Η παρουσίαση φορτώνεται. Παρακαλείστε να περιμένετε

Η παρουσίαση φορτώνεται. Παρακαλείστε να περιμένετε

Την επόμενη μέρα μετά την τελική επικράτηση των δυνάμεων του Άξονα στη Μάχη της Κρήτης, οι στρατιώτες της ναζιστικής Γερμανίας προχωρούν, για αντίποινα.

Παρόμοιες παρουσιάσεις


Παρουσίαση με θέμα: "Την επόμενη μέρα μετά την τελική επικράτηση των δυνάμεων του Άξονα στη Μάχη της Κρήτης, οι στρατιώτες της ναζιστικής Γερμανίας προχωρούν, για αντίποινα."— Μεταγράφημα παρουσίασης:

1

2 Την επόμενη μέρα μετά την τελική επικράτηση των δυνάμεων του Άξονα στη Μάχη της Κρήτης, οι στρατιώτες της ναζιστικής Γερμανίας προχωρούν, για αντίποινα στην πρωτοφανή αντίσταση που αντιμετώπισαν από τις δυνάμεις Ελλήνων και Συμμάχων, στην εκτέλεση όλων των ανδρών του χωριού Κοντομαρί Χανίων. Η Μάχη της Κρήτης υπήρξε ανελέητη και καταστροφική για τους Γερμανούς, οι οποίοι είχαν πολλές απώλειες όπλων και στρατιωτών.

3

4 Οι ναζιστικές δυνάμεις συγκέντρωσαν όλους τους κατοίκους, συνέλαβαν 25 άνδρες, ηλικίας από 18 έως 50 ετών και τους εκτέλεσαν εν ψυχρώ, αφήνοντας να ζήσουν μονάχα οι ηλικιωμένοι. Την επόμενη μέρα, οι ναζιστικές δυνάμεις προχώρησαν σε ακόμα ένα έγκλημα πολέμου : το Ολοκαύτωμα της Καντάνου. Οι Γερμανοί εκτέλεσαν τους περίπου 180 κατοίκους του χωριού, έσφαξαν ακόμα και τα ζώα τους ενώ πυρπόλησαν όλα τα σπίτια. Ο επικεφαλής της μονάδας των εκτελεστών – αλεξιπτωτιστών Horst Trebes τιμήθηκε με τον Σταυρό του Ιππότη του ναζιστικού καθεστώτος για την επιχείρηση στην Κρήτη.

5

6

7 Μόλις πέντε ημέρες μετά το ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων, οι Γερμανοί κατακτητές έδειξαν πάλι το απάνθρωπο πρόσωπό τους, αυτή τη φορά στο Πήλιο Δεκεμβρίου Μια γερμανική περίπολος μοτοσικλετιστών κινούνταν στην περιοχή της Αλικόπετρας, κοντά στο χωριό Δράκεια.... Κρυμμένοι Έλληνες αντάρτες, πυροβόλησαν εναντίον τους, σκοτώνοντας δύο στρατιώτες... Οι κατακτητές, όταν έφτασαν, εισέβαλαν στο χωριό από τρία διαφορετικά σημεία.... Οι ναζί μπήκαν στα σπίτια και άρπαξαν τους άνδρες από τις οικογένειες. Από το « μάζεμα » δεν γλίτωσαν ούτε 15 χρονοι νέοι, αλλά και έμποροι, που είχαν περπατήσει ως το χωριό, για να πουλήσουν τα προϊόντα τους....

8 Οι αιχμάλωτοι έμειναν αμίλητοι και ακίνητοι όλη τη νύχτα, όσο οι Γερμανοί απολάμβαναν ζεστά ροφήματα. Έβαλαν πολυβόλα πάνω στα τραπέζια και μ ’ αυτά απειλούσαν τους κατοίκους, που είχαν φυλακίσει, ώστε να αποτρέψουν κάθε απόπειρα αντίδρασης. 18 Δεκεμβρίου. Οι ναζί διέταξαν τους ανήλικους να επιστρέψουν σπίτια τους. Αμέσως μετά, έβγαλαν έξω από το καφενείο πέντε χωρικούς. Τους οδήγησαν στο ρέμα και τους έβαλαν πάνω σε ένα πεζούλι....

9

10 Μετά την μάχη οι Γερμανοί μπήκαν στο Δίστομο και σε αντίποινα για τις απώλειές τους άρχισαν την σφαγή όσων κατοίκων έβρισκαν στο χωριό. Η μανία τους ήταν τόσο μεγάλη, ώστε δεν ξεχώριζαν από το μακελειό ούτε τα γυναικόπαιδα ούτε τους ηλικιωμένους. Τον ιερέα του χωριού τον αποκεφάλισαν, βρέφη εκτελέστηκαν και γυναίκες βιάστηκαν πριν θανατωθούν. Η σφαγή σταμάτησε μόνον όταν νύχτωσε και αναγκάστηκαν να επιστρέψουν στην Λειβαδιά, αφού πρώτα έκαψαν τα σπίτια του χωριού. Οι εκτελέσεις συνεχίστηκαν και κατά την επιστροφή των Γερμανών στην βάση τους, καθώς σκότωναν όποιον άμαχο έβρισκαν στον δρόμο τους. Οι νεκροί του Δίστομου έφτασαν τους 228, εκ των οποίων οι 117 γυναίκες και 111 άντρες, ανάμεσά τους 53 παιδιά κάτω των 16 χρόνων … Δίστομο

