Η παρουσίαση φορτώνεται. Παρακαλείστε να περιμένετε

Η παρουσίαση φορτώνεται. Παρακαλείστε να περιμένετε

N Οι περισσότερες δηλητηριάσεις με σαλικυλικά συμβαίνουν με ακετυλοσαλικυλικό οξύ (ασπιρίνη), αν και σοβαρές δηλητηριάσεις με σαλικυλικά μπορούν να προκύψουν.

Παρόμοιες παρουσιάσεις


Παρουσίαση με θέμα: "N Οι περισσότερες δηλητηριάσεις με σαλικυλικά συμβαίνουν με ακετυλοσαλικυλικό οξύ (ασπιρίνη), αν και σοβαρές δηλητηριάσεις με σαλικυλικά μπορούν να προκύψουν."— Μεταγράφημα παρουσίασης:

1 n Οι περισσότερες δηλητηριάσεις με σαλικυλικά συμβαίνουν με ακετυλοσαλικυλικό οξύ (ασπιρίνη), αν και σοβαρές δηλητηριάσεις με σαλικυλικά μπορούν να προκύψουν και από άλλες σαλικυλικές ενώσεις (π.χ. σαλικυλικός μεθυλεστέρας). Γενικά, λήψη σε δόσεις μεγαλύτερες από 150 mg/kg βάρους σώματος μπορούν να προκαλέσουν τοξικά συμπτώματα όπως βούισμα των αυτιών, ναυτία και εμετό. Σοβαρή τοξικότητα μπορεί να παρατηρηθεί με λήψεις μεγαλύτερες από 400 mg/kg με σοβαρό εμετό, υπερθερμία, σύγχιση, κώμα, σπασμούς, υπεργλυκαιμία ή υπογλυκαιμία και διαταραχές της οξεοβασικής ισορροπίας (π.χ. αναπνευστική αλκάλωση ή μεταβολική οξέωση). Σαλικυλικά

2 n Σε αρκετές περιπτώσεις, η κλινική πορεία μπορεί να μετεξελιχθεί σε πνευμονικό οίδημα, αιμορραγία, οξεία νεφρική ανεπάρκεια ή θάνατο. Είναι σημαντικό να τονισθεί ότι η δηλητηρίαση από υπερδοσολογία σαλικυλικών μπορεί να εξελιχθεί σε σοβαρότερη κατάσταση με το πέρασμα του χρόνου εφόσον επιπλέον φάρμακο συνεχίζει να απορροφάται από το γαστρεντερικό σωλήνα. Τα κλινικά συμπτώματα του χρόνιου σαλικυλισμού είναι παρόμοια με αυτά της οξείας δηλητηρίασης αλλά συχνά σχετίζονται με μεγαλύτερη θνησιμότητα, καθώς και σημαντικότερη αφυδάτωση, μεταβολική οξέωση και κώμα. Ενώ η οξεία δηλητηρίαση εκδηλώνεται με συγκεντρώσεις σαλικυλικών mg/100 ml πλάσματος ή και μεγαλύτερες, ο χρόνιος σαλικυλισμός μπορεί να συμβεί με χαμηλότερες συγκεντρώσεις σαλικυλικών, mg/100 ml πλάσματος. Σαλικυλικά

3 n Είναι σημαντικό να τονισθεί ότι η φαρμακοκινητική των σαλικυλικών είναι δοσο-εξαρτώμενη (μη-γραμμική) και με μεγαλύτερες συγκεντρώσεις των σαλικυλικών στο πλάσμα ο t 1/2 μπορεί να αυξηθεί σημαντικά (15-30 ώρες). Ο υπολογισμός του t 1/2 των σαλικυλικών αποτελεί ένα χρήσιμο κλινικό εργαλείο για την εκτίμηση της σοβαρότητας της δηλητηρίασης. n Τα σαλικυλικά είναι εξαιρετικά ευαίσθητα σε μεταβολές του pH, με τις προκύπτουσες αλλαγές του ιονισμού να έχουν μια σημαντική επίδραση στην κατανομή τους στο σώμα. Η μεταβολική οξέωση, που είναι κοινό χαρακτηριστικό της οξείας δηλητηρίασης με σαλικυλικά, οδηγεί σε μείωση του ιονισμού των σαλικυλικών στο πλάσμα με αποτέλεσμα την αύξηση της λιποφιλικότητας τους και την επακόλουθη αύξηση της κατανομής τους στο ΚΝΣ. Ομοίως, η αλκαλοποίηση των ούρων έχει σαν αποτέλεσμα την «ιοντική παγίδευση» των σαλικυλικών στα νεφρικά σωληνάρια, προκαλώντας αύξηση της απέκκρισης τους στα ούρα. Σαλικυλικά

4 n Για τη θεραπευτική αντιμετώπιση της δηλητηρίασης ενδείκνυται ο εμετός, εκτός αν ο ασθενής βρίσκεται σε κώμα, παρουσιάζει σπασμούς ή έχει απολέσει το αντανακλαστικό του φάρυγγα. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις ενδείκνυται πλύση στομάχου που ακολουθείται από χορήγηση ενεργού άνθρακα και ενός αλατούχου καθαρτικού. Επαναλαμβανόμενες δόσεις ενεργού άνθρακα αυξάνουν την απομάκρυνση των σαλικυλικών από το ΓΕΣ και μειώνουν το χρόνο ημίσειας ζωής τους. Αλκαλοποίηση των ούρων σε pH πάνω από 8 μπορεί να αυξήσει έως και 10 φορές τη νεφρική απέκκριση του φαρμάκου. Η δευτερογενής υποκαλιαιμία που μπορεί να εμφανισθεί σε περίπτωση αναπνευστικής αλκάλωσης, θα πρέπει να αντιμετωπισθεί πριν από την αλκαλοποίηση των ούρων. Σαλικυλικά

5 n Η αιμοδιύλιση, περιτοναϊκή διύλιση, μετάγγιση αίματος και αιμοδιήθηση, μπορεί να είναι αποτελεσματικές για την απομάκρυνση των σαλικυλικών από το σώμα, αλλά ενδείκνυνται μόνο στις πιο σοβαρές περιπτώσεις ή όταν η αλκαλοποίηση των ούρων είναι αναποτελεσματική ή αντενδείκνυται. Για την προφύλαξη από αφυδάτωση και για τη διόρθωση της ηλεκτρολυτικής ισορροπίας θα πρέπει να χορηγούνται υγρά. Σε περίπτωση αιμορραγίας με αυξημένο χρόνο προθρομβίνης ενδείκνυται η χορήγηση βιταμίνης Κ 1 (φυτομεναδιόνη). n Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η ασπιρίνη μπορεί να προκαλέσει προβλήματα πήξεως του αίματος λόγω ειδικής δράσης στα αιμοπετάλια, που δεν ανταποκρίνεται σε χορήγηση βιταμίνης Κ 1. Η νεφρική λειτουργία, η καρδιακή λειτουργία και η ηλεκτρολυτική ισορροπία του ασθενούς θα πρέπει να ελέγχονται, ενώ η εμφάνιση υπερπυρεξίας θα πρέπει να αντιμετωπισθεί κατάλληλα (π.χ. κρύες κομπρέσες). Σαλικυλικά

6 n Οι καρδιακοί (καρδιοτονωτικοί) γλυκοζίτες λαμβάνονται από το φυτό δακτυλίτιδα και χρησιμοποιούνται κυρίως για τη θεραπευτική αντιμετώπιση της καρδιακής ανεπάρκειας. Σε σχέση με τα πολυάριθμα φαρμακευτικά προϊόντα δακτυλίτιδας που χρησιμοποιούνταν στο παρελθόν, σήμερα χρησιμοποιούνται η διγοξίνη κυρίως και λιγότερο η διγιτοξίνη. Οι δηλητηριάσεις με δακτυλίτιδα συμβαίνουν κυρίως σε παιδιά που κατά λάθος παίρνουν τα φάρμακα που χρησιμοποιούν τα ηλικιωμένα μέλη της οικογενείας τους. Ακόμη, δηλητηριάσεις παρατηρούνται και με ενηλίκους λόγω λήψης υπερβολικής δόσης των φαρμάκων (π.χ. απόπειρες αυτοκτονίας). Καρδιακοί Γλυκοζίτες

