Η παρουσίαση φορτώνεται. Παρακαλείστε να περιμένετε

Η παρουσίαση φορτώνεται. Παρακαλείστε να περιμένετε

Δομή των Χρηματοπιστωτικών Αγορών Ανάλογα με την διάρκεια (οικονομική ζωή) των χρηματοπιστωτικών προϊόντων που διαπραγματεύονται στις αγορές έχουμε την.

Παρόμοιες παρουσιάσεις


Παρουσίαση με θέμα: "Δομή των Χρηματοπιστωτικών Αγορών Ανάλογα με την διάρκεια (οικονομική ζωή) των χρηματοπιστωτικών προϊόντων που διαπραγματεύονται στις αγορές έχουμε την."— Μεταγράφημα παρουσίασης:

1

2 Δομή των Χρηματοπιστωτικών Αγορών Ανάλογα με την διάρκεια (οικονομική ζωή) των χρηματοπιστωτικών προϊόντων που διαπραγματεύονται στις αγορές έχουμε την διάκριση μεταξύ – της χρηματαγοράς και – της κεφαλαιαγοράς.

3 Χρηματαγορά Στην αγορά αυτή γίνεται η διαπραγμάτευση χρηματοπιστωτικών προϊόντων η χρονική διάρκεια των οποίων δεν ξεπερνά το ένα έτος. Τα προϊόντα της χρηματαγοράς διακρίνονται για τα μεγάλα τους ποσά, το μικρό κίνδυνο και υψηλή ρευστότητα. Παραδείγματα τέτοιων προϊόντων είναι τα πιστωτικά καταθέσεων, τα repos, τα έντοκα γραμμάτια του δημοσίου, τα ευρωδολάρια.

4 ΧΡΗΜΑΤΑΓΟΡΑ Χρηματοπιστωτικά μέσα: όσα περιλαμβάνονται στην ευρύτερη έννοια του χρήματος. – Τραπεζογραμμάτια (χαρτονομίσματα), – Αξιόγραφα που εκδίδουν το Δημόσιο, οι Τράπεζες, οι Δημόσιοι Οργανισμοί, καθώς και οι Επιχειρήσεις.

5 Χρηματοπιστωτικές Αγορές Καλούνται οι αγορές όπου: – Εκδηλώνεται η ζήτηση και η προσφορά για κάθε χρηματοπιστωτικού μέσου. – Γίνεται η διαπραγμάτευση τους και διαμορφώνεται η τιμή τους – Πραγματοποιείται η αγοραπωλησία τους.

6 Χρηματοπιστωτικά Μέσα Τα χρηματοπιστωτικά μέσα έχουν τα ακόλουθα γενικά χαρακτηριστικά: – Χρονική διάρκεια (ληκτότητα) μικρότερη του έτους – Η ρευστοποίηση εύκολη. – Μικρός έως ανύπαρκτος κίνδυνος αθέτησης, Τα εκδίδουν δημόσιοι φορείς και επιχειρήσεις υψηλής φερεγγυότητας.

7 Κεφαλαιαγορά Στην αγορά αυτή διαπραγματεύονται χρηματοδοτικά προϊόντα η χρονική διάρκεια των οποίων είναι μεγαλύτερη του ενός χρόνου – γενικά ο κίνδυνος είναι μεγαλύτερος και η ρευστότητα μικρότερη των προϊόντων της χρηματαγοράς Οι αγορές κεφαλαίου συνήθως διακρίνονται – στις αγορές μετοχικών τίτλων (equity market), – στις αγορές δανειακών κεφαλαίων (bond market) και στις αγορές κτηματικών δανείων (mortgage market).

8 ΑΓΟΡΑ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ - ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑ Ε ίναι η αγορά των χρηματοπιστωτικών τίτλων που έχουν μεγάλη διάρκεια λήξης και φέρουν σχετικά υψηλό κίνδυνο Στην αγορά αυτή διαπραγματεύονται τίτλους που χρησιμοποιούνται για επενδυτικούς σκοπούς. Οι αγορές κεφαλαίου εξυπηρετούν ουσιαστικά τις ανάγκες σε μακροπρόθεσμα κεφάλαια

9 Τα κυριότερα χαρακτηριστικά των χρηματοπιστωτικών τίτλων (αξιόγραφων) στις αγορές κεφαλαίου: – Έχουν διάρκεια είτε αρκετά μεγάλου χρονικού διαστήματος (δύο ή τρία ή και πολύ περισσότερα χρόνια) είτε δεν έχουν χρονική λήξη. – Η ρευστοποίηση τους είναι λιγότερο εύκολη από τους αντίστοιχους τίτλους (αξιόγραφα) των χρηματαγορών. – Παρουσιάζουν αρκετά μεγάλο κίνδυνο, Ιδιαίτερα όταν τα αξιόγραφα αυτά αποτελούν απαιτήσεις συμμετοχής στο κεφάλαιο των επιχειρήσεων (μετοχές).

10 Πρωτογενείς και Δευτερογενείς Αγορές Η πρωτογενής αγορά κεφαλαίου αναφέρεται στην έκδοση νέων μετοχών και ομολογιών ή νέων κρατικών ομολόγων. – Τα έσοδα των νέων αυτών εκδόσεων πηγαίνουν στις εταιρείες ή στο δημόσιο που εκδίδουν τα προϊόντα. Στη δευτερογενή αγορά κεφαλαίου γίνεται η αγοραπωλησία των υπαρχόντων αξιόγραφων. – Η σπουδαιότητα της δευτερογενούς αγοράς έγκειται στο ότι προσφέρει ρευστότητα η οποία με την σειρά της κάνει την πρωτογενή αγορά περισσότερο ελκυστική αφού οι επενδυτές ανά πάσα στιγμή μπορούν να πωλήσουν τα χρεόγραφα στη δευτερογενή αγορά. – Οι δευτερογενείς αγορές μπορεί να είτε οργανωμένες ή μη οργανωμένες.

11 Οργανωμένη Αγορά (organized exchange) Το χαρακτηριστικό της αγοράς αυτής είναι ότι οι αγοραπωλησίες των χρεογράφων γίνονται σε μια κεντρική τοποθεσία όπως το χρηματιστήριο Αθηνών στη Σοφοκλέους και το χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης (NYSE) επί της Wall street.

12 Μη Οργανωμένη Αγορά (Over the counter market) Στην αγορά αυτή δεν υπάρχει συγκεκριμένη τοποθεσία, αλλά μπορεί να πάρει μέρος οπουδήποτε δεδομένου ότι υπάρχουν ηλεκτρονικοί υπολογιστές που επιτρέπουν την παρακολούθηση της αγοράς και την διεκπεραίωση των συναλλαγών.

13 ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ Τα σημερινά χρηματιστήρια έχουν τις ρίζες τους στις οργανωμένες αγορές εμπορευμάτων της αρχαιότητας. Στην Ελλάδα οι τόποι αυτοί ονομαζόταν Αγοραί, τέτοιες αγορές υπήρχαν – στη Δήλο, – στους Δελφούς, – στον Πειραία,

14 ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ Αργότερα στη Ρώμη διαδέχτηκαν τα "Forum" και και στο Μεσαίωνα οι εμποροπανηγύρεις (Foires). Με το πέρασμα των χρόνων, καθώς αυξανόταν ο αριθμός των εμπορευμάτων δημιουργήθηκαν μόνιμες εμπορικές εκθέσεις χωρίς τα αντικείμενα συναλλαγής να είναι παρόντα.

15 ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ

16 Τα χρηματιστήρια – Διευκολύνουν τις συναλλαγές γιατί επιτρέπουν στους εκπροσώπους της προσφοράς και της ζήτησης ορισμένων αγαθών να συναντώνται σε ορισμένο χώρο και χρόνο. – Επιτρέπουν την ελεύθερη διαμόρφωση των τιμών των αγαθών, με βάση το θεμελιώδη νόμο της αγοράς, δηλαδή το νόμο της προσφοράς και της ζήτησης και έτσι αποφεύγεται ή περιορίζεται ο κίνδυνος της δημιουργίας τεχνιτών τιμών.

17 ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ Τα χρηματιστήρια – Δίνουν την ευκαιρία, στις μεν επιχειρήσεις να εξεύρουν κεφάλαια από την αποταμίευση, – στους δε αποταμιευτές να επενδύσουν το προϊόν της αποταμίευσής τους σε τίτλους, με την προσδοκία του κέρδους, συμβάλλουν έτσι στην τόνωση της παραγωγής και γενικότερα στην οικονομική ζωηρότητα, πρόοδο και ανάπτυξη της χώρας

18 Λόγοι δημιουργίας του Χρηματιστηρίου H επιδίωξη εξεύρεσης μακροπρόθεσμων κεφαλαίων H ανάγκη για σύναψη αγοροπωλησιών μεγάλων ποσοτήτων εμπορευμάτων που βρίσκονταν πολύ μακριά από τον τόπο διαπραγμάτευσής τους, ενώ απαιτούνταν για αυτά σοβαρά κεφάλαια H τάση για κερδοσκοπία.

19 Την οργανωμένη μορφή του Χρηματιστηρίου επέβαλαν: – η ταχύτητα διενέργειας των συναλλαγών – η δημοσιότητά τους – η καθαρότητα των συναλλαγών.

20 ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ oΤο Χρηματιστήριο σε όλες τις οικονομικά προηγμένες χώρες θεωρείται ένας σημαντικός μοχλός ανάπτυξης Οι εισηγμένες εταιρίες αντλούν κεφάλαια με χαμηλό κόστος από το ευρύ επενδυτικό κοινό,  διαθέτοντας νέες μετοχές και προσπαθώντας να πείσουν τους επενδυτές για τις θετικές προοπτικές τους

21 Κατηγορίες Μετοχών

22 Μετοχές Ονομαστικές Ανώνυμες Ονομαστική ΜΕΤΟΧΕΣ Κοινές ΑΞΙΕΣ Λογιστική Προνομιούχες Χρηματιστηριακή ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ: αγορά ενός συγκεκριμένου αριθμού μετοχών σε προκαθορισμένη θεωρητική τιμή

23 ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΕΣ - ΑΝΩΝΥΜΕΣ Η βασική διαφορά μεταξύ ανωνύμων και ονομαστικών μετοχών είναι ότι – για τις ανώνυμες κάτοχος τους θεωρείται ο κομιστής, – ενώ στις ονομαστικές είναι καταγεγραμμένο το όνομα του κατόχου των τίτλων επάνω στα μετοχολόγια των εταιριών που τις έχουν εκδώσει.

24 ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΕΣ - ΑΝΩΝΥΜΕΣ Διαφοροποιήσεις σε ό,τι αφορά τη χρηματιστηριακή συμπεριφορά των ανωνύμων και των ονομαστικών μετοχών δεν υπάρχουν – Οι περισσότερες από τις «βαριές μετοχές» του Ελληνικού Χρηματιστηρίου είναι ονομαστικές μετοχές, – αυτό δεν αποτελεί πλεονέκτημα σε ό,τι αφορά τη χρηματιστηριακή συμπεριφορά  τα στοιχεία που επηρεάζουν τις τιμές πρέπει να αναζητηθούν σε άλλα πεδία.

25 ΚΟΙΝΕΣ ΜΕΤΟΧΕΣ Οι κοινοί μετοχικοί τίτλοι έχουν τα εξής κύρια χαρακτηριστικά: – Ο επενδυτής αποκτά εταιρική ιδιότητα ως "μέτοχος", με συμμετοχή στον επιχειρηματικό κίνδυνο τίτλοι μη σταθερού εισοδήματος – Η συμμετοχική ιδιότητα έπεται στις υποχρεώσεις του παθητικού (χρέη προς τρίτους) των επιχειρήσεων.

26 ΚΟΙΝΕΣ ΜΕΤΟΧΕΣ – Οι κοινές ανώνυμες μετοχές είναι ομοιογενείς, ενιαίες, ισόποσες και ισότιμες, δηλαδή όλες έχουν την ίδια τρέχουσα χρηματιστηριακή αξία τιμή στην αγορά. – Είναι αδιαίρετες, δηλαδή δικαιούχος μιας μετοχής είναι μόνο ένας. – Είναι ελεύθερα μεταβιβάσιμες, βάσει των εντολών αγορών και πωλήσεων που δίνονται από τους επενδυτές.

27 ΚΟΙΝΕΣ ΜΕΤΟΧΕΣ – Έχουν μεταβαλλόμενη (κυμαινόμενη) και όχι σταθερή αξία. Ο κάτοχος των μετοχών έχει – Δικαίωμα συμμετοχής και ψήφου στις Γενικές Συνελεύσεις της εταιρίας, – Δικαίωμα προτίμησης σε περίπτωση έκδοσης νέων μετοχών, – Δικαίωμα συμμετοχής στη διανομή συνκεφαλαίου κατά τη λύση της Α.Ε.

28 ΠΡΟΝΟΜΙΟΥΧΕΣ ΜΕΤΟΧΕΣ Τι παρέχουν οι προνομιούχες;  Ότι παρέχεται και στους κατόχους των κοινών μετοχών εκτός του δικαιώματος ψήφου,  Προηγούνται στη διανομή μερίσματος, το πρώτο μέρισμα 6 % της ονομαστικής αξίας  Προηγούνται στη διανομή κεφαλαίου κατά τη λύση της εταιρίας,  Δικαιούνται μέρισμα για τις χρήσεις που η Α.Ε. δεν είχε κέρδος.

29 ΠΡΟΝΟΜΙΟΥΧΕΣ ΜΕΤΟΧΕΣ – Η ελληνική αγορά έχει δείξει ότι δε συμπαθεί τις προνομιούχες μετοχές, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει σε άλλες αγορές – Προνομιούχες: Μετοχές των Μικροεπενδυτών

30 Τιμές Μετοχών Οι τιμές των μετοχών διακρίνονται στις παρακάτω κατηγορίες: – α) Ονομαστική τιμή: Είναι η τιμή η οποία αναγράφεται πάνω στο σώμα της μετοχής. Ονομάζεται και «ονομαστική αξία». – β) Τιμή έκδοσης στο άρτιο: Η τιμή διάθεσης των μετοχών είναι ίση με την ονομαστική αξία της μετοχής.

31 Τιμές Μετοχών – γ) Τιμή έκδοσης υπέρ το άρτιο: η τιμή διάθεσης των μετοχών είναι υψηλότερη από την ονομαστική αξία τους. – δ) Τιμή έκδοσης υπό το άρτιο: Η τιμή διάθεσης των μετοχών είναι χαμηλότερη από την ονομαστική τους αξία. Στη χώρα μας απαγορεύεται η έκδοση μετοχών υπό το άρτιο.

32 ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΤΙΜΗ – στ)Είναι εκείνη που προκύπτει, αν διαιρέσουμε την «πραγματική αξία των ιδίων κεφαλαίων» με τον «αριθμό των μετοχών». – Για τον προσδιορισμό της είναι απαραίτητη η σύνταξη του ισολογισμού σε τρέχουσες τιμές για όλα τα περιουσιακά στοιχεία, οπότε στα «ίδια κεφάλαια» αναγράφεται και η «υπεραξία λόγω αναπροσαρμογής των περιουσιακών στοιχείων της επιχείρησης».

33 ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΤΙΜΗ Είναι η τιμή που επηρεάζεται και διαμορφώνεται από τα εξής: – Από το μέρισμα ανά μετοχή, δηλαδή από τη μερισματική πολιτική της εταιρίας – Από την ποιότητα της εταιρίας – Από τις γενικότερες συνθήκες που επικρατούν στη χρηματιστηριακή αγορά και – Από την προσφορά και ζήτηση μιας συγκεκριμένης μετοχής μέσα στο Χρηματιστήριο.

