Η παρουσίαση φορτώνεται. Παρακαλείστε να περιμένετε

Η παρουσίαση φορτώνεται. Παρακαλείστε να περιμένετε

Το Αμπέλι και το Κρασί στη Νεοελληνική Λογοτεχνία.

Παρόμοιες παρουσιάσεις


Παρουσίαση με θέμα: "Το Αμπέλι και το Κρασί στη Νεοελληνική Λογοτεχνία."— Μεταγράφημα παρουσίασης:

1 Το Αμπέλι και το Κρασί στη Νεοελληνική Λογοτεχνία

2 Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά είδη της μεσογειακής χλωρίδας είναι το αμπέλι, φυτό πολύ πλατιά διαδεδομένο στον ελλαδικό χώρο με συνεχή παρουσία από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Στη νεοελληνική λογοτεχνία είναι πάμπολλες οι αναφορές τόσο στο ίδιο το φυτό όσο και στα προϊόντα του. Χαρακτηριστικό παράδειγμα τα αποσπάσματα από το έργο του λάτρη του ελληνικού τοπίου, του Ελύτη. Αναφερόμενος στη μορφολογία της Ελλάδας γράφει στο “Άξιον Εστί” : Αετόμορφα έχει τα ψηλά βουνά στα ηφαίστεια κλήματα σειρά Στη συλλογή “Προσανατολισμοί” επίσης, αναφέρεται στις ομορφιές των νησιών του Αιγαίου με τον εξής τρόπο: Ελαιώνες κι αμπέλια μακριά ως τη θάλασσα, Κόκκινες ψαρόβαρκες πιο μακριά ως τη θύμηση… Στο έργο του “Ο ήλιος ο ηλιάτορας ” ο ήλιος προσωποποιείται, προσφωνεί τα κυριότερα στοιχεία που συνθέτουν το ελληνικό τοπίο (θάλασσα,αμπέλια,λιόδεντρα), και εκφράζει την αγάπη του για την Ελλάδα: Ε σεις στεριές και θάλασσες τ’ αμπέλια κι οι χρυσές ελιές…. Σ’ όλους τους τόπους κι αν γυρνώ μόνον ετούτον αγαπώ!

3 Ο Σικελιανός στον “Αλαφροΐσκιωτο” παρουσιάζοντας το δέσιμο του ανθρώπου με τη φύση σημειώνει… Δίπλα στ’ αμπέλια ο πιστικός αγρύπναε κι ο δραγάτης. Ολούθε ο ιδρωμέτωπος κυβέρναγε χωριάτης. προβάλλοντας και αυτός το αμπέλι ως ένα από τα βασικά φυτά του ελληνικού τοπίου. Ο Καρκαβίτσας στο διήγημα του “Η θάλασσα” αναφερόμενος στους γερο-ναυτικούς, τους απόμαχους των αρμένων, γράφει: Όταν κάθιζαν στον καφενέ να ρουφήξουν το ναργιλέ, κουνούσαν το κεφάλι και στενάζοντας έλεγαν: -Η θάλασσα δεν έχει πια ψωμί. Ας είχα ένα κλήμα στη στεριά και μαύρη πέτρα να ρίξω πίσω μου. πράγμα που δείχνει πόσο διαδεδομένη και επικερδής ήταν η καλλιέργεια του αμπελιού ακόμη στα νησιά.