7 n Τα κυριότερα κλινικά συμπτώματα της οξείας δηλητηρίασης με δακτυλίτιδα περιλαμβάνουν ναυτία, έμετο, βραδυκαρδία, κολποκοιλιακό αποκλεισμό, καρδιακές αρρυθμίες και καρδιακή ανακοπή. Τα νεαρά άτομα δεν εμφανίζουν σημαντικές καρδιακές αρρυθμίες αλλά παρουσιάζουν βραδυκαρδία και κολποκοιλιακό αποκλεισμό. Ενώ σε χρόνιες δηλητηριάσεις με δακτυλίτιδα συχνή είναι η εμφάνιση υποκαλιαιμίας, σε περίπτωση οξείας δηλητηρίασης συχνότερα εμφανίζεται υπερκαλιαιμία. n Για τη θεραπευτική αντιμετώπιση της οξείας δηλητηρίασης συνιστάται εμετός και πλύση στομάχου και στη συνέχεια χορήγηση ενεργού άνθρακα και ενός αλατούχου καθαρτικού. Η χορήγηση καλίου αντενδείκνυται, εκτός αν συνυπάρχει διαπιστωμένη υποκαλιαιμία, γιατί όπως αναφέρθηκε προηγουμένως η οξεία δηλητηρίαση με δακτυλίτιδα συνοδεύεται συνήθως από υπερκαλιαιμία που μπορεί να προκαλέσει κολποκοιλιακό αποκλεισμό που μπορεί να καταλήξει σε κοιλιακή μαρμαρυγή και θάνατο. Καρδιακοί Γλυκοζίτες

8 n Ακόμη θα πρέπει να ελέγχεται το ηλεκτροκαρδιογράφημα (ECG) και να χορηγούνται αντιαρρυθμικά φάρμακα για την αντιμετώπιση των καρδιακών αρρυθμιών. Η φαινυτοΐνη θεωρείται το αντιαρρυθμικό φάρμακο εκλλογής για κοιλιακές αρρυθμίες, ενώ η ατροπίνη χορηγείται για την αντιμετώπιση σοβαρής βραδυκαρδίας. Για την ελαχιστοποίηση της απορρόφησης των καρδιακών γλυκοζιτών από το γαστρεντερικό σωλήνα αλλά και για τη διακοπή του εντεροηπατικού κύκλου, με αποτέλεσμα την επιτάχυνση της απομάκρυνσης τους από το σώμα, χρησιμοποιούνται προσροφητικές ρητίνες όπως η χολεστυραμίνη. n Ένα πολύ καλό αντίδοτο για τη θεραπεία των δηλητηριάσεων με καρδιακούς γλυκοζίτες, που πολλές φορές μπορεί να σώσει τη ζωή του ασθενούς, είναι τα Fab ειδικά αντισώματα της διγοξίνης που έχουν μεγάλη συγγένεια σύνδεσης κυρίως με τη διγοξίνη και το σύμπλοκο που σχηματίζεται απεκκρίνεται στα ούρα. Καρδιακοί Γλυκοζίτες

9 n Υπερβολική λήψη αιθανόλης προκαλεί καταστολή του ΚΝΣ που μπορεί να είναι αθροιστική όταν λαμβάνονται ταυτόχρονα και άλλα κατασταλτικά φάρμακα, όπως αγχολυτικά, υπνωτικά, ή ηρεμιστικά. Παρακάτω αναφέρονται οι κυριότερες κλινικές εκδηλώσεις που σχετίζονται με διάφορα επίπεδα αιθανόλης στο αίμα. n mg/100 ml: Ασυνεργία, βραδύς χρόνος αντίδρασης, θαμπή όραση. n mg/100 ml: Προβλήματα στην όραση και ομιλία και σημαντική υπογλυκαιμία, ιδιαίτερα στα παιδιά. n mg/100 ml: Σημαντική ασυνεργία, λήθαργος, υπογλυκαιμία, σπασμοί. >500 mg/100 ml: Κώμα και θάνατος. Εξαίρεση αποτελούν άτομα ανθεκτικά στην αιθανόλη. Αιθανόλη

10 n Υπάρχουν άτομα που μπορούν να ανεχθούν μεγάλες συγκεντρώσεις αιθανόλης στο αίμα. Για παράδειγμα αναφέρεται ένας χρόνιος αλκοολικός ο οποίος με συγκέντρωση αιθανόλης 520 mg/100 ml αίματος δεν παρουσίαζε δυσκολίες στην ομιλία και συμμετείχε κανονικά σε συζήτηση. Θα πρέπει να τονισθεί ότι μια σημαντική επιπλοκή, ιδιαίτερα στα παιδιά είναι η υπογλυκαιμία που συμβαίνει καθώς τα επίπεδα της αιθανόλης στο αίμα πέφτουν. Η απορρόφηση της αιθανόλης είναι ταχεία, ιδιαίτερα με άδειο στομάχι, με την ανάπτυξη της μέγιστης συγκέντρωσης στο αίμα (C max ) σε 30 με 60 min μετά τη λήψη της. Ένας γενικός κανόνας είναι ότι η λήψη 1 ml απόλυτης αιθανόλης ανά kg βάρους σώματος έχει σαν αποτέλεσμα την ανάπτυξη συγκεντρώσεων 100 mg/100 ml αίματος σε μια ώρα. Αιθανόλη

11 n Η αιθανόλη στους ενηλίκους μεταβολίζεται με ρυθμό 7-11 g ανά ώρα, που αντιστοιχεί σε ml ενός ποτού 50  βαθμών (π.χ. ουίσκι). Πίνοντας την παραπάνω ποσότητα αιθανόλης ανά ώρα οι συγκεντρώσεις που αναπτύσσονται συνήθως δεν είναι τοξικές, διπλασιάζοντας όμως το ρυθμό λήψης της αιθανόλης, για ορισμένο χρονικό διάστημα, μπορεί να αναπτυχθούν συγκεντρώσεις αιθανόλης ακόμη και μεγαλύτερες από 500 mg/100 ml αίματος, που μπορούν να οδηγήσουν σε κώμα ή να επιφέρουν το θάνατο. Αν και η αιθανόλη θεωρείται ότι μεταβολίζεται σύμφωνα με κινητική μηδενικής-τάξεως, σε μερικά άτομα ακόμη και με μεγάλες συγκεντρώσεις αιθανόλης, ο μεταβολισμός της ακολουθεί κινητική πρώτης-τάξεως. Αιθανόλη

12 n Η θεραπευτική αντιμετώπιση της υπερβολικής λήψης αιθανόλης αντιμετωπίζεται με γενικά (υποστηρικτικά) μέσα. Προσοχή πρέπει να δίδεται στην υπογλυκαιμία και οξέωση. Οι χρόνιοι αλκοολικοί μπορούν να εμφανίσουν σύνδρομο στερήσεως του οινοπνεύματος (delirium tremens). Η θεραπεία στους χρόνιους αλκοολικούς είναι συντηρητική. Επιπλέον χορηγούνται βενζοδιαζεπίνες ή άλλα ηρεμιστικά που μπορούν να ελέγξουν επαρκώς τα συμπτώματα του συνδρόμου στερήσεως και να προφυλάξουν από σπασμούς. Η αιμοκάθαρση σπάνια ενδείκνυται, εκτός αν ο ασθενής αδυνατεί να μεταβολίσει ή να απεκκρίνει την αιθανόλη, λόγω ηπατικής ή νεφρικής ανεπάρκειας. Αιθανόλη

13 n Τα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά (π.χ. αμιτρυπτιλίνη, νορτρυπτιλίνη, ιμιπραμίνη, χλωριμιπραμίνη και δοξεπίνη) χορηγούνται είτε μόνα τους ή σε συνδυασμό με παράγωγα της φαινοθειαζίνης. Τα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά έχουν τρεις κύριες φαρμακολογικές δράσεις: 1) αντιχολινεργική, 2) δράση παρόμοια με της κινιδίνης στην καρδιά και 3) αποκλείουν την επαναπρόσληψη των κατεχολαμινών στους αδρενεργικούς νευρώνες. Η δηλητηρίαση με τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά μπορεί να απειλήσει τη ζωή. Τρικυκλικά Αντικαταθλιπτικά

