Η παρουσίαση φορτώνεται. Παρακαλείστε να περιμένετε

Η παρουσίαση φορτώνεται. Παρακαλείστε να περιμένετε

Δημήτρης Χατζής Το τέλος της μικρής μας πόλης - Ο Σιούλας ο ταμπάκος.

Παρόμοιες παρουσιάσεις


Παρουσίαση με θέμα: "Δημήτρης Χατζής Το τέλος της μικρής μας πόλης - Ο Σιούλας ο ταμπάκος."— Μεταγράφημα παρουσίασης:

1 Δημήτρης Χατζής Το τέλος της μικρής μας πόλης - Ο Σιούλας ο ταμπάκος

2

3 Ο Δημήτρης Χατζής γεννήθηκε στα Γιάννενα το Ο πατέρας του, Γεώργιος Χατζής, ήταν εκδότης της εφημερίδας «Ήπειρος» και γνωστός παλαμικός ποιητής και συγγραφέας με το ψευδώνυμο Πελλερέν. Το 1925 θα φύγει για την Αθήνα, όπου θα κάνει μέρος των γυμνασιακών του σπουδών. Το 1930, χρονιά θανάτου του πατέρα του, επιστρέφει στα Γιάννενα όπου αναλαμβάνει τη διεύθυνση της εφημερίδας, η οποία θα συνεχίσει να εκδίδεται ως το Εμφανίζεται στη λογοτεχνία το 1930, δημοσιεύοντας ποίημά του με τον τίτλο «Λυτρωμός» στο περιοδικό των Ιωαννίνων Ελλοπία. Στη συνέχεια γράφεται στη Νομική Σχολή –από την οποία ωστόσο δε θα καταφέρει να αποφοιτήσει– και στέλνει με ψευδώνυμο ποιήματα σε λογοτεχνικά περιοδικά της εποχής. Την περίοδο γνωρίζει το Μαρξισμό και στη συνέχεια προσχωρεί στο Κομμουνιστικό Κόμμα. Το 1936 συλλαμβάνεται από τη δικτατορία του Μεταξά. Βασανίζεται σκληρά και τελικά στέλνεται εξορία στη Φολέγανδρο. Το 1937 επιστρέφει στα Γιάννενα και το 1941 στρατεύεται για το Αλβανικό μέτωπο. Κατά τη διάρκεια της Αντίστασης εντάσσεται από τους πρώτους στο ΕΑΜ και γίνεται κύριο στέλεχος της παράνομης αντιστασιακής εφημερίδας «Ελεύθερης Ελλάδας», ζώντας στο βουνό. Με την απελευθέρωση κατεβαίνει στην Αθήνα, η εποχή όμως είναι εξαιρετικά πολύπλοκη. Ακολουθεί η τραγωδία του Εμφυλίου και στο εξής η ζωή του ταυτίζεται με τις τύχες του αριστερού κινήματος. Το 1947 δημοσιεύει τα πρώτα του φιλολογικά άρθρα, συλλαμβάνεται όμως και εξορίζεται στην Ικαρία. Μετά από λίγους μήνες απελευθερώνεται και εκδίδει τη «Φωτιά», το πρώτο μυθιστόρημά του, που αφορά την Αντίσταση. Το 1948 θα καταφύγει και πάλι στο βουνό όπου θα παραμείνει μέχρι την τελική υποχώρηση του Δημοκρατικού Στρατού. Στο βουνό θα πληροφορηθεί και την εκτέλεση του αδελφού του Άγγελου ύστερα από δίκη – παρωδία που θα στείλει στο εκτελεστικό απόσπασμα άλλους Γιαννιώτες νέους.

