Η παρουσίαση φορτώνεται. Παρακαλείστε να περιμένετε

Η παρουσίαση φορτώνεται. Παρακαλείστε να περιμένετε

ΟΙ ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΟΙ ΟΜΑΔΑ Δ΄ ΧΑΤΖΗΙΩΑΝΝΙΔΟΥ ΕΛΕΝΗ, ΠΟΤΟΥΡΙΔΟΥ ΡΑΝΙΑ, ΣΥΛΛΕΚΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ, ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ, ΞΟΜΠΛΙΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ.

Παρόμοιες παρουσιάσεις


Παρουσίαση με θέμα: "ΟΙ ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΟΙ ΟΜΑΔΑ Δ΄ ΧΑΤΖΗΙΩΑΝΝΙΔΟΥ ΕΛΕΝΗ, ΠΟΤΟΥΡΙΔΟΥ ΡΑΝΙΑ, ΣΥΛΛΕΚΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ, ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ, ΞΟΜΠΛΙΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ."— Μεταγράφημα παρουσίασης:

1 ΟΙ ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΟΙ ΟΜΑΔΑ Δ΄ ΧΑΤΖΗΙΩΑΝΝΙΔΟΥ ΕΛΕΝΗ, ΠΟΤΟΥΡΙΔΟΥ ΡΑΝΙΑ, ΣΥΛΛΕΚΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ, ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ, ΞΟΜΠΛΙΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ

2 Οι Σαρακατσάνοι, γνωστοί και ως Καρακατσάνοι ή Σαρακατσαναίοι, είναι ελληνική νομαδική φυλή που βρίσκεται διασκορπισμένη σε ολόκληρη την ηπειρωτική Ελλάδα. Σήμερα η συντριπτική πλειοψηφία των Σαρακατσάνων έχει εγκαταλείψει το νομαδικό βίο και ζει μόνιμα στα χωριά όπου ασχολείται με την κτηνοτροφία, ενώ οι απόγονοί τους έχουν εγκατασταθεί σε μεγάλο βαθμό στα μεγάλα αστικά κέντρα. Μικρός αριθμός Σαρακατσάνων βρίσκεται επίσης στη Βουλγαρία και την ΠΓΔΜ. Ως προς την ονομασία των Σαρακατσάνων υπάρχουν διάφορες εκδοχές. Σύμφωνα με την επικρατέστερη από αυτές, το όνομα Σαρακατσάνο έχει τουρκική προέλευση και είναι σύνθετη λέξη αποτελούμενη από το kara (καρά) που σημαίνει «μαύρος, μαυροντυμένος» και το kacan(κατσάν) που σημαίνει «φυγάς, ανυπότακτος». Ο λόγος για την ονομασία αυτή είναι ότι οι Σαρακατσάνοι μετά την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως φορούσαν μαύρη ενδυμασία ως ένδειξη πένθους, ενώ έσφαζαν τα λευκά πρόβατα και κρατούσαν μόνο τα μαύρα. Επίσης κατέφυγαν ως κλέφτες στα βουνά ώστε να μην υποταχθούν στον κατακτητή και να τον πολεμούν από εκεί. Έτσι οι Τούρκοι τους προσέδωσαν την ονομασία Καρακατσάν, δηλαδή «μαύρος φυγάς».

3 ΚΑΤΑΓΩΓΗ Οι Σαρακατσάνοι είναι από τα αρχαιότερα ελληνικά φύλλα και οι ρίζες τους βρίσκονται στην περιοχή των Αγράφων. Ζούσαν πάντα νομαδική ζωή μετακινούμενοι μαζί με τα κοπάδια τους λόγω του ότι οι περισσότεροι από αυτούς ήταν κτηνοτρόφοι. Το χειμώνα ζούσαν στους κάμπους και τα καλοκαίρια ανέβαιναν στα βουνά. Έτσι σήμερα είναι διασκορπισμένοι σε όλη την Ελλάδα αλλά και σε άλλες Βαλκανικές χώρες.

4 Η ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΤΟΥΣ Οι Σαρακατσάνοι ως προς το θρήσκευμα είναι Χριστιανοί Ορθόδοξοι. Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό όμως είναι η συνύπαρξη της βαθιάς χριστιανικής πίστης με τη μαγεία, καθώς οι Σαρακατσάνοι διέθεταν μεγάλο αριθμό μαγικοθρησκευτικών δοξασιών με αρχαιοελληνικές ρίζες, με σκοπό την εξασφάλιση υγείας, ευγονίας και ευημερίας. Τέτοιες παραδόσεις και δοξασίες είναι τα χοροστάσια όπου στήνουν χορό οι νεράιδες, η πίστη στην ύπαρξη δαιμόνων, οι μοίρες που καθορίζουν το πεπρωμένο του νεογέννητου, τα φυλακτά και το «κακό μάτι».

5 Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΤΟΥΣ Μέσα στην καθημερινή συναναστροφή οι μεγαλύτεροι μετέδιδαν στους μικρότερους τις γνώσεις και τις παραδόσεις τους. Επιπλέον τα αγόρια μάθαιναν ανάγνωση, γραφή και αριθμητική, κάτι που θα τους ήταν αργότερα απαραίτητο για τις οικονομικές συναλλαγές τους. Τα μαθήματα γίνονταν το καλοκαίρι στο τσελιγκάτο και ο δάσκαλος που προσλαμβάνονταν ήταν συνήθως αδιόριστος ή συνταξιούχος. Ο εξοπλισμός και ο δάσκαλος έρχονταν από γειτονικό χωριό. Τα τελευταία χρόνια της λειτουργίας τσελιγκάτων, η εκπαίδευση των Σαρακατσάνων έγινε πιο οργανωμένη. Τότε τα σχολεία,χορτόπλεκτες καλύβες με ορθογώνιο σχήμα, εξοπλίστηκαν με θρανία και μαυροπίνακες.

6 ΠΑΙΔΙΚΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ Τόξο και βέλος Βροντάρα: όταν έσπρωχναν το έμβολο έβγαινε ένας δυνατός κρότος. Τσλίθρα: παιχνίδι που πετούσε νερό. Τσιλίκα και τσιλκάρ΄.