14 n Τα αρχικά συμπτώματα περιλαμβάνουν καταστολή του ΚΝΣ, λήθαργο, αταξία, αναπνευστική καταστολή, υποθερμία και ανησυχία. Σοβαρή τοξικότητα μπορεί να σχετίζεται με παραισθήσεις, απώλεια του αντανακλαστικού του τένοντος, κώμα και σπασμούς. Η αντιχολινεργική ή ατροπινική δράση των φαρμάκων προκαλεί ξηροστομία, υπερπυρεξία, μυδρίαση, διαταραχές προσαρμογής, κατακράτηση ούρων, ταχυκαρδία και μειωμένη κινητικότητα του γαστρεντερικού σωλήνα, που μπορεί να προκαλέσει σημαντική επιβράδυνση της έναρξης των συμπτωμάτων αλλά αυτό είναι ευεργετικό γιατί καθιστά αποτελεσματικό τον εμετό και την πλύση στομάχου, αρκετές ώρες μετά τη λήψη του φαρμάκου. Σοβαρά συμπτώματα που απειλούν τη ζωή των κυκλικών αντικαταθλιπτικών είναι οι καρδιακές αρρυθμίες που μπορούν να οδηγήσουν σε υπόταση και shock. Τρικυκλικά Αντικαταθλιπτικά

15 n Σε δηλητηρίαση από τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά ενδείκνυται ο εμετός και η πλύση στομάχου και στη συνέχεια η χορήγηση ενεργού άνθρακα και ενός αλατούχου καθαρτικού (π.χ. θειικό νάτριο ή μαγνήσιο). Οι ασθενείς που εισέρχονται στο νοσοκομείο με δηλητηρίαση από τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, αλλά χωρίς συμπτώματα, θα πρέπει να ελέγχονται τουλάχιστον για 6 ώρες για τον προσδιορισμό τυχόν έναρξης κάποιου συμπτώματος που αργεί να εκδηλωθεί. Σε συμπτωματικούς ασθενείς θα πρέπει να γίνει έλεγχος του καρδιογραφήματος για 48 τουλάχιστον ώρες αφού θανατηφόρες καρδιακές αρρυθμίες μπορούν να συμβούν με καθυστέρηση. Η υπόταση θα πρέπει να αντιμετωπισθεί με χορήγηση υγρών και νορεπινεφρίνης. Η ανάπτυξη σοβαρής υπότασης, παραισθήσεων και ταχυκαρδίας αποτελεί ένδειξη για χορήγηση φυσοστιγμίνης. Τρικυκλικά Αντικαταθλιπτικά

16 n Η φυσοστιγμίνη χορηγείται σε δόσεις 1-2 mg ενδομυϊκώς ή πολύ βραδέως ενδοφλεβίως. Στα παιδιά η δόση είναι 0.5 mg. Η δόση επαναλαμβάνεται μέχρι 4-6 mg για τους ενηλίκους και μέχρι 2 mg συνολικά για τα παιδιά, αν δεν επέλθει βελτίωση ή επανεμφανισθούν τα συμπτώματα. Η φυσοστιγμίνη θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή παρουσία άσθματος, γάγγραινας, καρδιοαγγειακών παθήσεων και μηχανικών παρεμποδίσεων του γαστρεντερικού και ουροποιητικού συστήματος. Ρύθμιση του pH του αίματος με διττανθρακικά σε pH 7.5 σε συνδυασμό με χορήγηση αντιαρρυθμικών φαρμάκων (λιδοκαΐνη, φαινυτοΐνη) αποτελούν την κατάλληλη θεραπευτική αντιμετώπιση των καρδιακών αρρυθμιών. Οι σπασμοί ανταποκρίνονται σε φαινυτοϊνη, διαζεπάμη ή βαρβιτουρικά. Τρικυκλικά Αντικαταθλιπτικά

17 n Οι βενζοδιαζεπίνες χρησιμοποιούνται ευρύτατα για την καταπολέμηση του άγχους και της αϋπνίας. Τα διαθέσιμα προϊόντα περιλαμβάνουν τη διαζεπάμη, χλωροδιαζεποξείδη, κλοραζεπάτη, πραζεπάμη, τριαζολάμη, νιτραζεπάμη, φθοριονιτραζεπάμη, λοραζεπάμη και οξαζεπάμη. Αν και οι φαρμακολογικές τους ιδιότητες δεν διαφέρουν σημαντικά, υπάρχουν όμως σημαντικές διαφορές όσον αφορά τα φαρμακοκινητικά τους χαρακτηριστικά (μεταβολισμός, όγκος κατανομής, και χρόνος ημίσειας ζωής). Η τριαζολάμη, οξαζεπάμη, λοραζεπάμη και χλωροδιαζεποξείδη έχουν μικρότερες τιμές χρόνου ημίσειας ζωής από τις άλλες βενζοδιαζεπίνες, όπως η διαζεπάμη, πραζεπάμη και κλοραζεπάτη. Βενζοδιαζεπίνες

18 n Μετά από οξεία δηλητηρίαση, τα κλινικά συμπτώματα περιλαμβάνουν υπνηλία η οποία με υπερβολική λήψη βενζοδιαζεπινών μπορεί να καταλήξει σε κώμα. Αρχικά, μπορεί να εμφανισθεί παράδοξη διέγερση που εξελίσσεται σε καταστολή του ΚΝΣ, υπόταση, αναπνευστική καταστολή και κώμα. Ακόμη, μπορούν να παρατηρηθούν αντιχολινεργικά συμπτώματα όπως ξηροστομία, ταχυκαρδία και μυδρίαση. Οι βενζοδιαζεπίνες μπορούν να προκαλέσουν εξάρτηση, με εμφάνιση στερητικών συμπτωμάτων (άγχος, ευερεθιστικότητα, τρόμος, αϋπνία, εφίδρωση, ταχυκαρδία, υπέρταση και σπάνια σπασμοί). Τα στερητικά συμπτώματα είναι ηπιότερα όταν οι βενζοδιαζεπίνες λαμβάνονται για 1-2 μήνες, ενώ σοβαρά στερητικά συμπτώματα παρατηρούνται με χρόνια χρήση των βενζοδιαζεπινών για μήνες ή έτη. Βενζοδιαζεπίνες

19 n Ο κίνδυνος ανάπτυξης εξάρτησης είναι μεγαλύτερος και τα στερητικά συμπτώματα εντονότερα με τα μεγάλης ισχύος και βραχείας δράσης παράγωγα, τις υψηλότερες δόσεις και το μακρότερο χρόνο χορήγησης. Για αποφυγή του συνδρόμου στέρησης συνιστάται η ημερήσια δόση να μειώνεται προοδευτικά με ρυθμό 1/4-1/8 της ημερήσιας δόσης κάθε 1-2 εβδομάδες. Ο θάνατος, μετά από του στόματος λήψη βενζοδιαζεπινών, είναι σπάνιος εκτός αν λαμβάνονται ταυτόχρονα με άλλα κατασταλτικά του ΚΝΣ φάρμακα. Βενζοδιαζεπίνες

20 n Η θεραπευτική αντιμετώπιση της δηλητηρίασης με βενζοδιαζεπίνες είναι καταρχάς υποστηρικτική. Εξασφάλιση της αναπνευστικής λειτουργίας με τη βοήθεια αερισμού αποτελεί την πρωταρχική φροντίδα. Για την απομάκρυνση των βενζοδιαζεπινών από το γαστρεντερικό σωλήνα ενδείκνυται ο εμετός, εκτός αν ο ασθενής βρίσκεται σε κώμα, σπασμούς ή έχει χάσει το αντανακλαστικό του φάρυγγα. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις ενδείκνυται η πλύση στομάχου και στη συνέχεια χορήγηση ενεργού άνθρακα και ενός αλατούχου καθαρτικού. Βενζοδιαζεπίνες

21 n Πρόσφατα άρχισε να χρησιμοποιείται σαν αποτελεσματικό αντίδοτο της δηλητηρίασης από βενζοδιαζεπίνες η φλουμαζενίλη. Η φλουμαζενίλη είναι ανταγωνιστής των βενζοδιαζεπινών για την εξουδετέρωση της κατασταλτικής τους δράσης στο ΚΝΣ. Επίσης χρησιμοποιείται ως διαγνωστικό μέσο σε περίπτωση καταστολής ή κώματος αν οφείλεται σε βενζοδιαζεπίνες ή άλλο φάρμακο ή παθολογική αιτία. Προκαλεί αναστροφή της κατασταλτικής δράσης των βενζοδιαζεπινών και της αιθανόλης στο ΚΝΣ. Χρησιμοποιείται ακόμα για τη διαφορική διάγνωση απώλειας συνείδησης. Βενζοδιαζεπίνες

