Η παρουσίαση φορτώνεται. Παρακαλείστε να περιμένετε

Η παρουσίαση φορτώνεται. Παρακαλείστε να περιμένετε

Φυλακίστηκε το 1948 το 1949 καταδικάστηκε σε θάνατο από έκτακτο στρατοδικείο. Βγήκε με την γενική αμνηστία το 1951.

Παρόμοιες παρουσιάσεις


Παρουσίαση με θέμα: "Φυλακίστηκε το 1948 το 1949 καταδικάστηκε σε θάνατο από έκτακτο στρατοδικείο. Βγήκε με την γενική αμνηστία το 1951."— Μεταγράφημα παρουσίασης:

1 φυλακίστηκε το 1948 το 1949 καταδικάστηκε σε θάνατο από έκτακτο στρατοδικείο. Βγήκε με την γενική αμνηστία το 1951.

2 1976, Τα Ποιήματα ( ), ( Εποχές, Εποχές 2, Παρενθέσεις, Εποχές 3, Η Συνέχεια 2, Η Συνέχεια 3, Ο στόχος), 1978, Αντιδογματικά 1979, Το περιθώριο ' , Υ.Γ 1987, Ο ποιητής Μανούσος Φάσσης. Η ζωή και το έργο του. ΚΑΤΩ ΑΠ’ ΤΙΣ ΡΑΓΕΣ… Κάτω απ’ τις ράγες του τραίνου Κάτω από τις γραμμές του βιβλίου Κάτω από τα βήματα των στρατιωτών Όταν όλα περάσουν—πάντα σε περιμένω. Πέρασαν από τότε πολλά τραίνα Κι αλλά πολλά βιβλία θα διαβαστούν Κι άλλοι, στρατιώτες το ίδιο θα πεθάνουν. Κάτω από καθετί που σου σκεπάζει τη ζωή Όταν όλα περάσουν— Σε περιμένω. Τα Δεκαοχτώ Κείμενα, Η ἔ κδοσή τους ἀ ποτέλεσε τ ὴ ν πρώτη πράξη ὁ μαδικ ῆ ς δημόσιας ἀ ντίστασης τ ῶ ν πνευματικ ῶ ν ἀ νθρώπων κατ ὰ τ ῆ ς δικτατορίας.

3 Δρόμοι παλιοί Δρόμοι παλιο ὶ πο ὺ ἀ γάπησα κα ὶ μίσησα ἀ τέλειωτα κάτω ἀ π ᾿ το ὺ ς ἴ σκιους τ ῶ ν σπιτι ῶ ν ν ὰ περπατ ῶ νύχτες τ ῶ ν γυρισμ ῶ ν ἀ ναπότρεπτες κι ἡ πόλη νεκρ ὴ Τ ὴ ν ἀ σήμαντη παρουσία μου βρίσκω σ ὲ κάθε γωνι ὰ κ ᾶ με ν ὰ σ ᾿ ἀ νταμώσω κάποτε φάσμα χαμένο το ῦ τόπου μου κι ἐ γ ὼ Ξεχασμένος κι ἀ τίθασος ν ὰ περπατ ῶ κρατώντας μία σπίθα τρεμόσβηστη στ ὶ ς ὑ γρές μου παλάμες Κα ὶ προχωρο ῦ σα μέσα στ ὴ νύχτα χωρ ὶ ς ν ὰ γνωρίζω κανένα κι ο ὔ τε κανένας κι ο ὔ τε κανένας μ ὲ γνώριζε μ ὲ γνώριζε Ὅ ταν μίαν ἄ νοιξη Ὅ ταν μίαν ἄ νοιξη χαμογελάσει θ ὰ ντυθε ῖ ς μία καινούργια φορεσι ὰ κα ὶ θ ὰ ῾ ρθε ῖ ς ν ὰ σφίξεις τ ὰ χέρια μου παλιέ μου φίλε Κι ἴ σως κανε ὶ ς δ ὲ σ ὲ προσμένει ν ὰ γυρίσεις μ ὰ ἐ γ ὼ νιώθω το ὺ ς χτύπους τ ῆ ς καρδι ᾶ ς σου κι ἕ να ἄ νθος φυτρωμένο στ ὴ ν ὥ ριμη, πικραμένη σου μνήμη Κάποιο τρένο, τ ὴ νύχτα, σφυρίζοντας, ἢ ἕ να πλο ῖ ο, μακριν ὸ κι ἀ προσδόκητο θ ὰ σ ὲ φέρει μαζ ὶ μ ὲ τ ὴ νιότη μας κα ὶ τ ὰ ὄ νειρά μας Κι ἴ σως τίποτα, ἀ λήθεια, δ ὲ ν ξέχασες μ ὰ ὁ γυρισμ ὸ ς πάντα ἀ ξίζει περσότερο ἀ π ὸ κάθε μου ἀ γάπη κι ἀ γάπη σου, παλιέ μου φίλε