34 Σκοπός της αναλύσεως των λογιστικών καταστάσεων Αυτοί που χρησιμοποιούν την τεχνική της ανάλυσης των λογιστικών καταστάσεων είναι:  Επενδυτές ~ μέτοχοι  Δανειστές της επιχειρήσεως  Διοικούντες την επιχείρηση  Οικονομικοί αναλυτές, χρηματιστές, στελέχη τραπεζών επενδύσεων και χρηματιστηρίου  Αναλυτές σε περιπτώσεις εξαγορών και συγχωνεύσεων  Ελεγκτές λογιστικών καταστάσεων  Λοιπές ομάδες ενδιαφερομένων (Εφορία – Μελετητές – Στατιστικοί Οργανισμοί κ.λ.π.)

35 Οι Κυριότεροι Αριθμοδείκτες  Αριθμοδείκτες ρευστότητας.  Χρησιμοποιούνται για τον προσδιορισμό  της βραχυχρόνιας οικονομικής θέσεως ή αλλιώς  της ικανότητας κάλυψης των βραχυπρόθεσμων υποχρεώσεων. Αριθμοδείκτες δραστηριότητας.  Χρησιμοποιούνται προκειμένου να μετρηθεί ο βαθμός αποτελεσματικότητας μιας επιχειρήσεως στη χρησιμοποίηση των περιουσιακών της στοιχείων.

36  Αριθμοδείκτες αποδοτικότητας.  Εκτιμάται  η αποδοτικότητα,  η δυναμικότητα των κερδών  και η ικανότητα της διοικήσεως.  Αριθμοδείκτες διαρθρώσεως κεφαλαίων και βιωσιμότητας  Εκτιμάται  η μακροχρόνια ικανότητα μιας επιχειρήσεως να ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις της και  ο βαθμός προστασίας που απολαμβάνουν οι πιστωτές της

37 Οι Κυριότεροι Αριθμοδείκτες  Αριθμοδείκτες επενδύσεων  συσχετίζουν τον αριθμό των μετοχών και τη χρηματιστηριακή τιμή με  τα κέρδη,  τα μερίσματα και  τα άλλα περιουσιακά στοιχεία

38 Επενδυτικοί Αριθμοδείκτες

39 P/BV Τιμή προς Λογιστική Αξία Όσο μικρότερος είναι ο δείκτης τόσο πιο δελεαστική θεωρείται η μετοχή. Διαπιστώνεται ο "αέρας" του τίτλου – Το μέγεθος αυτού του αέρα θα μας δείξει κατά πόσο η μετοχή είναι υπερτιμημένη ή υποτιμημένη. Η λογιστική αξία της μετοχής είναι ίση με τη συνολική λογιστική αξία της εταιρείας δια του αριθμού των μετοχών της.

40 Λογιστική Αξία Μετοχής = / =5$ Εάν η τιμή της μετοχής είναι 10 $. Τότε P/BV=10/5=2

41 P/BV Τιμή προς Λογιστική Αξία Η λογιστική αξία προσδιορίζεται εύκολα από τον τελευταίο δημοσιευμένο ισολογισμό της εταιρείας. Ο λόγος του δείκτη μας δείχνει πόσες φορές η τιμή της κοινής μετοχής είναι μεγαλύτερη από την λογιστική αξία. – Θεωρείται ικανοποιητικός όταν είναι περίπου ένα.

42 P/BV Όταν ο δείκτης είναι – μικρότερος από τη μονάδα η μετοχή θεωρείται υποτιμημένη, – μεγαλύτερος από τη μονάδα θεωρείται υπερτιμημένη. Όσο πλησιέστερος προς τη μονάδα είναι τόσο ελκυστικότερη καθίσταται η αγορά της Από τη σχέση του δείκτη προς τη μονάδα προκύπτει και το ποσοστό της τυχόν υποτίμησης ή της υπερεκτίμησης της μετοχής.

43 Χρήση P/E και P/BV Οι δύο δείκτες όταν συγκρίνονται και αναλύονται ταυτόχρονα μπορούν να δώσουν χρήσιμες πληροφορίες Οι τέσσερις περιπτώσεις αναγνώρισης μετοχών: – 1 η περίπτωση. Όταν η μετοχή έχει χαμηλό Ρ/BV σε σχέση πάντα με το μέσο όρο του κλάδου στον οποίο ανήκει και χαμηλό Ρ/Ε έναντι του μέσου όρου του κλάδου της. – Τότε η μετοχή θεωρείται υποτιμημένη καθώς η τιμή υπολείπεται των μεγεθών που έχει

44 Χρήση P/E και P/BV – 2 η περίπτωση. Όταν η μετοχή έχει υψηλό P/BV και P/E σε σχέση με τους μέσους όρους του κλάδου. – Σε αυτή την περίπτωση η μετοχή θεωρείται υπερτιμημένη, καθώς η χρηματιστηριακή αγορά έχει αξιολογήσει σε μεγαλύτερο ύψος τα μεγέθη της εταιρείας από ότι πραγματικά είναι.

45 Χρήση P/E και P/BV – 3 η περίπτωση. Όταν η μετοχή εμφανίζει υψηλό P/BV και χαμηλό Ρ/Ε. – Με σχετικά μικρό ύψος ιδίων κεφαλαίων εμφανίζονται μεγάλα κέρδη – Η μετοχή της εταιρείας φαίνεται να έχει αρκετά περιθώρια να ανατιμηθεί – Η επέκταση της εταιρίας μπορεί να προέλθει ακόμη και με τραπεζικό δανεισμό η αποδοτικότητα των ιδίων κεφαλαίων είναι μεγάλη και η κάλυψη των τόκων δεδομένη

46 Χρήση P/E και P/BV – 4 η περίπτωση. Όταν η μετοχή εμφανίζει χαμηλό P/BV και Ρ/Ε σε υψηλά επίπεδα. – Αυτό σημαίνει ότι η μετοχή δεν έχει μεγάλα περιθώρια ανόδου – Η εταιρεία διαθέτει αρκετά ίδια κεφάλαια και επίτευξη μικρών σχετικά κερδών δεν γίνεται η βέλτιστη χρήση των ιδίων κεφαλαίων – Υπάρχει συρρίκνωση των αποτελεσμάτων και χρηματοοικονομική δυσλειτουργία της εταιρείας

47 Μερισματική απόδοση Απεικονίζει τη σχέση που υπάρχει μεταξύ του μερίσματος και της τιμής της μετοχής Υπολογίζεται με τη διαίρεση του μερίσματος που έδωσε η εταιρεία δια της τιμής που πωλείται η μετοχή στο χρηματιστήριο. Δηλώνει την απόδοση που θα πρέπει να πάρουν οι μέτοχοι για το χρόνο που κρατούν την μετοχή της επιχείρησης.

48 Ονομαστική αξία Για την έναρξη των εργασιών μίας εταιρείας απαιτούνται κεφάλαια τα οποία και παραχωρεί ο ιδρυτής και ο μέτοχός της. Τα κεφάλαια αυτά διαιρούνται σε μικρότερα ίσα μερίδια, τις μετοχές, τις οποίες και κατέχει ο ιδρυτής της. Η ονομαστική αξία προκύπτει αν διαιρέσουμε τα συνολικά κεφάλαια με τον αριθμό των μετοχών που αντιστοιχούν.

49 Ονομαστική αξία Η ονομαστική αξία συνήθως δεν έχει καμιά πρακτική αξία και δεν σχετίζεται με τη χρηματιστηριακή αξία της μετοχής. Απεικονίζει το ύψος του μετοχικού κεφαλαίου που αντιστοιχεί σε κάθε μετοχή μιας εταιρείας, το οποίο όμως είναι ένα μόλις μέρος των ιδίων κεφαλαίων ­ της καθαρής θέσης

50 Λογιστική αξία Η επιχείρηση αυξάνει τις επενδυτικές της δραστηριότητες με την πάροδο των ετών, ενώ μεταβάλλονται παράλληλα και τα κέρδη της. Η επιχείρηση προς αναζήτηση νέων κεφαλαίων εκδίδει νέες μετοχές προς πώληση αλλάζοντας έτσι την κεφαλαιακή διάρθρωσή της. Η ονομαστική αξία που παραμένει η ίδια στα βιβλία της εταιρείας, δεν εκπροσωπεί την πραγματική αξία της μετοχής και της εταιρείας.

51 Λογιστική αξία Το ύψος των ιδίων κεφαλαίων που αντιστοιχούν σε κάθε μετοχή το μετρά η λογιστική αξία της μετοχής,  καταγράφει το μέγεθος και την ευρωστία μιας επιχείρησης ή αλλιώς το «βάρος» μιας μετοχής. προσδιορίζεται εύκολα από τον τελευταίο δημοσιευμένο ισολογισμό της,  προκύπτει από τη διαίρεση του ύψους των ιδίων κεφαλαίων της με τον αριθμό των μετοχών της.

52 Αξία ρευστοποίησης Η αξία ρευστοποίησης αναφέρεται ως προς το ποσό που θα πραγματοποιηθεί από τυχόν πώληση των ενεργητικών χωριστά από την επιχείρηση που τα χρησιμοποιεί. Η αξία ρευστοποίησης είναι γνωστή μόνο μετά από πραγματική πώληση.  Μπορούμε να την υποθέσουμε αν από την τρέχουσα αξία των ενεργητικών αφαιρεθούν οι υποχρεώσεις που προηγούνται των προνομιούχων και κοινών μετοχών, καθώς και τα έξοδα ρευστοποίησης.

53 Αξία ρευστοποίησης Θα ανάμενε κανείς ότι η αξία ρευστοποίησης που θα απομείνει για τους μετόχους θα ήταν περίπου ίδια με τη λογιστική. Στην πράξη όμως δεν συμβαίνει αυτό. Η θεωρητική αξία ρευστοποίησης των εταιρειών που δεν έχουν προβεί σε επανεκτίμηση της αξίας των γηπέδων και κτιρίων θα πρέπει να είναι μεγαλύτερη της λογιστικής – ορισμένα από τα ενεργητικά στα οποία δόθηκε υπεραξία, με βάση τους διάφορους νόμους, μπορούν να πωληθούν σε χαμηλότερες τιμές

54 Αξία ρευστοποίησης Στις περιπτώσεις εκείνες που η χρηματιστηριακή αξία της μετοχής είναι μικρότερη από την αξία ρευστοποίησης, μπορεί να επιδιωχθεί η αγορά των μετοχών από την ορισμένα άτομα μέχρι αποκτήσεως της πλειοψηφίας, για να προβούν στη διάλυση της εταιρείας, τη ρευστοποίηση των περιουσιακών της στοιχείων και τη διανομή του προϊόντος εκκαθάρισης, το οποίο είναι μεγαλύτερο του κόστους κτήσης των μετοχών Η αξία της ρευστοποίησης ενδιαφέρει τους επενδυτές μόνο σε περίπτωση πτώχευσης.

55 Χρηματιστηριακή Αξία Η χρηματιστηριακή ή αγοραία αξία μιας μετοχής, είναι η σημαντικότερη των αξιών – Έχει άμεση σχέση με την αξία των μετοχών στο χρηματιστήριο μέσα από τη διαδικασία της προσφοράς και της ζήτησης και καθορίζει το κέρδος ή τη ζημιά από την εκάστοτε επιλογή. Η χρηματιστηριακή αξία είναι η τρέχουσα αξία της μετοχής στην επίσημη χρηματιστηριακή αγορά στην οποία διαπραγματεύονται οι μετοχές. – Η χρηματιστηριακή αξία είναι συνάρτηση των μελλοντικών κέδρων και του κινδύνου κατά την αντίληψη των επενδυτών.

56 Εσωτερική αξία Η εσωτερική αξία μιας μετοχής περιλαμβάνει συνήθως, πέραν της λογιστικής αξίας, και στοιχεία που δεν έχουν αποτιμηθεί στο ενεργητικό μιας επιχείρησης, όπως είναι οι υπεραξίες ακινήτων, χρεογράφων, συμμετοχών, εμπορικών σημάτων κ.ά., για τα οποία μόνον εκτιμήσεις μπορούν να γίνουν. Ο προσδιορισμός της εσωτερικής αξίας περιλαμβάνει και στοιχεία υποκειμενικά του εκάστοτε αναλυτή.

57 Εσωτερική αξία Η εσωτερική αξία της μετοχής δικαιολογείται αν λάβουμε υπόψη μας βασικές οικονομικές δυνάμεις, όπως ενεργητικά, κέρδη, μερίσματα, προοπτικές καθώς και τον παράγοντα διοίκηση. Για τις εισηγμένες εταιρίες η εσωτερική τους αξία μετρά την πραγματική τους αξία προς την οποία πρέπει να ταυτίζεται και να συγκλίνει η χρηματιστηριακή αξία, – Αυτό συμβαίνει μόνο σε αποτελεσματικές αγορές.

58 Χρηματιστηριακή Αξία Συνήθως η χρηματιστηριακή αξία υπερβαίνει την ονομαστική αξία (αξία που αναγραφόταν πάνω στο σώμα της μετοχής). Είναι ευκόλως εννοούμενο ότι εάν η χρηματιστηριακή αξία μιας μετοχής δεν υπερβαίνει την Λογιστική αξία, τότε η μετοχή είναι είτε πολύ υποτιμημένη, είτε κακής ποιότητος.

59 ΔΕΙΚΤΗΣ ΒΕΤΑ Δείκτης beta: Είναι ο δείκτης ο οποίος μετρά την αστάθεια μιας μετοχής και δείχνει τη διακύμανση της μεταβλητικότητας των τιμών μίας μετοχής σε σύγκριση με τη γενικότερη διακύμανση της αγοράς. Η δυσκολία χρήσης αυτού του δείκτη έγκειται στον τρόπο υπολογισμού του. Mετοχές που έχουν beta ανάμεσα από το 0 και το 1 θεωρούνται χαμηλού κινδύνου

60 Ο δείκτης «κεφαλαιοποίηση / πωλήσεις» Ο λόγος – «κεφαλαιοποίηση / πωλήσεις» – price / sales Ratio (PSR) δείχνει πόσο δημοφιλής είναι μια εταιρεία στους επενδυτικούς κύκλους – με βάση την ικανότητά της να «παράγει» πωλήσεις σε μια συγκεκριμένη χρονιά.

61 Ο δείκτης «κεφαλαιοποίηση / πωλήσεις» Προσδιορίζεται από τα δύο θεμελιώδη μεγέθη της εταιρείας – την κεφαλαιοποίηση - χρηματιστηριακή αξία σε δραχμές ή ευρώ το γινόμενο «συνολικός αριθμός μετοχών της εταιρείας Χ τρέχουσα τιμή μετοχής στο Χρηματιστήριο» – τις πωλήσεις (κύκλο εργασιών) της εξεταζόμενης εταιρείας (μέγεθος σε δρχ. ή ευρώ).

62 Ο δείκτης «κεφαλαιοποίηση / πωλήσεις» Είναι ορθότερο να λαμβάνουμε τις πωλήσεις του τελευταίου διαθέσιμου (δημοσιευμένου) ισολογισμού της εταιρείας, – ο παρονομαστής του κλάσματος να βρίσκεται όσο το δυνατόν πιο κοντά χρονικώς με την τρέχουσα κεφαλαιοποίηση

63 Ο δείκτης «κεφαλαιοποίηση / πωλήσεις» Δεν είναι τόσο διαδεδομένος στην ελληνική επενδυτική κοινότητα, προσφέρει αποτελέσματα τα οποία είναι ιδιαιτέρως αξιόλογα – πιο αξιόπιστα από τον μεγαλύτερο αριθμό των διαφόρων δεικτών αξιολόγησης, που εμφανίζονται σχετικά ευρύτερα στην αγορά.

64 Ο δείκτης «κεφαλαιοποίηση / πωλήσεις» Μοιάζει αρκετά με τον δείκτη Ρ/Ε Σύμφωνα με τους «οπαδούς» του λειτουργεί αποτελεσματικότερα από τον δείκτη Ρ/Ε.