22 n Στα παράγωγα της φαινοθειαζίνης περιλαμβάνονται αντιψυχωσικά φάρμακα που έχουν παραπλήσια θεραπευτική δράση. Τα επιμέρους φάρμακα των παραγώγων της φαινοθειαζίνης (αλειφατικά, πιπεριδινικά, ή πιπεραζινικά) διαφέρουν κυρίως στην ένταση και τάση να προκαλούν εξωπυραμιδικά συμπτώματα, ηρεμία και υπόταση. Φάρμακα όπως η φθοριοφαιναζίνη και τριφθοριοπεραζίνη προκαλούν έντονα εξωπυραμιδικά συμπτώματα, ενώ η χλωροπρομαζίνη και η θειοριδαζίνη προκαλούν λιγότερο έντονα εξωπυραμιδικά συμπτώματα αλλά εντονότερη ηρεμία και υπόταση. Δύο άλλες ομάδες αντιψυχωσικών φαρμάκων, που δε σχετίζονται χημικά με τα παράγωγα της φαινοθειαζίνης, περιλαμβάνουν τις βουτυροφαινόνες, όπως η αλοπεριδόλη και τα θειοξανθένια, όπως το χλωροπροθιξένιο και η φθοριοπενθιξόλη. Παράγωγα Φαινοθειαζίνης

23 n Τα φάρμακα αυτά προκαλούν εντονότερα εξωπυραμιδικά συμπτώματα και λιγότερο έντονη ηρεμία και υπόταση. Τα φάρμακα αυτά αποκλείουν τους χολινεργικούς, α-αδρενεργικούς και σεροτονινεργικούς υποδοχείς. Ακόμη κατέχουν εξωπυραμιδική δράση και παρόμοια με της κινιδίνης δράση στην καρδιά. Επιπρόσθετα, τα παράγωγα της φαινοθειαζίνης κατεβάζουν τον ουδό των σπασμών. Υπερδοσολογία με τα φάρμακα αυτά μπορεί να οδηγήσει σε καταστολή του ΚΝΣ, που μπορεί αρχικά να εμφανισθεί υπό μορφή συναισθηματικής ηρεμίας και αδιαφορίας. Μερικές φορές οι ασθενείς αυτοί μπορεί να παρουσιάσουν ανησυχία, υπερδραστηριότητα, ή σπασμούς, πριν από την καταστολή του ΚΝΣ. Παράγωγα Φαινοθειαζίνης

24 n Ακόμη μπορεί να αναπτύξουν υπερθερμία ή υποθερμία λόγω της δράσης των παραγώγων της φαινοθειαζίνης στους θερμορυθμιστικούς μηχανισμούς στον υποθάλαμο, ή ταχυκαρδία και υπόταση λόγω της αντιχολινεργικής και α-αδρενεργικής ανταγωνιστικής δράσης. Ακόμη η παρόμοια με της κινιδίνης δράση είναι υπεύθυνη για την πρόκληση κοιλιακής ταχυαρρυθμίας. Εξωπυραμιδικά συμπτώματα, όπως οξεία δυστονία, δυσκινησία και δυσκαμψία του σώματος ή διαταραχές της ομιλίας μπορεί να συμβούν. Για τη θεραπευτική αντιμετώπιση των δηλητηριάσεων με παράγωγα της φαινοθειαζίνης ενδείκνυται ο εμετός και πλύση στομάχου και στη συνέχεια χορήγηση ενεργού άνθρακα και ενός αλατούχου καθαρτικού. Η εμφάνιση σπασμών θα πρέπει να αντιμετωπίζεται με ενδοφλέβια χορήγηση διαζεπάμης. Παράγωγα Φαινοθειαζίνης

25 n Η υπόταση αντιμετωπίζεται με τη χορήγηση ενός α-αδρενεργικού αγωνιστή, όπως η νορεπινεφρίνη. Οι καρδιακές αρρυθμίες αντιμετωπίζονται με φαινυτοΐνη ή λιδοκαΐνη και τα εξωπυραμιδικά συμπτώματα αντιμετωπίζονται συνήθως με ενδοφλέβια χορήγηση διφαινυδραμίνης σε δόσεις 1 με 2 mg/kg βάρους σώματος. Ακόμη η υποθερμία ή υπερθερμία θα πρέπει να αντιμετωπίζονται κατάλληλα. Η αιμοδιύλιση δεν είναι αναποτελεσματική για την απομάκρυνση των φαινοθειαζινών από το σώμα, αφού τα φάρμακα αυτά συνδέονται ισχυρά στους ιστούς (έχουν μεγάλο όγκο κατανομής). Φάρμακα που μπορούν να ενισχύσουν την κατασταλτική δράση των φαινοθειαζινών όπως βαρβιτουρικά, ηρεμιστικά, αλκοόλη, ναρκωτικά και αναισθητικά θα πρέπει να αποφεύγονται. Παράγωγα Φαινοθειαζίνης

26 n Ένας αριθμός ενώσεων μπορεί να προκαλέσει τοξικότητα λόγω της αντιχολινεργικής τους δράσης, μετά από οξεία υπερδοσολογία. Οι ενώσεις αυτές περιλαμβάνουν φάρμακα όπως αντιισταμινικά, ατροπίνη, οματροπίνη, υπνωτικά και μερικά φυτά που περιέχουν αλκαλοειδή της belladona. Οι ασθενείς με αντιχολινεργική τοξικότητα μπορεί να παρουσιάζουν ατροπινικά συμπτώματα όπως ξηροστομία, μυδρίαση, δίψα, ερυθρότητα προσώπου, πυρετό και ταχυκαρδία. Οι ασθενείς μπορεί να έχουν δυσκολίες στην ομιλία, την όραση και την κατάποση. Στα παιδιά, ιδιαίτερα αυτά που λαμβάνουν αντιισταμινικά, μπορεί αρχικά να παρουσιασθεί παράδοξη διέγερση που ακολουθείται από καταστολή του ΚΝΣ. Αντιχολινεργικά

27 n Σοβαρές δηλητηριάσεις μπορούν να παρουσιασθούν με παραισθήσεις, τρόμο και καρδιαγγειακή ανεπάρκεια. Οι δυνητικά θανατηφόρες δόσεις για τα περισσότερα αντιισταμινικά έχουν εκτιμηθεί ότι είναι περίπου 25 με 30 mg/kg βάρους σώματος. Η άμεση θεραπευτική αντιμετώπιση θα πρέπει να περιλαμβάνει εμετό με σιρόπι ιπεκακουάνας ή πλύση στομάχου, ακολουθούμενη από χορήγηση ενεργού άνθρακα και ενός αλατούχου καθαρτικού. Σε λήψεις αντιισταμινικών παραγώγων της φαινοθειαζίνης (π.χ. προμεθαζίνη) ο εμετός μπορεί να είναι αναποτελεσματικός. Αντιχολινεργικά

28 n Εμφάνιση συμπτωμάτων όπως ανησυχία, συγχυτικά φαινόμενα, ή κώμα αποτελούν ένδειξη για θεραπεία με φυσοστιγμίνη σε δόση 0.5 με 2 mg, χορηγούμενη ενδοφλεβίως που επαναλαμβάνεται κάθε 30 min όταν απαιτείται. Η φυσοστιγμίνη αναστρέφει δραματικά την κεντρική και περιφερική αντιχολινεργική τοξικότητα. Η δράση αυτή της φυσοστιγμίνης δεν παρατηρείται με άλλους χολινεργικούς ανταγωνιστές, όπως η νεοστιγμίνη, γιατί δεν περνούν τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό. Μέτρα όπως προκλητή διούρηση και αιμοδιύλιση δεν είναι αποτελεσματικά στη θεραπεία σοβαρών δηλητηριάσεων από αντιχολινεργικά. Αντιχολινεργικά

29 n Τα διεγερτικά φάρμακα όπως η αμφεταμίνη, μεθυλοφαινιδάτη, και άλλα μπορούν να προκαλέσουν άγχος, ανησυχία, αϋπνία, διανοητική σύγχυση, υπερπυρεξία, υπέρταση και σοβαρή διέγερση του ΚΝΣ. Μια παρανοϊκή ψύχωση δεν είναι ασυνήθιστη, ειδικά όταν ο ασθενής φθάσει σε κατάσταση «high». Τα φάρμακα αυτά χρησιμοποιούνται σαν ανορεξιογόνα ως «χάπια διαίτης». Διάφορα προϊόντα που χρησιμοποιούν οι χρήστες ναρκωτικών ουσιών όπως «speed», «crystal» ή «crystal ice» μπορεί να περιέχουν επιπλέον ή στη θέση της αμφεταμίνης άλλες ουσίες όπως καφεΐνη, στρυχνίνη, φαινκυκλιδίνη ή φαινυλοπροπανολαμίνη. Για τη θεραπευτική αντιμετώπιση της διέγερσης του ΚΝΣ χορηγείται χλωροπρομαζίνη. Η δόση της χλωροπρομαζίνης είναι 1 mg/kg βάρους σώματος σε δηλητηρίαση με αμφεταμίνη και 0.5 mg/kg βάρους σώματος όταν η αμφεταμίνη έχει ληφθεί σε συνδυασμό με βαρβιτουρικό. Αμφεταμίνη και Σχετικές Ενώσεις