7 ΤΑ ΤΣΕΛΙΓΚΑΤΑ Τα Σαρακατσάνικα τσελιγκάτα ήταν κοινότητες που τις αποτελούσαν συγγενικές κυρίως οικογένειες – οι φάρες ή πατριές – αλλά και ξένοι οι σμίχτες. Τη δημιουργία του τσελιγκάτου την επέβαλαν οι ιδιαίτερες συνθήκες της νομαδικής ζωής όπως π.χ. η δυσκολία εύρεσης βοσκοτόπων και η ανάγκη για καλύτερη φροντίδα και εκμετάλλευση των κοπαδιών. Αρχηγός του τσελιγκάτου ήταν ο τσέλιγκας. Τσέλιγκας ήταν ο ικανότερος κτηνοτρόφος. Ήταν υπεύθυνος για την οικονομική και κοινωνική οργάνωση του τσελιγκάτου, που λειτουργούσε ως μορφή κοινοπραξίας. Στο τέλος κάθε εποχής και με βάση τη δύναμη της κάθε οικογένειας σε γιδοπρόβατα καθώς και την προσφορά εργασίας μέσα στα τσελιγκάτα γινόταν η κατανομή των εσόδων και εξόδων.

8 ΟΙ ΚΑΤΟΙΚΙΕΣ ΤΟΥΣ Οι Σαρακατσάνοι ζούσαν σε καλύβια, κατασκευασμένα από λεπτούς κορμούς δέντρων, τα λούρα. Το σχέδιο των καλυβιών χαραζόταν στο έδαφος. Στη συνέχεια στηνόταν ο σκελετός με κάθετα και οριζόντια λούρα. Ακολουθούσε η επένδυση του σκελετού με χόρτο ή φυλλώματα. Ο τύπος των καλυβιών ήταν στρογγυλός ή παραλληλόγραμμος. Εσωτερικά η μεγάλη καλύβα ήταν ντυμένγ γιορταστικά με πολύχρωμες μάλλινες βελέντζες. Αριστερά τοποθετούσαν τη "βάτρα" δηλαδή τη θέση της φωτιάς και το "σοφρά", χαμηλό στρογγυλό τραπέζι του φαγητού. Ολόγυρα υπήρχε ημικυκλικό συνεχές ξύλινο κάθισμα, το "πεζούλι", στρωμένο με πολύχρωμες μάλλινες βελέντζες. Πλάι στη "μεγάλη" καλύβα στηνόταν όμοιο αλλά μικρότερο καλύβι, ή "καλυβούλα", όπου έβαζαν τον αργαλειό και φύλαγαν τον ρουχισμό.

9 Η ΓΛΩΣΣΑ ΤΟΥΣ Η γλώσσα των Σαρακατσαναίων, σύμφωνα με τα γλωσσολογικά δεδομένα, ήταν και είναι μόνο η Ελληνική, η οποία προφανώς πρωτοπαρουσιάζεται στα βουνά της Πίνδου, Άγραφα και Τζουμέρκα, εξ ου κι η αναγωγή της καταγωγής τους σε αυτά τα μέρη, από τους ίδιους. Έτσι μας δείχνουν την αρχαιολογική τους προέλευση και την πίστη τους στα ελληνικά ιδεώδη.

10 Οι Σαρακατσαναίοι χρησιμοποιούσαν κάποιες ιδιαίτερες λέξεις για να χαρακτηρίσουν τις γυναίκες. Οι λέξεις αυτές προέκυπταν από κάποιο εξωτερικό - εμφανησιακό χαρακτηριστικό της γυναίκας, κάποιο χαρακτηριστικό του χαρακτήρα της, κ.λ.π. Εν συνεχεία, παρουσιάζονται κάποιοι από τους χαρακτηρισμούς αυτούς και η σημασία τους. Βιργινάδα = η όμορφη νεαρή γυναίκα. Γραμμένη = η πολύ όμορφη γυναίκα. Γυαλένια = η όμορφη γυναίκα (χαρακτηρισμός που απαντάται πολύ συχνά στα Σαρακατσάνικα τραγούδια). Καλουνιά = η όμορφη. Κουντακιανούλα = η κοντή αλλά χαριτωμένη γυναίκα. Κουρκουσούρα = η κουτσομπόλα. Ρούσα = η ξανθιά γυναίκα. Σ' νόρα = η πονηρή γυναίκα. Τσαμπαδή = η γυναίκα με απεριποίητα μαλλιά. Φρουλαΐδα = η γυναίκα με ανάρμοστη συμπεριφορά.

11 Οι Σαρακατσαναίοι παλαιότερα δεν αποκαλούσαν όλους τους μήνες με τα ονόματα που χρησιμοποιούνται γι' αυτούς σήμερα. Αλλά και γι' αυτούς που είχαν την ίδια με τη σημερινή τους ονομασία, είχαν μια ιδιαίτερη προφορά. Γενάρ'ς = Ιανουάριος Φλιβάρ'ς = Φεβρουάριος Μάρτ'ς = Μάρτιος Απρίλ'ς = Απρίλιος Μάης = Μάϊος Θερ'στής = Ιούνιος Αλωνάρ'ς = Ιούλιος Αύγουστος Τρυητής = Σεπτέμβριος Αηδημήτρ'ς = Οκτώβριος Χαμένος = Νοέμβριος Αντριγιάς = Δεκέμβριος

12 Οι Σαρακατσαναίοι έδιναν στα αιγοπρόβατα τους διάφορες ονομασίες, οι οποίες προέκυπταν από το χρώμα τους. Διάφορες τέτοιες ονομασίες είναι οι εξής: Λάϊα = η μαύρου χρώματος προβατίνα. Γρίβα = η γκρίζα ή ψαριά κατσίκα. Φλώρα = η λευκή προβατίνα. Μπέλα = η κατάλευκη προβατίνα. Παρδαλή = η ασπρόμαυρη. Καραγκιόζα = η λευκού χρώματος προβατίνα, η οποία έφερε στο πρόσωπο της μικρές μαύρες κηλίδες. Κρούτα = η προβατίνα που έφερε στο κρανίο κέρατα. Κανούτα = η γκρίζα κατσίκα. Σιούτο = το κριάρι που δεν είχε κέρατα.