11

12  « Την ημέρα της σφαγής από το πρωί κουβαλούσαμε σανό με τον πατέρα μου. Οι Γερμανοί με μια μεγάλη φάλαγγα αυτοκινήτων έφτασαν πριν το μεσημέρι. Θυμάμαι πως έπιαναν το δρόμο Λιβαδειάς από λεύκες Καραστάμου ( σήμερα αλευρόμυλος ) ως το δικό μας σπίτι ( μπροστά στο μνημείο της Δημαρχίας ). Οι στρατιώτες περιφέρονταν γύρω από τα φορτηγά δίχως να χρησιμοποιούν τα όπλα τους. Ο πατέρας μου με έστειλε με την μικρότερη αδελφή μου Λουκία, εφτά χρονών, για κρεμμύδια σ ’ ένα χωράφι μας έξω από το χωριό. Στο γυρισμό βλέπω στο φυλάκιο του λόφου Κούλια τρεις Γερμανούς φρουρούς με τα όπλα προτεταμένα Ακούω να πέφτει μια ριπή δίχως να καταλάβω καλά – καλά και αμέσως δίπλα στο χωματόδρομο που βαδίζαμε σηκώθηκε κουρνιαχτός από το ανεμοβολητό των βλημάτων …

13  Φτάσαμε στο σπίτι μας και βλέπω μπαίνοντας στην αυλόπορτα να κάθονται στο μπαλκόνι ο πατέρας μου και γύρω του κατάχαμα και στα σκαλιά δέκα με δεκαπέντε γυναίκες. Σε κάποια στιγμή ύστερα από το μεσημέρι ακούσαμε πυροβολισμούς από την τοποθεσία αγία Ειρήνη προς το Στείρι όπου είχαν τραβήξει τα μπροστινά αυτοκίνητα της γερμανικής φάλαγγας. Τότε ο πατέρας μου είπε στις γυναίκες : « Φαίνεται πως έχουν πιάσει μάχη οι αντάρτες με τους Γερμανούς. Δεν σηκώνεστε να πάτε στα σπίτια σας μήπως μας δουν πολλούς και μας ενοχοποιήσουν ;». Οι γυναίκες απάντησαν όλες μαζί τρομαγμένες : « Μπάρμπα Σπύρο εμείς ήρθαμε δω για να είμαστε πιο ασφαλισμένες. Δεν θέλουμε να πάμε σπίτια μας ». Και δεν το κούνησε καμιά.[…]

14  Σε λίγο βλέπουμε ένα τζιπ με τραυματία να φεύγει προς τη Λιβαδειά. Οι Γερμανοί της σταματημένης φάλαγγας που ως εκείνη την ώρα ήταν ήσυχοι, άρχισαν να ανακατεύονται, να αγριεύουν, να δίνουν συνθήματα ο ένας στον άλλον και να κινούνται απειλητικοί. Τότε ο πατέρας μου μας προέτρεψε να κατεβούμε στο κατώι, να κλειστούμε και να περιμένουμε. Κατεβήκαμε κι αμπαρωθήκαμε. Έφταναν ουρλιαχτά, άγριες κραυγές, πυροβολισμοί από τα διπλανά Καλαματέϊκα σπίτια. Η αγωνία άρχισε να γίνεται τρόμος. Μερικές γυναίκες κρύφτηκαν πλάι στα βαρέλια, άλλες στις γωνιές στις λαδίκες

15  Βάλαμε και τον πρόσθετο σύρτη – μάνταλο στην πόρτα. Έπεσε μια θανατερή ησυχία. Κάποια στιγμή ακούμε στην αυλή τη φωνή, τη στριγκλιά ενός γειτονόπουλου, του Λουκά του Παπανικολάου να ζητάει βοήθεια : « Ωχ μπάρμπα Σπύρο, σώσε με !». Έκλαιγε και φώναζε. Ο πατέρας μου μόλις κατεβήκαμε στο κατώι είχε βάλει τυρί και αυγά σε βαθύ πιάτο και κρασί σε κανάτι για να τα έχει ως φίλεμα για τους Γερμανούς αν τυχόν και έρχονταν. Μόλις άκουσε τη φωνή του Λουκά μου λέει : « Παναγούλα φέρε τα τρόφιμα ». Άνοιξε την πόρτα και βλέπουμε τον Λουκά Παπανικολάου να τρέχει κλαίγοντας και κρατώντας τον πληγωμένο του λαιμό και πίσω του ένα κοντό Γερμανό στρατιώτη με όπλο στη μασχάλη να τον κυνηγάει.