65 Η πρακτική εφαρμογή του δείκτη Οι τιμές του συγκεκριμένου δείκτη στο ελληνικό χρηματιστήριο κινούνται σήμερα από 0 ως 20 φορές – για τη μεγαλύτερη δυνατή πλειοψηφία των εισηγμένων εταιρειών υποδηλώνει πόσες φορές υπερβαίνει ή υπολείπεται η χρηματιστηριακή αξία τις πωλήσεις (ή κύκλο εργασιών) της κάθε εταιρείας.

66 Ο δείκτης «κεφαλαιοποίηση / πωλήσεις» Για ελληνικούς εισηγμένους κλάδους, – όπως οι τράπεζες, – οι εταιρείες επενδύσεων και – οι εταιρείες συμμετοχών, δεν συνιστάται γενικώς η χρήση αυτού του δείκτη Αντίθετα – η χρησιμότητα του δείκτη είναι σημαντική στις εμποροβιομηχανικές επιχειρήσεις.

67 Ο δείκτης «κεφαλαιοποίηση / πωλήσεις» Όσο πιο χαμηλός είναι ο δείκτης τόσο πιο ευνοϊκά είναι τα εξαγόμενα συμπεράσματα για την εταιρεία Σε επιχειρήσεις με μεγάλες διαφορές στο καθαρό περιθώριο κέρδους – πάνω του 5% η συγκριτική αξιοπιστία του δείκτη είναι χαμηλή

68 Ο δείκτης «κεφαλαιοποίηση / πωλήσεις» Εκφράζει τη δημοτικότητα της επιχείρησης στον οικονομικό κόσμο Η αξιοπιστία του δείκτη αντλείται από τη διαχρονική σταθερότητα των πωλήσεων σε σχέση με τις άλλες μεταβλητές της εταιρείας.

69 Οι τρεις βασικοί κανόνες που συνδέονται με την εφαρμογή του δείκτη: – Εξαγωγή του μέσου δείκτη «κεφαλαιοποίηση / πωλήσεις» της χρηματιστηριακής αγοράς αθροιστική χρηματιστηριακή αξία των εισηγμένων εταιρειών προς αθροιστικές πωλήσεις των εισηγμένων εταιρειών, αποτελεί ένα καθοριστικό μέτρο σύγκρισης της κάθε εταιρείας με το σύνολο της αγοράς. Στα τέλη του 1998 ο δείκτης αυτός (με πωλήσεις χρήσης 1997) κυμαινόταν στο εύρος των 4-5 φορών.

70 – Αποφυγή μετοχών που έχουν δείκτη σημαντικά μεγαλύτερο από το μέσο επίπεδο της αγοράς (π.χ. 8 ή 10 φορές) Συγκρατημένη επένδυση σε μετοχές με δείκτη κοντά στο μέσο επίπεδο της αγοράς. Αναζήτηση μετοχών που εμφανίζονται με δείκτη «κεφαλαιοποίηση / πωλήσεις» χαμηλότερο των 1-2 φορών. Τέτοιες περιπτώσεις καταλήγουν συνήθως σε ευχάριστες εκπλήξεις για τους επενδυτές – ιδιαίτερα στο μακροπρόθεσμο διάστημα.

71 – Προχωρούμε σε πώληση των μετοχών του χαρτοφυλάκιό μας με δείκτη σημαντικά υψηλότερου του μέσου επιπέδου ή των 10 φορών. – Διαφορετικά Αναλαμβάνουμε υψηλό ρίσκο για το μέλλον των κεφαλαίων μας

72 ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ 1)Οι εταιρείες με μεγάλη κεφαλαιοποίηση τείνουν να εμφανίσουν υψηλότερες τιμές του δείκτη. 2)Οι μεγάλες ευχάριστες εκπλήξεις προέρχονται από εταιρείες οι οποίες παρουσιάζουν δείκτη μικρότερο του 1 ή και του 2 και  οι περισσότερες απογοητεύσεις προέρχονται από εταιρείες που διαπραγματεύονται με υψηλό δείκτη «κεφαλαιοποίηση / πωλήσεις».

73 ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Μέσω των διαφόρων ερευνών έχει διαπιστωθεί ότι – οι υψηλότερες τιμές του δείκτη εμφανίζονται στις εταιρείες μεγάλης κεφαλαιοποίησης συνήθως η δραστηριότητά τους αφορά κλάδους με ταχύτατους ρυθμούς ανάπτυξης, – όπως είναι σήμερα η πληροφορική και η υψηλή τεχνολογία.

74 Ο δείκτης «κεφαλαιοποίηση / πωλήσεις» Σε αισιόδοξη αγορά (αγορά-«ταύρο» ή bull market) ο συσχετισμός του συγκεκριμένου δείκτη με τη μετοχή της εταιρείας εξασθενεί σε σημαντικό ορισμένες φορές βαθμό – λόγω του θετικού κλίματος που ωθεί την αγορά υψηλότερα χωρίς να καθιστά αναγκαία την ορθολογική ή επιστημονική προσέγγιση των τιμών.

75 Ο δείκτης «κεφαλαιοποίηση / πωλήσεις» Όταν το κλίμα αντιστρέφεται και υφίσταται μια απαισιόδοξη αγορά (αγορά-«αρκούδα» ή bear market), – τότε οι πιθανότητες για μεγαλύτερες ζημιές θα προέλθουν από τις εταιρείες με μεγάλους δείκτες, ολοένα και περισσότερο η αγορά θα αντιδρά ορθολογικά και βάσει συγκεκριμένων κριτηρίων αξιολόγησης.

76 Η θεωρία της τυχαίας επέλευσης των χρηματιστηριακών τιμών Η θεωρία της τυχαίας επέλευσης των χρηματιστηριακών τιμών (random walk theory) ή αλλιώς η θεωρία της αποτελεσματικής αγοράς. Αναπτύχθηκε κατά τη δεκαετία του 60 σε αμερικανικούς πανεπιστημιακούς κύκλους και κυρίως από τον καθηγητή Fama, Σύμφωνα με την οποία οι κινήσεις των τιμών στα χρηματιστήρια είναι τυχαίες και απρόβλεπτες.

77 Θεωρία της "τυχαίας πορείας" random walk theory Αφού δεν υπάρχει τάση, οι συναλλασσόμενοι στο χρηματιστήριο πραγματοποιούν κέρδη μόνο τυχαία. Με άλλα λόγια, το να επενδύει κανείς στο χρηματιστήριο είναι σα να παίζει ζάρια.

78 Θεωρία της τυχαίας επέλευσης των χρηματιστηριακών τιμών Οι μέχρι σήμερα υπάρχουσες πληροφορίες έχουν αποτυπωθεί πλήρως στις τρέχουσες τιμές των μετοχών και έτσι η μετέπειτα πορεία των τιμών των μετοχών είναι αποτέλεσμα μελλοντικών εξελίξεων που κανείς δεν μπορεί να προβλέψει, άρα είναι αποτέλεσμα της τύχης

79 Θεωρία της τυχαίας πορείας Οι κινήσεις των τιμών στα χρηματιστήρια είναι τυχαίες και απρόβλεπτες. Οι συναλλασσόμενοι στο χρηματιστήριο πραγματοποιούν κέρδη μόνο τυχαία. Κέρδη αποκομίζουν μόνον οι μακροπρόθεσμοι επενδυτές με την στρατηγική του "αγόρασε και διακράτησε" (buy and hold strategy) – διότι έχει παρατηρηθεί μακροχρόνια αύξηση των τιμών των μετοχών λόγω οικονομικής προόδου

80 Θεωρία της τυχαίας πορείας Πράγματι, o Δείκτης Dow Jones στο 1970 είχε μέση τιμή 900 μονάδες, το 1980 είχε μέση τιμή 1000 μονάδες, το 1990 είχε 3000 μονάδες, το 1997 είχε 7000 μονάδες το 2000 είχε μονάδες και σήμερα Ανάλογες καταστάσεις παρατηρούνται και στα άλλα χρηματιστήρια του κόσμου.

81 Θεωρία της τυχαίας πορείας Η θεωρία της τυχαίας πορείας βασίζεται στην υπόθεση της αποτελεσματικής αγοράς (efficient market theory), η οποία στηρίζεται στον εξής λογικό συνειρμό: – Οι χρηματοοικονομικές πληροφορίες φτάνουν τυχαία και εφ’ όσον οι τιμές ανταποκρίνονται τέλεια στις νέες πληροφορίες αυτό συνεπάγεται και ότι οι τιμές κυμαίνονται τυχαία

82 Θεωρία της τυχαίας πορείας Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή: καθήκοντα του διαχειριστή χαρτοφυλακίου είναι να διατηρεί ένα μετοχικό χαρτοφυλάκιο που να αντιπροσωπεύει κάθε φορά την αγορά, και να δημιουργεί το συνολικό χαρτοφυλάκιο με βάση την επενδυτική φιλοσοφία του πελάτη- επενδυτή

83 Θεωρίες διαχείρισης χαρτοφυλακίου Παρόλα αυτά οι οπαδοί αυτοί της θεωρίας αποδέχονται ότι μπορεί μια αγορά να μην είναι τελείως αποτελεσματική. Διαχωρίζουν τις αποτελεσματικές αγορές στις εξής κατηγορίες: – Αποτελεσματικές Αγορές στην ασθενής τους μορφή – Αποτελεσματικές Αγορές στην ημιασθενής τους μορφή – Αποτελεσματικές Αγορές στην ισχυρή τους μορφή

84 Θεωρίες διαχείρισης χαρτοφυλακίου α) Η υπόθεση των ασθενών αποτελεσματικών αγορών (the weakly efficient markets) λέει ότι – οι τιμές του παρελθόντος και ο όγκος των συναλλαγών δεν συνιστούν τέτοιου είδους πληροφόρηση που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να επιτευχθούν κέρδη περισσότερα από αυτά της «αφελής στρατηγικής αγοράς και διατήρησης των αξιών». Τα tests έδειξαν ότι η τεχνική ανάλυση είναι αναξιόπιστη και έτσι στήριξαν αυτή την υπόθεση.

85 Θεωρίες διαχείρισης χαρτοφυλακίου β) Η υπόθεση των ημιασθενών αποτελεσματικών αγορών (semistrongly efficient markets hypothesis) λέει ότι οι αγορές είναι αρκετά επαρκείς για τις τιμές ώστε να αντανακλούν όλες τις διαθέσιμες στο κοινό πληροφορίες. Κέρδος μπορούν να βγάλουν μόνον όσοι έχουν εσωτερικοί πληροφόρηση.

86 Θεωρίες διαχείρισης χαρτοφυλακίου γ) Υπόθεση των ισχυρών αποτελεσματικών αγορών (the strongly efficient market hypothesis) δέχεται ότι οι τιμές των μετοχών αντανακλούν όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες κατά συνέπεια ακόμη και οι insiders δεν μπορούν να βγάλουν κέρδος. Αποδεκτές θεωρεί το σύνολο των ακαδημαϊκών τις δυο πρώτες υποθέσεις.

87 Η αγορά όμως είναι αναποτελεσματική όχι μόνο λόγω ετεροχρονισμού της πληροφόρησης, αλλά και λόγω του ότι στο χρηματιστήριο κυκλοφορεί πλήθος λανθασμένων απόψεων, ανακριβείς ερμηνείες, ενώ παράλληλα κυριαρχούν πάρα πολλά συναισθήματα όπως εγωϊσμός, ελπίδα, φόβος, αμφιβολία κ.ά. Πολλές φορές, οι αναλυτές και οι επενδυτές δέχονται τόσα πολλά και γρήγορα γεγονότα ώστε να μην μπορούν να αξιολογήσουν και ιεραρχήσουν τη σημασία τους.

88 Θεωρία της τυχαίας πορείας Τόσο οι τεχνικοί όσο και οι βασικοί αναλυτές απορρίπτουν τη θεωρία της τυχαίας πορείας απορρίπτοντας την υποκείμενη θεωρία της αποτελεσματικής αγοράς. Ναι μεν οι χρηματιστηριακές πληροφορίες έρχονται τυχαία, η αντίδραση όμως της αγοράς δεν είναι ακαριαία: – Πρώτα θα αντιδράσει το "έξυπνο" χρήμα και ύστερα το πλήθος των μικροεπενδυτών

89 Θεωρία της τυχαίας πορείας Παράδειγμα: Έστω ότι μια κατασκευαστική εταιρία ξαφνικά κερδίζει διαγωνισμό κατασκευής ενός αυτοκινητόδρομου. Η τιμή της μετοχής της εταιρίας θα ανέβει, όχι ακαριαία, αλλά σταδιακά σχηματίζοντας ανοδική τάση.

90 Κατ· αρχάς θα αγοράσουν μετοχές της εταιρίας οι "insiders" (οι κατέχοντες εσωτερική πληροφόρηση) της εταιρίας, στη συνέχεια το "έξυπνο" χρήμα που πάντα καραδοκεί για τις κερδοφόρες ειδήσεις, μετά όσοι ακολουθούν τις τάσεις (trend followers) και τέλος θα αγοράσουν σε υψηλότερες τιμές οι μικροεπενδυτές, – οι οποίοι εκ των πραγμάτων δεν έχουν ούτε χρόνο, αλλά ούτε και πρόσβαση για να μαθαίνουν και να αξιολογούν τις ειδήσεις τόσο γρήγορα όσο οι μεγάλοι επενδυτές ή οι επαγγελματίες.

91 Θεμελιώδης Ανάλυση Η θεμελιώδης ανάλυση προσπαθεί να βρει την “πραγματική” τιμή μιας μετοχής με βάση το παρόν και το προβλεπόμενο μέλλον των στοιχείων της εταιρίας, του κλάδου και της οικονομίας γενικότερα. Tο επόμενο βήμα είναι η επιλογή εκείνων των μετοχών που η τρέχουσα τιμή τους είναι τουλάχιστον χαμηλότερη της “πραγματικής”. H θεμελιώδης ανάλυση - από τη φύση της - αναζητά αποδόσεις ανώτερες του Γενικού Δείκτη στο μεσομακροπρόθεσμο διάστημα.

92 Θεμελιώδης Ανάλυση Στην ενότητα αυτή ανήκει η κλασική θεωρία των μετοχικών αξιών η οποία υποστηρίζει ότι η βασική αιτία των μεταβολών των μετοχικών αξιών είναι τα προβλεπόμενα κέρδη. Η έμφαση δίνεται στα κέρδη και όχι στα μερίσματα τα οποία μπορεί να μεταβάλλονται ανάλογα με την μερισματική πολιτική της εταιρίας. Κάθε λοιπόν ένδειξη για μεταβολή στην οικονομία, στις προοπτικές των κλάδων ή στα κέρδη των επιχειρήσεων θα προκαλέσει αντίστοιχη μεταβολή στις τιμές των μετοχών.

93 Η τεχνική ανάλυση πιστεύει ότι μόνο με βάση την ιστορική πορεία των τιμών μιας μετοχής ή οποιασδήποτε άλλης χρηματοοικονομικής επένδυσης και τη βοήθεια των στατιστικών εργαλείων της τεχνικής ανάλυσης zΟι επενδυτές είναι σε θέση να έχουν μια ικανοποιητική εκτίμηση της μελλοντικής πορείας της τιμής της μετοχής ή επένδυσης

94 Συνδυασμός Θεμελιώδους και Τεχνικής Ανάλυσης Συχνά τα αποτελέσματα των υποδειγμάτων της τεχνικής ανάλυσης συγκρίνονται με τις αξιολογήσεις που βασίζονται στην θεμελιώδη ανάλυση. Τόσο η ταύτιση των αποτελεσμάτων όσο και απόκλισή τους μπορούν να γίνουν αντικείμενο εκμετάλλευσης από τους διαχειριστές των Α/Κ κατά την επιλογή των αξιόγραφων.