13 20 ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΙΚΕΣ ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ 1) Ότ' είν' η νύχτα κι αυγή, δεν είν' η μάνα κι η αδερφή. 2) Πάρε νυφ' από σειρά κι η σκύλα απού κουπάδ'. 3) Γαλανός γαμπρός διαβαίνει, μαυρομάτα κόρη παίρνει. 4) Γαμπρός πιδί δε γένιτι και νύφη θυγατέρα. 5) Ο ύπνος θρέφει μάγουλα και ξεγυμνώνει κιόλα. 6) Όσο να μπει, να βγει η νυφ', τ' βγήκαν τ' γαμπρού τα μάτια. 7) Γλυκάθ' η γριά στα σύκα, θα φάει και τα συκόφ'λλα. 8) Η νύφη φόντα γεννήθει, της πεθεράς της μοιάζει. 9) Σα ματαγένου νύφ', ξέρου 'γω να προσκυνάω. 10) Κ'βέντα, κ'βιντούλα..., πάει η βιτούλα. 11) Όπ' γάμος κι η χαρά, η Παναγιώτα μας μπροστά. 12) Τ' αψύ το ξυδ', τ' αγγειό τ' χαλάει. 13) Κάηκι η γριά στη κουρκούτι, φ'σάει και το γιαούρτι. 14) Η κουπέλα κι η πρατίνα σε πααίνουν στου οχτρού την πόρτα. 15) Να με λέγανε χατζίνα κι ας πεθαίνω από την πείνα. 16) Κοντή γυναίκα πέρδικα, ψιλή καρακαντάνα. 17) Γίδα ψόφια, ουρά γκουρδουμέν'. 18) Βροντάν ούλα τα σίδερα, βρουντάν κι οι σακοράφες. 19) Έκλασε η νυφ', σκόλασε ου γάμους. 20) Χατήρι τ' μιανού, χατήρι τ' αλλ'νού, κανένα πιδί απ' τουν άντρα μ'.

14 ΕΘΙΜΑ ΤΑ ΒΑΦΤΙΣΙΑ Οι Σαρακατσάνοι τα παιδιά τους, όταν βρισκόταν στο τσελιγκάτο, στην εκκλησία είτε του κοντινότερου χωριού, είτε καλούσαν έναν ιερέα στα καλύβια για την τέλεση του μυστηρίου. Το αξιοπρόσεκτο στα σαρακατσάνικα βαφτίσια ήταν το γεγονός ότι, συνήθως ο πατέρας του παιδιού απουσίαζε από το μυστήριο, καθώς ήταν «κοντά στα πρότα». Συνεπώς, στη βάφτιση παρίστατο μόνο η μητέρα, ο νονός και κάποιοι συγγενείς. Τα μεγαλύτερα παιδιά που ζούσαν στο τσελιγκάτο μετά το τέλος της βάφτισης, έτρεχαν να πουν το όνομα του νεοφώτιστου στον πατέρα και να πάρουν τα «σχαρίκια». Μετά τη βάφτιση, πρέπει να σημειωθεί ότι, δεν γινόταν γλέντι. Ο νονός χάριζε στο μωρό που θα βάφτιζε μια φασκιά, το λαδοπάνι και το πουκάμισο.

15 Η ΚΗΔΕΙΑ Όταν κάποιος σαρακατσάνος ή κάποια σαρακατσάνα έφευγε από τη ζωή, οι γυναίκες (συνήθως συγγενείς) του τσελιγκάτου τον «ετοίμαζαν». Αρχικά, έσχιζαν τα ρούχα που φορούσε για να διευκολυνθούν και έπειτα του φορούσαν την «καλή του την αλλαξιά». Έπειτα, τον τοποθετούσαν στο κέντρο της καλύβας. Κάποια από τις γυναίκες ξεκινούσε πρώτη να μοιρολογεί και έπειτα τη συνόδευαν και οι υπόλοιπες. Τα λόγια του μοιρολογιού ήταν αυτοσχέδιες εκφράσεις πόνου και οδύνης για το άτομο που έφυγε από τη ζωή, για τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας του που θα τον στερούνταν, καθώς επίσης εξυμνούσαν και τα πρωτερίματα του. Κάποιες φορές μάλιστα, οι γυναίκες έλεγαν και δημοτικά τραγούδια προσαρμοσμένα στην λυπητερή περίσταση και στο όνομα του νεκρού ανθρώπου. Αν ο θάνατος τύχαινε να επέλθει το καλοκαίρι, την επόμενη ημέρα τον έθαβαν στο νεκροταφείο του κοντινότερου χωριού. Για τη μεταφορά του νεκρού από τα καλύβια στο νεκροταφείο, έδεναν στα πλευρά του αλόγου 2 μεγάλα δεμάτι α από χλωρά ξύλα και εκεί επάνω έβαζαν τον νεκρό. Όταν επέστρεφαν από την κηδεία στα καλύβια, έβαζαν το τραπέζι της «παρηγοριάς». Προσέφεραν χόρτα και συγκεκριμένα λάχανα για να λαχανιάσει ο χάρος και ελιές για να πικραθεί. Προσέφεραν δε και ένα ποτήρι κονιάκ. Οι γυναίκες κατά τη διάρκεια του πένθους, το οποίο διαρκούσε 3 χρόνια, φορούσαν κατάμαυρα ρούχα και τις ποδιές τους ανάποδα. Οι δε άνδρες έμεναν αξύριστοι μέχρι τα σαράντα.

16 ΟΙ ΑΡΡΑΒΩΝΕΣ Στη σαρακατσάνικη κοινωνία, οι αρραβώνες των νέων προέκυπταν από «προξενιό». Επειδή στο τσελιγκάτο υπήρχε σεβασμός στους μεγαλύτερους (γερόντους), όταν εκείνοι πρότειναν στον πατέρα ενός παιδιού πως είχαν «ένα καλό κορίτσ’ για το γιο τ’», ο πατέρας το λάμβανε σοβαρά υπόψη. Πάντα όμως εύρισκε τον τρόπο να ρωτήσει αν όντως η κοπέλα ήταν καλή για το γιο του. Μάθαινε, δηλαδή, αν ήταν τίμια, καλή νοικοκυρά και από «καλό σπίτι». Μια καλή κοπέλα και συνεπώς μια καλή νύφη, κατά τους Σαρακατσαναίους, θα έπρεπε να γνωρίζει να ζυμώνει, να μαγειρεύει, να γνέθει, να υφαίνει και γενικά να κάνει όλες τις δουλειές που χρειάζεται μια οικογένεια. Τους Σαρακατσάνους δεν τους ενδιέφερε η ομορφιά, αλλά ούτε και η προίκα. Όταν επρόκειτο να γίνει ο αρραβώνας, οι μελλοντικοί συμπέθεροι και το υπόλοιπο σόι τους συναντιόντουσαν, ώστε να συζητήσουν για το αν το μελλοντικό ζευγάρι ταίριαζε. Η συνάντηση αυτή πραγματοποιούνταν είτε στο παζάρι, είτε στα καλύβια. Εάν και εφόσον συμφωνούσαν, τότε άλλαζαν τα «σ’μάδια». Τα «σ’μάδια» ήταν το «συβομάντηλο», ένα ασημένιο δαχτυλίδι ή ένα φλουρί και ένα κλωνάρι βασιλικός. Το «συβομάντηλο» ήταν ένα κεντημένο κόκκινο μαντήλι. Η συμφωνία καθώς και τα «σ’μάδια» γινόταν από τους πατεράδες των μελλοντικών συζυγών, χωρίς εκείνοι να γνωρίζουν το παραμικρό.