30 n Ένα σημαντικό πρόβλημα με τη χορήγηση της χλωροπρομαζίνης είναι ότι αλληλεπιδρά με διάφορα «φάρμακα του δρόμου» όπως STP, MDA ή DMT, με κίνδυνο πρόκλησης σημαντικής υπότασης. Όταν το ιστορικό δεν είναι ξεκάθαρο για λήψη αμφεταμίνης τότε χορηγείται ενδοφλεβίως διαζεπάμη σε δόση 0.1 με 0.3 mg/kg βάρους σώματος. Ακόμη σε σοβαρές δηλητηριάσεις, για την αύξηση της νεφρικής απέκκρισης της αμφεταμίνης, μπορεί να χρησιμοποιηθεί η προκλητή διούρηση με ενδοφλέβια χορήγηση υγρών για την αύξηση της ροής των ούρων σε 3 με 6 ml/kg/ώρα καθώς και οξίνηση των ούρων σε pH με χλωριούχο αμμώνιο χορηγούμενο ενδοφλεβίως σε επιμέρους δόσεις 4 φορές την ημέρα και μέχρι 6 g ημερησίως. Αμφεταμίνη και Σχετικές Ενώσεις

31 n Δηλητηρίαση από οπιοειδή ναρκωτικά-αναλγητικά μπορεί να συμβεί κυρίως με τη κατάχρηση φαρμάκων από τους χρήστες ναρκωτικών ουσιών. Η οξεία δηλητηρίαση μπορεί να οδηγήσει τελικά σε αναπνευστική καταστολή ή άπνοια και κώμα, ενώ συνήθως προηγούνται χαρακτηριστικά συμπτώματα όπως μύση, υπόταση, κατακράτηση ούρων, δυσκοιλιότητα, μυϊκοί σπασμοί και φαγούρα. Άλλα συμπτώματα όπως λευκοκυττάρωση, υπερπυρεξία και πνευμονικό οίδημα μπορούν να συμβούν, ιδιαίτερα σε χρήστες που κάνουν χρήση ναρκωτικών ουσιών ενδοφλεβίως. Τα συμπτώματα μπορούν να διαρκέσουν ώρες ή και περισσότερο με λήψη μεθαδόνης ή δεξτροπροποξυφαίνης. Χρόνια δηλητηρίαση με οπιοειδή ναρκωτικά συνοδεύεται από ενδοκαρδίτιδα, μυογλοβινουρία, καρδιακές αρρυθμίες, τέτανο και θρομβοφλεβίτιδα. Οπιοειδή Ναρκωτικά

32 n Για τη θεραπευτική αντιμετώπιση της οξείας δηλητηρίασης από το στόμα ενδείκνυται ιδιαίτερα ο εμετός και η πλύση στομάχου, αρκετές ώρες μετά τη λήψη του φαρμάκου, για τη μείωση της απορρόφησης των οπιοειδών ναρκωτικών από το γαστρεντερικό σωλήνα, αφού είναι γνωστό ότι τα οπιοειδή ναρκωτικά επιβραδύνουν τη γαστρική κένωση. Ακολουθεί χορήγηση ενεργού άνθρακα, σε ποσότητες 5πλάσιες ή 10πλάσιες (ελάχιστο 10 g) σε σχέση με την εκτιμούμενη ποσότητα του οπιοειδούς ναρκωτικού που ελήφθη, ακολουθούμενο από αλατούχο καθαρτικό (θεϊκό νάτριο ή μαγνήσιο 250 mg/kg βάρους σώματος). Λόγω της δυσκοιλιότητας που προκαλούν τα οπιοειδή ναρκωτικά το καθαρτικό θα πρέπει να χορηγείται κάθε 3 με 4 ώρες μέχρι να επιτευχθεί κένωση του εντέρου. Οπιοειδή Ναρκωτικά

33 n Η ναλοξόνη σε δόση 0.01 mg/kg βάρους σώματος σε παιδιά ή mg/kg βάρους σώματος σε ενηλίκους θα πρέπει να χορηγείται ενδοφλεβίως για την αναστροφή της καταστολής του ΚΝΣ και της αναπνοής. Μέγιστη δόση 10 mg για ενηλίκους. Η ναλοξόνη είναι ένας γνήσιος ανταγωνιστής των οπιοειδών υποδοχέων χωρίς να κατέχει αγωνιστικές ιδιότητες. Το φάρμακο ανταγωνίζεται τη δράση της ηρωίνης, μορφίνης, πεθιδίνης, δεξτροπροποξυφαίνης, πενταζοκίνης, διφαινυλοξυλάτης, μεθαδόνης, κωδεΐνης και δεξτρομεθορφάνης. n Λόγω της μικρής διάρκειας δράσης της (60 με 90 min) θα πρέπει να χορηγείται σε επαναλαμβανόμενες δόσεις κάθε 2-3 min μέχρι την αποκατάσταση φυσιολογικής αναπνοής και τον πλήρη μεταβολισμό του οπιοειδούς ναρκωτικού, ιδιαίτερα στη θεραπευτική αντιμετώπιση της δηλητηρίασης με μεθαδόνη. Άλλοι οπιοειδείς ανταγωνιστές, όπως ναλορφίνη και λεβαλλορφάνη, κατέχουν ταυτόχρονα και αγωνιστικές ιδιότητες, όπως καταστολή της αναπνοής και δε χρησιμοποιούνται πλέον. Οπιοειδή Ναρκωτικά

34 n Η φαινκυκλιδίνη (PCP) αναπτύχθηκε αρχικά σαν ένα αναισθητικό φάρμακο για τους ανθρώπους, αλλά εγκαταλείφθηκε λόγω των μετεγχειρητικών ανεπιθύμητων ενεργειών που εμφανίζει (π.χ. παραισθήσεις, ανησυχία, κ.ά.). Σήμερα χρησιμοποιείται σαν ηρεμιστικό φάρμακο στην κτηνιατρική. Είναι γνωστό επίσης με διάφορα ονόματα από τους χρήστες ναρκωτικών ουσιών όπως αγγελόσκονη, ηρεμιστικό ελεφάντων και αλόγων, ζιζανιοκτόνο, peace pill, rocket fuel, κ.ά. Συχνά πωλείται στους χρήστες ναρκωτικών ουσιών σαν τετραϋδροκαναβινόλη (THC), μεσκαλίνη, ψιλοκυβίνη, LSD, αμφεταμίνη, ή κοκαΐνη. Σχετίζεται στενά με την κεταμίνη και οι δύο ουσίες προκαλούν αναισθησία. Λόγω της σχετικά εύκολης παρασκευής και της διαθεσιμότητας της χρησιμοποιείται αρκετά, ιδιαίτερα από τα νεαρά άτομα, από το στόμα, καπνίζεται ή εισπνέεται από τη μύτη, ενώ η ενδοφλέβια ένεση είναι λιγότερο συχνή. Φαινκυκλιδίνη (PCP)

35 n Τα κλινικά συμπτώματα από τη χρήση φαινκυκλιδίνης περιλαμβάνουν διέγερση του ΚΝΣ με παρανοϊκή και επιθετική συμπεριφορά, που συχνά χαρακτηρίζεται ως αυτοκαταστροφική. Άλλα συμπτώματα είναι, μύση, υπνηλία, αργές κινήσεις του σώματος, αταξία, δυσκολία στην ομιλία, παράξενη συμπεριφορά, ταχυκαρδία, υπέρταση που μπορεί να εξελιχθεί σε υπόταση, σπασμοί, αναπνευστική καταστολή και κώμα. Η φαινκυκλιδίνη μπορεί να αναλυθεί στον ορό, τα ούρα και το γαστρικό περιεχόμενο. Η αρχική αντιμετώπιση της δηλητηρίασης απαιτεί απομόνωση του ασθενούς από όλα τα ερεθίσματα, όπως θόρυβος, φως και επαφή. Ένα υποστηρικτικό, ήσυχο και μη απειλητικό περιβάλλον μπορεί να βοηθήσει στην ελάττωση των ψυχομιμητικών ενεργειών από τα «άσχημα όνειρα». Η συνεχής συνομιλία με τον ασθενή, σε πολλές περιπτώσεις, μπορεί να είναι ευεργετική και όλο ότι απαιτείται. Φαινκυκλιδίνη (PCP)