4 Και σίγουρα ήταν, γιατί όπως γράφει ο Κοσμάς Πολίτης στο μυθιστόρημα του“Τέρμα”,που τοποθετείται στα 1908 στην περιοχή της Σμύρνης : Από τη σκάλα ανηφόριζες ξεκούραστα τη δημοσιά. Περνούσε ανάμεσα σε αμπέλια, το χώμα ήτανε μαύρο, παλιά στρώματα λάβα - λέγανε πως τα Δίδυμα ήταν σβησμένα ηφαίστεια- τα κλήματα φτουρούν σε τέτοια γης κι η ρώγα είναι όλο φωτιά και δύναμη και το κρασί παχύ, να το ’κοβες με το μαχαίρι Και παρακάτω αναφερόμενος στις καλλιέργειες της περιοχής : Ήταν ένα πρόσχαρο χωριό, με περιβόλια για ζαρζαβατικά.. Για κάποιον άγνωστο λόγο, αν και προκόβανε και τα αμπέλια, οι χωριάτες καλλιεργούσανε προπάντων ζαρζαβατικά. Φυτεύανε ωστόσο και μυριστικά και στις κληματαριές σκαρφαλώνανε αγιόκλημα και γιασεμί. Ότι το κλήμα ήταν φυτό που φυτευόταν στις αυλές των σπιτιών από παλιά φαίνεται και στο δημοτικό τραγούδι:“Ο γυρισμός του ξενιτεμένου ” - Μηλιάν έχεις στη πόρτα σου και κλήμα στην αυλή σου κάμνει σταφύλια ραζακιά και το κρασί του μέλι. Το πίνει η Γιανιτζαριά και πα’ να πολεμήσει τ ο πίνει κι η φτωχολογιά και λησμονά τα χρέη. Και ο Κάλβος στο ποίημα του “ Τα ηφαίστεια ” δίνει μια ζωντανή εικόνα της φύσης, γεμάτη δύναμη και ορμή. Ελεύθερα,αχαλίνωτα μέσα εις τα αμπέλια τρέχουν τα άλογα και εις την ράχην τους το πνεύμα των ανέμων κάθεται μόνον.

5 Ξακουστό πρέπει να ήταν το σαμιώτικο κρασί, μια και ο Μπάιρον στα “Νησιά της Ελλάδας” προτρέπει: Με σαμιώτικο πάλι το ποτήρι ας γεμίσει Η καλλιέργεια του αμπελιού δεν είναι εύκολη. Για να προκόψει και να δώσει καλής ποιότητας καρπούς, χρειάζεται συνεχή φροντίδα και απαιτεί μεγάλο μόχθο, όπως φαίνεται στο ποίημα «Ο παππούλης» του Β. Ρώτα Ο παππούλης σαν κοπέλι Κάθε μέρα πάει στ’αμπέλι Το σκαλίζει,το ποτίζει Και το διπλοκαθαρίζει. Και το Μάη με τους ανθούς, Κομφοκόβει τους βλαστούς, Κι ως τα διπλοξεφυλλίσει Η αγουρίδα έχει γυαλίσει. Τώρα κάθεται δραγάτης Ο παππούς ανοιχτομάτης Και του πάμε το φαί του Και μας δίνει την ευχή του Μας φιλεύει και σταφύλια Σε καλάθια και μαντήλια.

6 Όμως παρόλη τη συνεχή και κοπιαστική φροντίδα δεν υπάρχει καμία εγγύηση για κέρδος μια και όλα εξαρτώνται απ’ τον καιρό. Στο διήγημα του Ξενόπουλου “το Συννεφάκι ” δίνεται ρεαλιστικά ο αγώνας και η αγωνία των χωρικών να σώσουν τη σταφίδα τους από την ξαφνική καλοκαιρινή μπόρα που την παρέσυρε και μαζί της κατάστρεψε τους κόπους μιας ολόκληρης χρονιάς. Ένα παρόμοιο γεγονός αναφέρει και ο Καζαντζάκης στο Δ κεφάλαιο του μυθιστορήματός του “ Αναφορά στο Γκρέκο”. Όλοι πετάχτηκαν απάνω, κατασκόρπισαν, καθένας έτρεχε κατά το αμπέλι του, όπου είχε απλώσει τη σταφίδα της χρονιάς κι ως έτρεχαν, ολοένα και σκοτείνιαζε ο αγέρας, κρεμάστηκαν μαύρες πλεξούδες από τα σύννεφα, ξέσπασε η μπόρα. Γέμισαν τ’ αυλάκια, πήραν να τρέχουν οι δρόμοι σαν ποταμοί, φωνές ακούστηκαν γοερές από το κάθε αμπέλι. Άλλοι βλαστημούσαν,άλλοι φώναζαν την Παναγία να τους λυπηθεί, να βάλει το χέρι της, και στο τέλος θρήνος ξέσπασε πίσω από τις ελιές στο κάθε αμπέλι [….] Μαζί με τα νερά κυλούσαν αγκαλιές αγκαλιές τα μισοξεραμένα σταφύλια, ο μόχτος της χρονιάς, έτρεχαν κατά τη θάλασσα και χάνουνταν. Ο θρήνος δυνάμωνε, μερικές γυναίκες είχαν χωθεί ως τα γόνατα μέσα στα νερά και μάχονταν να περισώσουν λίγη σταφίδα. Άλλες,όρθιες στην άκρα του δρόμου, είχαν βγάλει τις μπολίδες τους και συρομαδιούνταν.