4 Με την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού εγκαταλείπει την Ελλάδα και θα γίνει μαζί με χιλιάδες άλλους πολιτικός πρόσφυγας. Θα φτάσει στη Ρουμανία και από κει στην Ουγγαρία, στην οποία θα ζήσει τα επόμενα εικοσιπέντε χρόνια της ζωής του, διδάσκοντας στο Πανεπιστήμιο. Το 1950 του αφαιρείται η ελληνική ιθαγένεια και το 1952 διαγράφεται από το Κ.Κ.Ε. Μακριά από την Ελλάδα βρίσκει παρηγοριά και διέξοδο στην πνευματική εργασία, γι’ αυτό και τα χρόνια της πολιτικής εξορίας θα αποδειχτούν εξαιρετικά γόνιμα για τις φιλολογικές του μελέτες. Το 1953 θα εκδώσει τη συλλογή διηγημάτων «Το τέλος της μικρής μας πόλης» η οποία στην πρώτη της αυτή έκδοση αριθμεί 5 διηγήματα. Δύο χρόνια μετά πεθαίνει η μητέρα του, ο ίδιος όμως δε θα το μάθει παρά πολύ αργότερα. Μετά τα γεγονότα της Ουγγαρίας το 1956, φεύγει για το Αν. Βερολίνο, όπου εργάζεται ως ερευνητής στην Ακαδημία Επιστημών. Από κει θα στείλει το πρώτο του γράμμα στους δικούς του. Το 1960 εκδίδει στα γερμανικά –σε συνεργασία με τη Μέλπω Αξιώτη- επιστρέφει στη Βουδαπέστη και με δική του πρωτοβουλία ουγγρικός εκδοτικός οίκος αρχίζει να εκδίδει έργα της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Παράλληλα, με ενέργειές του ιδρύεται το Νεοελληνικό Ινστιτούτο, που αποσκοπεί στη διάδοση της ελληνικής γλώσσας και λογοτεχνίας. Το 1963 εκδίδεται «Το τέλος της μικρής μας πόλης» με προσθήκη και νέων διηγημάτων και το 1966 η συλλογή διηγημάτων «Ανυπεράσπιστοι». Η εγκαθίδρυση στρατιωτικής δικτατορίας το 1967 ακυρώνει τη δυνατότητα επιστροφής στην Ελλάδα και το 1968 αποφασίζει να εγκατασταθεί στο Παρίσι.

5 Τελικά θα επιστρέψει στην Ουγγαρία, όπου θα διδάξει στο Πανεπιστήμιο της Βουδαπέστης, ελληνική γλώσσα και λογοτεχνία. Το καλοκαίρι του 1974 προγραμματίζει επίσκεψη στην Κύπρο, για να συμμετάσχει στις «Πολιτιστικές Εκδηλώσεις Καλοκαίρι ’74». Η επίσκεψη θα ματαιωθεί όμως λόγω της τουρκικής εισβολής, δε θα πραγματοποιηθούν ούτε και οι εκδηλώσεις. Με την πτώση της δικτατορίας το 1974, έρχεται στην επιφάνεια το αίτημα της επιστροφής των πολιτικών προσφύγων. Ομάδα διανοουμένων πιέζει για τον επαναπατρισμό του Δημήτρη Χατζή, ο οποίος επιστρέφει προσωρινά το Νοέμβριο του 1974, εικοσιπέντε χρόνια μετά την αναγκαστική αποδημία του. Η ποινή «δις εις θάνατον» που του είχε επιβληθεί το 1952 από διαρκές στρατοδικείο, δεν έχει ακυρωθεί ακόμα. Θα εγκατασταθεί οριστικά στην Ελλάδα το 1975 και τον επόμενο χρόνο εκδίδει το «Διπλό Βιβλίο», ενώ παράλληλα αρθρογραφεί σε εφημερίδες και περιοδικά. To 1977 εκδίδονται τα διηγήματα «Σπουδές» και το 1979 τα διηγήματα «Θητεία». Ο Δημήτρης Χατζής πεθαίνει το Το γραπτό του έργο, το οποίο εκπονήθηκε κυρίως στα χρόνια της πολιτικής εξορίας του, αλλά και στα χρόνια της μεταπολίτευσης, περιλαμβάνει πολιτικά και πολιτιστικά δημοσιογραφικά κείμενα, λογοτεχνικά έργα (διηγήματα, μυθιστορήματα) και φιλολογικές μελέτες.