95 Oι επιχειρήσεις έχουν σαν σκοπό το κέρδος Η ανταμοιβή των επενδυτών-μετόχων και των πιστωτών για τα κεφάλαια και τους κινδύνους, μετράται με την αποδοτικότητα της επιχειρήσεως η οποία αντανακλά την ικανότητα της να πραγματοποιεί κέρδη

96 Δείκτης γενικής ρευστότητας Δείκτης γενικής ρευστότητας: – =σύνολο κυκλοφορούντος ενεργητικού / σύνολο βραχυπρόθεσμων υποχρεώσεων – = / = 0,49 φορές Δείχνει – το μέτρο ρευστότητας μιας επιχείρησης και – το περιθώριο ασφαλείας,  να είναι σε θέση να ανταποκρίνεται στην πληρωμή των καθημερινών υποχρεώσεων.

97 Δείκτης γενικής ρευστότητας Όταν οι εισροές χρημάτων είναι προβλέψιμες – αποδεκτός ένας πιο χαμηλός δείκτης, συνάρτηση κυρίως του κλάδου στον οποίο ανήκει η επιχείρηση. ο τύπος είναι

98 Δείκτης γενικής ρευστότητας  Οι κυριότερες κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων που περιλαμβάνονται στον αριθμητή του κλάσματος είναι  τα διαθέσιμα (μετρητά, αμέσως ρευστοποιήσιμα χρεώγραφα),  οι απαιτήσεις,  τα αποθέματα και  οι προκαταβολές προμηθευτών.

99 Δείκτης γενικής ρευστότητας  Οι κυριότερες κατηγορίες βραχυχρόνιων υποχρεώσεων, που περιλαμβάνονται στον παρονομαστή του κλάσματος είναι  οι βραχυχρόνιες υποχρεώσεις  πιστώσεις προμηθευτών,  μερίσματα πληρωτέα,  φόροι πληρωτέοι,  βραχυπρόθεσμα δάνεια τραπεζών και  προκαταβολές πελατών

100

101 Δείκτης γενικής ρευστότητας  Για να είναι πληρέστερες οι πληροφορίες που μας δίνει ο αριθμοδείκτης αυτός,  πρέπει να συνοδεύεται και από άλλους, συμπληρωματικούς αριθμοδείκτες ρευστότητας.  Αν ο αριθμοδείκτης γενικής ρευστότητας είναι αρκετά υψηλός,  τότε δεν κρίνεται απαραίτητος ο προσδιορισμός των άλλων αριθμοδεικτών.

102  Γενικά ένας αριθμοδείκτης γύρω στο 2, μπορεί, να θεωρηθεί ικανοποιητικός για μια βιομηχανική ή εμπορική επιχείρηση.  Μια επιχείρηση κοινής ωφελείας όμως θα έχει πολύ διαφορετικό δείκτη γενικής ρευστότητας από μια βιομηχανική ή εμπορική επιχείρηση.  Σημαντική ένδειξη για την επάρκεια ή όχι κεφαλαίων κινήσεως σε μια επιχείρηση αποτελεί  η παρακολούθηση της πορείας του αριθμοδείκτη για μια σειρά ετών.

103 Δείκτης γενικής ρευστότητας  Μια μείωση του δείκτη πρέπει να διερευνηθεί.  Μια συνεχής πτωτική πορεία διαχρονικά αποτελεί ένα είδος προμηνύματος, το οποίο δεν θα πρέπει να αγνοηθεί.  Η σύγκριση αυτού με τον μέσο όρο του κλάδου παρέχει ένδειξη για τη θέση της επιχειρήσεως από απόψεως ρευστότητας.

104  Μια επιχείρηση μπορεί παρά τον υψηλό αριθμοδείκτη να μην ανταποκρίνεται στις τρέχουσες υποχρεώσεις  Σαν αιτίες μπορεί να αναφερθούν:  η υπεραποθεματοποίηση ετοίμων προϊόντων και πρώτων υλών σε σύγκριση με τις πωλήσεις της,  η χαμηλή ταχύτητα κυκλοφορίας αυτών  στις απαιτήσεις περιλαμβάνονται - «εν καθυστερήσει» - οι οποίες δύσκολα θα εισπραχθούν,  καθώς και απαιτήσεις, οι οποίες εξοφλούνται με δόσεις, και οι οποίες συνήθως μετατρέπονται σε μακροπρόθεσμες απαιτήσεις.  μια αύξηση των υποχρεώσεων της επιχειρήσεως, συνοδευόμενη από μείωση των πωλήσεων

105  Όσο μεγαλύτερο είναι το κεφάλαιο κινήσεως σε σχέση με τις τρέχουσες υποχρεώσεις της επιχειρήσεως τόσο πιο εύκολα μπορεί να ανταποκρίνεται: I.Στην πληρωμή των τρεχουσών υποχρεώσεων της, των σταθερών δαπανών, των απαιτητών τόκων και μερισμάτων II.Στην απορρόφηση τυχόν I.τρεχουσών ζημιών, II.μειώσεων στην τρέχουσα αξία των αποθεμάτων και III.καθυστερήσεων είσπραξης μεγάλων ποσών απαιτήσεων, κλπ.

106  Ένας υψηλός αριθμοδείκτης γενικής ρευστότητας ενδέχεται να μην αποτελεί και την πλέον συμφέρουσα θέση.  Η επιχείρηση διατηρεί πολλά ρευστά διαθέσιμα έχει κάνει μεγάλα αποθέματα έχει χορηγήσει μεγάλες πιστώσεις στους πελάτες της.  Βέβαια σε γενικές γραμμές,  ένας χαμηλός αριθμοδείκτης παρέχει ένδειξη μεγαλύτερου κινδύνου από ό,τι ένας υψηλός

107 Δείκτης γενικής ρευστότητας  Ένας χαμηλός αριθμοδείκτης μπορεί να δείχνει ότι η διοίκηση της επιχειρήσεως κάνει πιο εντατική χρήση των κυκλοφοριακών της στοιχείων, δηλαδή  διατηρεί τα ρευστά διαθέσιμα της στο ελάχιστο δυνατό επίπεδο, ή  η ταχύτητα κυκλοφορίας των αποθεμάτων και των απαιτήσεων της βρίσκεται στο ανώτατο δυνατό σημείο.

108 Ρευστότητα  Το ύψος των ρευστών διαθεσίμων μιας επιχειρήσεως εξαρτάται από το ποσό που απαιτείται για να ανταποκριθεί  στις τρέχουσες υποχρεώσεις της  τις δαπάνες της  καθώς και από το ποσό ασφαλείας που πρέπει να διατηρεί για την αντιμετώπιση εκτάκτων περιστατικών

109 Δείκτης γενικής ρευστότητας  Ο αριθμοδείκτης γενικής ρευστότητας μετράει καλύτερα, από ό,τι το κεφάλαιο κινήσεως, την ικανότητα μιας επιχειρήσεως να ανταποκρίνεται στις τρέχουσες υποχρεώσεις της.  Αυτό φαίνεται καλύτερα στο παρακάτω παράδειγμα

110 Δείκτης γενικής ρευστότητας

111 Παρά το γεγονός ότι τα κεφάλαια κινήσεως και στις δύο επιχειρήσεις είναι ίσα, η επιχείρηση Β παρέχει μεγαλύτερη ασφάλεια στους πιστωτές της από ό,τι η επιχείρηση Α. Μία μονάδα βραχυχρόνιων υποχρεώσεων της εταιρίας Β καλύπτεται από 2,5 μονάδες κυκλοφορούντων ενεργητικών στοιχείων έναντι 1,4 της Α.

112

113 Αριθμοδείκτης ειδικής ρευστότητας (Acid Test Ratio)  Ο αριθμοδείκτης αυτός είναι το πηλίκο της διαιρέσεως του συνόλου των ταχέως ρευστοποιήσιμων περιουσιακών στοιχείων μιας επιχειρήσεως  μετρητά στο ταμείο,  τραπεζικές καταθέσεις,  χρεώγραφα, απαιτήσεις,  με το σύνολο των βραχυπροθέσμων υποχρεώσεων της

114 Στα διαθέσιμα περιλαμβάνονται και τα εισηγμένα στο χρηματιστήριο χρεώγραφα και γενικά τα ισοδύναμα με μετρητά στοιχεία. Όλα τα περιλαμβανόμενα στον αριθμητή του κλάσματος στοιχεία είναι δυνατό να μετατραπούν γρήγορα σε χρήμα, στην ονομαστική τους αξία, δηλ. στην αξία που αναγράφονται στα βιβλία της επιχειρήσεως, πλην των απαιτήσεων που συχνά δεν είναι εύκολα και γρήγορα μετατρέψιμες σε χρήμα.

115 Αριθμοδείκτης ειδικής ρευστότητας (Acid Test Ratio)  Αν μια επιχείρηση έχει δυσκολίες στην πώληση των αποθεμάτων, τότε το μεγάλο ύψος αποθεμάτων δεν βοηθά στην εξυπηρέτηση των τρεχουσών υποχρεώσεων της.  Ένας υψηλός αριθμοδείκτης γενικής ρευστότητας, λόγω μεγάλων αποθεμάτων, δεν προσδίδει ρευστότητα στην επιχείρηση.  Ο αριθμοδείκτης ειδικής ρευστότητας αποτελεί καλύτερη ένδειξη της ικανότητας μιας επιχειρήσεως να εξοφλεί τις τρέχουσες υποχρεώσεις της

116  Αν τα αμέσως ρευστοποιήσιμα στοιχεία μιας επιχειρήσεως είναι ίσα ή μεγαλύτερα των τρεχουσών υποχρεώσεων,  τότε, θεωρητικά η επιχείρηση έχει καλή τρέχουσα οικονομική κατάσταση.  Ο αριθμοδείκτης ειδικής ρευστότητας μας δείχνει πόσες φορές τα ταχέως ρευστοποιήσιμα στοιχεία της επιχειρήσεως καλύπτουν τις βραχυχρόνιες υποχρεώσεις της.

117  Ένας αριθμοδείκτης ειδικής ρευστότητας γύρω στη μονάδα θεωρείται ικανοποιητικός μόνον  αν στις απαιτήσεις της εταιρίας δεν περιλαμβάνονται επισφαλείς απαιτήσεις και  αν η περίοδος εισπράξεως των απαιτήσεων της επιχειρήσεως και εξοφλήσεως των υποχρεώσεων της είναι περίπου ίσες.  Στην πράξη ο αναλυτής ενδέχεται να μην έχει στοιχεία για το είδος αυτών των απαιτήσεων,  κρίνεται σκόπιμο οι απαιτήσεις να λαμβάνονται μειωμένες προκειμένου να υπολογιστεί ο αριθμοδείκτης ειδ. ρευστ.

118  Ένας αριθμοδείκτης μικρότερος της μονάδας δείχνει ότι τα αμέσως ρευστοποιήσιμα στοιχεία της επιχειρήσεως είναι ανεπαρκή για να καλύψουν τις τρέχουσες υποχρεώσεις της,  Αποτέλεσμα η επιχείρηση να εξαρτάται από τις μελλοντικές της πωλήσεις προκειμένου να εξασφαλίσει επαρκή ρευστότητα.  Αν προβλέπεται μείωση των μελλοντικών πωλήσεων  θα πρέπει να αναζητηθούν νέα κεφάλαια,  με έκδοση νέων τίτλων μετοχών,  με προσφυγή στον δανεισμό.

119

120

121 Αριθμοδείκτης ειδικής ρευστότητας (Acid Test Ratio)  θα πρέπει να σημειωθεί, ότι μια διαφορά μεταξύ των αριθμοδεικτών γενικής και ειδικής ρευστότητας αποτελεί ένδειξη ότι υπάρχουν αυξημένα αποθέματα στην επιχείρηση.

122 Κυκλοφορούν ενεργητικό - αποθέματα Δείκτης ειδικής ρευστότητας = = Βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις

123 Αριθμοδείκτης ταμειακής ρευστότητας Ο αριθμοδείκτης ταμειακής ρευστότητας διαφέρει από τον ειδικής στις απαιτήσεις: Στα διαθέσιμα περιλαμβάνονται –τα μετρητά στο ταμείο, –οι καταθέσεις όψεως –οι επιταγές και –τα εισηγμένα στο χρηματιστήριο χρεώγραφα και –γενικά τα ισοδύναμα με μετρητά στοιχεία.

124 Αριθμητής

125 Παρονομαστής

126 Αριθμοδείκτης ταμειακής ρευστότητας =0,77

127 Αριθμοδείκτης αμυντικού χρονικού διαστήματος οι αριθμοδείκτες ρευστότητας αναφέρονται σε ορισμένη χρονική στιγμή –Μπορεί να δίνεται παραπλανητική εικόνα για την ικανότητα της επιχειρήσεως ν' ανταποκρίνεται στις τρέχουσες υποχρεώσεις της. Π.χ οι βραχυχρόνιες υποχρεώσεις μπορεί να είναι μειωμένες τη στιγμή υπολογισμού των αριθμοδεικτών, ενώ το πραγματικό ύψος αυτών κατά τη διάρκεια της χρήσεως να ήταν διαφορετικό.

128 πολλοί αναλυτές υποστηρίζουν ότι καλύτερος δείκτης του βαθμού ρευστότητας είναι ο αριθμοδείκτης αμυντικού χρονικού διαστήματος Με τον όρο προβλεπόμενες ημερήσιες λειτουργικές δαπάνες νοούνται –τόσο οι τρέχουσες όσο και οι μελλοντικές δαπάνες –βρίσκονται αν διαιρέσουμε το σύνολο των λειτουργικών δαπανών (κόστος πωληθέντων + δαπάνες διοικήσεως + δαπάνες διαθέσεως + διάφορες καθημερινές πληρωμές) με τον αριθμό των ημερών του έτους (365 ημέρες).

129 Να σημειωθεί ότι στις λειτουργικές δαπάνες δεν περιλαμβάνονται εκείνες που δεν συνεπάγονται εκροή μετρητών, –όπως δαπάνες αποσβέσεων, –προπληρωθέντα έξοδα, –καθώς και ορισμένα άλλα έξοδα τα οποία δεν θα επαναληφθούν στην επομένη χρήση.

130 Ο αριθμοδείκτης αμυντικού χρονικού συστήματος μετρά, σε αριθμό ημερών, –το χρονικό διάστημα που μια επιχείρηση μπορεί να λειτουργεί με τη χρησιμοποίηση των αμυντικών περιουσιακών στοιχείων της –χωρίς να καταφεύγει στη χρησιμοποίηση των εσόδων που προέρχονται από τις δραστηριότητες της(πώληση των αποθεμάτων – εμπορευμάτων) Σύγκριση του αριθμοδείκτη αμυντικού χρονικού διαστήματος μιας επιχειρήσεως για μια σειρά ετών με –τον αντίστοιχο μέσο όρο του κλάδου που ανήκει η επιχείρηση, ή –άλλων ομοειδών επιχειρήσεων είναι απαραίτητη,

131 Αριθμητής Αφαιρούμε

132 Παρονομαστής

133 Αριθμοδείκτης αμυντικού χρονικού διαστήματος

134 ΑΡΙΘΜΟΔΕΙΚΤΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ  Η χρησιμοποίηση ορισμένων αριθμοδεικτών δραστηριότητας βοηθά να προσδιορίσουμε το βαθμό μετατροπής ορισμένων περιουσιακών στοιχείων  αποθέματα,  απαιτήσεις  σε ρευστά.

