτα, έρωτας. Κι όταν σε πήρε το φιλί Γυναίκα

2 Του Αιγαίου Ο έρωτας Το αρχιπέλαγος Κι η πρώρα των αφρών του Κι οι γλάροι των ονείρων του Στο πιο ψηλό κατάρτι του ο ναύτης ανεμίζει Ένα τραγούδι Ο ερωτάς Το τραγούδι του Κι οι ορίζοντες του ταξιδιού του Κι η ηχώ της νοσταλγίας του Στον πιο βρεμένο βράχο της η αρραβωνιαστικιά προσμένει Ένα καράβι Ο έρωτας Το καράβι του Κι η αμεριμνησία των μελτεμιών του Κι ο φλόκος της ελπίδας του Στον πιο ελαφρό κυματισμό του ένα νησί λικνίζει Τον ερχομό.

3 Η Μαρίνα των βράχων Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη– Μα που γύριζες Ολημερίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας Αετοφόρος άνεμος γύμνωσε τους λόφους Γύμνωσε την επιθυμία σου ως το κόκαλο Κι οι κόρες των ματιών σου πήρανε τη σκυτάλη της Χίμαιρας Ριγώντας μ’ αφρό τη θύμηση! Που είναι η γνώριμη ανηφοριά του μικρού Σεπτεμβρίου Στο κοκκινόχρωμα όπου έπαιζες θωρώντας προς τα κάτω Τους βαθιούς κυαμώνες των άλλων κοριτσιών Τις γωνιές όπου οι φίλες σου άφηναν αγκαλιές τα δυοσμαρίνια -Μα που γύριζες Ολονυχτίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας Στυλωμένη στους βράχους δίχως χτες και αύριο, Στους κινδύνους των βράχων με τη χτενισιά της θύελλας Θ’ αποχαιρετήσεις το αίνιγμά σου.

4 1940, Προσανατολισμοί 1946, Άσμα ηρωικό και πένθιμο 1943, Ήλιος ο πρώτος 1959, Το Άξιον Εστί 1978, Μαρία Νεφέλη 1973, Τα Ρω του Έρωτα 1984, Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου 1988, Ο Μικρός Ναυτίλος 1960, Έξη και μια τύψεις για τον ουρανό οξειδώθηκα μεσ΄ στη νοτιά των ανθρώπων

5 ΑΝΟΙΓΕ ΤΟΝ ΑΕΡΑ του κήπου κι έβλεπες τα μαλλιά της να φεύγουν αριστερά. Ύστερα μετατοπιζότανε πάνω στο τέμπλο, λυπημένη, κρατώντας στην αγκαλιά της πολλές μικρές άσπρες φλόγες. Ήταν μια εποχή γεμάτη επαναστάσεις, ξεσηκωμούς, αίματα. Θα 'λεγες ότι μόνη αυτή συντηρούσε τη διάρκεια των πραγμάτων από μακριά. Όμως από κοντά ήταν απλώς μια ωραία γυναίκα που μύριζε κήπο. 1984, Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου ΠΡΟΧΩΡΩ ΜΕΣ' ΑΠΟ ΠΕΤΡΙΝΑ κεριά και γυναίκες που κρατάν μισοφέγγαρα. Ο Θεός λείπει. Αυτός ο κήπος δεν έχει τέλος και κανείς δεν ξέρει τι τον περιμένει. Κάθε όνομα φέγγει για λίγο μες στα σκοτεινά κι ύστερα σβήνει και χάνεται.