7 Ο Αθαν. Χριστόπουλος αντίθετα στο ποίημα του “Φαγοπότι” δίνει μια ειδυλλιακή εικόνα του τρύγου παρουσιάζοντας τον σα γιορτή, σαν πανηγύρι. Τρύγος πρόσχαρα προβαίνει, Στρώσε φύλλα, στρώσε φτέρη εορτάζ’ η οικουμένη, επιδέξια με το χέρι η φλογέρ’ αχολογάει. κι από πάνω τεχνικά Το φθινόπωρο βοϊζει το αρνάκι μας λιανίστε χορευτά πανηγυρίζει και τον τρύγον μας αρχίστε, και τ’ αμπέλια του τρυγάει. να χαρούμε φιλικά. Βάλτε, φίλοι, μες στη βρύση Ας ρουφούμε το κρασάκι το κρασί μας να δροσίσει, στες αρχές απ’ ολιγάκι και στρωθείτε καταγής και κινώντας βαθμηδόν στην αράδα ως τον πάτο, ας υψώνομε τη δόση, εις τον ίσκιον από κάτω ως ν’ ανάψει, να κορώσει προς τα χείλη της πηγής. το κεφάλι μας σχεδόν… Από την ίδια οπτική γωνία βλέπει και ο Ρίτσος τον τρύγο στο ομώνυμο ποίημα του. Τα μουλάρια στον ανήφορο της Πέτρας, και τα γαϊδουράκια μες στ’ αγκάθια, ψάθες και μαχαίρια και καλάθια, μες στ’ αμπέλια γέλια.

8 Το αμπέλι ήταν μέρος της προίκας του κοριτσιού. Ο Νίκος Κάσδαγλης στο διήγημά του “Χώμα και νερό” αναφέρει: Μου δώσανε προίκα έν’ αμπέλι, όλο αμερικάνικο κλήμα. Βγάνει διαλεχτό σταφύλι για το τραπέζι, όχι κρασοστάφυλα… Το κρασί έχει πρωτεύουσα θέση στο καθημερινό τραπέζι του Έλληνα. Ακόμα και στο νηστίσιμο. Στο διήγημα “Η Σαρακοστή” του Γ.Άννινου η θεία – Μαργαρώ : ….μονάχα την πρώτη Κυριακή εμετρίαζε λίγο τη νηστεία κι εμαγείρευε κανένα «λαδερό», αγκιναροκούκι, κανένα λαδοπίλαθο με ξερό χταπόδι….Κι έπειτα, λιγάκι ρετσινάτο, «για να στυλωθεί κανενός η καρδιά του, γιε μου!» επισφράγιζε πραγματικά την «κατάλυση οίνου και ελαίου». Στο ποίημα του “Κυριακάτικο γεύμα με καλεσμένους στο ύπαιθρο” ο Θαν. Κωσταβάρας παρουσιάζει μια σκηνή οικεία σε όλους μας : Στρωμένα τραπέζια στη σειρά, με τη λιακάδα, στον κήπο. Άσπρα τραπεζομάντιλα, φαγητά και κρασιά και φρέσκα λουλούδια στα βάζα.

9 Το ίδιο και ο Ελύτης στο “Άξιον Εστί” ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το ξύλινο τραπέζι το κρασί το ξανθό με την κηλίδα του ήλιου Χωρίς κρασί γλέντι, τραγούδι και χορός δε γίνονται. Στο δημοτικό τραγούδι “Της νύχτας οι αρματολοί” βλέπουμε ότι : Είχαν αρνιά και ψήναμε, κριάρια σουβλισμένα, μα είχαν κι ένα γλυκό κρασί, που πίν’ ν τα παλικάρια. Και ο Μ. Μαλακάσης στο ποίημα του “Ο Μπαταριάς” πού αναφέρεται σε υπαρκτό πρόσωπο, έναν τραγουδιστή, γράφει : Μα στο τραπέζι ως κάθουνταν, κι άνοιγεν η φωνή σου, μεγάλε Μπαταρία! Στο τρίτο κρασοπότηρο, πουλιά του Παραδείσου ξυπνούσανε κι αηδόνια στα κλαδιά.