135 ΑΡΙΘΜΟΔΕΙΚΤΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ  Εξετάζοντας τα οικονομικά δεδομένα μιας επιχειρήσεως ενδέχεται να γίνουν ορισμένες διαπιστώσεις.  Μπορεί, π.χ., να υπάρχει μεγάλο ποσοστό αποθεμάτων στα κυκλοφοριακά της στοιχεία  πράγμα το οποίο παρέχει ένδειξη ότι τα στοιχεία αυτά δεν μετατρέπονται σε χρήμα με την πρέπουσα ταχύτητα

136 Μια επιχείρηση μπορεί να διατηρεί μεγάλο ποσοστό αποθεμάτων στο κυκλοφορούν λόγο της φύσης των εργασιών της  Υπάρχουν επιχειρήσεις που πρέπει να διατηρούν μεγάλα αποθέματα, πρώτων υλών και έτοιμων προϊόντων π.χ. βιομηχανίες καπνού. Το ποσοστό των αποθεμάτων πρέπει να σχετίζεται με το ύψος των πωλήσεων ΓΕΝΙΚΑ

137  H τυχόν διατήρηση υψηλού ποσοστού ρευστών ή κρατικών χρεογράφων μπορεί να  δείχνει ότι ακολουθείται μια καλή πολιτική στην εκμετάλλευση ευκαιριών  ευνοεί και να αυξάνει την πιστοληπτική ικανότητα  Μεγάλα ποσά σε ρευστά διαθέσιμα και προσωρινές επενδύσεις δεν αυξάνουν τη μακροχρόνια κερδοφόρα δυναμικότητα  γι' αυτό και θα πρέπει να αποφεύγονται  εκτός αν πρόκειται να επενδυθούν στο άμεσο μέλλον

138 Δείκτης ταχύτητας κυκλοφορίας ενεργητικού Δείκτης ταχύτητας κυκλοφορίας ενεργητικού: κύκλος εργασιών / γενικό σύνολο ενεργητικού = / = 2,4 φορές Παρέχει ενδείξεις για το πόσο η επιχείρηση χρησιμοποιεί εντατικά τα περιουσιακά της στοιχεία προκειμένου να πραγματοποιεί τις πωλήσεις της.

139

140 Οι καθαρές πωλήσεις προκύπτουν αν από το σύνολο των πωλήσεων αφαιρεθούν οι επιστροφές πωλήσεων και οι εκπτώσεις πωλήσεων. Ως σύνολο ενεργητικού, λαμβάνεται το ύψος του ενεργητικού μετά την αφαίρεση των συμμετοχών και άλλων παρεμφερών μακροχρονίων τοποθετήσεων,  διότι τα στοιχεία αυτά δεν χρησιμοποιούνται από την επιχείρηση για την πραγματοποίηση πωλήσεων. Aν το σύνολο του ενεργητικού στην αρχή της χρήσεως διαφέρει σημαντικά από αυτό που εμφανίζεται στο τέλος της χρήσεως, – υπολογίζεται ο μέσος όρος  (Σύνολο ενεργητικού αρχής+σύνολο ενεργητικού τέλους) / 2.

141

142 Υψηλός αριθμοδείκτης σημαίνει ότι – η επιχείρηση χρησιμοποιεί εντατικά τα περιουσιακά της στοιχεία προκειμένου να πραγματοποιεί τις πωλήσεις της Χαμηλός αριθμοδείκτης αποτελεί ένδειξη μη αποτελεσματικής χρησιμοποίησης των περιουσιακών στοιχείων  η επιχείρηση θα πρέπει να αυξήσει το βαθμό χρησιμοποιήσεως αυτών ή να προβεί σε ρευστοποίηση μέρους των περιουσιακών της στοιχείων.

143

144 Μέσος δείκτης κλάδου = 2 φορές Ο δείκτης κυκλοφοριακής ταχύτητας ενεργητικού της Walker – Wilson είναι σημαντικά χαμηλότερος από το μέσο δείκτη του κλάδου. Αυτό σημαίνει ότι ο κύκλος εργασιών της εταιρίας δεν είναι ικανοποιητικός σε σχέση με τις επενδύσεις σε περιουσιακά στοιχεία θα πρέπει είτε να αυξηθούν οι πωλήσεις είτε να πωληθούν περιουσιακά στοιχεία ή και τα δύο.

145 Η ανοδική πορεία του αριθμοδείκτη διαχρονικά παρέχει ένδειξη μιας πιο εντατικής εκμεταλλεύσεως των στοιχείων του ενεργητικού, που σημαίνει: – είτε αύξηση των πωλήσεων, – είτε αναλογικά μεγαλύτερη αύξηση των πωλήσεων, σε σχέση με την αύξηση του ενεργητικού της επιχείρησης. Μείωση του αριθμοδείκτη διαχρονικά παρέχει ένδειξη – μιας ολοένα μικρότερης χρησιμοποιήσεως του ενεργητικού σε σχέση με τις πωλήσεις ή αλλιώς – υπερεπένδυση κεφαλαίων στα στοιχεία του ενεργητικού.

146 Δείκτης ταχύτητας κυκλοφορίας ενεργητικού Η ερμηνεία του αριθμοδείκτη θα πρέπει να γίνεται με μεγάλη προσοχή διότι, i.οι πωλήσεις μιας επιχειρήσεως αναφέρονται σε τρέχουσες τιμές oενώ τα περιουσιακά της στοιχεία σε τιμές κτήσεως τα οποία λόγω πληθωρισμού, εμφανίζονται χαμηλότερα των πραγματικών,  εκτός και αν έχει γίνει αναπροσαρμογή της αξίας τους σε τρέχουσες τιμές.

147 Δείκτης ταχύτητας κυκλοφορίας ενεργητικού ii.ο αριθμοδείκτης αυτός επηρεάζεται από τη μέθοδο αποσβέσεων που ακολουθεί κάθε επιχείρηση. – Μια επιχείρηση που εφαρμόζει τη μέθοδο της αυξανομένης αποσβέσεως θα παρουσιάζει υψηλότερο αριθμοδείκτη από μιαν άλλη που εφαρμόζει τη μέθοδο της σταθεράς αποσβέσεως – Με την προϋπόθεση ότι όλοι οι άλλοι παράγοντες είναι ίδιοι.

148 Δείκτης ταχύτητας κυκλοφορίας ενεργητικού Ο αριθμοδείκτης αυτός εξεταζόμενος μόνος του, δεν μπορεί να δώσει πληροφορίες σχετικά με την πρόβλεψη του οικονομικού αποτελέσματος μιας επιχείρησης διότι – οι αυξημένες πωλήσεις δεν συνοδεύονται πάντοτε από αυξημένα κέρδη. Πρέπει να συνεξετάζεται με τους αριθμοδείκτες λειτουργικών κερδών προς πωλήσεις και λειτουργικών κερδών προς το σύνολο του ενεργητικού.

149

150 Μια υπερεπένδυση κεφαλαίων σε περιουσιακά στοιχεία, σε σχέση με τις πωλήσεις μιας επιχείρησης, είναι ενδεχόμενο να έχει δυσμενή επίδραση.  Η υπερεπένδυση θα επιβαρύνει την επιχείρηση με αυξημένες υποχρεώσεις για  πληρωμή τόκων,  δαπανών συντηρήσεως,  και άλλων σταθερών δαπανών,  ιδίως στις περιπτώσεις, που η χρηματοδότηση των παγίων έχει γίνει με μεσοβραχυπρόθεσμα δάνεια  H υπερεπένδυση θα πρέπει να αντιμετωπισθεί με εντατικοποίηση των πωλήσεων  διαφορετικά μπορεί να προκύψει αδυναμία εκπληρώσεως των υποχρεώσεων της επιχείρησης.

151 Αριθμοδείκτης ταχύτητας κυκλοφορίας παγίων Δείχνει το βαθμό χρησιμοποιήσεως των παγίων περιουσιακών στοιχείων μιας επιχειρήσεως, σε σχέση με τις πωλήσεις της Παρέχει ένδειξη του αν υπάρχει υπερεπένδυση σε πάγια σε σχέση με τις πωλήσεις. Είναι το πηλίκο της διαιρέσεως των καθαρών πωλήσεων της χρήσεως με το σύνολο των καθαρών παγίων Δεν περιλαμβάνονται οι προσωρινές επενδύσεις και τα άυλα πάγια ή ασώματες ακινητοποιήσεις περιουσιακά στοιχεία.

152 Αριθμοδείκτης ταχύτητας κυκλοφορίας παγίων Ο δείκτης δείχνει το ύψος των πωλήσεων που επιτυγχάνονται με τη χρησιμοποίηση μιας χρηματικής μονάδας παγίων. Δείκτης ταχύτητας Καθαρές πωλήσεις κυκλοφορίας παγίων = Μέσο ύψος καθαρών παγίων αρχής και τέλους χρήσης  Αν η διαφορά αρχής και τέλους χρήσης δεν είναι σημαντική χρησιμοποιείται μόνο το ύψος παγίων της τρέχουσας χρήσης

153

154 Αριθμοδείκτης ταχύτητας κυκλοφορίας παγίων Δείκτης ταχύτητας Καθαρές πωλήσεις κυκλοφορίας παγίων = Μέσο ύψος καθαρών παγίων αρχής και τέλους χρήσης Υπολογίζεται ο μέσος όρος του παγίου ενεργητικού στην αρχή και στο τέλος της χρήσεως, εξ αιτίας των αποσβέσεων που γίνονται κατά τη διάρκεια της χρήσεως, (Καθαρό Πάγιο Ενεργητικό αρχής+Καθαρό Πάγιο Ενεργητικό τέλους): 2.

155 Αριθμοδείκτης ταχύτητας κυκλοφορίας παγίων Όσο μεγαλύτερος είναι τόσο πιο εντατική είναι η χρησιμοποίηση των παγίων περιουσιακών στοιχείων σε σχέση με τις πωλήσεις Μείωση του διαχρονικά υποδηλώνει μείωση του βαθμού χρησιμοποιήσεως των παγίων, η οποία πιθανώς να δείχνει υπερεπένδυση σε πάγια. Για πληρέστερη πληροφόρηση πρέπει να συγκρίνεται με τους αντίστοιχους των ομοειδών επιχειρήσεων.

156

157 Μέσος δείκτης κλάδου = 5 φορές Ο δείκτης της Walker Wilson είναι σημαντικά μικρότερος από το μέσο όρο του κλάδου, πράγμα που σημαίνει ότι  ο βαθμός απασχόλησης του δυναμικού της επιχείρησης δεν είναι τόσο ψηλός όσο στις άλλες επιχειρήσεις του κλάδου. Ο διευθυντής χρηματοοικονομικών θα πρέπει να το έχει υπόψη του, όταν οι επικεφαλείς της παραγωγής ζητήσουν κεφάλαια για νέες κεφαλαιακές επενδύσεις

158

159 Δείκτης ταχύτητας κυκλοφορίας αποθεμάτων – = κόστος πωλήσεων / αποθέματα / = 8 365/8 = 46 ημέρες Ο αριθμοδείκτης αυτός επιτρέπει να δούμε πόσες φορές ανανεώθηκαν τα αποθέματα της επιχείρησης σε σχέση με τις πωλήσεις της μέσα στη χρήση.

160 Δείκτης ταχύτητας κυκλοφορίας αποθεμάτων Ε κφράζει την συχνότητα με την οποία ανανεώνονται τα αποθέματα. Γενικά όσο υψηλότερος είναι ο δείκτης τόσο πιο αποτελεσματικά λειτουργεί η επιχείρηση πραγματοποιώντας χαμηλό κόστος διατήρησης αποθεμάτων.

161 Δείκτης ταχύτητας κυκλοφορίας αποθεμάτων Συνιστάται προσοχή στην κατάσταση όπου η μεγάλη ταχύτητα κυκλοφορίας αποθεμάτων επιτυγχάνεται – με σημαντική μείωση των τιμών πώλησης – ή τη μεγάλη αύξηση των εξόδων πωλήσεων και διαχείρισης – και αποτέλεσμα την πραγματοποίηση χαμηλών κερδών.

162 Δείκτης ταχύτητας κυκλοφορίας αποθεμάτων Κόστος πωλήσεων Δ κτ ταχύτητας κυκ λ αποθ = Μέσο ύψος αποθεμάτων αρχής και τέλους χρήσης Τα μεγέθη της παραπάνω σχέσης πρέπει να είναι ομοιογενή. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο στο αριθμητή υπάρχει το κόστος πωλήσεων αντί των καθαρών πωλήσεων.

163 Δείκτης ταχύτητας κυκλοφορίας αποθεμάτων Κόστος πωλήσεων Δ κτ ταχύτητας κυκ λ αποθ = Μέσο ύψος αποθεμάτων αρχής και τέλους χρήσης Τ ο κόστος πωληθέντων και τα αποθέματα προσδιορίζονται από τα ίδια στοιχεία κόστους. Ο δείκτης μπορεί να προσδιοριστεί ξεχωριστά για τα εμπορεύματα, τα προϊόντα, τις πρώτες ύλες κ.λ.π ή όλα μαζί τα αποθέματα.

164

165 Δείκτης ταχύτητας κυκλοφορίας αποθεμάτων Κόστος πωλήσεων Δ κτ ταχύτητας κυκ λ αποθ = Μέσο ύψος αποθεμάτων αρχής και τέλους χρήσης Στη σύγκριση των δεικτών ομοειδών επιχειρήσεων χρειάζεται προσοχή, διότι είναι δυνατό οι επιχειρήσεις να εφαρμόζουν διαφορετικές μορφές αποτίμησης των αποθεμάτων.

166 Δείκτης ταχύτητας κυκλοφορίας αποθεμάτων Από τη διαίρεση του αριθμού των ημερών ετησίως με τον δείκτη προκύπτει η μέση διάρκεια των αποθεμάτων η οποία δείχνει το χρονικό διάστημα που παραμένουν, κατά μέσο όρο, τα αποθέματα στην επιχείρηση. 365 Μέση διάρκεια αποθεμάτων = = Κόστος πωλήσεων Μέσο ύψος αποθεμάτων αρχής και τέλους χρήσης

167

168 Δείκτης ταχύτητας κυκλοφορίας αποθεμάτων 365 Μέση διάρκεια αποθεμάτων = = Κόστος πωλήσεων Μέσο ύψος αποθεμάτων αρχής και τέλους χρήσης Μέσο ύψος αποθεμάτων αρχής και τέλους χρήσης = 365 Χ Κόστος πωλήσεων

169 Δείκτης ταχύτητας κυκλοφορίας αποθεμάτων Χρησιμοποιείται για να διαπιστωθεί η ταχύτητα με την οποία τα αποθέματα διατέθηκαν και αντικαταστάθηκαν κατά τη διάρκεια της χρήσης. Αν δεν είναι γνωστό στον εξωτερικό αναλυτή το κόστος των πωληθέντων, – τότε για τον υπολογισμό της ταχύτητας κυκλοφορίας αποθεμάτων χρησιμοποιείται η αξία των πωλήσεων

170

171 Μέσος δείκτης κλάδου = 7 φορές  Η κυκλοφοριακή ταχύτητα των αποθεμάτων της Walker Wilson συγκρίνεται ευνοϊκά με το μέσο δείκτη του κλάδου.  Αυτό σημαίνει ότι η εταιρεία δεν διατηρεί υπερβολικά αποθέματα.  Τα πλεονάζοντα αποθέματα είναι μη παραγωγικά και αντιπροσωπεύουν μια επένδυση με πολύ χαμηλή ή μηδενική απόδοση.

172  Η ψηλή κυκλοφοριακή ταχύτητα των αποθεμάτων ενισχύει την πίστη του Διευθυντή χρηματοοικονομικών της επιχείρησης στο δείκτη ρευστότητας.  Εάν η κυκλοφοριακή ταχύτητα ήταν χαμηλή - 2 ή 3 φορές - ο Διευθυντής θα έπρεπε να ανησυχεί μήπως η εταιρεία διατηρεί  προϊόντα κατεστραμμένα ή  τεχνολογικά απαξιωμένα,  που στην πραγματικότητα δεν αξίζουν ούτε την ονομαστική τους αξία.