16 Εμείς, ο πατέρας μου με το κρασί και τα ποτήρια, εγώ με τα τρόφιμα στα χέρια προχωρήσαμε στην αυλή ως τη μέση που ήταν το πηγάδι. Ο πατέρας μου σηκώνει τα χέρια φιλικά και φωνάζει για να καταπραΰνει τον Γερμανό : « γκουτ μπόϋ » - εννοώντας το τραυματισμένο παιδί. Ο Γερμανός όμως άγριος έκαμε νόημα να μπούμε στο κατώι, γρύλισε ένα « καπούτ » και αρνήθηκε τις προσφορές μας. Εμείς υπακούσαμε.

17  Μόλις πατήσαμε μέσα ορθώθηκε μπροστά στην πόρτα, έφερε καταπάνω μας το όπλο και με μια συνεχόμενη ριπή άρχισε να σκορπίζει το θάνατο πυροβολώντας ολόπαντα. Τα πρώτα βλήματα πήραν κατάστηθα τον πατέρα μου που πέφτοντας και ξεψυχώντας σπάραζε : « Ωχ παιδιά μου ! Σώστε με !». Άρχισαν να πέφτουν τα σώματα των γυναικών. Άλλες πάσχιζαν να χωθούν πίσω από τα βαρέλια, άλλες σε λαδίκες και γούρνες. Αφού όλα τα σώματα σωριάστηκαν το ένα πάνω στο άλλο, ο Γερμανός κατεβαίνει και κοιτάει και σκουντάει έναν – έναν γρυλίζοντας για να δει αν είναι σκοτωμένοι και ρίχνει χαριστικές βολές..

18  Το κατώι είχε μια κολώνα στη μέση, Πρώτος έπεσε και σωριάστηκε σ ’ αυτήν ο πατέρας μου Σπύρος Μαλάμος 67 χρονών.. Ύστερα η Μαρία Λάμπρου 50 χρονών. Η Μαριέττα Φιλίππου, γύρω στα 30. Ήταν έγκυος και μαζί της σφάδαζε και το παιδί στην κοιλιά. Ο ανηψιός μου Στάθης Σταθάς, γιος της αδερφής μου Γιαννούλας, 5 χρονών. Οι γάμπες του ήταν σχισμένες, χαραγμένες όπως σχίζουμε τις μπριζόλες και το κρέας του χυνόταν άσπρο στο χώμα.

19

20 1 Η Δήμητρα Μαλάμου, 38 χρονών, με το γιο της Γιάννη, 8 χρονών, καθισμένη σε γούρνα όπου βάζαμε βυτίνα λαδιού με κομμένο σαν με λεπίδα το καύκαλό της και τα μυαλά της χυμένα στους ώμους σαν από μια γεμισμένη κούπα, και στον πανέμορφο λαιμό της. Δεν ξέρω αλλά κρατήσαμε την ανάσα μας τόσο όσο δεν αντέχει ανθρώπινος οργανισμός. Αυτός συνέχιζε να μας κλωτσάει όπως τα σφαχτά γρυλίζοντας « Έϊ, έϊ » για να δει αν έχει μείνει κανένας ζωντανός. 2 Μέσα σ ’ αυτή την αβάσταχτη νέκρα πήγε κι έβγαλε τις κάνουλες από τα βαρέλια του κρασιού. Άρχισε με βουή και φουρφουρητό να χύνεται το κρασί. Φυσούσε το κρασί κι ο ήχος του ο φριχτός γέμισε το κατώι. Ενώθηκε το κρασί με το αίμα των σκοτωμένων και έγινε μια θάλασσα αίματος κα, κρασιού, μια πηχτή κρέμα που πάνω της έπλεαν πτώματα και σερνόμαστε μωροζώντανοι.

21  Ο Γερμανός διασκέλισε κι ανέβηκε στο πάνω σπίτι. Άκουσα ποδοβολητά και ύστερα κατέβηκε και έφυγε φαίνεται. Η μια από τις δυο αδερφάδες μου τις μεγαλύτερες η Γεωργία Αγαπίδου, βρισκόταν τραυματισμένη και καθώς κρύωναν τα τραύματα άρχισε να σκούζει. Είχε σκύψει σ ’ ένα καδούλι για να γλιτώσει τις ριπές και την είχε γαζώσει ο Γερμανός στον αγκώνα και στο δεξί γοφό. Σηκώνομαι και με δυσκολία την βγάζω στην αυλή. Βλέπω τη φοράδα μας σκοτωμένη και μια στοίβα κλήματα λαμπαδιασμένα, να βουίζει η φωτιά, να έχει αρπάξει ο φούρνος και οι φλόγες ν ’ απειλούν το σπίτι.

22  Η αδερφή μου έσκουζε γιατί τα κρέατά της κρέμονταν από χέρια και γοφούς και δεν μπορούσε να κρατήσει από τους πόνους. Δεν είχα βοήθεια από κανέναν. Μου λέει : « πάρε τον κουβά και σβήσε την φωτιά να μην καεί το σπίτι ». Πήρα κι έβγαλα νερό απ ’ το πηγάδι μας κι έσβησα τη φωτιά στο φούρνο αλλά όχι και στο παρακάτω χαγιάτι της αυλής.