17 Επιστρέφοντας στο κονάκι, ο πατέρας και το σόϊ του γαμπρού έριχναν ριπές στον αέρα (τουφέκαγαν) από μακριά για σύνθημα ότι «σύβασαν νύφη». Οι άνδρες έπαιρναν τη σκούφια του γαμπρού και του εύχονταν, ενώ εκείνος τους έδινε φιλοδώρημα (μπαχτσίσι). Το βράδυ ο πατέρας του γαμπρού έσφαζε αρνιά και γλεντούσαν. Πρέπει να τονιστεί ότι, έως και την ημέρα του γάμου οι μελλοντικοί σύζυγοι δεν γνωρίζονταν αν ήταν από διαφορετικά τσελιγκάτα, αλλά και έστω από το ίδιο να ήταν δεν έρχονταν σε επαφή από ντροπή.

18 Ο ΓΑΜΟΣ Οι Σαρακατσάνοι παντρεύονταν μόνο μεταξύ τους. Απέφευγαν το γάμο με ξένα συνάφια π.χ. βλάχους, χασιώτες, παλιοχωρίσιους κ.λ.π. για να μην «λωβιάσει» το αίμα τους, όπως έλεγαν. Στην πραγματικότητα, ο λόγος αυτής της ενδογαμικής παράδοσης σχετίζεται με το γεγονός ότι μια γυναίκα που δεν θα γνώριζε τα ήθη και τα έθιμα των Σαρακατσάνων και κυρίως το είδος και το βάρος της εργασίας, καθώς και της προσαρμογής της στις συνθήκες νομαδικής διαβίωσης, θα αντιμετώπιζε τρομερές δυσκολίες. Όμως, ούτε και γυναίκες από άλλες κοινωνικές κατηγορίες και επαγγελματικές ομάδες δεχόντουσαν από την πλευρά τους να παντρευτούν νομάδες. Αυτή η σαρακατσάνικη ενδογαμική παράδοση έσπασε όταν η νομαδική διαβίωση σταμάτησε και οι Σαρακατσάνοι άλλαξαν επαγγελματική απασχόληση, αποκτώντας μόνιμη κατοικία και εγκατάσταση. Παντρευόταν δε, σε μικρή σχετικά ηλικία για να εξασφαλίσουν εργατικά χέρια και «για να πιαστεί η γυναίκα απ’ αντρούς χέρι». Με το γάμο τους, τα κορίτσια της οικογένειας έβγαιναν από το σπίτι του πατέρα τους και έμπαιναν στην οικογένεια του άνδρα τους, σε χωριστή ή στην οικογένεια του πεθερού τους, ζώντας έτσι για μικρό ή μεγάλο χρονικό διάστημα μαζί του, πριν η νέα οικογένεια αποχωρήσει τμηματικά, υλικά και οικονομικά και γίνει έτσι ανεξάρτητη.

19 Στο τσελιγκάτο, τον γάμο τον αποκαλούσαν «χαρά». Οι ετοιμασίες για το γάμο άρχιζαν από την Παρασκευή. Τότε ήταν που «έπιαναν τα προζύμια για την κλούρα τ’ γαμπρού» και «έραβαν τον φλαμ’πρα». Από την Τετάρτη μέχρι και την Παρασκευή, καλούσαν τον κόσμο. Τα ανύπαντρα κορίτσια καλούσαν τον κόσμο με ένα άσπρο μαντήλι γεμάτο κουφέτα που τα μοίραζαν στα καλύβια. Οι καλεσμένοι του γαμπρού άρχιζαν να μαζεύονται από το βράδυ της Παρασκευής έως και το πρωί του Σαββάτου. Επιπλέον, από το βράδυ της Παρασκευής ετοίμαζαν τα σφαχτά. Το Σάββατο το πρωί ο γαμπρός και το σόι του ετοιμαζόταν να πάνε να πάρουνε τη νύφη. Όταν ξεκινούσαν για το γάμο «ξέμπηγαν το φλάμπουρα» από την καλύβα του γαμπρού όπου τον είχαν τοποθετήσει από την Παρασκευή, τραγουδώντας: «κίνησαν τα τσανόϊπουλα τα Σαρακατσανόπουλα, να παν’ στον πέρα μαχαλά πουν’ τα κορίτσια τα καλά». Και οι άνδρες και οι γυναίκες πήγαιναν πάνω στα άλογα, φορώντας οι μεν άνδρες τις φουστανέλες τους, οι δε γυναίκες την «καλή» τους φορεσιά. Ο μπράτιμος πήγαινε δίπλα στον γαμπρό, κρατώντας τον φλάμπουρα. Όταν ξεκινούσε το «συμπεθεριακό» έπαιρνε μαζί του και δύο άδεια άλογα για να μεταφέρουν στην επιστροφή τη νύφη και τα προικιά της. Καθ’ όλη τη διαδρομή τραγουδούσαν. 200m πριν φτάσουν στα καλύβια της νύφης ξεπέζευαν, χόρευαν και έριχναν πιστολιές.

20 Αν και από το σόι της νύφης απαντούσαν με πιστολιές, τότε χώριζαν από το συμπεθεριακό 5-10 άτομα, που με τα άλογα πήγαιναν και ξεπέζευαν στην αυλή της νύφης. Είχαν μαζί τους και κρασί. Ο πατέρας της νύφης τους περίμενε και αλλαλοκερνιώντουσαν κρασί. Έπειτα, έμπαιναν σε μια καλύβα χωρίς όμως να δούνε τη νύφη και εκεί αντάλλασαν τις κουλούρες με το σόι της νύφης. Επιπλέον τους μαντήλωναν. Εν συνεχεία, επέστρεφαν στους δικούς τους και όλοι μαζί ξεκινούσαν και πάλι για τα καλύβια της νύφης, τραγουδώντας και χορεύοντας. Πρέπει να σημειωθεί ότι, μπροστά πήγαιναν οι άνδρες από το σόι του γαμπρού και ακολουθούσε ο γαμπρός, τον οποίο συνόδευαν οι γυναίκες. Από την άλλη πλευρά, το σόι της νύφης, έως ότου φτάσει ο γαμπρός, χόρευαν και τραγουδούσαν στην αυλή της. Ενώ, ο πατέρας της, περίμενε τους συμπεθέρους στην αυλή με κρασί και ένα λευκό μαντήλι.