173

174 Δείκτης ταχύτητας κυκλοφορίας αποθεμάτων Ο δείκτης βοηθά στο να κριθεί πότε τα αποθέματα είναι επαρκή σε σχέση με τις πωλήσεις. Υψηλή σχέση υποδηλώνει ικανοποιητική διοίκηση, εφόσον αυτή δεν είναι το αποτέλεσμα χαμηλών αποθεμάτων.  Όσο περισσότερο περιορισμένα (χαμηλά) είναι τα αποθέματα ετοίμων προϊόντων τόσο περισσότερο αυξάνεται η πιθανότητα να χαθούν παραγγελίες.  Σ την περίπτωση των πρώτων υλών αυξάνει η πιθανότητα να σταματήσει η παραγωγή από έλλειψη υλών για επεξεργασία.

175 Χαμηλός δείκτης κυκλοφοριακής ταχύτητας των αποθεμάτων υποδηλώνει την ύπαρξη μη ζητούμενων αποθεμάτων ή ακατάλληλων.  Παράδειγμα: Η ύπαρξη  υψηλών αποθεμάτων ειδών περασμένης μόδας ή  ακατάλληλων για βιομηχανοποίηση ή κατανάλωση  συμβάλλει σε χαμηλό δείκτη.

176 Δείκτης ταχύτητας είσπραξης απαιτήσεων Δείκτης ταχύτητας είσπραξης απαιτήσεων: κύκλος εργασιών / απαιτήσεις / = 67 Ο συγκεκριμένος δείκτης καταδεικνύει αν οι απαιτήσεις μιας επιχείρησης είναι πολύ μεγάλες σε σύγκριση με τις πωλήσεις της.

177 Δείκτης ταχύτητας είσπραξης απαιτήσεων Δείκτης ταχύτητας είσπραξης απαιτήσεων: κύκλος εργασιών / απαιτήσεις O δείκτης δείχνει την ταχύτητα με την οποία ανανεώνονται οι πιστώσεις της επιχείρησης προς τους πελάτες της Π όσες φορές, κατά μέσο όρο, εισπράττονται οι απαιτήσεις της επιχείρησης.

178 Δείκτης ταχύτητας είσπραξης απαιτήσεων Δείχνει την ικανότητα της επιχείρησης να εισπράττει. Στις απαιτήσεις περιλαμβάνονται – οι επιταγές, – τα γραμμάτια ή οι συναλλαγματικές και – οι πιστώσεις σε ανοικτό λογαριασμό. Διακυμάνσεις στον δείκτη από περίοδο σε περίοδο δείχνουν – μεταβολές στην πιστωτική πολιτική της επιχείρησης – ή μεταβολές στην ικανότητά της να εισπράττει.

179 Δείκτης ταχύτητας είσπραξης απαιτήσεων Ο δείκτης δίνεται από την ακόλουθη σχέση: Καθαρές πωλήσεις Δ ΤΕΑ = Μέσος όρος απαιτήσεων αρχής και τέλους χρήσης Καθαρές πωλήσεις = Ακαθάριστες πωλήσεις μείον επιστροφές και εκπτώσεις.

180 ΜΔΠ =Μέση Διάρκεια Πίστωσης

181 Δείκτης ταχύτητας είσπραξης απαιτήσεων Μία πιο σωστή εκτίμηση του δείκτη θα ήταν εκείνη όπου στη θέση των πωλήσεων θα υπήρχαν οι πωλήσεις επί πιστώσει. Συνήθως όμως δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία και γι’ αυτό το λόγο παίρνονται υπόψη οι καθαρές πωλήσεις όπως αυτές εμφανίζονται στα αποτελέσματα χρήσης.

182 Δείκτης ταχύτητας είσπραξης απαιτήσεων Δείχνει πόσες φορές, κατά μέσο όρο, εισπράττονται κατά τη διάρκεια της λογιστικής χρήσεως οι απαιτήσεις της επιχείρησης Όσο μεγαλύτερη είναι η ταχύτητα εισπράξεως των απαιτήσεων μιας επιχείρησης τόσο μικρότερος είναι ο χρόνος δεσμεύσεως των κεφαλαίων

183 Δείκτης ταχύτητας είσπραξης απαιτήσεων Μεγάλη ταχύτητα στην είσπραξη των απαιτήσεων σημαίνει μικρότερη πιθανότητα ζημιών από επισφαλείς πελάτες. Η παρακολούθηση της τάσης είναι διαχρονικά χρήσιμη για την αξιολόγηση της ποιότητας και της ρευστότητας των απαιτήσεων.

184 Δείκτης ταχύτητας είσπραξης απαιτήσεων Καθαρές πωλήσεις Δ ΤΚΑ = Μέσος όρος απαιτήσεων αρχής και τέλους χρήσης Η μείωση του δείκτη μπορεί να οφείλεται σε: – Μείωση των πωλήσεων με παράλληλη αύξηση των πιστώσεων – Αύξηση των πωλήσεων με αναλογικά μεγαλύτερη αύξηση των πιστώσεων – Μείωση των πιστώσεων με αναλογικά μεγαλύτερη μείωση των πωλήσεων

185 Δείκτης ταχύτητας είσπραξης απαιτήσεων Καθαρές πωλήσεις Δ ΤΚΑ = Μέσος όρος απαιτήσεων αρχής και τέλους χρήσης Η μείωση του δείκτη μπορεί να οφείλεται σε: – Μείωση των πωλήσεων χωρίς ανάλογη μείωση των πιστώσεων – Αύξηση των πιστώσεων χωρίς ανάλογη αύξηση των πωλήσεων

186 Δείκτης ταχύτητας είσπραξης απαιτήσεων Αν με τον δείκτη διαιρεθεί ο αριθμός των ημερών ετησίως προκύπτει – η μέση διάρκεια παραμονής των απαιτήσεων στην επιχείρηση ή – μέση διάρκεια της πίστωσης προς τους πελάτες ή – ο μέσος χρόνος που μεσολαβεί μεταξύ πωλήσεων και εισπράξεων. Η μέση διάρκεια πίστωσης φανερώνει την πιστωτική πολιτική της επιχείρησης η οποία μπορεί να συγκριθεί με την πολιτική άλλων ανταγωνιστικών επιχειρήσεων.

187 Δείκτης ταχύτητας είσπραξης απαιτήσεων 365 Μέση διάρκεια πίστωσης = = Δείκτης ταχύτητας κυκλοφορίας εισπρακτέων λογαριασμών Μέσος όρος απαιτήσεων = 365 Χ Καθαρές πωλήσεις

188 Δείκτης ταχύτητας είσπραξης απαιτήσεων Ο δείκτης για τον Τιτάν είναι 10,1φ. και σημαίνει ότι τα χρήματα που ήταν δεσμευμένα στις πωλήσεις γυρίστηκαν (ρευστοποιήθηκαν) 10,1φ. το 19X7 (10 φ. το 19X6). Κ ατά μέσο όρο, σε λογαριασμούς πελατών, συναλλαγματικών (γενικά εμπορευματικών απαιτήσεων) παρέμεναν πάντοτε δεσμευμένες το 19X7 (ανεξόφλητες) πωλήσεις 36 ημερών Μέσος όρος απαιτήσεων Μέση διάρκεια πίστωσης = 360 Χ = Καθαρές πωλήσεις 360/10,1=36

189 Δείκτης ταχύτητας είσπραξης απαιτήσεων Αν γνωρίζουμε ότι η πιστωτική περίοδος είναι 30 ημερών συμπεραίνουμε ότι υπάρχει καθυστέρηση 6 ημερών στην εξόφληση των υποχρεώσεων από τους πελάτες. Για να αποκτήσουν σημασία οι ημέρες που προκύπτουν πρέπει να συγκριθούν με την πιστωτική περίοδο. Οι ημέρες σημαίνουν ότι οι οφειλές των αγοραστών των προϊόντων κατά μέσο όρο διαρκούν αυτόν τον αριθμό των ημερών, στην προκειμένη περίπτωση 36. Η σύγκριση με τον κλάδο είναι πάντοτε απαραίτητη για την αξιολόγηση της εισπρακτικής απόδοσης

190 Δείκτης ταχύτητας εξοφλήσεως βραχυπρόθεσμων υποχρεώσεων Δείκτης ταχύτητας Κόστος πωληθέντων βραχυπρόθεσμων = υποχρεώσεων Μέσο ύψος βραχυπρόθεσμων υποχρεώσεων αρχής και τέλους χρήσης Μέσο ύψος βραχυπρόθεσμων υποχρεώσεων Μέση διάρκεια αρχής και τέλους χρήσης παραμονής βραχ = χ365 υποχρεώσεων Κόστος Πωληθέντων

191 Ο παραπάνω αριθμοδείκτης δείχνει το χρονικό διάστημα που υποχρεώσεις μια επιχείρησης παραμένουν απλήρωτες. Αν η μέση διάρκεια παραμονής των βραχυπροθέσμων υποχρεώσεων της επιχειρήσεως είναι μεγαλύτερη από αυτή άλλων ομοειδών επιχειρήσεων, –τότε αυτό θεωρείται καλό για την επιχείρηση Δείκτης ταχύτητας εξοφλήσεως βραχυπρόθεσμων υποχρεώσεων

192 Αν συγκρίνουμε την ταχύτητα εισπράξεως απαιτήσεων με την ταχύτητα βραχυπροθέσμων υποχρεώσεων και –η πρώτη είναι μεγαλύτερη από τη δεύτερη, –τότε αυτό σημαίνει, ότι οι υποχρεώσεις της επιχειρήσεως εξοφλούνται με βραδύτερο ρυθμό από ό,τι εισπράττονται οι απαιτήσεις της. Αποτέλεσμα: –η επιχείρηση δεν χρειάζεται να διατηρεί μεγάλα ποσά σε κυκλοφοριακά στοιχεία, –εφόσον γίνεται έμμεση χρηματοδότηση από τους πιστωτές της

193 Η μέση διάρκεια παραμονής των υποχρεώσεων ενδέχεται να μην αντιπροσωπεύει την πραγματικότητα –διότι ορισμένες υποχρεώσεις εξοφλούνται πολύ γρήγορα ενώ άλλες παραμένουν απλήρωτες επί μακρύ χρονικό διάστημα. –επηρεάζεται από τις ακραίες αυτές τιμές και δεν αντικατοπτρίζει την πράγματι υφισταμένη στην επιχείρηση κατάσταση. Δείκτης ταχύτητας εξοφλήσεως βραχυπρόθεσμων υποχρεώσεων

194

195 Ποιος από τους παρακάτω οικονομικούς δείκτες αναμένεται να αυξηθεί ως αποτέλεσμα της μείωσης των πωλήσεων: (α) Δείκτης ταχύτητας κυκλοφορίας ενεργητικού (β) Μέση διάρκεια πίστωσης + (γ) Δείκτης ταχύτητας κυκλοφορίας παγίων (δ) Κανένας από τους παραπάνω Μέσος όρος απαιτήσεων Μέση διάρκεια πίστωσης = 360 Χ = Καθαρές πωλήσεις 360/10,1=36

196 Ποια από τα ακόλουθα μεγέθη συνήθως δεν περιλαμβάνονται στο κυκλοφορούν ενεργητικό: Ι. Αποθεματικά II. Απαιτήσεις πελατών ΠΙ. Ταμείο ΙV. Συμμετοχές (α) ΙV μόνο(β) III και IV μόνο (γ) ΙI και IV μόνο (δ) Ι και IV +

197

198 Με βάση τα παραπάνω λογιστικά στοιχεία ο Δείκτης ταχύτητας κυκλοφορίας αποθεμάτων για το έτος 1999 είναι περίπου (α) 21 (β) 49 (γ) 98 (δ) κανένα από τα παραπάνω Με βάση τα παραπάνω λογιστικά στοιχεία η μέση διάρκεια αποθεμάτων για το έτος 1999 είναι περίπου (έτος 360 μέρες) (α) 17 (β) 7 + (γ) 4 (δ) κανένα από τα παραπάνω

199 Με βάση τα παραπάνω λογιστικά στοιχεία ο Δείκτης ταχύτητας κυκλοφορίας απαιτήσεων για το έτος 1999 είναι περίπου (α) 3,3 (β) 2,3 + (γ) 5,3 (δ) κανένα από τα παραπάνω Με βάση τα παραπάνω λογιστικά μέση διάρκεια πίστωσης για το έτος 1999 είναι περίπου (έτος 360 μέρες) (α) (β) 221 (γ) 190 (δ) κανένα από τα παραπάνω

200 ΑΡΙΘΜΟΔΕΙΚΤΕΣ ΑΠΟΔΟΤΙΚΟΤΗΤΑΣ Οι μεταβολές στα κέρδη πρέπει να εξετάζονται σε σχέση με τα κεφάλαια που απασχολούνται για την πραγματοποίηση τους,  ως μεμονωμένα μεγέθη έχουν μικρή σημασία. Οι αριθμοδείκτες αποδοτικότητας αναφέρονται  στις σχέσεις κερδών και απασχολουμένων στην επιχείρηση κεφαλαίων και  στις σχέσεις μεταξύ κερδών και πωλήσεων.

201 ΑΡΙΘΜΟΔΕΙΚΤΕΣ ΑΠΟΔΟΤΙΚΟΤΗΤΑΣ Αριθμοδείκτης μικτού περιθωρίου ή μικτού κέρδους Αριθμοδείκτης καθαρού περιθωρίου ή καθαρού κέρδους Αριθμοδείκτης αποδοτικότητας απασχολουμένων κεφαλαίων Αριθμοδείκτης αποδοτικότητας ενεργητικού

202 ΑΡΙΘΜΟΔΕΙΚΤΕΣ ΑΠΟΔΟΤΙΚΟΤΗΤΑΣ Δείχνουν πόσο αποτελεσματικά λειτούργησε η επιχείρηση κατά τη διάρκεια μίας ή και περισσότερων χρήσεων Απαντούν σε ερωτήματα σχετικά: – με το αν τα κέρδη ήταν ικανοποιητικά, – ποια ήταν η απόδοση των κεφαλαίων, – ποια ήταν η απόδοση από τις κύριες δραστηριότητες

203 Αριθμοδείκτης μικτού κέρδους Μετρά την απόδοση των πωλήσεων σε σχέση με το μικτό αποτέλεσμα. Μία επιχείρηση με υψηλό περιθώριο μικτού κέρδους έχει γενικά την ικανότητα να επιτυγχάνει μικρό κόστος πωληθέντων και υψηλές τιμές πώλησης.  Έχει περιθώρια στην αντιμετώπιση αυξήσεων στο κόστος πωλήσεων και των άλλων εξόδων χωρίς να πάψει να είναι κερδοφόρα.

204 Ο δείκτης υπολογίζεται από την παρακάτω σχέση: Μικτό κέρδος Δείκτης μικτού περιθωρίου κέρδους = 100 Χ Καθαρές πωλήσεις Μια επιχείρηση για να θεωρηθεί επιτυχημένη θα πρέπει να έχει ένα αρκετά υψηλό ποσοστό μικτού κέρδους.  Αυτό θα της επιτρέπει να καλύπτει τα λειτουργικά και άλλα έξοδα της και συγχρόνως να της αφήνει ένα ικανοποιητικό καθαρό κέρδος

205 Αριθ Μικτού Κέρδους(99) = (Μικτά Κέρδη / Καθαρές Πωλήσεις) *100 = ( / )*100 = 85,31% Αριθ Μικτού Κέρδους(00)= (Μικτά Κέρδη / Καθαρές Πωλήσεις) *100 = ( / ) *100 = 88,39%

206 Ο υπολογισμός του είναι πολύ σημαντικός για τις εμπορικές και βιομηχανικές επιχειρήσεις, γιατί παρέχει ένα μέτρο αξιολογήσεως της αποδοτικότητας τους. Σ' αυτού του είδους τις επιχειρήσεις το κόστος πωληθέντων είναι το σημαντικότερο μέγεθος – εξασφάλιση κερδοφόρας δραστηριότητας Όσο μεγαλύτερος είναι ο αριθμοδεικτης μικτού κέρδους τόσο καλύτερη είναι η θέση της επιχειρήσεως.  Μπορεί να αντιμετωπίσει χωρίς δυσκολία αύξηση του κόστους των πωλουμένων προϊόντων της.