23 Ανέβηκα στο μπαλκόνι μας και είδα να καίγεται το σπίτι του Χαράλαμπου Σφουντούρη – Πασχούλη. Αργότερα μάθαμε πως κάηκε μέσα το αντρόγυνο … Από το μπαλκόνι βλέπω στην αυλή των Καλαματέων σκοτωμένα τα ζώα και όλη την οικογένεια του Λουκά Σταύρου που ξεκληρίστηκε – πέντε άτομα και δυό συγγενείς τους, εφτά. Η αδερφή μου μού φώναξε να μπω στο σπίτι να πετάξω κάτω τα προικιά μήπως ξαναπιάσει φωτιά και τα κάψει … κι ας καιγόταν μπροστά το χαγιάτι

24  Μπαίνοντας μέσα διαπίστωσα ότι ο Γερμανός είχε ανακατέψει και ψάξει όλο το σπίτι. Άνω κάτω τα πάντα. Αντιλήφθηκα ότι από το τζάκι έλειπε το ρολόι με τις χρυσές κολώνες και την καμπανούλα που είχε φέρει από την Αμερική ο πατέρας μου. Η αδερφή μου φώναξε να πάρω και τα λεφτά από το παράκλι. Δεν τα βρήκα. Ύστερα μου φώναξε να κατεβάσω τη ραπτομηχανή της να μη χάσει το εργαλείο της δουλειάς της. Εγώ δεκατριών χρονών με μια ψυχραιμία που δεν μπορώ να την καταλάβω σήμερα, κατέβασα τη μηχανή από δεκαεφτά πέτρινα σκαλοπάτια σκαλί – σκαλί με το κεφάλι και τις πλάτες. Φτάνοντας στο κεφαλόσκαλο το σκυλί μας ο παρδάλης ζυγώνει κλαίγοντας.

25  Με πιάνει από το φουστάνι και με τραβάει. Φοβήθηκα μήπως με φάει γιατί ήμουν γεμάτη παγωμένα αίματα. Τον έδιωχνα : « φύγε παρδάλη !». Αυτό πήγε πιο πέρα, κάθισε στα πίσω πόδια και με το ένα μπροστινό μου έκανε νεύμα και με το άλλο σκούπιζε τα δάκρυά του. Τότε η αδερφή μου Γεωργία λέει : « Πού είναι το κορίτσι η Λουκία μας ; Πού έχει πάει η μικρή ; Τρέξε, ψάξε να τη βρεις …» Το σκυλί μπροστά κι εγώ ακολουθώντας φθάσαμε ως την αυλόπορτα. Εκεί πάλι γύρισε και με κάλεσε με το πόδι του. Φεύγει και πάει στέκεται στα κάτω πηγάδια ( εκεί που είναι σήμερα το μνημείο μπροστά στη δημαρχία ) και μου γνέφει να πάω. Όταν έφτασα στην αυλόπορτα βλέπω έξω στους δρόμους ξαπλωμένα σκοτωμένα κορμιά. Λίγο πιο κάτω απ ’ το σπίτι μας ( εκεί που είναι τώρα η αστυνομία ) ήταν σκοτωμένος ο Θανάσης Πανουριάς και η Μαρία Νταή.

26  Πιο κει ο Χρήστος Σκούτας. Δεν γνώρισα άλλους γιατί το μυαλό μου ήταν στο σκυλί και στη μικρή αδερφή μου. Έφτασα στο σκυλί. Τι να δω ! Η μικρή μας η Λουκία η εφτάχρονη ανάσκελα χτυπημένη στο μάτι με μια τρύπα βαθιά κατακίτρινη σαν το λεμόνι. Προσπαθώ να την πάρω στην αγκαλιά μου. Δεν μπορώ να τη σηκώσω. Την πιάνω από τις πλάτες και τη σέρνω σβαρνώντας την με δυσκολία μέσα από πολλά αγκαθόχορτα. Το σκυλί την πιάνει με το στόμα του απ ’ το φουστάνι και με βοηθάει. Την σύραμε ως την αυλόπορτα του σπιτιού και αποκαμωμένη την άφησα εκεί..

27 Δεν την ξαναείδα. Βλέπω στο χάνι της αυλής μας την πιο μεγάλη αδερφή μου Κωστούλα Καρβούνη που την είχε τραυματίσει στις παλάμες ο Γερμανός όπως τις είχε βάλει στο πρόσωπό της να μη δει που εκτελούσε την Πανωραία Μάριου. Οι αδερφές μου Κωστούλα και Γεωργία μου λένε : « Φεύγουμε για τον Άγιο Αθανάσιο. Κάμε τι θα κάμεις και έλα και συ ». Ήταν πια σούρουπο. Πήρα κι εγώ να πάω στον Άγιο Αθανάσιο. Φτάνοντας στο διάσελο κόσμος έτρεχε αλαφιασμένος. Άλλοι με άλογα, άλλοι με ρούχα, άλλοι με τρόφιμα να βγουν απ ’ το χωριό, ν ’ ασφαλιστούν στους λόγγους και στα ρουμάνια. Όλοι έκλαιγαν, μοιρολογούσαν, έσκουζαν, σουρομαδιόντουσαν. Έτρεχα κι εγώ.