4 Στο τυπογραφείο του Αιμίλιου Καλιακάτσου 1986 Στη Στοκχόλμη το 1980 Στη Θεσσαλονίκη το η ποίηση δεν είναι ο τρόπος να μιλήσουμε, αλλά ο καλύτερος τοίχος να κρύψουμε τα πρόσωπά μας. (Μανόλης Αναγνωστάκης)

5 Μιλ ῶ … Μιλ ῶ γι ὰ τ ὰ τελευτα ῖ α σαλπίσματα τ ῶ ν νικημένων στρατιωτ ῶ ν Γι ὰ τ ὰ κουρέλια ἀ π ὸ τ ὰ γιορτινά μας φορέματα Γι ὰ τ ὰ παιδιά μας πο ὺ πουλ ᾶ ν τσιγάρα στο ὺ ς διαβάτες Μιλ ῶ γι ὰ τ ὰ λουλούδια πο ὺ μαραθήκανε στο ὺ ς τάφους κα ὶ τ ὰ σαπίζει ἡ βροχ ὴ Γι ὰ τ ὰ σπίτια πο ὺ χάσκουνε δίχως παράθυρα σ ὰ ν κρανία ξεδοντιασμένα Γι ὰ τ ὰ κορίτσια πο ὺ ζητιανεύουν δείχνοντας στ ὰ στήθια τ ὶ ς πληγές τους Μιλ ῶ γι ὰ τ ὶ ς ξυπόλυτες μάνες πο ὺ σέρνονται στ ὰ χαλάσματα Γι ὰ τ ὶ ς φλεγόμενες πόλεις τ ὰ σωριασμένα κουφάρια σο ὺ ς δρόμους Το ὺ ς μαστρωπο ὺ ς ποιητ ὲ ς πο ὺ τρέμουνε τ ὶ ς νύχτες στ ὰ κατώφλια Μιλ ῶ γι ὰ τ ὶ ς ἀ τέλειωτες νύχτες ὅ ταν τ ὸ φ ῶ ς λιγοστεύει τ ὰ ξημερώματα Γι ὰ τ ὰ φορτωμένα καμιόνια κα ὶ το ὺ ς βηματισμο ὺ ς στ ὶ ς ὑ γρ ὲ ς πλάκες Γι ὰ τ ὰ προαύλια τ ῶ ν φυλακ ῶ ν κα ὶ γι ὰ τ ὸ δάκρυ τ ῶ ν μελλοθανάτων. Μ ὰ πι ὸ πολ ὺ μιλ ῶ γι ὰ το ὺ ς ψαράδες Π ᾿ ἀ φήσανε τ ὰ δίχτυά τους κα ὶ πήρανε τ ὰ βήματά Του Κι ὅ ταν Α ὐ τ ὸ ς κουράστηκε α ὐ το ὶ δ ὲ ν ξαποστάσαν Κι ὅ ταν Α ὐ τ ὸ ς το ὺ ς πρόδωσε α ὐ το ὶ δ ὲ ν ἀ ρνηθ ῆ καν Κι ὅ ταν Α ὐ τ ὸ ς δοξάστηκε α ὐ το ὶ στρέψαν τ ὰ μάτια Κι ο ἱ σύντροφοί τους φτύνανε κα ὶ το ὺ ς σταυρ ῶ ναν Κι α ὐ τοί, γαλήνιοι, τ ὸ δρόμο παίρνουνε π ᾿ ἄ κρη δ ὲ ν ἔ χει Χωρ ὶ ς τ ὸ βλέμμα τους ν ὰ σκοτεινιάσει ἢ ν ὰ λυγίσει Ὄ ρθιοι κα ὶ μόνοι μ ὲ ς στ ὴ φοβερ ὴ ἐ ρημία το ῦ πλήθους.