10 Παλιότερα το κρασί ήταν απαραίτητο συμπλήρωμα του πρωινού. Στο μυθιστόρημα “Ματωμένα χώματα” της Διδώς Σωτηρίου διαβάζουμε ότι πατέρας το πρωί:.. Καψάλιζε λίγο σταρένιο ψωμί στη θράκα, το βουτούσε στο μπρούσκο και το ’κανε κρασοψιχιά, έτρωγε και καμιάν ελιά, φτούσε το κουκούτσι και λίγες βρισιές μαζί για το γούρι και ξεκινούσε στητός κι ανάλαφρος για τα χτήματα. Ήταν επίσης το κρασί η μικρή καθημερινή πολυτέλεια του φτωχού αγρότη και όποιος το είχε ένοιωθε πολύ τυχερός. Ο Φωτεινός στο ομώνυμο ποίημα του Βαλαωρίτη παρουσιάζοντας την τραγική κατάσταση του σκλαβωμένου λαού λέει στο Τζώρτζη, τον αυθέντη της Λευκάδας: Εγώ που με τα νύχια μου αναποδογυρίζω το λόγκο και τα ριζιμιά, για να σας τα στολίζω με κλήματα μου δεν τρυγώ, και που ποτέ δεν λίγο κρασί κεφαλιακό τη γλώσσα μου να βρέχω. Το κρασί ήταν και είναι συνηθισμένο κέρασμα για τους επισκέπτες της οικογένειας Γραφεί ο Αγγ. Σικελιανός στο ποίημα του “Θαλερό”: Και κάτου απ’ την κληματαριά την άγουρη μ΄ επρόσμενε, στο ξάγναντο το σπίτι, στρωτό τραπέζι πόφεγγε, λυχνάρι ομπρός του κρεμαστό, το φως του Αποσπερίτη [….] Εκεί μ’ ανοίξαν το παλιό κρασί, πού πλέριο ευώδισε μες στην ιδρένια στάμνα, σαν τη βουνίσια μυρουδιά σύντας βαρεί κατάψυχρη νύχτια δροσιά τα θάμνα…

11 Και η Λιλίκα Νάκου στο μυθιστόρημα της “Γη της Βοιωτίας” αναφερόμενη στον παππού και στο φίλο του τον κυρ- Νάσο γράφει : Ερχόταν καμιά φορά κι ο ίδιος στο σπίτι. Ο παππούς τον ανέβαζε στην κάμαρά του, τον κερνούσε κρασί, και τα λέγαν οι δυο τους Στο διήγημα “Κακό συναπάντημα” του Ιωαν. Κονδυλάκη ο παπάς μπαίνοντας στο σπίτι του Σιφογιάννη λέει στη Σιφογιάννενα : -Φέρε και κρασί. Ο αγάς μού παράγγειλε να πιούμε και στην υγειά του. Με το κρασί επισφραγίζονται οι όρκοι, όπως φαίνεται στη σύναξη των καπεταναίων, στο μυθιστόρημα «Καπετάν Μιχάλης» του Καζαντζάκη : Τους έφεραν κρασί, έσταξαν στη γης, πήραν κι έδωκαν όρκους. Οι τρεις πρωτόγεροι σηκώθηκαν από το μακροσκάμνι τους. Ο ήλιος ήθελε ένα κοντάρι να βασιλέψει, πήρε τέλος η συντυχιά. Το κρασί είναι επίσης παρηγοριά στους καημούς και καταφύγιο στις τύψεις. Στο «Χώμα και νερό» του Κάσδαγλη διαβάζουμε: Ο μεγάλος αδερφός έσπρωξε το μικρό στην καρέκλα του. -Πίνε και μη μιλάς! Πάλι τα ‘καμες θάλασσα[…] Ο Ανέστης έσκυψε στο ποτήρι του. Ντρεπότανε για τη φασαρία, ήρθε για να κάμει τον αδερφό του να χαρεί, ή να τόνε ντροπιάσει; Σηκώθηκε βαρύς, το κεφάλι του γύριζε απ’ το πιοτό. Είχε πολύν καιρό να πιει, το ξέμαθε.