28  Πριν φτάσω εκεί που είναι σήμερα το Κέντρο Υγείας με πιάνει ποδάγρα. Όλοι μου έλεγαν : « τρέξε παιδί μου Παναγούλα να μας φτάσεις ». Εγώ τους έλεγα « τρέχω » αλλά βάδιζα στον τόπο, σημειωτόν. Και τότε ακούω κάποιον να λέει : « Αυτό το έχει πιάσει ποδάγρα μωρέ, όπως μας πιάνει στο στρατό. Πιάστε το να ξεκολλήσουν τα πόδια του..». Μ ’ έπιασαν και βρέθηκα με τους άλλους στον Άγιο Αθανάσιο. Είχαν φανάρι αναμμένο. Ξενυχτήσαμε εκεί. Ύστερα από δυό μέρες ήρθαν και πήραν τους τραυματίες. Βρέθηκα κι εγώ με τις τραυματισμένες αδερφές μου στη Λιβαδειά στην κλινική του Καλή.

29  Κάποια στιγμή μπαίνω στο αποχωρητήριο και βλέπω να σπαρταράει ένα πόδι στο καλαθάκι των σκουπιδιών. Το βάζω στα πόδια. Μου λένε πως είναι το πόδι της Παναγούλας του Μενιδιάτη της εννιάχρονης Διστομοπούλας που της το θέρισαν οι γερμανοί. Μέσα σε πέντε μέρες εμένα και άλλα συνομήλικα και μικρότερα μας πήρε ο Ερυθρός Σταυρός και μας μετέφερε στο Ίδρυμα Αετοφωλιά Α ’, στην Κηφισιά.

30 Κατά τις δέκα το πρωί στις 10 Ιουνίου 1944 μέρα Σάββατο κατέβηκα από το πατρικό μου και πήγα στο καφενείο του Μαργελιού. Καθόμουνα με δυο – τρεις άλλους. Περνάει από κει το μικρό ανηψάκι μου, ο Γιάννης της αδερφής μου Φρόσως Σταθά, το γένος Περγαντά. Το φώναξα και του έδωσα μια ρουφηξιά ούζο. Ύστερα έφυγε να παίξει. Σε λίγο ακούμε φωνή τρομαγμένη « έρχονται οι Γερμανοί ». Πεταχτήκαμε και μέσα από το στενό του Μάριου προς τα Μεσινά ανέβηκα στου Καρσνά το ρέμα, προς τα λακκώματα. Εκεί έμεινα και είχα στραμμένη την προσοχή μου στο χωριό με αγωνία. Είδα [……], ώσπου όταν βασίλεψε ο ήλιος κι έπαιρνε να νυχτώσει οι γερμανικές φάλαγγες τράβηξαν για τη Λιβαδειά.

31  Τότε κατεβαίνω κι εγώ προς το χωριό. Φτάνω σε απόσταση διακόσια μέτρα από τα πρώτα σπίτια. Το σπίτι της αδερφής μου Φρόσως ήταν στην άκρη. Ακούω μια γυναικεία φωνή να σκούζει, να οδύρεται, να θρηνολογεί. Ήταν η μάνα μου. Φτάνω τρέχοντας και τι να δω ! Την αδερφή μου κομματιασμένη, βιασμένη, κατακρεουργημένη. Κατασκισμένα ρούχα και σάρκες είχαν γίνει ένα. Το αίμα έτρεχε από τα σκέλια της. Τα βυζιά της κατασφαγμένα, φέτες. Το πρόσωπό της παραμορφωμένο και σ ’ όλο το σώμα σημάδια άγριας πάλης. Δίπλα της σε μια κούνια το μικρό κορίτσι της τη Ζωή, εφτά μηνών, το είχαν ξεκοιλιάσει, του είχαν κόψει το λαιμό και κρέμονταν τα λαρύγγια του στο στήθος μπλεγμένα με τα βγαλμένα έντερα …

32 Το αγόρι της, αυτό που το πρωί του έδωσα λίγο ούζο στο καφενείο, έτρεξε να κρυφτεί στο διπλανό σπίτι του Νταγιαλή. Οι εγκληματίες το κυνήγησαν και το εκτέλεσαν τινάζοντάς του τα μυαλά στον αέρα κάτω από τη σκάλα. Επίσης και το άλλο κορίτσι της ίδιας αδερφής μου, την Ελένη, εφτά χρονών, το έσφαξαν κι αυτό. Τέλος ο πεθερός της αδερφής μου εκτελέστηκε μπροστά στη Δημαρχία μαζί με τον Θανάση Πανουργιά. Την επομένη το πρωί τους θάψαμε όλους σε ομαδικό τάφο μπροστά στην αυλή του σπιτιού τους ».