207 Αριθμοδείκτης μικτού κέρδους Το ποσοστό μικτού κέρδους βρίσκεται επίσης αν από την αξία πωλήσεως αφαιρεθεί το κόστος πωληθέντων και η διαφορά εκφραστεί σε ποσοστό επί τοις εκατόν της αξίας πωλήσεως Δείχνει – τη λειτουργική αποτελεσματικότητα μιας επιχειρήσεως και – την πολιτική τιμών αυτής.

208 Αριθ Μικτού Κέρδους(99) = (Μικτά Κέρδη / Καθαρές Πωλήσεις) *100 = ( / )*100 = 9,9 % Αριθ Μικτού Κέρδους(00)= (Μικτά Κέρδη / Καθαρές Πωλήσεις) *100 = ( / ) *100 = 10,4%

209 Ένας υψηλός αριθμοδεικτης μικτού κέρδους δείχνει την ικανότητα της διοίκησης να επιτυγχάνει φθηνές αγορές και να πωλεί σε υψηλές τιμές. Αντίθετα, ένας χαμηλός αριθμοδείκτης δείχνει μια όχι καλή πολιτική της διοικήσεως στον τομέα των αγορών και πωλήσεων Το γεγονός αυτό οδηγεί σε στασιμότητα. Όμως μια επιχείρηση μπορεί να έχει θέσει σκόπιμα ένα χαμηλό περιθώριο κέρδους για να επιτύχει – αύξηση του όγκου των πωλήσεων, ή – αύξηση των πωλήσεων ενός νέου προϊόντος της, ώστε να διευρύνει τη παρουσία της στην Αγορά.

210 Αριθμοδείκτης μικτού κέρδους Μια επιχείρηση που βρίσκεται στο τελευταίο στάδιο της παραγωγικής διαδικασίας θα έχει ένα πολύ μικρότερο περιθώριο κέρδους, – Υφίστανται τα κέρδη των προηγουμένων σταδίων. Ένας χαμηλός αριθμοδείκτης μπορεί να παρέχει ένδειξη ότι η επιχείρηση έχει κάνει επενδύσεις, που δεν δικαιολογούνται από τον όγκο των πωλήσεων της, – με αποτέλεσμα να έχει αυξημένο κόστος παραγωγής.

211 Αριθ Μικτού Κέρδους(99) = (Μικτά Κέρδη / Καθαρές Πωλήσεις) *100 = ( / )*100 = 15,15 % Αριθ Μικτού Κέρδους(00)= (Μικτά Κέρδη / Καθαρές Πωλήσεις) *100 = ( / ) *100 = 1,3%

212 Αριθμοδείκτης μικτού κέρδους Το κόστος των πωληθέντων προϊόντων μιας επιχειρήσεως σε σχέση με τις πωλήσεις της εξαρτάται και από την ακολουθούμενη μέθοδο αποτιμήσεως των αποθεμάτων. Έτσι, σε περιόδους πληθωρισμού, αν ακολουθείται η μέθοδος FIFO θα έχει σαν αποτέλεσμα αυξημένο περιθώριο κέρδους (μειωμένο κόστος πωληθέντων) από ό,τι αν ακολουθείται η μέθοδος LIFO (αυξημένο κόστος πωληθέντων).

213

214 Τιτάν Στη βιομηχανική επιχείρηση στο επίπεδο αυτό μετράται η αποδοτικότητα της παραγωγικής λειτουργίας. Το περιθώριο μεταξύ των δύο χρήσεων ανέβηκε από 24,8% στο 28,2%, η εταιρία δηλαδή πωλεί με περισσότερο κέρδος τα προϊόντα της.

215 Τιτάν Η αύξηση στο μικτό περιθώριο κέρδους σημαίνει είτε καλύτερες τιμές είτε πτώση του κόστους παραγωγής. Μείωση στην απόδοση μπορεί να επέλθει είτε από αύξηση του κόστους παραγωγής και αδυναμίας επίρριψής του στην κατανάλωση είτε από μείωση των τιμών πώλησης.

216 Τιτάν Μείωση στην απόδοση από αύξηση του κόστους παραγωγής μπορεί να οφείλεται είτε στις πρώτες και βοηθητικές ύλες είτε στα εργατικά. Η μείωση στις τιμές πώλησης οφείλεται κυρίως στον ανταγωνισμό ή στην αδυναμία πώλησης της σημαντικά αυξημένης παραγωγής της εταιρίας

217 Μικτό κέρδος Δμκ = 100 Χ Καθαρές πωλήσεις =100χ(175/560)=31 % ΩΜΕΓΑ

218 Δείκτης καθαρού κέρδους Net Profit Margin Δείκτης καθαρού κέρδους: καθαρά κέρδη χρήσης / κύκλος εργασιών / = 1,73% Δείχνει το ποσοστό του καθαρού κέρδους από τις πωλήσεις. Δείχνει το κέρδος από τις λειτουργικές της δραστηριότητες.

219

220 Δείκτης καθαρού κέρδους Δείχνει το ποσοστό κέρδους, που μένει στην επιχείρηση μετά την αφαίρεση από τις καθαρές πωλήσεις του κόστους πωληθέντων και των λοιπών εξόδων. Ο δείκτης υπολογίζεται από την σχέση: Καθαρά κέρδη χρήσης Δείκτης καθαρού κέρδους = 100 Χ Καθαρές πωλήσεις

221 Δείκτης καθαρού κέρδους Καθαρά κέρδη χρήσης Δείκτης καθαρού κέρδους = 100 Χ Καθαρές πωλήσεις Στα καθαρά λειτουργικά κέρδη δεν περιλαμβάνονται μη λειτουργικά έσοδα και κέρδη – έσοδα από συμμετοχές, - διίστανται οι γνώμες των αναλυτών – προσωρινές επενδύσεις σε χρεώγραφα, – δικαιώματα ευρεσιτεχνίας, – κληρώσεις λαχνών κ.λπ.,

222 Δείκτης καθαρού κέρδους Καθαρά κέρδη χρήσης Δείκτης καθαρού κέρδους = 100 Χ Καθαρές πωλήσεις Επίσης στα καθαρά λειτουργικά κέρδη δεν περιλαμβάνονται τυχόν μη λειτουργικά έξοδα και ζημίες – Π.Χ. ζημίες από καταστροφή εμπορευμάτων, τα οποία όμως μπορεί να είναι σημαντικά και να επηρεάζουν το αποτέλεσμα. – ανόργανα έσοδα και έξοδα

223 ΔΚΠΚ= *(1-0,35)/ = 8 % 1-0,35 = 1-φόρος Οι γνώμες των αναλυτών διίστανται για τον καθορισμό των κερδών που θα λάβουν υπόψη για τον δείκτη κπκ

224 Δείκτης καθαρού κέρδους Όσο μεγαλύτερος είναι τόσο πιο επικερδής είναι η επιχείρηση. Βοηθά τόσο τη διοίκηση όσο και τους αναλυτές να προβλέπουν τα μελλοντικά καθαρά κέρδη της επιχειρήσεως.

225 Δείκτης καθαρού κέρδους Εάν ο αριθμοδείκτης μικτού κέρδους δεν μεταβάλλεται διαχρονικά ενώ κατά την ίδια περίοδο ο αριθμοδείκτης καθαρού κέρδους παρουσιάζει κάμψη τότε  υπάρχει ένδειξη μιας δυσανάλογης αύξησης των εξόδων λειτουργίας της επιχειρήσεως σε σχέση με τις πωλήσεις της. θα πρέπει να εξετασθούν οι επί μέρους κατηγορίες εξόδων προκειμένου να επισημανθούν οι λόγοι αυξήσεως τους.

226 Μέσος δείκτης κλάδου = 5 % Ο δείκτης καθαρού κέρδους της Walker – Wilson είναι λίγο μικρότερος από το μέσο δείκτη του κλάδου πράγμα που δείχνει, είτε ότι οι τιμές της επιχείρησης είναι σχετικά χαμηλές είτε ότι το κόστος είναι σχετικά υψηλό ή και τα δυο.

227 Αριθμοδείκτες μικτού και καθαρού κέρδους Ο δείκτης υπολογίζεται από την παρακάτω σχέση: Μικτό κέρδος Δείκτης μικτού περιθωρίου κέρδους = 100 Χ Καθαρές πωλήσεις Καθαρά κέρδη χρήσης Δείκτης καθαρού κέρδους = 100 Χ Καθαρές πωλήσεις

228 Ορισμένοι αναλυτές λαμβάνουν υπόψη τους τα καθαρά λειτουργικά κέρδη πριν από την αφαίρεση των αποσβέσεων, – με το αιτιολογικό ότι διευκολύνονται έτσι οι συγκρίσεις μεταξύ επιχειρήσεων που εφαρμόζουν διαφορετική πολιτική αποσβέσεων. Στην περίπτωση αυτή δεν θα πρέπει να αφαιρούνται τα έξοδα χρηματοδοτικής μισθώσεως παγίων περιουσιακών στοιχείων.

229

230 Δείκτης καθαρού κέρδους Ο πίνακας παρουσιάζει την εξέλιξη των πωλήσεων και κερδών, των αριθμοδεικτών μικτού και καθαρού κέρδους, καθώς και τους δείκτες τάσεως των μεγεθών αυτών της ΑΓΕΤ-ΗΡΑΚΛΗΣ, κατά τα έτη 19X4 -Χ8. Τόσο ο αριθμοδείκτης μικτού κέρδους όσο και ο αριθμοδείκτης καθαρού κέρδους δεν μπορούν να θεωρηθούν ικανοποιητικοί για τις περισσότερες από τις χρήσεις που εξετάζονται.

231 Δείκτης καθαρού κέρδους H πορεία των δεικτών διαχρονικά παρουσιάζει κάμψη, όπως φαίνεται από τους δείκτες τάσεως.  αν δεν επιδιωχθεί αύξηση του ρυθμού πωλήσεων, τότε οι προοπτικές της επιχειρήσεως δεν διαγράφονται καλές. – Δύσκολα πραγματοποιήσιμο, διότι ολόκληρος ο κλάδος έχει να αντιμετωπίσει έντονο ανταγωνισμό

232 Δείκτης καθαρού κέρδους Κάποιοι αναλυτές εκφράζουν την άποψη  δραστηριότητες όπως  συμμετοχές,  συναλλαγματικές διαφορές,  κέρδη/ζημιές από χρεόγραφα,  θεωρούνται τυπικές και συνήθεις για τις επιχειρήσεις  θα πρέπει λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό του αριθμοδείκτη καθαρού κέρδους.  Μόνο τα ανόργανα κονδύλια δεν θα πρέπει να συμμετέχουν στον υπολογισμό του αριθμοδείκτη (ασυνήθιστα στη φύση και μη επαναλαμβανόμενα)

233

234 ΔΚΚ=1610/8206= 19,6 % (19Χ7) ΔΚΚ=1185/6429= 18,9 % (19Χ6) Η διαφορά προέρχεται κυρίως από τον συντελεστή φόρου

235 Δείκτης αποδοτικότητας ενεργητικού Δείκτης αποδοτικότητας ενεργητικού: καθαρά κέρδη χρήσης / σύνολο ενεργητικού Χ / = 4,14% Μετράει την απόδοση των συνολικών περιουσιακών στοιχείων μιας επιχείρησης Επιτρέπει την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας της

236 Δείκτης αποδοτικότητας ενεργητικού Αποτελεί ένα είδος αξιολόγησης και ελέγχου της διοικήσεως. Υ πολογίζεται με βάση την παρακάτω σχέση: Καθαρ ά Κέρδη Δκτης αποδοτικότητας ενεργητικού = Μέσο ύψος ενεργητικού αρχής και τέλους χρήσης

237 Οι γνώμες των αναλυτών διίστανται – Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι από τα καθαρών λειτουργικών κερδών πρέπει ν' αφαιρούνται τα χρηματοοικονομικά έξοδα, δηλ. οι τόκοι των ξένων κεφαλαίων – Άλλοι υποστηρίζουν ότι τα καθαρά λειτουργικά κέρδη πρέπει να λαμβάνονται υπόψη πριν από την αφαίρεση των χρηματοοικονομικών εξόδων.  τα χρηματοοικονομικά έξοδα αποτελούν την αμοιβή των ξένων κεφαλαίων, όπως τα μερίσματα αποτελούν την αμοιβή των ιδίων κεφαλαίων.

238 Θα μπορούσαν να είναι η αμοιβή των ιδίων κεφαλαίων όπου θα είχαν φορολογηθεί

239 Δείκτης αποδοτικότητας ενεργητικού Κάποιοι αναλυτές υποστηρίζουν ότι στο σύνολο των περιουσιακών στοιχείων δεν πρέπει περιλαμβάνονται οι συμμετοχές ως και άλλες παρόμοιες επενδύσεις  αυτές δεν συντελούν στη δημιουργία λειτουργικών κερδών.

240 Ορισμένοι λαμβάνουν το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων της επιχειρήσεως πριν από την αφαίρεση των συνολικών αποσβέσεων. – Έτσι αντισταθμίζεται η επίδραση που ασκεί ο πληθωρισμός πάνω στο ιστορικό κόστος των περιουσιακών στοιχείων Άλλοι αναλυτές θεωρούν προτιμότερο να χρησιμοποιούνται τα καθαρά περιουσιακά στοιχεία της επιχειρήσεως  το σύνολο αυτών που πράγματι απασχολήθηκε κατά τη διάρκεια της χρήσεως.

241 Ο υπολογισμός του αριθμοδείκτη αποδοτικότητας του ενεργητικού επιτρέπει: – Τη σύγκριση της αποδοτικότητας μιας επιχειρήσεως με την αποδοτικότητα άλλων μορφών επενδύσεων, με την αποδοτικότητα άλλων επιχειρήσεων του ιδίου περίπου βαθμού κινδύνου. με τα αντίστοιχα μεγέθη άλλων ομοειδών επιχειρήσεων με το μέσο όρο του κλάδου όπου ανήκει η επιχείρηση – Την παρακολούθηση της αποδοτικότητας διαχρονικά – Τη διερεύνηση των αιτίων της μεταβολής του διαχρονικά.

242 Το management δείχνει μέσω του δείκτη ότι – η επιχείρηση μπορεί να επιζήσει οικονομικά και – να προσελκύει κεφάλαια για επένδυση, ανταμείβοντας τα ανάλογα. Από πολλούς υποστηρίζεται η άποψη ότι, είναι προτιμότερο να μετράται η κερδοφόρα δυναμικότητα της επιχειρήσεως με τον αριθμοδείκτη αυτό παρά με τον αριθμοδείκτη λειτουργικών κερδών προς καθαρές πωλήσεις.

243

244 Αποδοτικότητα Ενεργητικού Return on total assets = 6 % Μέσος δείκτης κλάδου = 10 % Η κατά 6 % απόδοση της wilson είναι σημαντικά χαμηλότερη από τη μέση απόδοση του κλάδου Το χαμηλό αυτό ποσοστό είναι αποτέλεσμα του χαμηλού περιθωρίου κέρδους στις πωλήσεις και της χαμηλής κυκλοφοριακής ταχύτητας του ενεργητικού

245 Δείκτης ταχύτητας κυκλοφορίας ενεργητικού Δείκτης ταχύτητας κυκλοφορίας ενεργητικού: κύκλος εργασιών / γενικό σύνολο ενεργητικού – = / = 2,4 φορές Παρέχει ενδείξεις για το πόσο η επιχείρηση χρησιμοποιεί εντατικά τα περιουσιακά της στοιχεία προκειμένου να πραγματοποιεί τις πωλήσεις της.