21 Όταν στο καλύβι της νύφης έφτανε ο γαμπρός, πέταγε στο δρόμο ένα κόκκινο μήλο. Το συμπεθεριακό, το σόι της νύφης το πήγαινε σε ένα άλλο καλύβι και όχι σε αυτό που βρισκόταν η νύφη. Πριν μπούνε σε αυτό, έριχναν κουφέτα, ενώ όταν έμπαιναν τους περίμενε τραπέζι και χορός. Έως αργά το βράδυ γλεντούσαν κατ’ αυτό τον τρόπο. Κάποια στιγμή πάνω στο γλέντι, τα συμπεθέρια πήγαιναν στο καλύβι της νύφης και άλλαζαν τα «συβομάντηλα» και τα δαχτυλίδια που είχαν ανταλλάξει στους αρραβώνες και έπαιρνε ο κάθε ένας το δικό του. Η νύφη καθ’ όλη τη διάρκεια της νύχτας, ακόμη και όταν το γλέντι τελείωνε και ο γαμπρός με το σόι του κοιμόταν, εκείνη δεν έβγαινε από το καλύβι της, όπου συντροφιά της έκαναν κορίτσια και γυναίκες από το σόι της, που της τραγουδούσαν. Το πρωί της Κυριακής οι γυναίκες από το σόι της νύφης, τη στόλιζαν καθώς της τραγουδούσαν, ενώ εκείνη έκλαιγε (συνήθως). Στη συνέχεια, την κουκούλωναν και ο κουνιάδος της, της φορούσε τα παπούτσια. Εκείνη για να τον τιμήσει, του έδινε ως δώρο κάλτσες, έναν ντροβά και ένα μαξιλάρι. Στο σημείο αυτό να σημειωθεί ότι, όταν στόλιζαν τη νύφη της φορούσαν τον δικό της μπόχο, ενώ όταν ο κουνιάδος και ο πεθερός της την «δώριζαν», της έβαζαν το μπόχο που της προσέφερε η πεθερά της. Αυτό το μαντήλι ήταν δεμένο με τρόπο τέτοιο ώστε το πρόσωπο της νύφης να κρύβεται ως τη Δευτέρα που θα την «ξεκουκούλωνε» η πεθερά. Έπειτα, της κρεμούσαν στο λαιμό στολίδια και φλουριά.

22 Κατόπιν, η νύφη χαιρετούσε με τη σειρά, αρχικά τους δυο γονείς της, έπειτα τα αδέρφια της (αν είχε) και τέλος όλους τους συγγενείς και φίλους της. Τους χαιρετούσε σκύβοντας και ασπάζωντας το χέρι τους, ενώ εκείνοι της έδιναν χρήματα (την κέρναγαν). Εν συνεχεία, οι γυναίκες από το σόι της, την έβγαζαν από το καλύβι, την έβαζαν να χορέψει στην αυλή, ενώ η μητέρα της πετούσε ρύζι προς τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και μετά την παρέδιδαν στις συμπεθέρες. Εκείνες την έβαζαν πάνω στο άλογο και στο διπλανό τα προικιά της. Ο πατέρας της, πριν φύγουνε έζωνε το γαμπρό με ένα ζωνάρι κόκκινο, τον σήκωνε 3 φορές στα χέρια και τον «αξίωνε». Η μητέρα της, καθώς έφευγαν τους ράντιζε με αλατόνερο. Οι γονείς και το σόι της νύφης έμεναν πίσω στα καλύβια τους και δεν την ακολουθούσαν. Στο δρόμο, ο γαμπρός με τους συμπέθερους πήγαιναν μπροστά και ακολουθούσε η νύφη πάνω στο άλογο, του οποίου το χαλινάρι κρατούσε ο πεθερός και πίσω ακολουθούσαν οι συμπεθέρες. Οι συμπεθέρες, μόλις έφταναν στα καλύβια του γαμπρού άρχιζαν να τραγουδάνε. Στη συνέχεια, τις ακολουθούσαν και οι υπόλοιποι. Τότε τα πεθερικά έταζαν στο νέο ζευγάρι ότι είχαν ευχαρίστηση, σύμφωνα πάντα με την οικονομική τους δυνατότητα.

23 Προτού η νύφη μπει στο καλύβι, έστρωναν μια λευκή βελέντζα και πάνω σε αυτή τοποθετούσαν ένα σίδερο, για να το πατήσει το νέο ζευγάρι, ώστε να είναι «σιδερένιοι». Έπειτα, η νύφη αλείφει με βούτυρο που της δίνει η πεθερά την πόρτα. Τέλος, πετούσε πίσω της 3 φορές κουφέτα με ένα πιάτο που τις έδινε η πεθερά και την τελευταία φορά πετούσε και το πιάτο. Η νύφη, κατόπιν, ασπαζόταν, το χέρι της πεθεράς και έμπαινε στο καλύβι. Έπειτα, τελούνταν το μυστήριο του γάμου. Κατά τη διάρκεια του, οι άνδρες σήκωναν στα χέρια τον κουμπάρο και του φώναζαν «άξιος». Μετά το πέρας του μυστηρίου, έβαζαν στην αγκαλιά της νύφης ένα αγοράκι και ένα κοριτσάκι, ώστε να αποκτήσει απογόνους και να «προκόψει» στη νέα της ζωή. Η νύφη έδινε στα δυο παιδιά κουφέτα, ενώ η πεθερά κερνούσε τους νιόπαντρους και τους ευχόταν. Μετά ο γαμπρός και υπόλοιποι πήγαιναν σε άλλο καλύβι και για να αρχίσει το γλέντι. Κατά τη διάρκεια του γλεντιού, κάποιες κοπέλες πήγαιναν στο καλύβι του κουμπάρου και έπαιρναν ένα μπουκάλι κρασί, ένα ταψί κρέας ψημένο, μια κουλούρα ψωμί και κάποια γλυκίσματα. Αυτά τα έδιναν στην κουμπάρα, η οποία και κερνούσε. Καθ’ όλη τη διάρκεια του γλεντιού, που διαρκούσε έως και το πρωί της Δευτέρας, η νύφη ήταν κουκουλωμένη.