33  « Την ώρα της σφαγής βρισκόμουνα στο ισόγειο του Αγγελή Πίτσου, εγώ, η αδερφή μου Μαρία, η γιαγιά μου Κατερίνη Πίτσου με την κόρη της Ασήμω. Είμαστε κλεισμένοι μέσα γιατί ακούγαμε να πέφτουν σφαίρες από τη μεριά του Στειριού. Για μια στιγμή βλέπουμε απ ’ το γωνιακό παράθυρο να έρχονται γερμανικά αυτοκίνητα από το δρόμο του Στειριού και να σταματούν μπροστά στο Δημοτικό σχολείο προς του Ψημένου. Άρχισαν να κατεβάζουν άντρες από τα αυτοκίνητα. Εγώ, μικρός, δε γνώριζα αλλά η γιαγιά μου είπε πως ήταν τα παιδιά. Αργότερα έμαθα πως ήταν οι δώδεκα Διστομίτες νέοι που αιχμαλώτισαν στις Τσέρες το πρωί της σφαγής, όταν ερχόντουσαν από τη Λιβαδειά, οι Γερμανοί.

34  Αφού τους κατέβασαν τους έστησαν στον τοίχο του σχολείου προς τη μεριά του σπιτιού του Βιτριόλι – Πανουργιά και τους εκτέλεσαν.  Μετά από λίγο από το άλλο παράθυρο βλέπουμε να μπαίνουν οι Γερμανοί στο διπλανό μας σπίτι, του Θανάση Καστρίτη. Εκείνη την ώρα η Σταμούλα Καστρίτη με τη μάνα της Θεοφανή Κοκκίνη ήταν στο φούρνο και ρίχνανε το ψωμί. Ο πατέρας της Σταμούλας και σύζυγος της Θεοφανής, ο Αγγελής Καστρίτης καθόταν στο πλατύσκαλο, το πέτρινο, της ξύλινης σκάλας. Οι Γερμανοί εισβάλλοντας σκοτώνουν τη γυναίκα και την κόρη της, όπως φούρνιζαν.

35 Με το κλείσιμο του καταρράχτη έσυραν και μια κουρελού, έφτασαν και μπήκαν από την πόρτα της κουζίνας και βγήκαν από την άλλη της κυρίας εισόδου. Ύστερα από αρκετές ώρες βγήκε πρώτη η ξαδέρφη μου η Ασήμω, γύρω στα 17. Είχε αρχίσει να σουρουπώνει και αφού είδε πως δεν υπήρχαν γερμανικά αυτοκίνητα στο δρόμο και δεν ακούγονταν πυροβολισμοί, βγήκαμε όλοι από τον καταρράχτη.  Ο γέρο Αγγελής έκαμε να σηκωθεί να ορμήσει. Του ρίχνουν και τον σωριάζουν. Βλέποντας η γιαγιά μου να σκοτώνουν τον πατέρα, τη μάνα της και την αδερφή της έβγαλε μια φωνή που έσκισε τον αέρα. Αμέσως για καλή μας τύχη σηκώσανε τον καταρράχτη και μπήκαμε στο υπόγειο. Εγώ, η γιαγιά μου, η αδερφή μου και η ξαδέρφη μου η Ασήμω.

36  Εμένα με την αδερφή μου μας έστειλαν στο πατρικό μας, 50 μέτρα μακρύτερα. Βγαίνοντας απ ’ την αυλόπορτα του Πίτσου πάνω σε στέφλα είδαμε σκοτωμένο το Νίκο Σφουντούρη, ξάδερφό μου. Ήρθαμε στο σπίτι μας και αντικρύζω τη μάνα μου σκοτωμένη, γονατιστή στην αγκωνή στο τζάκι. Μόλις την ακούμπησα σωριάστηκε χάμω. Ο πατέρας μου ήταν σκοτωμένος πάνω στο κρεβάτι. Στο άλλο μικρό κρεβάτι δίπλα στο τζάκι ξεκοιλιασμένος ο αδερφός μου Νίκος, δύο χρονών.  Βγήκαμε έξω κλαίγοντας και φωνάζω στη γιαγιά Κατερίνη πως σκοτώσαν τους γονείς μου και μου είπε να πάω στης γιαγιάς μου το σπίτι – στη μάνα της μάνας μου. Ξεκινήσαμε πιασμένοι χέρι - χέρι. Φτάνοντας στην πάνω πλατεία είδαμε ένα σκοτωμένο μπροστά στου Μπουκαλή. Για να πάμε στης γιαγιάς περνούσαμε από το στενό μεταξύ Τζάθα και Κουτριάρη. Εκεί είχαν τραυματίσει τον Ειρηνοδίκη και έναν άλλον. Μέσα από το σπίτι του Τζάθα μούγκριζε τραυματισμένος.