246 Επιχειρήσεις με μονοπωλιακή θέση έχουν επιδείξει υψηλή αποδοτικότητα ενεργητικού –Π.χ. ΔΕΗ - ΟΤΕ. Το έχουν επιτύχει με την υψηλή αποδοτικότητα των πωλήσεων, ενώ έχουν σχετικά χαμηλή κυκλοφοριακή ταχύτητα ενεργητικού. Δημιουργούν μονοπωλιακή θέση εγείροντας εμπόδια εισόδου στον κλάδο τους με  υψηλές επενδύσεις  επενδύσεις υψηλού κινδύνου ή  κατοχή εξειδικευμένης τεχνολογίας,  Σκοπός: Nα επιτύχουν υψηλές αποδοτικότητες των πωλήσεων

247 Οι επιχειρήσεις σε πλήρως ανταγωνιστικό περιβάλλον επιτυγχάνουν σχετικά χαμηλές αποδοτικότητες επί των πωλήσεων  Τα περιθώρια κέρδους καθορίζονται από τον ανταγωνισμό, ο οποίος και επιβάλλει αυτόν τον περιορισμό.  Η συνηθέστερη στρατηγική περιλαμβάνει αύξηση της κυκλοφοριακής ταχύτητας του ενεργητικού,  Π.Χ. αύξηση της κυκλοφοριακής ταχύτητας των αποθεμάτων ή των απαιτήσεων.  Συχνά οι επιχειρήσεις καταβάλλουν προσπάθειες για τη διατήρηση των περιθωρίων κέρδους  με αγορές μεγάλων ποσοτήτων με έκπτωση,  με συμπίεση των γενικών εξόδων,  με την παραγωγή από κάποια θυγατρική εταιρεία η οποία μεταπωλεί το προϊόν της στη μητρική

248 Η φάση τον κύκλου ζωής των προϊόντων μιας επιχείρησης εξηγεί μεταβολές και διαφορές στην αποδοτικότητα του ενεργητικού Το κάθε προϊόν μιας επιχείρησης περνά κατά τη διάρκεια της Ζωής του από τέσσερις διαδοχικές φάσεις: – εισαγωγή, – ανάπτυξη, – ωριμότητα και – παρακμή.

249 Στις φάσεις της εισαγωγής και της ανάπτυξης, μία επιχείρηση υφίσταται υψηλά έξοδα έρευνας, διαφήμισης και αύξησης της παραγωγής. Στη φάση της ωριμότητας το ενδιαφέρον περνά στη μείωση των εξόδων  τα υψηλά έξοδα και οι χαμηλές πωλήσεις οδηγούν σε Ζημίες και αρνητικές αποδοτικότητες.  Επιπλέον στη φάση της ανάπτυξης, παρατηρείται αύξηση των πωλήσεων με υψηλότατους ρυθμούς αλλά και ταυτόχρονη αύξηση των εξόδων προώθησης  Οικονομίες κλίμακας και καλύτερες γνώσεις παραγωγής των προϊόντων επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό την αποδοτικότητα του ενεργητικού

250 Στη φάση της παρακμής παρατηρείται δραστική μείωση των πωλήσεων και των κερδών.  Παρατηρείται μείωση των πωλήσεων, των επενδύσεων σε πάγια και της αποδοτικότητας του ενεργητικού, η οποία οδηγεί σε εγκατάλειψη της παραγωγής του προϊόντος. Η ιδέα του κύκλου Ζωής συνήθως ισχύει για ένα συγκεκριμένο προϊόν, οι επιχειρήσεις που επιβιώνουν έχουν μία σειρά από προϊόντα τα οποία βρίσκονται σε διάφορες φάσεις του κύκλου Ζωής τους.

251

252 Ορισμένες επιχειρήσεις παράγουν μόνο ένα προϊόν ή μία σειρά από ομοιογενή προϊόντα, όπως  οι ξενοδοχειακές και οι χαλυβουργικές επιχειρήσεις Οι επιχειρήσεις αυτές καθώς και οι επιχειρήσεις παραγωγής και επεξεργασίας τροφίμων βρίσκονται σε φάση ωριμότητας Οι επιχειρήσεις που ασχολούνται με ιχθυοκαλλιέργειες βρίσκονται σε φάση πλήρους ανάπτυξης.

253 Δείκτης αποδοτικότητας ιδίων κεφαλαίων Δείκτης αποδοτικότητας ιδίων κεφαλαίων: καθαρά κέρδη χρήσης / σύνολο ιδίων κεφαλαίων / = 14,45% Απεικονίζει την κερδοφόρα δυναμικότητα μιας επιχείρησης Παρέχει ένδειξη του κατά πόσο επιτεύχθηκε ο στόχος πραγματοποίησης ενός ικανοποιητικού αποτελέσματος από τη χρήση των κεφαλαίων του μετόχου.

254 Δείκτης αποδοτικότητας ιδίων κεφαλαίων Μετρά την αποτελεσματικότητα με την οποία τα κεφάλαια των φορέων της επιχείρησης απασχολούνται σε αυτήν. Αποτελεί τον βασικό δείκτη τον οποίο η διοίκηση μιας εταιρείας – τείνει να προβάλει με τον πιο επιφανή τρόπο στον ετήσιο απολογισμό χρήσης. σε περίπτωση θετικού αποτελέσματος

255

256 Αποδοτικότητα ιδίων κεφαλαίων=καθαρά κέρδη/Ίδια κεφάλαια = / = 12% Μέσος δείκτης κλάδου = 15 %.

257 Δείκτης αποδοτικότητας ιδίων κεφαλαίων Καθαρά κέρδη χρήσης Δκτης αποδ ιδίων κεφαλαίων = 100 X Μέσο ύψος ιδίων κεφαλαίων αρχής και τέλους χρήσης ο δείκτης δείχνει πόσες χρηματικές μονάδες κερδίζει η επιχείρηση για κάθε χρηματική μονάδα που οι ιδιοκτήτες της έχουν θέσει στη διάθεσή της.

258 ΑΙΚ=1610/3208= 50 % (19Χ7)

259 Τα περιουσιακά στοιχεία συγκροτούν το ενεργητικό της επιχειρήσεως (assets) Τα κεφάλαια που απαιτήθηκαν για την απόκτηση των περιουσιακών στοιχείων είτε εισφέρθηκαν στην επιχείρηση από τους φορείς της (μετόχους, εταίρους, επιχειρηματία) και καλούνται ίδια κεφάλαια είτε οφείλονται σε τρίτους και καλούνται υποχρεώσεις προς τρίτους.

260 Τα ίδια κεφάλαια και οι υποχρεώσεις προς τρίτους συνιστούν το καλούμενο παθητικό της επιχειρήσεως πραγματικό παθητικό θεωρούνται μόνο οι υποχρεώσεις προς τρίτους Τα ίδια κεφάλαια συνιστούν την Καθαρή Περιουσία ή Καθαρή Θέση της επιχειρήσεως ίδια κεφάλαια = ενεργητικό - υποχρεώσεις προς τρίτους

261 Επειδή τόσο το ενεργητικό όσο και οι υποχρεώσεις που εμφανίζονται στον ισολογισμό δεν περιλαμβάνουν ορισμένα στοιχεία,  έχει προταθεί η χρήση της χρηματιστηριακής αξίας των ιδίων κεφαλαίων στο σχετικό δείκτη αποδοτικότητας.

262 Δεν εμφανίζονται στον ισολογισμό: – η φήμη και η πελατεία την οποία έχει αναπτύξει η ίδια η επιχείρηση, –τα έξοδα διαφήμισης, –τα έξοδα εκπαίδευσης του προσωπικού, –πάγια τα οποία χρησιμοποιεί η επιχείρηση αλλά προέρχονται από χρηματοοικονομικές μισθώσεις, –πιθανές υποχρεώσεις από δυσμενείς εξελίξεις δικών, –υποχρεώσεις από την ενδεχόμενη συνταξιοδότηση προσωπικού –υποχρεώσεις από χρηματοοικονομικές μισθώσεις. Πληροφορίες θα μπορούσαν να είχαν ενσωματωθεί στη τιμή της μετοχής σε μία αποτελεσματική αγορά, εάν αυτές είχαν εμφανιστεί στον Τύπο

263

264 Ο δείκτης ο οποίος μετρά την αστάθεια μιας μετοχής και δείχνει τη διακύμανση της είναι: α)P/E β)P/BV γ)Ο δείκτης βέτα + δ)Κανένα από τα παραπάνω

265 Το πηλίκο της διαίρεσης της αξίας του μερίσματος δια της αξίας μιας μετοχής εκφρασμένο ως προς τοις εκατό είναι: α)P/E β)P/BV γ)Ο δείκτης βέτα δ)Κανένα από τα παραπάνω +

266 Ποιες από τις παρακάτω προτάσεις είναι αληθείς; (α)Διαφοροποίηση της επένδυσης σημαίνει διασπορά της επένδυσης + (β)Διαφοροποίηση της επένδυσης σημαίνει η διαφορά που έχει η επένδυση από την τοποθέτηση χωρίς κίνδυνο. (γ)Κανένα από τα παραπάνω

267 Χαρτοφυλάκιο αποτελείται σε ποσοστό 90% από μετοχές εισηγμένες στο Χ.Α.Α. και σε ποσοστό 10% από κρατικά ομόλογα. Το χαρτοφυλάκιο αυτό είναι περισσότερο ευαίσθητο: (α) Στον κίνδυνο επανεπένδυσης (β) Στο μη-συστημικό κίνδυνο (γ) Στον κίνδυνο επιτοκίου (δ) Στο συστημικό κίνδυνο +

268 Σε αγορά που είναι αποτελεσματική στην ασθενή (weak) της μορφή, ο διαχειριστής δεν μπορεί να πραγματοποιήσει απόδοση μεγαλύτερη από την απόδοση της αγοράς όταν: (α) Χρησιμοποιεί τα εργαλεία της τεχνικής ανάλυσης (β) Βασίζεται στην πληροφόρηση που δίνεται από τις ιστορικές τιμές και τον όγκο συναλλαγών (γ) Λαμβάνει πληροφορίες, αναλύσεις, οικονομικές και εταιρικές ειδήσεις από τον ειδικευμένο χρηματιστηριακό τύπο (δ) Τα (α) και (β) +

269 Εταιρία ανακοινώνει ξαφνικά την πληρωμή υψηλού μερίσματος στους μετόχους της. Εάν η αγορά είναι αποτελεσματική και δεν διαρρέουν οι πληροφορίες, τότε θα προσδοκούμε: (α) Υπερβολική μεταβολή στη τιμή της μετοχής τη στιγμή της ανακοίνωσης + (β) Υπερβολική αύξηση της τιμής της πριν την ανακοίνωση (γ) Υπερβολική μείωση της τιμής της μετά την ανακοίνωση (δ) Καμία μεταβολή στην τιμή της πριν ή μετά την ανακοίνωση

270 Ο όρος τυχαίος περίπατος “Random Walk” που αφορά στην πορεία των τιμών των μετοχών, σημαίνει ότι: (α) Οι τιμές των μετοχών αλλάζουν με προβλέψιμο τρόπο (β) Οι τιμές των μετοχών αντιδρούν αργά στη γνωστοποίηση νέων και παλαιών πληροφοριών (γ) Οι μελλοντικές μεταβολές στις τιμές των μετοχών δεν σχετίζονται με τις παρελθούσες μεταβολές + (δ) Οι παρελθούσες πληροφορίες είναι χρήσιμες για την πρόβλεψη των μελλοντικών τιμών

271 Αξιολογείστε την ακόλουθη πρόταση: > (α) Σωστό (β) Λάθος +

272 Αξιολογείστε την πρόταση: «Οι διαχειριστές που ακολουθούν παθητική πολιτική διαχείρισης τείνουν να επενδύουν σε Index Funds. (α) Σωστό+ (β) Λάθος

273 Η ημερήσια διακύμανση των τιμών των μετοχών νεοεισαγόμενων εταιρειών τις τρεις πρώτες μέρες είναι: α)+-99%. β)+-10%. γ)+-200%. δ)κανένα από τα παραπάνω +

274 Η τιμή στην οποία έκλεισε μια μετοχή στο τέλος της συνεδρίασης λέγεται α)Μεταβολή β)Διαφορά από την προηγούμενη γ)Κλείσιμο + ε)Κανένα από τα παραπάνω

275 Η διαφορά σε δραχμές της τιμής κλεισίματος της τελευταίας συνεδρίασης προς την προηγούμενη τιμή κλεισίματος λέγεται α)Μεταβολή β)Διαφορά από την προηγούμενη + γ)Κλείσιμο δ)Κανένα από τα παραπάνω

276 Ο αριθμός των χρεογράφων που έγιναν αντικείμενο συναλλαγών κατά τη διάρκεια ενός χρονικού διαστήματος λέγεται α)Όγκος συναλλαγών + β)Αξία συναλλαγών γ)Εμπορευσιμότητα δ)Κανένα από τα παραπάνω

277 Η εξίσωση που παρουσιάζει το βαθμό συχνότητας συναλλαγών που παρουσιάζει ένας τίτλος δείχνει α)Όγκος συναλλαγών β)Αξία συναλλαγών γ)Εμπορευσιμότητα + δ)Κανένα από τα παραπάνω

278 Το ποσό του όγκου συναλλαγών λέγεται α)Όγκος συναλλαγών β)Αξία συναλλαγών + γ)Εμπορευσιμότητα δ)Κανένα από τα παραπάνω

279 Η αναλογία που μας δείχνει κατά πόσο η τιμή της μετοχής καλύπτει τα κέρδη της είναι: α)P/E + β)P/BV γ)Ο δείκτης βέτα δ)Κανένα από τα παραπάνω

280 Ο λόγος των κερδών μίας μετοχής προς τη λογιστική της αξίας είναι: α)P/E β)P/BV γ)Ο δείκτης βέτα δ)Κανένα από τα παραπάνω +

281 Ο δείκτης ο οποίος μετρά την αστάθεια μιας μετοχής και δείχνει τη διακύμανση της είναι: α)P/E β)P/BV γ)Ο δείκτης βέτα + δ)Κανένα από τα παραπάνω

282 Το πηλίκο της διαίρεσης της αξίας του μερίσματος δια της αξίας μιας μετοχής εκφρασμένο ως προς τοις εκατό είναι: α)P/E β)P/BV γ)Ο δείκτης βέτα δ)Κανένα από τα παραπάνω +

283 Το πηλίκο των ιδίων κεφαλαίων της εταιρίας προς τον συνολικό αριθμό των μετοχών ονομάζεται: α)P/E β)P/BV γ)Μερισματική Απόδοση δ)Βέτα ε)Λογιστική Αξία +

284 Έστω μια εταιρία έχει τα ακόλουθα P/E σε ένα διάστημα 2 ετών, ποιο θεωρείτε πιο δελεαστικό; α) 120 β) 80 γ) 19 + γ) 45

285 Ο πόλεμος σε μια γειτονική χώρα α) επηρεάζει το ΧΑΑ + β) δεν έχει σχέση με τις τιμές των μετοχών στο ΧΑΑ


Κατέβασμα ppt "Δομή των Χρηματοπιστωτικών Αγορών Ανάλογα με την διάρκεια (οικονομική ζωή) των χρηματοπιστωτικών προϊόντων που διαπραγματεύονται στις αγορές έχουμε την."

Παρόμοιες παρουσιάσεις


Διαφημίσεις Google