24 Το πρωί της Δευτέρας, η πεθερά «ξεκουκούλωνε» τη νύφη αφού της είχε τάξει πρώτα διάφορα πράγματα. Ύστερα, έστρωναν στην αυλή μια βελέντζα και πάνω της άνοιγαν τα προικιά. Ο μπράτιμος και ο κουμπάρος, όταν άνοιγαν τα προικιά έψαχναν να βρουν ένα σακουλάκι με κουφέτα και ζαχαράτα, που ήταν ανάμεσά τους. Ο κουμπάρος έσπαγε την κουλούρα της νύφης πάνω στα προικιά της και μαζί με τον μπράτιμο πηδούσαν 3 φορές πάνω από αυτά. Έτσι, άρχιζε και ο χορός και τα τραγούδια. Η νύφη προσέφερε από μια βελέντζα στον πεθερό και τον κουμπάρο της. Καθ’ όλη αυτή την περίοδο ο γαμπρός έμενε μακριά από το καλύβι που ήταν η νύφη. Οι νεόνυμφοι συναντιόταν για πρώτη φορά το βράδυ της Τρίτης. Την Τετάρτη το πρωί μαζεύονταν να δούνε το σεντόνι για να βεβαιωθούν ότι η νύφη που πήραν ήταν «καλή»! Αν όντως η νύφη ήταν «καλή» πυροβολούσαν στον αέρα!

25 H ΕΝΔΥΜΑΣΙΑ ΤΟΥΣ Η γυναικεία φορεσιά χαρακτηρίζεται από χρωματική αυστηρότητα και παρουσιάζει τοπικές παραλλαγές. Τρεις ποικιλίες της γυναικείας σαρακατσάνικης φορεσιάς. Από αριστερά προς τα δεξιά: Ηπείρου, Θεσσαλίας και Κεντρικής Μακεδονίας, η λεγόμενη και "Κασσανδρινή".

26 ΕΞΑΡΤΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΚΟΣΜΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΕΙΑΣ ΦΟΡΕΣΙΑΣ Πόρπες ασημοζώναρα Πόρπη ασημοζώναρο Πόρπες κοπτσιά Πόρπη γκουμπές

27 Οι βασικοί τύποι της ανδρικής Σαρακατσάνικης φορεσιάς είναι: Α) Η κλασική φουστανέλα. Β) Το σεγκούνι: είδος μάλλινης φουστανέλας ενωμένη με τσαμαντάνι (μπούστο). Γ) Το ποτούρι: είδος βράκας.

28 Η ΥΦΑΝΤΙΚΗ Η υφαντική ήταν η βασική δραστηριότητα των γυναικών. Με το μαλλί των προβάτων και το τραγόμαλλο κατασκεύαζαν τα απαραίτητα υφάσματα για τη φορεσιά και τις οικιακές ανάγκες. Ο αργαλειός γινόταν από ακατέργαστους κορμούς δέντρων μπηγμένους στο χώμα και στηνόταν σε μικρό καλύβι, δίπλα στο μεγάλο.

29 ΒΕΛΕΝΤΖΕΣ Μάλλινα υφαντά φλοκάτα στρωσίδια. Γινόταν από παχύ μαλλί προβάτων. Έχουν πολύχρωμο διάκοσμο του αργαλειού. Στα αυστηρά τυποποιημένα θέματα γίνεται φανερή η παρουσία του σημείου του σταυρού. ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΕΣ ΒΕΛΕΝΤΖΕΣ

30 ΚΑΠΛΙΕΣ Μάλλινα ορθογώνια υφαντά με πυκνά πολύχρωμα κεντήματα στο χέρι και κρόσια. Ο πλούσιος τυποποιημένος ελικωτός διάκοσμος καλύπτει ολόκληρη την επιφάνεια με κεντρικό στοιχείο αναφοράς το φυλακτικό σημείο του σταυρού. Η καπλιά χρησίμευε για να σκεπάζει και να στολίζει τα καπούλια του αλόγου.

31 ΚΛΟΥΡΟΤΡΟΥΒΑΔΕΣ Μάλλινα υφαντά ταγάρια (μικροί τετράγωνοι σάκοι) με πολύχρωμο κεντητό διάκοσμο. Τα χρησιμοποιούσαν για την μεταφορά της κουλούρας του γάμου. Ο πολύχρωμος κεντητός ή με μικρές φούντες και ταινίες διάκοσμος σχηματίζει σταυρό, στοιχείο φυλακτικό και αποτρεπτικό, βασικό θέμα της σαρακατσάνικης διακοσμητικής.

32 ΚΑΛΤΣΕΣ Οι Σαρακατσάνοι φόραγαν στα πόδια μαλλοβάμβακες, πλεχτές κάλτσες που τις αποτελούσαν δύο βασικά κομμάτια: η κάλτσα και η πατούνα. Ο χωρισμός αυτός γινόταν για να μην αχρηστεύεται η κάλτσα όταν με την χρήση έλιωνε το κάτω μέρος της.

33 ΠΑΝΑΟΥΛΕΣ Οι "παναούλες" ή "παναγούλες" είναι μικρές ποδιές από χοντρό μάλλινο υφαντό, κεντημένες με πολύχρωμα μεταξωτά, χρυσά κορδόνια και στολισμένες με χρυσές και ασημένιες φρέντζες (διακοσμητικές ταινίες εμπορίου). Φοριόνταν από τις Σαρακατσάνες της Κεντρικής Μακεδονίας και της Θράκης. Τα διακοσμητικά θέματα, εκτός των μεταφυσικών τους συμβολισμών, κατά μία εκδοχή ίσως εξέφραζαν και το κοινωνικό ή ηλικιακό status των γυναικών που τις φορούσαν και ήταν σύμβολα γονιμότητα, αφθονίας και ευημερίας.

34 Η ΔΙΑΤΡΟΦΗ ΤΟΥΣ Οι Σαρακατσάνοι με την σκληρή νομαδική ζωή που ζούσαν, όφειλαν να προσαρμόζουν και τη διατροφή τους.Τα πρόβατα είχαν καθορισμένο ρόλο. Εκτός ότι τους εξασφάλιζαν την ενδυμασία τους, επηρέαζαν και τη διατροφή τους σε σημαντικό βαθμό με τα γαλακτοκομικά προϊόντα και το κρέας τους. Το τυρί, η μυζήθρα, το ξινόγαλα, η «διαούρτι» ( γιαούρτι ), το γαλοτύρι, είναι μερικά από αυτά. Το τυρί είναι το βασικότερο από όλα και το έχουν όλη τη διάρκεια του χρόνου. Διατηρείται σε ασκιά ( τομάρια ) και σπανιώτερα σε βαρέλι. Το ρύζι και τα όσπρια ( κυρίως φασόλια ) ήταν βασικά στη διατροφή τους. έτρωγαν σπάνιες φορές κρέας επειδή κρατούσαν όλες τις νηστείες. Το χαρακτηριστικότερο όμως της Σαρακατσάνικης διατροφής είναι οι πίτες. Οι πίτες είναι νοστιμότατες με αγνά υλικά και μεγάλη ποικιλία. Κάποια παραδοσιακά εδέσματα των Σαρακατσάνων είναι το κοσ (ι)μάρι, το φαγητό των μετακινήσεών τους, το σαρακατσάνικο κουλουρότυρο, το μπλανό, παραδοσιακή λαχανόπιτα, η γραβανή, σαρακατσάνικος αλευροχυλός.