12 Και για τους απόκληρους της ζωής συντροφιά είναι το κρασί. Ο Βάρναλης στο ποίημα «Oι μοιραίοι» γράφει: Μες στην υπόγεια την ταβέρνα, Μες σε καπνούς και σε βρισιές (απάνου στρίγγλιζε η λατέρνα), όλη η παρέα πίναμε εψές, εψές, σαν όλα τα βραδάκια, να πάνε κάτου τα φαρμάκια. […] ¨Ετσι, στη σκοτεινή ταβέρνα πίνουμε πάντα μας σκυφτοί. Σαν τα σκουλήκια κάθε φτέρνα, όπου μας εύρει μας πατεί: Δειλοί μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα! Στον πρόλογο της ποιητικής συλλογής του «Σκλάβοι πολιορκημένοι», πρωταγωνιστής είναι ο Κωνσταντής, δέσμιος των κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών της εποχής. Γράφει για αυτόν ο Βάρναλης : Πάλι μεθυσμένος είσαι, δυόμισι ώρα της νυχτός. Κι’ αν τα γόνατά σου τρέμαν, εκρατιόσουνα στητός Μπρός σε κάθε τραπεζάκι. –«Γεια σου Κωνσταντή βαρβάτε!» -Καλησπερούδια αφεντικά πώς τα καλοπερνάτε; Ένας σου ’δινε ποτήρι κι άλλος σου ’δινεν ελιά. Έτσι πέρασες γραμμή της γειτονιάς τα καπελιά.

13 Το κρασί όμως δεν είναι μόνο καταφύγιο στις πίκρες. Είναι απαραίτητο συμπλήρωμα στις θρησκευτικές γιορτές και στα πανηγύρια. Στο μυθιστόρημα του «Αγάθος» ο Ν. Βασιλειάδης περιγράφει ένα πανηγύρι της Παναγίας τo Δεκαπε- νταύγουστο σε κάποιο παλιό μοναστήρι, εστιάζοντας στον τρόπο ψυχαγωγίας των προσκυνητών: Νωρίς νωρίς το απόγευμα οι συνετότεροι,φαγόντες και πιόντες του σκασμού, άρχιζαν να αποχωρούν και μέχρι το σούρουπο, το πανηγύρι είχε πια τελειώσει και στο μοναστήρι απέμεναν τα σκουπίδια, οι καλόγριες με τις αναμνήσεις τους, τα σκυλιά των γύρω χωριών που ξεκοκκάλιζαν τα άφθονα απομεινάρια και κάποιοι που είχαν κάνει τις σπονδές τους μάλλον αμέτρως και ανέβαλαν την αναχώρησιν δι’ευθετώτερον χρόνον. Είναι ακόμα το κρασί δεμένο με την ιστορική πορεία του Έλληνα και τους αγώνες του. Στο «Άσμα ηρωικό και πένθιμο» ο Ελύτης προβάλλει το ηρωικό παρελθόν του Έλληνα πολεμιστή. Ένα παρελθόν που δεν το είχαν οι εχθροί: Ζωή δεν είχαν πίσω τους μ’ έλατα και με κρύα νερά, Μ’ αρνί,κρασί και τουφεκιά,βέργα και κληματόσταυρο. Ο Αθαν. Χριστόπουλος έγραψε ελαφρά και κομψά ποιήματα για το κρασί. Ενδεικτικό είναι το παρακάτω σατυρικό απόσπασμα από τα «Λυρικά»: Οι βαρέλες να ν’γεμάτες, Να γεμίζουν τες κανάτες Με κρασί παντοτεινά. Να ν’ γεμάτα τα κροντήρια, Οι γαβάθες,τα ποτήρια, Τα λαήνια,τα σταμνιά, Τα ανώγια,τα κατώγια, Τα βαθύτατα χαμόγια Και η κόχ’ η καθεμιά.