6 Ηττήθηκα νύχτα Τώρα που η καρδιά μου δεν προσφέρεται σε παρορμητισμούς αλκοόλ ακόρεστος προστρέχω σε ηλίθιες απελπισίες υπογράφοντας το Σύμπαν. Είμαι παντέρημος όσο κι ο φέγγαρος ψηλά-ψηλά σε στύση φωτός τον Αύγουστο. Τελετουργώ στη σιωπή χωρίς άμφια. Νίκος Καρούζος, Ερυθρογράφος, 1988

7 ΕΡΗΜΟΣ ΣΑΝ ΤΗ ΒΡΟΧΗ Διαβαίνω αγιάτρευτος μεσ' στ' όνειρό μου σε δίχτυ μόνος της πρώτης σιωπής έδειξα τα πτηνά διχάζεται ο δρόμος η αλήθεια φαρδαίνει πάντα την ορμή. Κ' η μοίρα των άστρων θα είναι τέφρα θα είναι μια μεγάλη πυρική τώρα μαθαίνω το αίμα μου δίχως τους δροσερούς υάκινθους τώρα σε βλέπω δρόμε του καλoύ σαν ειδοποίηση με κρίνους έχοντας το σακούλι τ' αναστεναγμού κι όλο πηγαίνω πηγαίνω στις πηγές. Όλα κοστίζουν ένα παίξιμο. Πάρε μαζί σου τον έρωτα κ' εκείνα τα όνειρα έλα στην κάτω γειτονιά και πές: Κορόνα γράμματα εκεί που χάνεται η ψυχή να βυθιστείς. Θέλω ν' ακούσεις το μεγάλο μυστικό για πάντα πέφτει ο καρπός απ' το δέντρο. Εντούτοις εκεί που χάνεται ο δρόμος να τραβήξεις. Ό,τι να σε καλέσει δεν είναι για επιστροφή τα δάκρυα κι ο πόνος κοφτερός είναι μέσ' στο παιχνίδι. Όποιες φωνές ακούσεις μη σε παρασύρουν σφάξε τη μια ομορφιά να πιεί το αίμα η άλλη. Κορόνα γράμματα να παίξεις τις ώρες και τα χρόνια μόνος με τον έρημο αντίπαλο. ΒΑΘΜΙΔΕΣ Οι ποιητές θα ήταν αυτοί που πονάνε περισσότερο αν λείπανε οι μάνες

8 Δυο Ναυαγοί Ξύλα, κουπιά σπασμένα, δυο ναυαγοί σ' ένα μαδέρι παλεύοντας ποιος τον άλλονε να πνίξει... Ήταν αυτό που απόμενε απ' το μεγάλο στόλο της εφηβικής φιλίας. Κι αν γύριζε ο χρόνος πίσω στην αρχή όπως γυρίζει πίσω μια βιντεοκασέτα το ίδιο αδέξια, με την ίδια ταραχή τα ίδια θα κάναμε, ασ‘ τα και γαμησέ τα.

9 Κατά τη διάρκεια της κατοχής πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση, στρατευμένος αρχικά στην ΕΠΟΝ και στη συνέχεια στον ΕΛΑΣ. Το 1944 καταδικάστηκε σε θάνατο από συνεργάτες των γερμανών και η εκτέλεσή του ματαιώθηκε την τελευταία στιγμή. Κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας εξορίστηκε στη Μακρόνησο και κατά τη διετία στον ʼ η Στράτη. 1977, Θάλασσα Επαγγελίας 1981, Αντιδικίες, 1988, Αντικριστοί καθρέφτες

10 Αμετάθετο όραμα Και μ΄όλες τις αναστολές που πήραν τα όνειρά μας πάντα θα σκέφτομαι μιαν υψικάμινο, πολύξερη με χιλιάδες εργάτες να της καθαρίζουν τα δόντια να την ταίζουν σίδερο και κάρβουνο. Μιαν υψικάμινο που θα καπνίζει όσο δεν καπνίσαμε όλα τα τελευταία χρόνια, που δε θα κόβει το τσιγάρο της στα δυο, που δε θ αφήνει τη λαχτάρα της στη μέση, κι όλο θα βγάζει ατσάλι να δένονται οι μεγάλες σκαλωσιές που παν να φτάσουνε τον ουρανό. Τα λόγια "Μάνα," της είπα μέσα απ' τα κάγκελα του κρατητήριου, "σου 'χω μιλήσει τόσο λίγο... 'Οταν θα βγω...". Δίπλα στεκότανε ο χωροφύλακας. Αντιμετώπιζα την περίπτωση να μην την ξαναδώ ποτέ. Σαν έπειτα από χρόνια πήγα σπίτι έπεσε μες στην αγκαλιά μου κ' έκλαιγε, όμως τα λόγια πάλι βγήκανε φτωχά. Και πήρα τα ξυριστικά μου σύνεργα να κάνω μπάνιο και να ξυριστώ