35 ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ ΕΔΕΣΜΑΤΑ ΚΟΣ(Ι)ΜΑΡΙ Πήζουμε πρόβειο τυρί. Το αφήνουμε μία μέρα χωρίς να το αλατίσουμε. Μετά λιώνουμε το φρέσκο τυρί σε χαμηλή φωτιά έως ότου σχηματιστεί μια ομοιογενής ρευστή μάζα. Όταν βράσει προσθέτουμε 1-2 κουταλιές αλεύρι και ανακατεύουμε συνεχώς μέχρι να αποχωριστεί το βούτυρο. ΛΑΧΑΝΟΠΙΤΑ Φτιάχνουμε ζυμάρι με αλεύρι, νερό, αλάτι και λίγο λάδι. Το ζυμώνουμε καλά και μετά το χωρίζουμε σε μικρές μπάλες τις οποίες αφήνουμε να «ξεκουραστούν». Σπάμε το τυρί σε μικρά κομματάκια, λιανίζουμε το λάχανο σε λεπτές λωρίδες και το ζεματίζουμε με νερό. Μετά το σουρώνουμε και το αναμειγνύουμε με το τυρί. Λιώνουμε το βούτυρο. Αλείφουμε το ταψί με βούτυρο πολύ καλά και μετά βυθίζουμε κάθε μπάλα από ζυμάρι μέσα στο βούτυρο και την «τραβάμε» με τα δάχτυλα για ν’ ανοίξει και να φθάσει στο μέγεθος του ταψιού. Ρίχνουμε το μείγμα του τυριού με το λάχανο. Η διαδικασία επαναλαμβάνεται μέχρι να τελειώσουν οι μπάλες του ζυμαριού. Μετά σκεπάζουμε το ταψί με καπάκι και το «θάβουμε» στη θράκα. Η πίτα μπορεί να γίνει και μόνο με τυρί.

36 ΚΟΚΟΡΕΤΣΙ Το φτιάχνουμε από τα εντόσθια του αρνιού. Παίρνουμε όλη την συκωταριά και την κόβουμε σε κομμάτια μεσαίου μεγέθους. Τα αλατίζουμε και τα περνάμε σε λεπτή ξύλινη σούβλα. Τα καλύπτουμε πολύ καλά με την μπόλια και δένουμε τα έντερα σφιχτά, πλέκοντάς τα από την πάνω και την κάτω πλευρά μέχρι να τελειώσουν. Η σούβλα ψήνεται σε θράκα και πρέπει να την γυρνάμε συνεχώς. ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΙΚΟ ΚΟΥΛΟΥΡΟΤΥΡΟ Υλικά:για το φύλλο: 1 κιλό αλεύρι και χωριστά αλεύρι για το άνοιγμα 1/2 κοφτό κουταλάκι αλάτι χλιαρό νερό για τη γέμιση: 1 1/2 φλιτζ. (270 γραμμ. περίπου) βούτυρο γάλακτος λιωμένο, χλιαρό 750 γραμμ. καλό τυρί φέτα Εκτέλεση:Ζυμώνετε το ζυμαράκι για τα φύλλα και το αφήνετε για λίγο σκεπασμένο να ξεκουραστεί. Μετά το χωρίζετε σε 10 η 12 κομμάτια και τα ανοίγετε φύλλα.Αλείφετε κάθε φύλλο με το βούτυρο και σκορπίζετε στην επιφάνειά του τυρί. Τυλίγετε το φύλλο ρολό και το κουλουριάζετε σαν σαλίγκαρο στο κέντρο του ταψιού. Κάνετε το ίδιο με το επόμενο φύλλο που το βάζετε στο ταψί σαν συνέχεια του πρώτου. Συνεχίζετε μέχρι όλο το ταψί να γεμίσει. Αλείφετε με βουτυράκι, ραντίζετε με λίγο νερό και ψήνετε την πίτα σε 180°C για 15' -20'. Μετά χαμηλώνετε το φούρνο στους 150° για να σιγοψηθούν τα φύλλα μέχρι το κέντρο. Είναι έτοιμη όταν ροδίσει. Τρώγεται ζεστή, χλιαρή και κρύα το ίδιο καλά.

37 ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΟΥΣ Τα τραγούδια των Σαρακατσάνων είναι αμέτρητα, είναι το κύριο διασκεδαστικό τους μέσο και όχι τόσο ο χορός. Οι φλογέρες είναι το μόνο μουσικό τους όργανο, ωστόσο ποτέ δεν συνοδεύουν τα τραγούδια τους με τις φλογέρες. Μπορεί το κείμενο των τραγουδιών να διαφοροποιείται ωστόσο η μουσική παραμένει πάντα η ίδια, η παλιά. Με τα τραγούδια διασκεδάζουν ώρες ατέλειωτες στις γιορτές και στα πανηγύρια.Και επειδή δεν έχουν μουσικά όργανα, τα τραγουδουν και τα χορεύουν. Τα τραγούδια τα διακρίνουν σε αντρίκεια και γυναικεία. Τα αντρικεία είναι όλα όσα λένε οι άντρες στα γλέντια και στους χορούς και τα γυναικεία είναι αυτά που τραγουδάνε στο γάμο τα κοριτσια και οι νιόπαντρες όπως επίσης και όλα τα μοιρολόγια που τα ξέρουν καλύτερα απ όλες οι περασμένες και οι γριές. Τα αντρίκεια τραγούδια τα διακρίνουν σε εκείνα που λένε γύρω από την τάβλα,της τάβλας, και σε εκείνα που τραγουδούν όταν χορεύουν. Τέτοια είναι πολλά όπως: Του δρόσου του καπετάνιου,Στο μνήμα του κλεύτη,Του Ρόβα κ.τ.λΓενικά όλα τα τραγούδια τους διακρίνονται σε ιστορικά,σε κλεύτικα,σε τσοπανικα,σε ληστρικά, σε τραγούδια της αγάπης…Ανάμεσα σε αυτά τα περισσότερα έχουν περιεχόμενο από την Επανάσταση και υμνούν τους αγωνιστές του 21΄΄..