6 ΚΑΤΟΙΚΗΣΑ ΜΙΑ ΧΩΡΑ πού 'βγαινε από την άλλη, την πραγματική, όπως τ' όνειρο από τα γεγονότα της ζωής μου. Την είπα κι αυτήν Ελλάδα και τη χάραξα πάνω στο χαρτί να τηνε βλέπω. Τόσο λίγη έμοιαζε· τόσο άπιαστη. Περνώντας ο καιρός όλο και τη δοκίμαζα: με κάτι ξαφνικούς σεισμούς, κάτι παλιές καθαρόαιμες θύελλες. Άλλαζα θέση στα πράγματα να τ' απαλλάξω από κάθε αξία. Μελετούσα τ' Ακοίμιστα και την Ερημική ν' αξιωθώ να φκιάνω λόφους καστανούς, Μοναστηράκια, κρήνες. Ως κι ένα περιβόλι ολόκληρο έβγαλα γιομάτο εσπεριδοειδή που μυρίζαν Ηράκλειτο κι Αρχίλοχο. Μά 'ταν η ευωδία τόση που φοβήθηκα. Κι έπιασα σιγά-σιγά να δένω λόγια σαν διαμαντικά να την καλύψω τη χώρα που αγαπούσα. Μην και κανείς ιδεί το κάλος. Ή κι υποψιαστεί πως ίσως δεν υπάρχει. 1988, Ο Μικρός Ναυτίλος

7 Τ ὴ γλ ῶ σσα μο ῦ ἔ δωσαν ἑ λληνική. τ ὸ σπίτι φτωχικ ὸ στ ὶ ς ἀ μμουδι ὲ ς το ῦ Ὁ μήρου… Μονάχη ἔ γνοια ἡ γλ ῶ σσα μου στ ὶ ς ἀ μμουδι ὲ ς το ῦ Ὁ μήρου… Ἐ κε ῖ σπάροι κα ὶ πέρκες ἀ νεμόδαρτα ρήματα ρεύματα πράσινα μ ὲ ς στ ὰ γαλάζια ὅ σα ε ἶ δα στ ὰ σπλάχνα μου ν’ ἀ νάβουνε σφουγγάρια, μέδουσες μ ὲ τ ὰ πρ ῶ τα λόγια τ ῶ ν Σειρήνων ὄ στρακα ρόδινα μ ὲ τ ὰ πρ ῶ τα μα ῦ ρα ρίγη… Μονάχη ἔ γνοια ἡ γλ ῶ σσα μου, μ ὲ τ ὰ πρ ῶ τα μα ῦ ρα ρίγη… Ἐ κε ῖ ρόδια, κυδώνια θεο ὶ μελαχροινοί, θε ῖ οι κ’ ἐ ξάδελφοι τ ὸ λάδι ἀ δειάζοντας μ ὲ ς στ ὰ πελώρια κιούπια. Κα ὶ πνο ὲ ς ἀ π ὸ τ ὴ ρεμματι ὰ ε ὐ ωδιάζοντας λυγαρι ὰ κα ὶ σχ ῖ νο σπάρτο κα ὶ πιπερόριζα μ ὲ τ ὰ πρ ῶ τα πιπίσματα τ ῶ ν σπίνων ψαλμ ῳ δίες γλυκ ὲ ς μ ὲ τ ὰ πρ ῶ τα-πρ ῶ τα Δόξα Σοί… Μονάχη ἔ γνοια ἡ γλ ῶ σσα μου, μ ὲ τ ὰ πρ ῶ τα-πρ ῶ τα Δόξα Σοί!.. Ἐ κε ῖ δάφνες κα ὶ βάγια

8 Ο ΠΡΑΣΙΝΟΣ ΚΗΠΟΣ 'Eχω τρεις κόσμους. Μια θάλασσα, έναν ουρανό κι έναν πράσινο κήπο: τα μάτια σου. Θα μπορούσα αν τους διάβαινα και τους τρεις, να σας έλεγα πού φτάνει ο καθένας τους. Η θάλασσα, ξέρω. Ο ουρανός, υποψιάζομαι. Για τον πράσινο κήπο μου, μη με ρωτήσετε

9 1981, Λειτουργία κάτω από την Ακρόπολη 1950, Τα θολά ποτάμια 1954, Γράμμα στον Ρ. Οππενχάιμερ 1974, Ωδή στον ήλιο 1999, Τα ποιήματα