14 Και στα δημοτικά ακριτικά τραγούδια ο ανώνυμος τραγουδιστής θέλοντας να τονίσει την ανδρεία των παλικαριών, τα παρουσιάζει να τρώνε, να πίνουνε και να περιφρονούν τους εχθρούς: Χήρας υγιός εγεύεντο σε μαρμαρένια τάβλα. Χρουσά ΄ταν τα πιρούνια ντου κι ολάργυρα τα πιάτα Κι η κόρ’απού τόνε κερνά ασημοκουκλωμένη. Μ’η μάναν του στη μια μεριά φτάνει ξαγκριγεμένη. -«Γεύγεσαι,γιε μου,γεύγεσαι κι οι Φράγκοι σ’επλακώσαν». -«Πρόβαλε,μάνα μου,να ιδείς πόσες χιλιάδες είνιαι, Κι αν είνιαι δυο,να χαίρομαι,κι αν είνιαι τρεις,να πίνω Κι αν είνιαι περισσότεροι,σελώσετε το μαύρο». Το σταφύλι είναι ένα φθινοπωρινό φρούτο που θα το συναντήσουμε σ’όλα τα ελληνικά σπίτια, πλούσια και φτωχά. Στο διήγημα «Κατάφορτα τα αέρινα κύματα» η Έλλη Αλεξίου αφηγούμενη τη σχέση της γριάς με την αιχμάλωτη πέρδικα γράφει: Μια μέρα της πέταξε δοκιμαστικά μια ρώγα σταφύλι.Ενθουσιάστηκε η πέρδικα. Την τραβολογούσε σ ’όλο το χώρο. Την τσίμπαγε, την άνοιξε, έφαγε τα κουκούτσια, τη γλέντησε καλά καλά την αναπάντεχη ευωχία.Από τότε κι έπειτα το ’ χε εξασφαλισμένο το σταφύλι της καθημερινά…

15 Στα δημοτικά τραγούδια της ξενιτιάς αναφέρεται συχνά το σταφύλι και το κρασί. Ο πρωταγωνιστής, άρρωστος στην ξενιτιά, εύχεται: Να είχα νερ’απ’τον τόπο μου και μήλ’απ’τη μηλιά μου, σταφύλι ροδοστάφυλο απ’την κληματαρία μου Και η κοπέλα, ξεπροβοδίζοντας τον αγαπημένο της που θα επιστρέψει στην πατρίδα του, τον περιποιείται και τον παρακαλεί: Κι η κόρη, όπου τον αγαπάει,κρατεί κερί και φέγγει Με το’να χέρι το κερί,με τα’ άλλο το ποτήρι. Κι όσα ποτήρια τον κερνάει,τόσες βολές του λέγει: Πάρε μ’,αφέντη πάρε με, πάρε κι εμέ κοντά σου, να μαγειρεύω να δειπνάς,να στρώνω να κοιμάσαι, να γένω γης να με πατάς, γιοφύρι να διαβαίνεις, να γένω κι ασημόκουπα να πίνεις το κρασί σου εσύ να πίνεις το κρασί και εγώ να λάμπω μέσα…

16 Και η άλλη κοπέλα από το ποίημα του Κ.Κρυστάλλη που περιμένει τον αγαπημένο της να γυρίσει από τα ξένα, κάνει σχέδια για τον ερχομό του και τα εκμυστηρεύεται στο αμπέλι της. Το λέει ο πετροκότσυφας στο δροσερό τ’αυλάκι, το λεν στα πλάγια οι πέρδικες, στην ποταμιά τ’ αηδόνια, το λεν στ’ αμπέλια οι λυγερές, το λεν με χίλια γέλια. το λέει κ’ η Γκόλφω η όμορφη, το λέει με το τραγούδι. -Αμπέλι μου πλατύφυλλο και καλοκλαδεμένο, δέσε σταφύλια κόκκινα,να μπω να σε τρυγήσω, να κάμω αθάνατο κρασί,μοσχοβολιά γιομάτο. Μεσ’ στα κατώγεια τα βαθειά σαν μόσχο να το κρύψω, να το φυλάξω ολάκερες χρονιες,ακέριους μήνες, ώσπου να’ ρθει μιαν άνοιξη, να’ρθεί ένα καλοκαίρι, να γύρει από τη μακρινή την ξενιτιά ο καλός μου, να κατέβω μέσ’ στην αυλή,να πιάσω τ’ άλογό του, να τον φιλήσω αγκαλιαστά στα μάτια και στο στόμα, να τον κεράσω,αμπέλι μου,τ’ αθάνατο κρασί σου, της ξενιτιάς τα βάσανα να παν’, να τα ξεχάσει. Η κληματαριά είναι το ιδανικό σκηνικό για το μικρό ερωτικό ποίημα του Μ. Μαλακάση: Παίζει απόψε το φεγγάρι μέσα στην κληματαριά, που ‘ναι να το πιείς, αλήθεια, στο ποτήρι, κι όχι γιατί παίζει στην κληματαριά, όσο γιατί φέγγει δίπλα σ’ ένα παραθύρι…