38 τραγούδια αποδεικνύουν των Σαρακατσάνων:  Εψές που νυχτοδιάβαινα  Ζύμωστο κόρη’μ τα ψωμί  Στου Μπαμπαλάκη την αυλή  Χρυσή μηλίτσα είχαμε μάνα μου στην αυλή μας  Το κλίμα που’ εις στην αυλή  Φίλοι μου καλώς ορίσατε  Ένας δερβίσης διάβαινε  Πούσαν εψές αφέντη μου  Θα φύγω μάναμ’ και μην κλαίς  Εχ μωρέ έβγα κόρημ’ στην πόρτα σου  Στον πλάτανο μες στο χωριό  Ξεχάραξε η ανατολή  Αυτό το αστέρι ρούσαμ’ το λαμπρό  Εδώ στης πεθεράς την πόρτα  Έβγα μανούλα πεθερά  Καλά που είχα κι έχασα  Ανάθεμα που φύτεψε το κλίμα στην αυλή σου  Το που μας πας βρε σύρο μου  Κλαίνε όλα τα δέντρα

39 ΟΙ ΧΟΡΟΙ ΤΟΥΣ Οι χοροί, τους οποίους διατήρησαν μέχρι σήμερα οι Σαρακατσάνοι είναι: Συρτός - Αρχαιοελληνικός χορός, τον οποίο ό Όμηρος περιγράφει στα έπη του και τον αναφέρει ως "όρμο". Μορφή του είναι ό Συρτός αργός, σε αργότερο ρυθμό. 2. Κάτσα - Κλέφτικος χορός, τον όποιο διατήρησαν ανόθευτο μέχρι σήμερα οι Σαρακατσάνοι και συμβολίζει την ανυπότακτη ψυχή και περηφάνια των κλεφτών στους αγώνες κατά των κατακτητών. 3. Καλτσάδικος - Κλέφτικος χορός, πού και αυτός εκφράζει τα συναισθήματα των αγωνιστών στην περίοδο του αγώνα. 4. Νυφιάτικος - Χορός της αγάπης, στον οποίο εκφράζεται η γυναικεία χάρη με λικνιστές κινήσεις. 5. Ζωναράδικος - Αργός ανάλαφρος χορός, πού το χαρακτηριστικό του γνώρισμα είναι το πιάσιμο από τα ζωνάρια των χορευτών. Η μορφή αυτού του χορού υπάρχει σε αρχαίες χορευτικές παραστάσεις, καθώς και σε βυζαντινές. 6. Πιπέρι - Χορός πού χορεύεται σε πάρα πολλές περιοχές της Ελλάδος. Πέρα από το σατιρικό χαρακτήρα πού έχει, συμβολίζει και τον ξεσηκωμό των παλικαριών κατά του Τούρκου κατακτητή. Ένας τέτοιος χορός δεν θα μπορούσε να μη χορεύεται και από τους Σαρακατσάνους μετά από γλέντι και χαρά.

40 7. Κτσάδικος - Κλέφτικος χορός, πού με το συγκεκριμένο τραγούδι συμβολίζει την τιμή και την πίστη προς το πρόσωπο του Καπετάνιου πού σκοτώθηκε στον αγώνα για τη λευτεριά της Πατρίδας. 8. Σταυρωτός - Κλέφτικος χορός, πού εκφράζει και συμβολίζει την αλληλεγγύη πού έδειχναν μεταξύ τους οι κλέφτες στον αγώνα για λευτεριά, δίνοντας όρκο στο σύμβολο της πίστεως του σταυρού πού σχημάτιζαν με τα χέρια στις χορευτικές κινήσεις. 9. Τσάμικος - Κλέφτικος χορός. Είναι ό νικητήριος παιάνας. Χορευόταν σ' όλες τις στιγμές του αγώνα. Εκφράζει τη χαρά, τον ενθουσιασμό και την έξαρση της νίκης. 10. Τσάμικος γυναικείος - και η Σαρακατσάνα γυναίκα, νιώθοντας και αυτή την ανάγκη να προσφέρει στον αγώνα για λευτεριά, εκφράζει το συναίσθημα αυτής της περηφάνιας μ' αυτόν το χορό, με κινήσεις πού τονίζουν και τη γυναικεία ομορφιά και χάρη. 11. Στά τρία - Χορός αργός και πολύ απλός στη χορογραφία του. Χορεύεται με πάρα πολλά τραγούδια, συνήθως της αγάπης, κυρίως από τις γυναίκες στις διάφορες κοινωνικές εκδηλώσεις. Ό ίδιος ρυθμός συνηθίζεται να χορεύεται και στην Ήπειρο. 12. Μενούσης - Χορός της Ηπείρου, ελαφρά ζωηρός. Χορεύεται μόνο με το συγκεκριμένο τραγούδι, από το όποιο και έχει πάρει την ονομασία του.

41 ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΥΛΙΚΟ Τύλιγμα του στυμονιού στο αντί (οριζόντιο εξάρτημα) του αργαλειού.

42 1918: 'Αρμεγμα προβάτων. 1917: 'Αντρες με τα σλιάφια.

43 1927: Ηλικιωμένοι και νεώτεροι όπως συνήθιζαν να κάθονται για να συζητούν διάφορα θέματα μετά από τις εργασίες τους. 1930: Γάμος. Συμπεθεριακό στην Ανατολική Μακεδονία φορώντας πουκάμισο με πέντε σειρές κουμπιά, φουστανέλα και κάλτσες.

44 1935: Τυροκόμοι στο τυροκομείο - μπατζιό με τα κασέρια τα λεγόμενα κασκαβάλια. 1935: Γάμος. Γυναίκες Σαρακατσάνες με πάνινες τραχλιές και ποδιές πάνινες φρουτοποδιές με παναούλες.

45 1939: Σαρακατσάνοι στην στρούγγα αρμέγοντας τα πρόβατα. 1945: Mετακίνηση από τα χειμαδιά στα βουνά - καραβάνι.

46 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ  Βικιπαίδεια-Σαρακατσάνοι     


Κατέβασμα ppt "ΟΙ ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΟΙ ΟΜΑΔΑ Δ΄ ΧΑΤΖΗΙΩΑΝΝΙΔΟΥ ΕΛΕΝΗ, ΠΟΤΟΥΡΙΔΟΥ ΡΑΝΙΑ, ΣΥΛΛΕΚΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ, ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ, ΞΟΜΠΛΙΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ."

Παρόμοιες παρουσιάσεις


Διαφημίσεις Google