6 Βασικά χαρακτηριστικά του βιβλίου του « Το τέλος της μικρής μας πόλης » Χαρίσματα Περιγράφονται ζωντανά οι χαρακτήρες μέσα από το συναισθηματικό χρωματισμό της ατμόσφαιρας. Αυτό το πετυχαίνει μέσα από την ευαισθησία και την ανθρωπιά που προσεγγίζει τα γεγονότα και τους ανθρώπους. Η τεχνική του βασίζεται στην πλάγια αφήγηση και στην υποβλητική έκφραση. Κύριο στοιχείο των διηγημάτων του Επικεντρώνεται στον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου. Ο άνθρωπος παρουσιάζεται σφαιρικά με πολύπλευρη προσωπικότητα και ψυχοσύνθεση, έχει πλούσια εσωτερική ζωή, ανησυχίες, αμφιβολίες και αντιφάσεις. Αυτό το πετυχαίνει μέσα από την περιγραφή, την ανάπλαση δηλαδή της εξωτερικής πραγματικότητας και τη διαγραφή της εικόνας του κοινωνικού περιβάλλοντος, αντικρισμένη από τη δική του οπτική γωνία. Τον ενδιαφέρει ο αγώνας του ανθρώπου με την κοινωνία και με τις αδιάκοπες μεταβολές. Ιδιαιτερότητες των διηγημάτων του Στα διηγήματά του πλεονάζουν οι καλοί χαρακτήρες και βρίσκονται στο επίκεντρο της ιστορίας. Οι κακοί παραμερίζονται και υπάρχουν μόνο για να τονιστεί η σημασία και η αξία των καλών. Όλοι παρουσιάζονται σφαιρικά με όλες τις ιδιομορφίες τους και τα ιδιαίτερα γνωρίσματά τους καθώς και τα βαθύτερα συναισθήματά τους, ώστε να απαρτίζουν πάντα ένα μοναδικό και ανεπανάληπτο πρόσωπο. Ο Χατζής θεωρείται τεχνίτης του αφηγηματικού λόγου και στην αφήγησή του υπάρχει η αίσθηση του μέτρου.