11 Ιακώβ Καλλιεργητής Δούλεψε εφτά χρόνια τη χέρσα γη του Λάβαν κι εκείνος αντί για τη Pαχήλ του έδωσε τη Λεία. Δούλεψε άλλα εφτά για τη Pαχήλ. Όταν την πήρε την αγαπούσε πάντα όμως κι η άσκημη αδελφή της είχε αποκτήσει πια μια θέση στην καρδιά του. Δεκατέσσερα χρόνια, μια ζωή για δυο γυναίκες που δε γνώρισε ποτέ. Kοίταξε μακριά τα στάχυα το μοναδικό καρπό του κι είπε πως τελικά είχε κερδίσει. Φάση μιας μάχης Είμαστε φάτσα με φάτσα με τον εχθρό μου. Ενα γραφείο μονάχα μας χωρίζει σα χαράκωμα ή σαν τάφος. Πίσω από τις αξιοπρεπείς μας μάσκες από πολύ βαθιά ανεβαίνει και μας καίει το μίσος. Και να που τούτη τη στιγμή, τώρα που παίζεται η ζωή μου, ανακαλύπτω στη μορφή του πως θα μπορούσα να τον είχα αγαπήσει. Να που τούτη τη στιγμή ανακαλύπτει στη μορφή μου πως θα μπορούσε να με είχε αγαπήσει

12 Διέξοδο Ήθελε να κερδίσει την ελευθερία της- έτσι έλεγε τουλάχιστον, γεμάτη περιφρόνηση γι' αυτό που ήταν ο κόσμος της γεμάτη φόβο για ό,τι δεν ήταν κόσμος της. Ένα διάστημα σχετίστηκε με καλλιτέχνες κι αριστερούς διανοούμενους. Έγκαιρα δέχτηκε πως η ελευθερία εξαρτιόταν από οικονομικούς παράγοντες (η ομορφιά της μόλις που άρχιζε να φθείρεται). Παντρεύτηκε στην πρώτη σίγουρη ευκαιρία και κάθε βράδυ, στο παγωμένο της κρεβάτι βρίσκει πως η ζωή είναι παράλογη, εχθρική και σύντομη Μπαλλάντα ενός μικρού γραφειοκράτη 'Ανθρωπος καθώς λεν πολύ συνειδητός. 'Αλλοτες έλεγε τ' όνομα του Στάλιν δυο-τρεις φορές την ώρα. Τώρα θυμάται λίγο ξεχασμένο Μαρξ και Λένιν μα πιο πολύ κουβέντες συγχρόνων ηγετών της μόδας. 'Ανθρωπος καθώς λεν πολύ συνειδητός. 'Αλλοτε τολμηρός πολύ να κριτικάρει τους πιο κάτω. Τώρα μιλάει πού και πού για κριτική και προς τα πάνω και ξεσκονίζει λίγο πιο διακριτικά. 'Ανθρωπος καθώς λεν πολύ συνειδητός. 'Αλλοτες έτοιμος να καταγγείλει όποιον διαφωνούσε χαφιέ, τσιράκι της Ασφάλειας, όργανο της Ιντέλλιτζενς. Τώρα, αληθινά αλλαγμένος, τον βγάζει μόνο ρεβιζιονιστή, οππορτουνιστή, κ' επιεικώς, χαλαρό ηθικά. 'Ανθρωπος πραγματικά συνειδητός που τώρα όπως και πριν στο κίνημα αφιερώνει τη ζωή του ολόκληρη έχοντας τη ματιά του προσηλωμένη στις πρώτες θέσεις στις εξέδρες.

13 Η ΕΚΔΡΟΜΗ Στην αρχή ήταν μια περιδιάβαση έπλεα ρυθμικά σα να μ' έπαιρνε ανεπαίσθητο ρεύμα τοποθεσίες δροσερές σαν το πρώτο φθινόπωρο σαν το θαυμάσιο το νέο φεγγάρι Όσο έφευγα μ' έπαιρνε η ξενιτιά και χανόμουν κύματα με περνούσαν απ' το κεφάλι ως κάτω αλλεπάλληλοι δρόμοι σαν το αδιάβατο χάσμα ποθητής προκυμαίας με καράβι που ανοίγεται σαν τον μικρό Ισαάκ όταν πήγε εκδρομή σαν τη νύφη που τώρα κατάλαβε τι σημαίνει όλη αυτή η φωταψία