37  Φτάσαμε με την αδερφή μου στο σπίτι της γιαγιάς. Κλεισμένο, έρημο. Μας μάζεψε ο γέρο Λουκάς Καϊλης που ζούσε ανήμπορος στο σπίτι του Μιλτιάδη Καϊλη. Μας ρώτησε τι πάθαμε και του είπα πως σκότωσαν τους γονείς και τον αδερφό μου. Ύστερα ήρθε ο αδερφός της μάνας μου Χαράλαμπος Καρούζος που μας πήρε και διανυκτερεύσαμε έξω από το χωριό στη μεγάλη λάκκα. Εκεί άκουγα όλη τη νύχτα τα κλάματα, τα μοιρολόγια των πατριωτών μου. Άκουγα τους λυγμούς της Νίτσας Καϊλη ( Νίτσα Σφουντούρη σήμερα ) που της είχαν σκοτώσει τους γονείς της. Την άλλη μέρα φύγαμε και πήγαμε στο μαντρί του Θανάση Καστρίτη στο αλωνάκι για αρκετό καιρό.  Ύστερα περιπλανιόμαστε και φτάσαμε στην Αντίκυρα και από κει τριγυρνούσαμε στον ελαιώνα της Παραλίας Διστόμου αποφεύγοντας τους Γερμανούς που πολλές φορές κατέβαιναν με άλογα φορτωμένα κανόνια. Απ ’ αυτή την άγρια σφαγή έχασα 14 άτομα άμεσους συγγενείς μου ».

38  Από την Κάντανο έρχομαι κι απού τ ’ Αποπηγάδι Δε με ρωτάνε ιντά ’ μαθα Δε μ Είδα τα σπίθια τρόχαλο τσ ’ αυλές χορταριασμένες και μέσα στα χαλάσματα ’ νους Γερμανού το μνήμα και δίπλα μαρμαρόπετρα κι έγραφ ’ αυτά τα λόγια ε ρωτάνε ιντά ’ δα  “ Εδώ ’ τανε η Κάντανος και καταστρέψανε - τη ” Γιατί ’ καμε πολλές ζημιές στου Γερμανού τ ’ ασκέρι Μα η Κάντανος εχτίστηκε καλύτερα από πρώτα !

39

40 Χανιά, Μάης του 1941 Η μάχη της Κρήτης έχει κριθεί υπέρ των Ναζί, αλλά οι ηρωικοί κάτοικοι της Καντάνου ( κεφαλοχώρι της επαρχίας Σελίνου στο κέντρο του Ν. Χανίων ) αποφασίζουν να αντισταθούν στα γερμανικά αποσπάσματα, που διέρχονται το Σέλινο με πορεία την Παλαιόχωρα, στα νότια του Νομού. Η πρώτη μάχη γίνεται στην τοποθεσία « Φλώρια », όπου οι Γερμανοί δέχονται συντριπτικό πλήγμα από άτακτους ( ανοργάνωτους ) Σελινιώτες πολεμιστές, με αποτέλεσμα 25 απ ’ αυτούς να χάσουν την ζωή τους κι ο αντάρτης Κοκκινάκης να αποσπάσει - ως λάφυρο - την πολεμική σημαία του αποσπάσματος !

41  Οι Γερμανοί υποχωρούν άτακτα και τα τμήματά τους ενισχύονται με δυνάμεις από τα Χανιά, ενώ ένα επίλεκτο τμήμα καταστροφέων της Βέρμαχτ ( ονομασία του γερμανικού ναζιστικού στρατού ) ξεκινά από το Ηράκλειο με προορισμό το Σέλινο. Οι μάχες μαίνονται σε όλη την περιοχή ( Αποπηγάδι, Ρούματα, Βαβουλέδο κλπ ) με αρκετές απώλειες και για τις δύο πλευρές. Στο τέλος μπήκε στη μάχη κι η Λουφτβάφε κι όπως ήταν φυσικό, το μέτωπο του Σελίνου έσπασε κι οι αντάρτες υποχώρησαν. Τότε είναι που δίνεται η διαταγή ΝΑ ΙΣΟΠΕΔΩΘΕΙ Η ΚΑΝΤΑΝΟΣ !

42

43 Στις 3 Ιούνη 1941 οι Ναζί καίνε και ισοπεδώνουν την Κάντανο. Άφησαν δε τρεις επιγραφές, μοναδικά ιστορικά μνημεία σε όλη την Ευρώπη, γιατί όπου αλλού κατέστρεψαν οι Ναζί δεν άφησαν και δεν τόνισαν τόσο πολύ την αντίσταση που συνάντησαν. Τις δύο πινακίδες – επιγραφές τις τοποθέτησαν οι Ναζί στις εισόδους της Καντάνου από Χανιά και Παλαιόχωρα. Την τρίτη, που είναι από μάρμαρο, την έφεραν στην Κάντανο το 1943 προοριζόμενη προφανώς για το μνημείο που θα κατασκεύαζαν, και είναι γραμμένες στα Ελληνικά και τα Γερμανικά.