7 Συνολικά στοιχεία για το βιβλίο Είναι μια συλλογή διηγημάτων που περιλαμβάνει επτά διηγήματα, με κοινωνικό και ηθογραφικό περιεχόμενο, με πολλά ψυχογραφικά στοιχεία. Είναι έργο της ωριμότητας του συγγραφέα, ωριμότητα που φαίνεται από τα εκφραστικά του μέσα, αλλά και από το καθολικό όραμα του κόσμου, τη γενική αντίληψή του για τη ζωή και την ανθρώπινη ύπαρξη. Όλα τα διηγήματα έχουν ως πλαίσιο μια ελληνική επαρχιακή πόλη. Μέσα από αυτά τα διηγήματα προβάλλεται το ομαδικό στοιχείο, το πνεύμα του συνόλου, η αίσθηση μιας κοινής ζωής και μιας κοινής μοίρας. Τα πρόσωπα των διηγημάτων είναι άνθρωποι απλοί, αγωνιστές αλλά και περήφανοι. Οι ήρωες του είναι ασυμβίβαστοι με το κατεστημένο και γεμάτοι ανθρωπιά αντιστέκονται στην ύλη, καταδιώκουν το μιμητισμό και απεχθάνονται τους νεωτερισμούς που μπορεί να οδηγούσαν σε αλλοτρίωση της κοινωνικής τους ομάδας. Όσον αφορά την τεχνική ξεχωρίζουν οι περιγραφές κα η εικονοπλαστική δύναμη. Χρησιμοποιεί τον εσωτερικό μονόλογο, τη σαρκαστική ειρωνεία για την ανθρώπινη πραγματικότητα και την προσωποποίηση της ελληνικής φύσης. Το τέλος της μικρής μας πόλης δίνει τη διάβρωση της απλής νεοελληνικής ζωής από τις κοινωνικές και οικονομικές ανακατατάξεις που επιφέρει η εκβιομηχάνιση της κοινωνίας. Προβάλλεται η αξιοπρέπεια και η περηφάνια ων προσώπων με ρεαλισμό καθώς και η ανθρωπιά τους. Βλέπει τους ήρωες του με συμπάθεια και ηθογραφεί την αντίστασή τους στην αλλοτρίωση. Συνολικά στοιχεία για το βιβλίο Είναι μια συλλογή διηγημάτων που περιλαμβάνει επτά διηγήματα, με κοινωνικό και ηθογραφικό περιεχόμενο, με πολλά ψυχογραφικά στοιχεία. Είναι έργο της ωριμότητας του συγγραφέα, ωριμότητα που φαίνεται από τα εκφραστικά του μέσα, αλλά και από το καθολικό όραμα του κόσμου, τη γενική αντίληψή του για τη ζωή και την ανθρώπινη ύπαρξη. Όλα τα διηγήματα έχουν ως πλαίσιο μια ελληνική επαρχιακή πόλη. Μέσα από αυτά τα διηγήματα προβάλλεται το ομαδικό στοιχείο, το πνεύμα του συνόλου, η αίσθηση μιας κοινής ζωής και μιας κοινής μοίρας. Τα πρόσωπα των διηγημάτων είναι άνθρωποι απλοί, αγωνιστές αλλά και περήφανοι. Οι ήρωες του είναι ασυμβίβαστοι με το κατεστημένο και γεμάτοι ανθρωπιά αντιστέκονται στην ύλη, καταδιώκουν το μιμητισμό και απεχθάνονται τους νεωτερισμούς που μπορεί να οδηγούσαν σε αλλοτρίωση της κοινωνικής τους ομάδας. Όσον αφορά την τεχνική ξεχωρίζουν οι περιγραφές κα η εικονοπλαστική δύναμη. Χρησιμοποιεί τον εσωτερικό μονόλογο, τη σαρκαστική ειρωνεία για την ανθρώπινη πραγματικότητα και την προσωποποίηση της ελληνικής φύσης. Το τέλος της μικρής μας πόλης δίνει τη διάβρωση της απλής νεοελληνικής ζωής από τις κοινωνικές και οικονομικές ανακατατάξεις που επιφέρει η εκβιομηχάνιση της κοινωνίας. Προβάλλεται η αξιοπρέπεια και η περηφάνια ων προσώπων με ρεαλισμό καθώς και η ανθρωπιά τους. Βλέπει τους ήρωες του με συμπάθεια και ηθογραφεί την αντίστασή τους στην αλλοτρίωση.

8 1 η ΕΝΟΤΗΤΑ : «Γαλαζοπράσινη και βαθιά… αναντάμ παπαντάμ» Αποτελεί το πρόλογο του διηγήματος. ΘΕΜΑ: Περιγράφεται ο «μαχαλάς» των ταμπάκων, δίνεται η καταγωγή και η ιστορία τους, η οργάνωση της κλειστής κοινότητας, καθώς και τα χαρακτηριστικά τους (ήθος, πολιτική στάση, αυτάρκεια, περιφρόνηση για όσους δεν ανήκαν στο «σινάφι» τους). Η αρχή του διηγήματος, ο πρόλογος, είναι μια εκτεταμένη αναφορά στην καταγωγή των ταμπάκηδων, στον τρόπο δημιουργίας της συντεχνίας τους και στα βασικά χαρακτηριστικά τους, που τους δέσμευαν και τους έκαναν να μοιάζουν πολύ μεταξύ τους, να ‘χουν την ίδια νοοτροπία.