10 "Ποιητής της ελεύθερης φαντασίας, αφήνεται σε λυρικές ονειροπολήσεις, άλλοτε στους κανόνες της μετρικής και, συχνότερα, σε ρυθμική διαδοχή στίχων. Ιδιοσυγκρασία ευαίσθητη, φύση συναισθηματική και γνησίως λυρική, τυλίγει τα γραφτά του με μια διάχυση τρυφερότητας, δίνοντάς τους το άπλωμα, το γύρισμα και την ελαστικότητα της φαντασίας του". Κατά τη διάρκεια της χουντικής διδακτορίας, αυτοεξορίστηκε. Όταν, με τη μεταπολίτευση, ξαναγύρισε από την ξενιτιά, θαρρείς και ανακάλυψε τη γενέθλια του γη, εγκαταστάθηκε σχεδόν μόνιμα στις Κροκεές ΤΗΣ ΣΠΑΡΤΗΣ ΟΙ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙΕΣ Της Σπάρτης οι πορτοκαλιές, χιόνι, λουλούδια του έρωτα, άσπρισαν απ'τα λόγια σου, γείρανε τα κλαδιά τους γιόμισα το μικρό μου κόρφο, πήγα και στη μάνα μου. Κάθονταν κάτω απ'το φεγγάρι και με νοιάζονταν, κάθονταν κάτω απ'το φεγγάρι και με μάλωνε: Χτες σ'έλουσα, χτες σ'άλλαξα, που γύριζες - ποιος γιόμισε τα ρούχα σοu δάκρυα και νεραντζάνθια; ΟΙ ΜΟΥΣΙΚΟΙ ΑΡΙΘΜΟΙ Χωρίς τη μαθηματική τάξη, δεν στέκει τίποτε: Ούτε ουρανός έναστρος, ούτε ρόδο. Προπαντός ένα ποίημα. Κι ευτυχώς ότι μ'έκανε η μοίρα μου γνώστη των μουσικών αριθμών, ότι κρέμασε μιαν αχτίνα επί πλέον το άστρο της ημέρας στην όρασή μου και κάνοντας τα γόνατά μου τραπέζι εργάζομαι, ως να 'ταν να φτιάξω έναν έναστρο ουρανό, ή ένα ρόδο. Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ, Ο ΚΟΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΠΟΙΗΣΗ Ανάσκαψα όλη τη γη να σε βρω. Κοσκίνισα μες την καρδιά μου την έρημο· ήξερα πως δίχως τον άνθρωπο δεν είναι πλήρες του ήλιου το φως. Ενώ, τώρα, κοιτάζοντας μές από τόση διαύγεια τον κόσμο, μες από σένα - πλησιάζουν τα πράγματα, γίνονται ευδιάκριτα, γίνονται διάφανα - τώρα μπορώ ν‘ αρθρώσω την τάξη του σ‘ ένα μου ποίημα. Παίρνοντας μια σελίδα θα βάλω σ‘ ευθείες το φως.

11 Ελεγείο πάνω στον τάφο ενός μικρού αγωνιστή Πάνω στο χώμα το δικό σου λέμε τ' όνομά μας. Πάνω στο χώμα το δικό σου σχεδιάζουμε τους κήπους και τις πολιτείες μας. Πάνω στο χώμα σου είμαστε. Έχουμε πατρίδα. Έχω κρατήσει μέσα μου την τουφεκιά σου Στριφογυρίζει μέσα μου ο φαρμακερός ήχος του πολυβόλου Θυμάμαι την καρδιά σου που άνοιξε κι έρχονται στο μυαλό μου κάτι εκατόφυλλα τριαντάφυλλα που μοιάζουν σαν ομιλία του απείρου προς τον άνθρωπο Έτσι μας μίλησε η καρδιά σου Κι είδαμε πως ο κόσμος είναι μεγαλύτερος Κι έγινε μεγαλύτερος για να χωρέσει αγάπη. Το πρώτο σου παιχνίδι, Εσύ Το πρώτο σου αλογάκι, Εσύ Έπαιξες τη φωτιά. Έπαιξες το Χριστό. Έπαιξες τον Αη-Γιώργη και το Διγενή.’ Έπαιξες τους δείχτες του ρολογιού που κατεβαίνουν από τα μεσάνυχτα Έπαιξες τη φωνή της ελπίδας εκεί που δεν υπήρχε φωνή Η πλατεία ήταν έρημη.. Η πατρίδα είχε φύγει. Ήταν καιρός.. Δεν άντεξε η καρδιά σου περισσότερο Ν΄ ακούς κάτω απ’ τη στέγη σου τα ανθρώπινα μπουμπουνητά τη ς Ευρώπης Έκρυψες κάτω από το σακάκι το μικρό σου κλεφτοφάναρο Σκέφτηκες τον ήλιο και προχώρησες Ανέβηκες στο πεζοδρόμιο κι έπαιξες τον Άνθρωπο! »