36 n Οι ασθενείς με ανησυχία ή σπασμούς θα πρέπει να προστατεύονται από αυτοπροκαλούμενες βλάβες και να τους χορηγηθεί διαζεπάμη ενδοφλεβίως. Σε σοβαρές περιπτώσεις δηλητηρίασης με φαινκυκλιδίνη η υπόταση θα πρέπει να αντιμετωπισθεί με χορήγηση ουσιών που αυξάνουν τον όγκο του πλάσματος, πριν από τη χορήγηση αγγειοσυσπαστικών φαρμάκων. Ακόμη, σε περίπτωση υπέρτασης χορηγείται διαζοξείδιο. n Επειδή η φαινκυκλιδίνη εκκρίνεται στο στομάχι η πλύση στομάχου ή η αιμοδιύλιση μπορούν να χρησιμοποιηθούν γιατί επιταχύνουν την απομάκρυνση του φαρμάκου από το σώμα. Ακόμη οξίνηση των ούρων σε συνδυασμό με προκλητή διούρηση μπορεί να επιταχύνει τη νεφρική απέκκριση της φαινκυκλιδίνης, η μυογλοβινουρία όμως που μπορεί να εμφανισθεί αποτελεί αντένδειξη στη χρήση της οξίνησης των ούρων. Φαινκυκλιδίνη (PCP)

37 n Χλωριωμένοι Υδρογονάνθρακες n Τα παρασιτοκτόνα, που ανήκουν στην ομάδα των χλωριωμένων υδρογονανθράκων, είναι σταθερές λιπόφιλες ενώσεις που συνήθως χρησιμοποιούνται υπό μορφή διαλυμάτων με οργανικούς διαλύτες ή αποστάγματα πετρελαίου. Συχνά οι διαλύτες των εντομοκτόνων αυτών είναι τοξικοί και σε περίπτωση έκθεσης σε μεγάλες ποσότητες διαλυμάτων παρασιτοκτόνων θα πρέπει να εξετάζεται τόσο η τοξικότητα των παρασιτοκτόνων όσο και των διαλυτών τους (π.χ. πνευμονία από υδρογονάνθρακες). Πολλοί από τους χλωριωμένους υδρογονάνθρακες, υπό μορφή διαλυμάτων, απορροφούνται από το δέρμα και το βλεννογόνο του γαστρεντερικού και αναπνευστικού συστήματος και προκαλούν τοξικότητα στο ΚΝΣ. Ακόμη, οι αλογονωμένοι υδρογονάνθρακες μπορούν να προκαλέσουν τοξικότητα στην καρδιά, το ήπαρ και τους νεφρούς. Παρασιτοκτόνα

38 n Οι κυριότεροι αντιπρόσωποι αυτής της κατηγορίας παρασιτοκτόνων είναι το χλωρδάνιο, DDT, διελδρίνη, ενδρίνη, λινδάνιο, μεθοξυχλώριο, καμφεχλώριο (toxaphene) και π-διχλωροβενζόλιο. Οι κλινικές εκδηλώσεις περιλαμβάνουν ανησυχία, ταραχή, έμετο, γαστρεντερικές διαταραχές, κοιλιακά άλγη και καταστολή του ΚΝΣ. Με μεγαλύτερες δόσεις μπορεί να προκληθούν σπασμοί και αταξία. Για την αντιμετώπιση της δηλητηρίασης, με λήψη χλωριωμένων υδρογονανθράκων από το στόμα, ενδείκνυται ο εμετός, εκτός αν ο ασθενής βρίσκεται σε κώμα, σπασμούς ή έχει χάσει το αντανακλαστικό του φάρυγγα. Ο εμετός ακολουθείται από χορήγηση ενεργού άνθρακα και ενός αλατούχου καθαρτικού. Παρασιτοκτόνα

39 n Η χορήγηση ελαιούχων καθαρτικών (π.χ. καστορέλαιο) πρέπει να αποφεύγεται γιατί μπορούν να αυξήσουν την απορρόφηση των χλωριωμένων υδρογονανθράκων από το γαστρεντερικό σωλήνα. Ακόμη, αντενδείκνυται η χορήγηση επινεφρίνης λόγω της ευαισθητοποίησης του μυοκαρδίου από τους χλωριωμένους υδρογονάνθρακες και την πιθανή πρόκληση καρδιακών αρρυθμιών. Οι σπασμοί αντιμετωπίζονται με χορήγηση διαζεπάμης σε δόσεις 0.1 mg/kg βάρους σώματος ενδοφλεβίως και μέχρι 10 mg ως μέγιστη δόση. Σε χρόνια δηλητηρίαση από χλωρδεκόνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί η χολεστυραμίνη που δεσμεύει την ουσία στο γαστρεντερικό σωλήνα. Παρασιτοκτόνα

40 n Οργανοφωσφορικοί Εστέρες n Στα παρασιτομοκτόνα της ομάδας των οργανοφωσφορικών εστέρων περιλαμβάνονται το μαλαθείο, παραθείο, χλωροθείο, διαζινόνη, τετρααιθυλοπυροφωσφορικό οξύ (TEPP) και το DFP που είναι ισχυροί μη αντιστρεπτοί αναστολείς της ακετυλοχολινεστεράσης που όπως είναι γνωστό διασπά την ακετυλοχολίνη, με αποτέλεσμα τη συσσώρευση της τελευταίας στους χολινεργικούς υποδοχείς. Δηλητηρίαση με οργανοφωσφορικούς εστέρες προκαλεί ένα ευρύ φάσμα κλινικών εκδηλώσεων ενδεικτικών χολινεργικής υπερδιέγερσης, που οφείλονται σε μουσκαρινική, νικοτινική, κινητική και κεντρική δράση. Παρασιτοκτόνα

41 n Τα κυριότερα συμπτώματα είναι πονοκέφαλος, αδυναμία, ζάλη, μύση, θόλωση της οράσεως, σπασμός προσαρμογής, ψύχωση, αναπνευστική δυσχέρεια, παράλυση, σπασμοί και κώμα. Τυπικά συμπτώματα είναι σιελόρροια, δακρύρροια, διούρηση και διάρροια. Μερικοί ασθενείς μπορεί να μην εμφανίσουν μύση που αποτελεί ένα κλασικό διαγνωστικό εύρημα. Τα συμπτώματα της δηλητηρίασης με οργανοφωσφορικούς εστέρες εμφανίζονται συνήθως 12 ώρες μετά την έκθεση στο δηλητήριο. Η μέτρηση της χολινεστεράσης των ερυθροκυττάρων είναι ένας καλός διαγνωστικός δείκτης. Ελάττωση της τιμής της κατά 50% ή και περισσότερο σε σχέση με τις φυσιολογικές τιμές, αποτελεί ένδειξη σοβαρής δηλητηρίασης που απαιτεί τη χορήγηση πραλιδοξίμης (2-PAM) που επαναδραστηροποιεί (αναγεννά) τη χολινεστεράση. Παρασιτοκτόνα

42 n Οι οργανοφωσφορικοί εστέρες απορροφούνται από το δέρμα γι’ αυτό μια από τις πρώτες φροντίδες είναι η απομάκρυνση του δηλητηρίου από το σώμα (π.χ. χέρια), τα ρούχα ή το περιβάλλον του ασθενούς. Τα μέρη του σώματος που εκτέθηκαν στο δηλητήριο καθαρίζονται πολύ καλά με απορρυπαντικό. Η πρωταρχική φροντίδα αποσκοπεί στη διατήρηση της αναπνευστικής λειτουργίας. Σε περίπτωση λήψης από το στόμα ενδείκνυται ο εμετός, εκτός αν ο ασθενής βρίσκεται σε κώμα, σπασμούς, ή έχει χάσει το αντανακλαστικό του φάρυγγα. Στη συνέχεια ακολουθεί χορήγηση ενεργού άνθρακα και ενός αλατούχου καθαρτικού. Η ατροπίνη είναι το φάρμακο εκλογής, ιδιαίτερα σε άτομα με αναπνευστικά προβλήματα και πρέπει να χορηγείται μέχρι την εμφάνιση συμπτωμάτων ατροπινισμού (π.χ. ξηροστομία, μυδρίαση, ταχυκαρδία). Παρασιτοκτόνα