9 Το διήγημα ξεκινάει με μια αναφορά στον τόπο όπου διαδραματίζονται τα γεγονότα, δηλαδή πιθανόν στην λίμνη της πόλης των Ιωαννίνων, και συγκεκριμένα μας περιγράφεται η λίμνη με μια έντονη ρεαλιστική εικόνα «Γαλαζοπράσινη και βαθιά, δίπλα στη μικρή πόλη, απλώνεται η λίμνη». Στη συνέχεια μέσα από μια άλλη έντονη οπτική εικόνα μας δίνεται από το συγγραφέα η περιγραφή του παλιού μεσαιωνικού κάστρου της πόλης το οποίο καθρεφτιζόταν στα νερά της λίμνης, πιθανόν της λίμνης Παμβώτιδας, δημιουργώντας μια ειδυλλιακή εικόνα για το χώρο, όπου εκτυλίσσονται τα γεγονότα της ιστορίας μας (Μέσα στα νερά της… κάστρο της). Η έκφραση «το παλιό, μεσαιωνικό και – θέλουν να λεν- ακόμα παλιότερο κάστρο της» εκφράζει την αντίληψη, που είναι κοινή για όλους τους ανθρώπους, που θεωρούν ότι είναι γνήσια τέκνα των προγόνων τους. Οι ταμπάκοι ήθελαν να πιστεύουν πως είναι γνήσιοι απόγονοι των αρχόντων «καστρινών», άρα όσο πιο παλιό είναι το κάστρο, τόσο πιο βαθιά βρίσκονταν οι ρίζες τους. Θεωρούσαν ότι είχαν το προβάδισμα έναντι των προσφύγων και των υπόλοιπων Γιαννιωτών, επειδή ήταν αυτόχθονες. Η ύπαρξη αυτού του παλιού κάστρου ήταν το καύχημά τους.

10 Στην επόμενη παράγραφο ο αφηγητής θα αναφερθεί στην κοινωνική ομάδα η οποία θα αναδειχθεί μέσα από την περιγραφή της καταγωγής, του τρόπου ζωής και της νοοτροπία των ταμπάκων, δηλαδή των βυρσοδεψών των Ιωαννίνων. Οι ταμπάκοι κατάγονταν από αρχοντικές οικογένειες του κάστρου που εκτοπίστηκαν από τους Τούρκους το 1612 κι εγκαταστάθηκαν πίσω από την νοτιοανατολική πλευρά του κάστρου, στην άκρη της λίμνης Παμβώτιδας. («Πίσω απ’ την ανατολική …στη Σύρα») Οι ταμπάκοι (βυρσοδέψες) ζούσαν κατά το παρελθόν στο μεσαιωνικό κάστρο της πόλης των Ιωαννίνων. Εκδιώχτηκαν από κει λόγω της συμμετοχής τους στην επανάσταση του Διονύσιου του Φιλόσοφου, οπότε και αναγκάστηκαν να μετακινηθούν έξω απ’ αυτό, παραμένοντας ωστόσο δίπλα του. Η παρουσία τους δίπλα στο κάστρο είναι απόδειξη της αρχαιότητας της κάστας τους και πηγή περηφάνιας για την αλύγιστη και αγλερωχη νοοτροπία τους.