12 1943, Αμοργός Πάει ο καιρός πάει ο καιρός που ήταν ο κόσμος δροσερός και καθ' αυγή ξεκινούσε μια πληγή για να ποτίσει όλη τη γη..." ο μεγαλύτερος Έλληνας τραγουδοποιός

13 Στου πικραμένου την αυλή βγαίνει χορτάρι μαύρο Μόνο ένα βράδυ του Μαγιού πέρασε ένας αγέρας Ένα περπάτημα ελαφρύ σα σκίρτημα του κάμπου Ένα φιλί της θάλασσας της αφροστολισμένης Κι αν θα διψάσεις για νερό θα στίψουμε ένα σύννεφο Κι αν θα πεινάσεις για ψωμί θα σφάξουμε ένα αηδόνι Μόνο καρτέρει μια στιγμή ν’ ανοίξει ο πικραπήγανος Ν’ αστράψει ο μαύρος ουρανός να λουλουδίσει ο φλόμος. Μα είταν αγέρας κι έφυγε κορυδαλλός κι εχάθη Είταν του Μάη το πρόσωπο του φεγγαριού η ασπράδα Ένα περπάτημα ελαφρύ σα σκίρτημα του κάμπου Ένα φιλί της θάλασσας της αφροστολισμένης. 1943, Αμοργός Kακοί μάρτυρες ανθρώποισιν οφθαλμοί και ώτα βαρβάρους ψυχάς εχόντων. HPAKΛEITOΣ Πόσο πολύ σε αγάπησα μονάχα εγώ το ξέρω Eγώ που κάποτε σ' άγγιξα με τα μάτια της πούλιας Kαι με τη χαίτη του φεγγαριού σ' αγκάλιασα και χορέψαμε μες στους καλοκαιριάτικους κάμπους Πάνω στη θερισμένη καλαμιά και φάγαμε μαζί το κομμένο τριφύλλι Mαύρη μεγάλη θάλασσα με τόσα βότσαλα τριγύρω στο λαιμό τόσα χρωματιστά πετράδια στα μαλλιά σου.

14 ένας καθαρός ποιητικός λόγος που δεν υπήρχε στο ελληνικό τραγούδι πριν την εμφάνιση του. Τραγούδια όπως αυτά από τη "Μυθολογία", την "Αθανασία", τα "Παράλογα", το "Νυν και Αεί" τους "Μύθους μιας γυναίκας" τις "Μέρες επιταφίου", το "Χάρτινο φεγγαράκι" και το «Ρεμπέτικο» είναι διαμάντια μιας μοναδικής και πρωτοπόρας τέχνης που κινητοποιεί με ξεχωριστή ευαισθησία το μηχανισμό της ψυχής μας. Με τα τραγούδια του Γκάτσου και μέσα από τη διαδικασία της συγκίνησης, μάθαμε τον τόπο μας, ήρθαμε σ’ επαφή με τις ιδιαιτερότητες της φύσης του, γνωρίσαμε τους ανθρώπους και τις περιπέτειές τους. Με τη στιχουργική του ο Γκάτσος αναδεικνύεται όχι μόνο ο σημαντικότερος και διαχρονικότερος τραγουδοποιός του τόπου μας, αλλά κι ένας σοφός δάσκαλος ο οποίος, ανάμεσα στα πολλά άλλα, μας δίδαξε ότι η αληθινή κι η μεγάλη τέχνη δεν είναι αποκλειστικό προνόμιο των λόγιων προσεγγίσεων, αλλά και των ταπεινών μορφών έκφρασης. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε αυτό που έλεγε κι ο ίδιος: "Προτιμώ την ταπεινή τέχνη που λειτουργεί, παρά την υψηλή που σκονίζεται στις βιβλιοθήκες". Όσα μας είπε αυτός με τους στίχους του, δεν κατάφερε να τα πει η πεζογραφία του καιρού του. Τι ζητάς Αθανασία στο μπαλκόνι μου μπροστά δε μου δίνεις σημασία κι η καρδιά μου πώς βαστά Σ' αγαπήσανε στον κόσμο βασιλιάδες, ποιητές κι ένα κλωναράκι δυόσμο δεν τούς χάρισες ποτές είσαι σκληρή σαν του θανάτου τη γροθιά μα ήρθαν καιροί που σε πιστέψανε βαθιά Κάθε γενιά δική της θέλει να γενείς Ομορφονιά, που δεν σε κέρδισε κανείς