43 n Σε μερικές περιπτώσεις, για την αναστροφή της χολινεργικής δράσης, απαιτούνται μεγάλες δόσεις ατροπίνης (μέχρι 2 g). Σημαντική μείωση της χολινεστεράσης στα ερυθροκύτταρα απαιτεί τη χορήγηση πραλιδοξίμης σε συνδυασμό με ατροπίνη. Η δόση της πραλιδοξίμης στους ενήλικες είναι 1 g που χορηγείται ενδοφλεβίως με αργό ρυθμό και η δόση επαναλαμβάνεται κάθε 8 με 12 ώρες και μέχρι 3 δόσεις. Η δόση στα παιδιά είναι 250 mg/kg βάρους σώματος χορηγούμενη ενδοφλεβίως με αργό ρυθμό και επαναλαμβάνεται κάθε 8 με 12 ώρες. Σε δηλητηρίαση με οργανοφωσφορικούς εστέρες αντενδείκνυται η χορήγηση θεοφυλλίνης, σουκινυλοχολίνης, φυσοστιγμίνης και μορφίνης. Παρασιτοκτόνα

44 n Καρβαμιδικοί Εστέρες n Οι καρβαμιδικοί εστέρες (aminocarb, carbaryl και landrin) είναι αντιστρεπτοί αναστολείς της ακετυλοχολινεστεράσης και θεωρούνται λιγότερο τοξικοί από τους οργανοφωσφορικούς εστέρες, λόγω της ταχείας επαναδραστηριοποίησης της ακετυλοχολινεστεράσης. Τα κυριότερα συμπτώματα περιλαμβάνουν αδυναμία, εφίδρωση, μύση, θόλωση της οράσεως, σιελόρροια, δακρύρροια, ναυτία, έμετο, κοιλιακές κράμπες, διούρηση και διάρροια. Σοβαρές δηλητηριάσεις μπορεί να προκαλέσουν μυϊκές κράμπες, πνευμονικό οίδημα και σπασμούς. n Η ατροπίνη θεωρείται το φάρμακο επιλογής για τη διατήρηση της αναπνοής και χορηγείται ενδοφλεβίως σε δόση 2 mg σε ενήλικες και 0.05 mg/kg βάρους σώματος σε παιδιά. Η δόση επαναλαμβάνεται σε μεσοδιαστήματα 5 με 10 min. θα πρέπει να ληφθεί φροντίδα για την αποτροπή απορρόφησης του δηλητηρίου από τα ρούχα ή το περιβάλλον του ασθενούς. Η πραλιδοξίμη χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με ατροπίνη σε σοβαρές δηλητηριάσεις. Παρασιτοκτόνα

45 n Τα κυανιούχα βρίσκονται σε μερικά μυοκτόνα και παρασιτοκτόνα φάρμακα, φωτογραφικά διαλύματα και άλλα βιομηχανικά προϊόντα. Ενώσεις όπως το κυανιούχο κάλιο, KCN, διατίθενται σε καταστήματα χημικών αντιδραστηρίων. Τα κυανιούχα απορροφούνται εύκολα από όλες τις οδούς, όπως το δέρμα, τους βλεννογόνους, ή με εισπνοή. Όμως τα κυανιούχα άλατα των αλκαλίων είναι τοξικά μόνο όταν ληφθούν από το στόμα. Ο θάνατος μπορεί να προκύψει με λήψη από το στόμα ακόμη και μικρών ποσοτήτων NaCN ή KCN. Το πόσο σύντομα θα επέλθει ο θάνατος εξαρτάται από την ποσότητα και την οδό λήψης των κυανιούχων. Εισπνοή τοξικών ατμών κυανιούχων μπορεί να επιφέρει σύντομα το θάνατο. Θα πρέπει να αναφερθεί ότι δηλητηριάσεις έχουν συμβεί από λήψη νιτροπρωσσικού νατρίου και πικραμυγδάλων. Κυανιούχα

46 n Η δηλητηρίαση με κυανιούχα προκαλεί μια πικρή και καυστική οσμή παρόμοια με των πικραμυγδάλων στην αναπνοή του ασθενούς. Όμως περίπου 20% του πληθυσμού αδυνατεί για γενετικούς λόγους να διακρίνει τη χαρακτηριστική αυτή οσμή. Τα κυριότερα συμπτώματα είναι σιελόρροια, ναυτία χωρίς εμετό, ανησυχία, σύγχυση, ίλιγγο, σπασμοί, παράλυση, κώμα, καρδιακές αρρυθμίες και παροδική αναπνευστική διέγερση που ακολουθείται από αναπνευστική ανεπάρκεια. n Η βραδυκαρδία είναι κοινό εύρημα και μια μακρά φάση εκπνοής θεωρείται ότι είναι χαρακτηριστική με δηλητηρίαση από κυανιούχα. Σε ασθενείς με αναπνευστική δυσχέρεια ή άπνοια θα πρέπει να αρχίσει αμέσως τεχνητή αναπνοή με χορήγηση καθαρού οξυγόνου. Εισπνοή νιτρώδους αμυλίου (1-2 φύσιγγες) για 15 με 30 sec κάθε min θα πρέπει να αρχίσει αμέσως και στη συνέχεια ακολουθεί ενδοφλέβια χορήγηση νιτρώδους νατρίου. Κυανιούχα

47 n Το νιτρώδες αμύλιο έχει την ικανότητα να μετατρέπει την αιμοσφαιρίνη σε μεθαιμοσφαιρίνη που έχει μεγαλύτερη συγγένεια σύνδεσης για τα κυανιούχα από την αιμοσφαιρίνη. Όμως το νιτρώδες αμύλιο μπορεί να μετατρέψει μόνο ένα 5% της αιμοσφαιρίνης σε μεθαιμοσφαιρίνη. Στους ενηλίκους χορηγείται ενδοφλεβίως 300 mg νιτρώδους νατρίου για να διατηρήσουν ένα επιθυμητό επίπεδο μεθαιμοσφαιρίνης, περίπου 25%. n Στα παιδιά θα πρέπει να αποφεύγονται να χορηγούνται μεγάλες δόσεις νιτρώδους νατρίου γιατί μπορεί να προκύψει θανατηφόρος μεθαιμοσφαιριναιμία και μια δόση 10 mg/kg βάρους σώματος θεωρείται ασφαλής. Αμέσως μετά τη χορήγηση του νιτρώδους νατρίου θα πρέπει να χορηγηθεί θειοθειικό νάτριο. Κυανιούχα

48 n Τα θειοθειικά συνδέονται με τα κυανιούχα και σχηματίζουν θειοκυανιούχα, που εύκολα πλέον απεκκρίνονται στα ούρα. Θα πρέπει επίσης να χορηγείται οξυγόνο που αυξάνει την αποτελεσματικότητα των νιτρωδών και των θειοθειικών. Η θεραπεία με οξυγόνο θα πρέπει να διατηρείται κατά τη διάρκεια και μετά τη θεραπεία με θειοθειικά για να εξασφαλίσει επαρκή οξυγόνωση του αίματος. Επίπεδα μεθαιμοσφαιρίνης πάνω από 50% αποτελούν ένδειξη για μετάγγιση αίματος. Τα κλινικά συμπτώματα μπορούν να επανεμφανισθούν και γι’ αυτό ο ασθενής θα πρέπει να παρακολουθείται για 24 με 48 ώρες και σε τυχόν επανεμφάνιση των συμπτωμάτων θα πρέπει να χορηγηθεί νιτρώδες νάτριο και θειοθειικό νάτριο στο ήμισυ της αρχικής δόσης. Κυανιούχα

49 n Διάφορα σκευάσματα σιδήρου (θεϊκός, γλυκονικός, φουμαρικός και πρωτεϊνικός σίδηρος) χρησιμοποιούνται σε περιπτώσεις αναιμιών, ιδιαίτερα στις γυναίκες. Η τοξικότητα από λήψη σιδήρου διακρίνεται σε 5 φάσεις. Η πρώτη φάση διαρκεί 30 min με 2 ώρες, μετά τη λήψη από το στόμα και τα κυριότερα συμπτώματα είναι λήθαργος, ανησυχία, αιματέμεση, κοιλιακά άλγη, δυσκοιλιότητα ή αιματηρή διάρροια. Η άμεση διαβρωτική δράση του σιδήρου στους ιστούς μπορεί να προκαλέσει αιμορραγική νέκρωση των βλεννογόνων του γαστρεντερικού σωλήνα με αποτέλεσμα την πρόκληση shock. Η δεύτερη φάση χαρακτηρίζεται από μια κατάσταση ανάκαμψης η οποία όμως εξελίσσεται στην τρίτη φάση που εμφανίζεται 2 με 12 ώρες μετά την πρώτη φάση. Σίδηρος