14 1984, Όψεις ονείρων 1980, Πλήρης ημερών 1990, Το όνειρο της γάτας 1978, Έως θανάτου 1990, Το πιο τρομαχτικό Ήσουν εκεί όταν ήλθαν τους είδες όλους και με κλειστά τα μάτια θα το ένιωσες πώς ξάφνου αραίωσε ο αέρας μες στην κάμαρα πώς άλλαξε το φως Ακόμα κι όταν έφυγαν έμεινε η μυρωδιά δεν ήταν φύσημα ανέμου αυτό που ακούγαμε σέρνονταν τα φορέματα στο γύρισμα της σκάλας ηχούσε ακόμα το "αποθανών", το "δεδικαίωται" Θαμπόφεγγε μισό φεγγάρι απ' τη τζαμόπορτα είδες την ξαφνική λάμψη της λάμας λίγο προτού τους πάρει το σκοτάδι Μην κείτεσαι εκεί τάχα ανύποπτος είσαι συνένοχος σε όλα μου τα όνειρα Το μαχαίρι

15 Η γιαγιά Μπαίνοντας στο δωμάτιο την είδα πλάι στο σκρίνιο μισό προφίλ μες στον καθρέφτη μισή ράχη φουστάνι κουμπωμένο ως το σαγόνι, μανίκια μακριά μόλις να ξετρυπώνει χέρι απ’ τη μανσέτα Λιγάκι να σερνόμουν θα την έφτανα αθόρυβα θα τρύπωνα κάτω απ’ τα μεσοφόρια θα ’βλεπα τον κορσέ, τα γυμνά γόνατα ανάμεσα στην κάλτσα και τον φραμπαλά Αν έκανα να παίξω θα με ένιωθε «Ε πειραχτήρι!» θα μου φώναζε από το βάθος του θανάτου της «Ε πειραχτήρι, πειραχτήρι, πειρασμέ!» Η γιαγιά ΙΙ Απ’ το πολύ που την αποζητώ τη ζωντανεύω την ξαναπλάθω απ’ την αρχή με τα μαλλιά της το πρόσωπο λιγνό, τα δάχτυλα, μια ιδέα από λαιμό τα άλλα όλα είναι κρυμμένα στα φορέματα Σιγά σιγά παίρνει πνοή, σηκώνει τη βεντάγια ---δαντέλα βενετσιάνικη στο πλάτος του προσώπου της--- κρύβει το λίγο του λαιμού, σαγόνι, χείλη, μάγουλα μόνο στα μάτια λάμπει τώρα το χαμόγελο Πίσω από τη βεντάγια μουρμουρίζει κάτι μισό γλυκιά κουβέντα μισό μάλωμα «πες μου το πάλι», την παρακαλώ, κι εκείνη «μυαλό δε βάζεις», λέει κι αφανίζεται Η γιαγιά ΙΙΙ Η νύχτα μου την έφερε έξω απ’ το παρεθύρι με την ομπρέλα της σαν Mary Poppins φουστάνι φουσκωτό απ’ τον αέρα κι εκείνη την παλιά της μυρωδιά --- άγρια βιολέτα Λιγάκι κοντοστάθηκε χωρίς να με κοιτάξει σαν το φεγγάρι, μόνο πιο κοντά τόσο κοντά που σκάλωσε για μια στιγμή στο μάνταλο κι άφησε δυο σγουρές κλωστίτσες απ’ τη μπέρτα της.

16 ΣΥΓΓΟΝΟΝ ΕΜΟΝ ΚΑΤΑΚΛΑΙΟΜΕΝΑ… Στεκόταν έτοιμος στο κεφαλόσκαλο γερμένος λίγο σαν να ήταν να κατέβει ή από το βάρος αβάσταχτης λύπης της δικής του και της δικής μου σαν να ήταν μία που μας σκέπαζε πλάκα Έβλεπα μόνο το περίγραμμα του σώματός του καθώς στεκόταν μπροστά από τη μεγάλη τζαμόπορτα των παιδικών δωματίων στη σκοτεινή του όψη έμενε μόνο ο πόνος του ανταπόκριση στη δική μου, που σπάραζε, επίκληση Θα κατέβαινε θα χυνόταν στη σκάλα ως κάτω στη μισοφώτιστη είσοδο όπου έστεκα τρέμοντας μ' έφτανε κιόλας το ρίγος και λύγιζα "μην πικραίνεσαι!" φώναζα με τη φοβερή ένταση του μουγγού και μου έβγαινε η άναρθρη κραυγή του εφιάλτη Ποιος ξέρει γιατρί τον έβλεπες τώρα εκεί χωρίς το πρόσωπό του να φωτίζει η τζαμόπορτα μόνο τη ράχη του μη δεν άντεχες να τον δεις όπως τότε που φώναζες τ' όνομά του κι ερχόταν τόσο εύκολα μπορούσες τότε να δεις το ποθητό του πρόσωπο ΟΨΕΙΣ ΟΝΕΙΡΩΝ