11

12 Σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας είχε μείνει κατάλοιπο της οικονομικής οργάνωσης της βυζαντινής εποχής η ένταξη των επαγγελματιών, που εξασκούσαν την ίδια τέχνη, σε συντεχνίες, σε σινάφια, δηλαδή σε κλειστές επαγγελματικές ομάδες. Με αυτόν τον τρόπο επιτυγχανόταν η καλύτερη οργάνωση και βελτιωνόταν η παραγωγή. Με το πέρασμα του χρόνου, όμως, οι συντεχνίες, εκτός από επαγγελματικές οργανώσεις, απέκτησαν και κοινωνική οντότητα. Τα μέλη τους διαφοροποιήθηκαν από τα μέλη άλλων συντεχνιών, απέκτησαν κοινούς κώδικες ζωής, αποδέχτηκαν άγραφους, αλλά απαράβατους κανόνες, απέκλεισαν «ξένους» από την τέχνη του ταμπάκου. Βέβαια, το παράδειγμα της συντεχνίας των ταμπάκων στα Γιάννενα είναι ένα τυπικό παράδειγμα της πορείας όλων των παρόμοιων «σιναφιών», αλλά και των συντεχνιών άλλων ειδικοτήτων, αφού τα αποτελέσματα της βιομηχανικής επανάστασης επηρέασαν όλους τους τομείς της παραγωγής. Δηλώνεται, δηλαδή, με υπαινικτικό τρόπο πως την ίδια παρακμή γνώρισαν και οι ταμπάκοι και στις Σέρρες και στο Βόλο και στη Σύρα. Στη συνέχεια δίνεται ανάγλυφα η διαδικασία επεξεργασίας, κατεργασίας και παραγωγής των δερμάτων, τα οποία κατεργάζονταν οι ταμπάκοι στα εργαστήριά τους, μια σκληρή και επίπονη δουλεία. (Σ’ όλο το μήκος… στα ταμπάκικα) Σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας είχε μείνει κατάλοιπο της οικονομικής οργάνωσης της βυζαντινής εποχής η ένταξη των επαγγελματιών, που εξασκούσαν την ίδια τέχνη, σε συντεχνίες, σε σινάφια, δηλαδή σε κλειστές επαγγελματικές ομάδες. Με αυτόν τον τρόπο επιτυγχανόταν η καλύτερη οργάνωση και βελτιωνόταν η παραγωγή. Με το πέρασμα του χρόνου, όμως, οι συντεχνίες, εκτός από επαγγελματικές οργανώσεις, απέκτησαν και κοινωνική οντότητα. Τα μέλη τους διαφοροποιήθηκαν από τα μέλη άλλων συντεχνιών, απέκτησαν κοινούς κώδικες ζωής, αποδέχτηκαν άγραφους, αλλά απαράβατους κανόνες, απέκλεισαν «ξένους» από την τέχνη του ταμπάκου. Βέβαια, το παράδειγμα της συντεχνίας των ταμπάκων στα Γιάννενα είναι ένα τυπικό παράδειγμα της πορείας όλων των παρόμοιων «σιναφιών», αλλά και των συντεχνιών άλλων ειδικοτήτων, αφού τα αποτελέσματα της βιομηχανικής επανάστασης επηρέασαν όλους τους τομείς της παραγωγής. Δηλώνεται, δηλαδή, με υπαινικτικό τρόπο πως την ίδια παρακμή γνώρισαν και οι ταμπάκοι και στις Σέρρες και στο Βόλο και στη Σύρα. Στη συνέχεια δίνεται ανάγλυφα η διαδικασία επεξεργασίας, κατεργασίας και παραγωγής των δερμάτων, τα οποία κατεργάζονταν οι ταμπάκοι στα εργαστήριά τους, μια σκληρή και επίπονη δουλεία. (Σ’ όλο το μήκος… στα ταμπάκικα)

13 Τα εργαστήριά τους ήταν μέρος των σπιτιών τους, αφού στο κάτω μέρος ήταν ο τόπος όπου επεξεργάζονταν τα δέρματα και μέσα από μια εσωτερική σκάλα ανέβαιναν στο σπίτι τους. Ο αφηγητής μέσα από έντονες οπτικές και οσφρητικές εικόνες μας περιγράφει εναργέστατα την καθημερινή βιοπάλη των ταμπάκων. Τα σπίτια τους ήταν δίπατα, λιθόκτιστα, με θολωτές μεγάλες πόρτες, πανομοιότυπα με τα υπόλοιπα σπίτια («Όλα αυτά… πολεμίστρες»). Τα χαγιάτια ήταν ξύλινα σκεπαστά υπόστεγα, όπου εκεί δούλευαν τα δέρματα είτε ξυπόλητοι είτε με μεγάλα παπούτσια, σα γαλότσες, και με ένα κοντό παντελόνι, το βρακί τους (ηθογραφικό ενδυματολογικό στοιχείο). Ο τρόπος ζωής και δουλειάς τους δε διέφερε καθόλου από γενιά σε γενιά (παραδοσιακό στοιχείο). Τέλος, περιγράφεται η εξωτερική εμφάνιση των σπιτιών τους: το πάνω πάτωμα πρόβαλλε στο δρόμο περίπου μισό μέτρο παραέξω από το κάτω και είχε μεγάλα παράθυρα, σε αντίθεση με το κάτω πάτωμα που ήταν μικρά, σα πολεμίστρες. Μέσα από την έντονη οσφρητική εικόνα του δέρματος, δηλαδή του τομαριού, που ακολουθεί («Ο τόπος όλος τριγύρω βρωμοκόπαγε την ξινή δριμύλα του τομαριού»), αναδεικνύεται η δυσκολία και η ιδιαιτερότητα του επαγγέλματος του βυρσοδέψη. Πιστοί στα ήθη και έθιμα, τις παραδόσεις και τη νοοτροπία των ταμπάκων, ήταν αυτάρκεις στη δουλειά τους, προμηθεύονταν μόνοι τους τα δέρματα, κατασκεύαζαν την ψαρόκολλα (τουκάλι) κι ακολουθούσαν τον πατροπαράδοτο τρόπο κατεργασίας των δερμάτων.