50 n Η τρίτη φάση χαρακτηρίζεται από την εμφάνιση shock, μεταβολικής οξέωσης, κυάνωσης και πυρετού. Η οξέωση προκύπτει από την ελευθέρωση υδρογονοκατιόντων (Η + ) λόγω μετατροπής των σιδηρι (Fe 3+ ) σε σιδηρο (Fe 2+ ) ιόντων και τη συσσώρευση γαλακτικού και κιτρικού οξέος. Η τέταρτη φάση συμβαίνει 2 με 4 ημέρες μετά τη λήψη του σιδήρου από το στόμα και συχνά χαρακτηρίζεται από την εμφάνιση ηπατικής νέκρωσης που αναπτύσσεται λόγω της άμεσης τοξικής δράσης του σιδήρου στα μιτοχόνδρια. Η πέμπτη φάση συμβαίνει 2 με 4 εβδομάδες μετά τη λήψη του σιδήρου και χαρακτηρίζεται από απόφραξη του γαστρεντερικού σωλήνα. Η λήψη του σιδήρου από το στόμα μπορεί να προκαλέσει ακόμη και το θάνατο και για δόσεις σιδήρου πάνω από 30 mg/kg βάρους σώματος οι ασθενείς θα πρέπει να εισάγονται στο νοσοκομείο. Σίδηρος

51 n Η λήψη σιδήρου από το στόμα μπορεί να διαπιστωθεί με ακτινογραφία αχτίνων Χ που μπορεί να αποκαλύψει θραύσματα ή και ολόκληρα δισκία του σιδηρούχου σκευάσματος στο γαστρεντερικό σωλήνα. Άλλες μέθοδοι για την εξακρίβωση της δηλητηρίασης από σκευάσματα σιδήρου περιλαμβάνουν τη μέτρηση των λευκοκυττάρων (πάνω από ) ή του σακχάρου του αίματος (πάνω από 150 mg/100 ml) που θα πρέπει να γίνουν μέσα στις πρώτες 6 ώρες από τη λήψη του σιδήρου από το στόμα, καθώς και των συγκεντρώσεων του σιδήρου στο πλάσμα. Μια πολύ καλή μέθοδος για τη διαπίστωση δηλητηρίασης από σίδηρο είναι η χρήση δεφεροξαμίνης που είναι μια χηλική ένωση που σχηματίζει σύμπλοκο με τα σιδηρι (Fe 3+ ) ιόντα που απεκκρίνεται στα ούρα χρωματίζοντας τα ερυθροροδόχροα. Η εμφάνιση του χρώματος στα ούρα υποδηλώνει την ύπαρξη ελεύθερων ιόντων σιδήρου που σχημάτισαν σύμπλοκο με τη δεφεροξαμίνη. Σίδηρος

52 n Για την αντιμετώπιση της δηλητηρίασης από σίδηρο ενδείκνυται εμετός και πλύση στομάχου. Για την αποσιδήρωση μπορεί να χορηγηθεί δεφεροξαμίνη αλλά το μειονέκτημα της είναι ότι μπορεί να προκαλέσει υπόταση. Η δεφεροξαμίνη χορηγείται με συνεχή ενδοφλέβια έγχυση, σε δόση μέχρι 80 mg/kg βάρους σώματος το 24ωρο (για βρέφη μέγιστο 1 g). Η θεραπεία συνεχίζεται ώσπου να πέσει ο σίδηρος του ορού και των ούρων. Όταν ο ασθενής βρίσκεται σε κατάσταση shock ή κώματος, ή η συγκέντρωση του σιδήρου στο πλάσμα είναι πάνω από 350 mg/ml τότε η δεφεροξαμίνη μπορεί να χορηγηθεί ενδομυϊκά (20 mg/kg κάθε 4-6 ώρες). Το shock και η αφυδάτωση θα πρέπει να αντιμετωπισθούν με χορήγηση υγρών. Σίδηρος

53 n Ο υδράργυρος, μεταλλικός, υπό μορφή αλάτων ή οργανικών ενώσεων, απαντάται σε διάφορα προϊόντα όπως θερμόμετρα, μπαταρίες, χρώματα, αντιμυκητιακά ή καθαρτικά φάρμακα. Η δηλητηρίαση, οξεία ή χρόνια, μπορεί να συμβεί με έκθεση στα παραπάνω προϊόντα ή μέσω της τροφικής αλυσίδας. Η τοξικότητα του υδραργύρου σχετίζεται με τη μορφή του και ο μεταλλικός υδράργυρος είναι σχετικά ατοξικός, εκτός αν μετατραπεί στην ιονική του μορφή με έκθεση σε οξέα ή ισχυρά οξειδωτικά. Γενικά τα άλατα του δισθενούς υδραργύρου είναι πιο τοξικά από τα άλατα του μονοσθενούς υδραργύρου. Τα κυριότερα συμπτώματα σε περίπτωση οξείας δηλητηρίασης με άλατα υδραργύρου είναι: μεταλλική γεύση, σιελόρροια, εμετός, διάρροια, οίδημα γαστρεντερικού σωλήνα, κοιλιακά άλγη και αιμορραγία. Υδράργυρος

54 n Μεγάλες λήψεις υδραργυρικών αλάτων από το στόμα μπορεί να προκαλέσουν βλάβες στους νεφρούς υπό τη μορφή νέφρωσης, ολιγουρίας ή ανουρίας. Λήψη οργανικών υδραργυρικών ενώσεων μπορεί να προκαλέσει ναυτία, εμετό, κοιλιακά άλγη και διάρροια, αλλά η κύρια τοξικότητα σ’ αυτές τις περιπτώσεις περιλαμβάνει νευρολογικές διαταραχές με παραισθήσεις, διαταραχές της οράσεως και της ακοής, αταξία, κώμα και θάνατο. Τα συμπτώματα αυτά μπορεί να συμβούν αρκετές εβδομάδες μετά τη λήψη του δηλητηρίου. Δηλητηρίαση μπορεί να συμβεί και από μολυσμένα θαλασσινά ή εισπνοή ατμών οργανικών ενώσεων του υδραργύρου. Χρόνια δηλητηρίαση μπορεί να συμβεί μετά από χρόνια έκθεση σε υδραργυρικά προϊόντα και χαρακτηρίζεται από ένα τυπικό νευρολογικό σύνδρομο. Υδράργυρος

55 n Τα πρώτα μέτρα για την αντιμετώπιση της δηλητηρίασης είναι ο εμετός και η πλύση στομάχου και στη συνέχεια χορήγηση ενεργού άνθρακα και ενός αλατούχου καθαρτικού. Μπορεί να δοθεί γάλα που βοηθά στην καταβύθιση του υδραργύρου. Σαν αντίδοτα χρησιμοποιούνται η D- πενικιλλαμίνη και η διμερκαπρόλη (BAL) που σχηματίζουν σύμπλοκα με τα ιόντα υδραργύρου. Η πενικιλλαμίνη χορηγείται σε δόση 250 mg από το στόμα 4 φορές την ημέρα για τους ενηλίκους και σε δόσεις 100 mg/kg βάρους σώματος την ημέρα στα παιδιά με μέγιστη δόση ημερησίως το 1 g για 3 με 10 ημέρες και συνεχή έλεγχο της απέκκρισης του υδραργύρου. Υδράργυρος

56 n Σε ασθενείς, που δεν ανέχονται την πενικιλλαμίνη, χορηγείται η διμερκαπρόλη ενδομυϊκά σε δόσεις 3 με 5 mg/kg βάρους σώματος κάθε 4 ώρες για τις πρώτες δύο ημέρες και για μια εβδομάδα σε δόσεις 2.5 με 3 mg/kg κάθε 12 ώρες. Η κνίδωση που σχετίζεται με τη χορήγηση της διμερκαπρόλης μπορεί να ελεγχθεί με αντιισταμινικά φάρμακα (π.χ. διφαινυδραμίνη). Σε περίπτωση νεφρικής ανεπάρκειας δεν πρέπει να χορηγείται πενικιλλαμίνη αφού το φάρμακο απεκκρίνεται κυρίως από τους νεφρούς, μπορεί όμως να χορηγηθεί διμερκαπρόλη που απεκκρίνεται με τη χολή. Υδράργυρος


Κατέβασμα ppt "N Οι περισσότερες δηλητηριάσεις με σαλικυλικά συμβαίνουν με ακετυλοσαλικυλικό οξύ (ασπιρίνη), αν και σοβαρές δηλητηριάσεις με σαλικυλικά μπορούν να προκύψουν."

Παρόμοιες παρουσιάσεις


Διαφημίσεις Google