15 Εκεί που φύτρωνε φλισκούνι κι άγρια μέντα κι έβγαζε η γη το πρώτο της κυκλάμινο τώρα χωριάτες παζαρεύουν τα τσιμέντα και τα πουλιά πέφτουν νεκρά στην υψικάμινο. Κοιμήσου Περσεφόνη στην αγκαλιά της γης στου κόσμου το μπαλκόνι ποτέ μην ξαναβγείς. Εκεί που σμίγανε τα χέρια τους οι μύστες ευλαβικά πριν μπουν στο θυσιαστήριο τώρα πετάνε αποτσίγαρα οι τουρίστες και το καινούργιο πάν να δουν διϋλιστήριο. Κοιμήσου Περσεφόνη στην αγκαλιά της γης στου κόσμου το μπαλκόνι ποτέ μην ξαναβγείς. Εκεί που η θάλασσα γινόταν ευλογία κι ήταν ευχή του κάμπου τα βελάσματα τώρα καμιόνια κουβαλάν στα ναυπηγεία άδεια κορμιά σιδερικά παιδιά κι ελάσματα. Κοιμήσου Περσεφόνη στην αγκαλιά της γης στου κόσμου το μπαλκόνι ποτέ μην ξαναβγείς. Από τα τραγούδια του Γκάτσου αναβλύζει ένας ποιητικός ανθώνας που λες και βλασταίνει στον κήπο μιας άλλης Ελλάδας, που εκφράζεται και τραγουδάει μ’ ένα νέο τρόπο. Όχι αυτής που μόνιμα και μονότονα υμνεί, σχεδόν μόνο, τη φύση και τον έρωτα με πανσέδες και γιούλια αλλά εκείνης που στη γη της φυτρώνουν το φλισκούνι, η άγρα μέντα, το θυμάρι, ο δυόσμος, το δεντρολίβανο, ο κατηφές, ο βασιλικός, το αγιόκλημα το κυκλάμινο, η μαντζουράνα, το τριφύλλι, το χρυσάνθεμο.

16 δενδρολίβανο φασκόμηλο βασιλικός δυόσμος αντράκλα

17 Σαν παλιό σινεμά και σαν τη Χαλιμά που μιλάει για τα παιδιά σου κρύβω την αλήθεια κι αφήνω από στήθη μου να βγουν παραμύθια για κείνους που αγαπούν Για στιγμές μυστικές για λάμψεις μαγικές κι αγκαλιές ερωτικές για νύχτες φωτεινές Σ’ αγκαλιάζω στο σκοτάδι σε τυλίγω με ένα χάδι Τώρα είμαι γυμνός μοιάζω σα θεός φωτεινός δυνατός μπορείς να μ’ αγαπήσεις μπορείς να μου φωτίσεις μια στιγμή το κορμί μου είναι μόνο η αφορμή Μέσα από άγνωστό χωριό κοντά στον Παρνασσό ξεκίνησα για να δοκιμαστώ κι αυτούς που με παιδέψανε σαν άγιο και Χριστό τους έκοψα τον ένα τους μαστό Περπάτησα και πάτησα σε ζώνες και νεκρούς Ξεπέρασα τους δίσεκτους καιρούς Κι απέκτησα το μύθο μου με στοχασμούς πικρούς σε υπόγειους δρόμους άγριους και υγρούς Με λεν Μαριάνθη κι είμαι από τρελή γενιά μισώ του κόσμου τη βία κι απονιά χιλιάδες μάτια με κοιτάν από μακριά και μου μετράνε της ζωής μου τα κεριά