17 Πολλά και γνωστά είναι και τα παιδικά ποιήματα που αναφέρονται στο αμπέλι και τα προϊόντα του. Από τα πιο γνωστά το «Τσιριτρό» του Ζ. Παπαντωνίου. Σε μια ρώγα από σταφύλι Πώ πω πώ πω Έπεσαν οχτώ σπουργίτες σε μια ρώγα Και τρωγόπιναν οι φίλοι φαγοπότι και φωνή! Τσίρι-τίρι,τσιριτρό Την αφήκαν αδειανή. Τσιριτρί,τσιριτρό! Τσίρι-τίρι,τσιριτρό, Τσιριτρί,τσιριτρό! Εχτυπούσανε τις μύτες Και κουνούσαν τις ουρές Και μεθύσαν κι όλη μέρα Κι είχαν γέλια και χαρές. Πάνε δώθε,πάνε πέρα, Τσίρι-τίρι,τσιριτρό, τραγουδώντας στον αέρα: Τσιριτρί,τσιριτρό! Τσίρι-τίρι,τσιριτρό, Τσιριτρί,τσιριτρό!

18 Και τα: «Άϊ-Δημήτρης» και «Καλή μουστιά» που αναφέρονται στον τρύγο: Αϊ Δημήτρης Καλή μουστιά Βοηθάει Αι-Γιάννης και σταυρός Μ’ ένα γλυκό σκοπό στα χείλη Γιομίζει αμπάρι και ληνός παιδιά, τρυγάτε το σταφύλι Κι ο ¨Αι-Δημήτρης αν βοηθήσει που είν’ ολοκόκκινη σαν φλόγα Το κελάρι θα γιομίσει. η κάθε τραγανή του ρώγα. Τώρα μυρίζουν οι μουστιές Χαρά στ’ αμπέλια, πανηγύρια, Κυδώνια και μουσταλευριές κι άλλες χαρές στα πατητήρια. Και μοσχοβολάει το σπίτι Καλή μουστιά σου,βαρελάκι, Αϊ-Δημήτρη μυροβλήτη. Γλυκό να κάνεις το κρασάκι.

19 EΠΙΛΟΓΟΣ Το θέμα βέβαια δεν εξαντλείται εδώ. Οι αναφορές στη νεοελληνική λογοτεχνία, τόσο στην ποίηση όσο και στην πεζογραφία, είναι πάρα πολλές και για το αμπέλι και για τα προϊόντα του. Αυτή είναι μια απλή προσέγγιση που στηρίχτηκε κυρίως στα κείμενα των σχολικών βιβλίων. Συνεργάστηκαν οι μαθητές της Γ’ Γυμνασίου: Αναστασίου Κωνσταντίνα Αποστόλου Γεώργιος Ζωντού Μαρία Ντούρα Αθηνά Υπεύθυνη καθηγήτρια: Γλάρου Κονδυλία, φιλόλογος. Επιμέλεια: Παχούλη Νατάσα, καθηγήτρια πληροφορικής


Κατέβασμα ppt "Το Αμπέλι και το Κρασί στη Νεοελληνική Λογοτεχνία."

Παρόμοιες παρουσιάσεις


Διαφημίσεις Google