44 H πρώτη αναφέρει : “ Δια την κτηνώδη δολοφονίαν Γερμανών αλεξιπτωτιστών, αλπινιστών και του μηχανικού από άνδρας, γυναίκας και παιδιά και παπάδες μαζ i και διότι ετόλμησαν να αντισταθούν κατά του μεγάλου Ράιχ, κατεστράφη την η Κάνδανος εκ θεμελίων, διά να μην επαναοικοδομηθεί πλέον ποτέ.” Η δεύτερη αναφέρει : “ Ως αντίποινων των από οπλισμένων πολιτών ανδρών και γυναικών εκ των όπισθεν δολοφονηθέντων Γερμανών στρατιωτών κατεστράφη η Κάνδανος. ” Η τρίτη ( μαρμάρινη ) αναφέρει “ Εδώ υπήρχε η Κάνδανος. Κατεστράφη προς εξιλασμόν της δολοφονίας 25 Γερμανών στρατιωτικών.”

45  Ανεξίτηλα σφραγίζουν με τις επιγραφές που άφησαν, τη θηριωδία τους οι Γερμανοί κατακτητές... Ήταν χρονιά που η γη της Καντάνου με την εργατικότητα των Καντανιωτών είχε γεμίσει τους μαγατζέδες και τα πιθάρια με κάθε λογής γεννήματα και αγαθά. Τα λάδια ετρέξανε ποταμός, εγεμίσανε οι δρόμοι, τα λιόφυτα και οι κολύμπες, με όσα δεν εκάηκαν. Έναν μήνα και παραπάνω η φωτιά έκαιγε κι εκαπνίζανε τα χαλάσματα και οι τροχάλοι. Έκαψαν ζωντανούς όσους κατοίκους δεν πρόλαβαν να βγουν από τα σπίτια τους. Δεν άφησαν πέτρα πάνω σε άλλη πέτρα. Στις μάχες που έγιναν ήταν άνδρες από διάφορα χωριά του Σελίνου κάθε ηλικίας. Όταν οι Γερμανοί θέλησαν να εκδικηθούν για τους θανάτους της μάχης των Φλωρίων και του Φαραγγιού, φώναζαν όλοι ότι ήταν οι Καντανιώτες. Τρεις φορές έβαλαν φωτιά στα σπίτια και στα μαγαζιά.

46

47  Τρεις Ιουνίου ξεχείλισε η οργή των Γερμανών. Έριχναν εύφλεκτα υλικά και όλα τα σπίτια έγιναν παρανάλωμα του πυρός. Ο ουρανός ήταν μαύρος από τους καπνούς και ο αέρας μύριζε από τα καμένα λάδια, ρούχα, τρόφιμα, ζώα. Τα πολυβόλα από όλα τα υψώματα διασταύρωναν τα πυρά τους και θέριζαν ότι έβρισκαν μπροστά τους ….  Ο ήλιος είχε κρυφτεί με τους καπνούς και νόμιζες ότι είχε γίνει έκλειψη. Οι κάτοικοι ήταν κρυμμένοι και σκορπισμένοι εδώ κι εκεί, μην τους βρουν γιατί κανείς δεν θα γλίτωνε από τα χέρια τους. Σαν έπεσε το ηλιοβασίλεμα και οι Γερμανοί έφυγαν, όλοι βγήκαν από τις κρυψώνες και έψαχναν για τους δικούς τους. Άλλοι ήταν ζωντανοί και άλλοι πεθαμένοι ….

48

49  Όσοι Καντανιώτες επέζησαν από αυτή την κόλαση, γύρισαν στις γειτονιές, στα σπίτια τους, που δεν υπήρχε παρά μόνο φωτιά και στάχτη. Κόποι τόσων ετών, όλα είχαν γίνει κάρβουνα. Ερημιά, σιγή νεκρική, μονάχα μοιρολόγια, θρήνος και οδυρμός. Τιμή και δόξα σε όλους αυτούς που γέμισαν την ιστορική και μαρτυρική Κάντανο με μυρτιές και δάφνες, με τη μεγαλοπρεπή υποδοχή που έκαναν στους Γερμανούς κατακτητές... Τιμή και δόξα σε αυτούς που έζησαν με αξιοπρέπεια τα βάσανα και τα μαρτύρια του κατακτητή... Τιμή και δόξα για την απέραντη και ανεκτίμητη μεγαλοσύνη των ανθρώπων, που ανοικοδόμησαν από τα θεμέλια την Κάντανο, με τον κόπο τους και τον ιδρώτα τους. 20 χρόνια μετά, οι Γερμανοί σε ένδειξη καλής φιλίας και συγγνώμης συνέβαλαν στο χτίσιμο νέου σχολείου, υδραγωγείου και κατοικιών στις οικογένειες που επέζησαν της καταστροφής.

50

51 ΟΙ ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ  ΜΑΡΙΛΕΝΑ ΛΟΥΣΚΑ  ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΑΡΓΥΡΙΟΥ  ΓΙΟΥΛΗ ΑΛΑΜΑΝΙΩΤΗ


Κατέβασμα ppt "Την επόμενη μέρα μετά την τελική επικράτηση των δυνάμεων του Άξονα στη Μάχη της Κρήτης, οι στρατιώτες της ναζιστικής Γερμανίας προχωρούν, για αντίποινα."

Παρόμοιες παρουσιάσεις


Διαφημίσεις Google