18 Ήταν κάποιος από τη συνοδεία που τον αντίκρισε όχι ο πιο γέροντας: Kοιτάχτε ο Eλπήνωρ πρέπει νάναι εκείνος. Eστρίψαμε τα μάτια γρήγορα. Παράξενο πώς θυμηθήκαμε αφού είχε η μνήμη ξεραθεί σαν ποταμιά το καλοκαίρι. Ήταν αυτός ο Eλπήνωρ πράγματι στα μαύρα κυπαρίσσια τυφλός από τον ήλιο και τους στοχασμούς σκαλίζοντας την άμμο μ' ακρωτηριασμένα δάχτυλα. Kαι τότε τον εφώναξα με μια χαρούμενη φωνή: Eλπήνορα Eλπήνορα πώς βρέθηκες ξάφνου σ' αυτή τη χώρα; 1976, ΕΛΠΉΝΩΡ Mεγάλο μαύρο φως. Όλη τη νύχτα φως και τα μάτια της Mάγδας, τα πουλιά διασχίζοντας τα μάτια της Mάγδας, ένα πλήθος ταραγμένα πουλιά, προσπερνώντας τα τείχη της νύχτας, ύστερα το σκούρο κεφάλι, το σκούρο κορμί, πάνω στα χείλη η σκοτεινιά και χάραζε ένας άλλος έρωτας- όπως είναι στα όνειρα, δυο καθίσματα και παράθυρα δύο, και η πόρτα κι' ο κήπος. Μάγδα 1972 επηρεάστηκε ιδιαίτερα από τους Τ.Σ. Έλιοτ, Σεφέρη και Έζρα Πάουντ. Γενικά η ποίηση του είναι λυρική, επιγραμματική και κυριαρχείται από τραγική αυτογνωσία και απαισιοδοξία.

19

20 Κοιτάχτε! μπήκε στη φωτιά! είπε ένας απ' το πλήθος. Γυρίσαμε τα μάτια γρήγορα. Ήταν στ' αλήθεια αυτός που απόστρεψε το πρόσωπο, όταν του μιλήσαμε. Και τώρα καίγεται. Μα δε φωνάζει βοήθεια. Διστάζω. Λέω να πάω εκεί. Να τον αγγίξω με το χέρι μου. Είμαι από τη φύση μου φτιαγμένoς να παραξενεύομαι. Ποιος είναι τούτος που αναλίσκεται περήφανος; Το σώμα του το ανθρώπινο δεν τον πονά; Η χώρα εδώ είναι σκοτεινή. Και δύσκολη. Φοβάμαι. Ξένη φωτιά μην την ανακατεύεις, μου είπαν. Όμως εκείνος καίγονταν μονάχος. Καταμόναχος. Κι όσο αφανίζονταν τόσο άστραφτε το πρόσωπο. Γινόταν ήλιος. Στην εποχή μας όπως και σε περασμένες εποχές άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε. Ο ποιητής μοιράζεται στα δυο. 1957, Ο ΚΑΙΌΜΕΝΟΣ,Μεταίχμιο Β΄


Κατέβασμα ppt "Οδυσσέας Αλεπουδέλης οι γονείς από τη Λέσβο Πριν απ' τα μάτια μου ήσουν φως Πριν απ' τον 'Ερωτα, έρωτας. Κι όταν σε πήρε το φιλί Γυναίκα."

Παρόμοιες παρουσιάσεις


Διαφημίσεις Google