17 Τι να τα κάνω τα τραγούδια σας ποτέ δε λένε την αλήθεια ο κόσμος υποφέρει και πονά κι εσείς τα ίδια παραμύθια Τι να τα κάνω τα τραγούδια σας είναι πολύ ζαχαρωμένα ταιριάζουν σε σοκολατόπαιδα μα δε ταιριάζουνε για μένα Το Δάσος Δεν ξεριζώνονται οι νύχτες από μέσα μας, βλασταίνουν φύλλα και κλαδιά κι έρχονται τα πουλιά του έρωτα και κελαηδούνε. Δεν ξεριζώνονται οι νύχτες από μέσα μας, οι σπόροι τους φυτρώνουν δάσος σκοτεινό, στις λόχμες του ο φόβος ενεδρεύει. Ζώα μικρά και ζώα άγρια το κατοικούν, όχεντρες έρπουν και ρημάζουν τις φωλιές μας, λιοντάρια ετοιμάζονται να μας ξεσκίσουν. Δεν ξεριζώνονται οι νύχτες από μέσα μας, έγιναν δάσος σκοτεινό και μας πλακώνουν. "Ο Αλλήθωρος"

18 Ενός λεπτού σιγή Εσείς που βρήκατε τον άνθρωπό σας κι έχετε ένα χέρι να σας σφίγγει τρυφερά, έναν ώμο ν' ακουμπάτε την πίκρα σας, ένα κορμί να υπερασπίζει την έξαψή σας, κοκκινίσατε άραγε για την τόση ευτυχία σας, έστω και μια φορά; είπατε να κρατήσετε ενός λεπτού σιγή για τους απεγνωσμένους; Ανυπεράσπιστος καημός (1960) Με κατάνυξη Έλα να ανταλλάξουμε κορμί και μοναξιά. Να σου δώσω απόγνωση, να μην είσαι ζώο, να μου δώσεις δύναμη, να μην είμαι ράκος∙ να σου δώσω συντριβή, να μην είσαι μούτρο, να μου δώσεις χόβολη, να μην ξεπαγιάσω. Κι ύστερα να πέσω με κατάνυξη στα πόδια σου, για να μάθεις πια να μην κλοτσάς. Ανυπεράσπιστος καημός (1960) Εποχή Των Ισχνών Αγελάδων», «Ξένα Γόνατα», «Ανυπεράσπιστος Καημός», «Ο Αλλήθωρος», « Το Κορμί & Το Σαράκι», «Νεκρή Πιάτσα», «Το Αιώνιο Παράπονο» «Η Πιο Βαθιά Πληγή».

19 μου αρέσουν τα τρισύλλαβα σε -ίδι απίδι ξεφτίδι σκουπίδι και άλλα κάθε φορά που νομίζω πως σ' έχω στο χέρι βλέπω πόσο ο έρωτας είναι αχειροποίητος απ' όλα τα αφηρημένα ουσιαστικά πειράζει να εξαιρέσουμε τη μοναξιά; κι εμείς που θυσιαστήκαμε; εμείς που δε λαδώσαμε; σαν αυγό με ρούφηξε η νύχτα σαν τσόφλι με πέταξε Θανάση, γιατί έκοψες το άλφα από μπροστά; για ένα γράμμα χάνεις την αθανασία οι μεν της καταστάσεως οι δε της αντιστάσεως μονάχα οι προθέσεις διαφέρουν της αγιωτάτης Μητροπόλεως Νεαπόλεως και Σταυρουπόλεως ψωριάρες φτωχογειτονιές πού βρήκατε τόσο παχιά ομοιοτέλευτα; Από τα Μικρά ποιήματα ( Ιανός, 2004 )


Κατέβασμα ppt "Φυλακίστηκε το 1948 το 1949 καταδικάστηκε σε θάνατο από έκτακτο στρατοδικείο. Βγήκε με την γενική αμνηστία το 1951."

Παρόμοιες παρουσιάσεις


Διαφημίσεις Google