14

15 Λόγω της Επανάστασης του Διονύσιου του φιλόσοφου, ή «Σκυλόσοφου», οι ταμπάκοι καυχιόταν ότι κατάγονταν από τους κατοίκους που διώχτηκαν μέσα από το κάστρο από τους Τούρκους («Οι ταμπάκοι παινευόνταν… 1612»). Αναγκάστηκαν οι πρόγονοί τους να εγκατασταθούν έξω από το κάστρο, όμως έχτισαν τη συνοικία τους δίπλα στο κάστρο και γενικά η ζωή της συντεχνίας αποτέλεσε ιστορική συνέχεια της μεσαιωνικής εποχής που τη δημιούργησε και βρίσκεται σε απόλυτη συνάρτηση με αυτή. Γι’ αυτό και οι ταμπάκοι δεν αποχωρίζονταν τις συνήθειες και τη νοοτροπία των αρχόντων - προγόνων τους (εγωισμός, έπαρση, περιφρόνηση για τους άλλους που δεν ανήκαν στο σινάφι). Μάλιστα, μιλούσαν το ιδιαίτερο γλωσσικό ιδίωμα της πόλης τη λεξιλογική καθαρότητα του τοπικού γλωσσικού ιδιώματος, καλύτερα από τον καθένα κι εξαιτίας της αρχοντικής καταγωγής τους έδειχναν υπεροψία, αλαζονεία, περιφρόνηση, αποδοκιμασία για τους άλλους (Και στ’ αλήθεια… φωνητική του). «Έμεναν εκεί, πίσω από το κάστρο, ένας κόσμος ξεχωριστός και κλεισμένος. Τελειωμένος»: η φράση αυτή αποδίδει επιγραμματικά τον κλειστό χαρακτήρα της κοινωνίας των ταμπάκων και δίνει τη σημασία της ιδιαιτερότητας και της περίκλειστης αυτοτέλειάς τους. Οι ταμπάκοι φέρονταν υπεροπτικά σε όλους όσους δεν ανήκαν στο σινάφι τους, επειδή ήταν ευγενείς Γιαννιώτες, ενώ οι άλλοι όχι («Τα νταραβέρια … τι νταραβέρια με τους χωριάτες;»). Έδιναν στην επαγγελματική-κοινωνική τους τάξη ένα ποιοτικό προβάδισμα σε σχέση με τους άλλους (πρόσφυγες, μετσοβίτες (από το Μέτσοβο), ζαγορίσιους (από τα Ζαγόρια ή Ζαγοροχώρια δηλαδή τα 47 χωριά που βρίσκονταν στην βορειοανατολική περιοχή των Ιωαννίνων και γνώρισαν μεγάλη ανάπτυξη την περίοδο της τουρκοκρατίας αλλά και ύστερα από την απελευθέρωση της Ελλάδας από τον Τουρκικό ζυγό), βουβουσιώτες( από τη Βοβούσα), ντομπρονοβίτες( από το Ντομπρίνοβο), τους οποίους αντιμετώπιζαν με περιφρόνηση, τους θεωρούσαν χωριάτες, δηλαδή «ντατσκαναραίους». Λόγω της Επανάστασης του Διονύσιου του φιλόσοφου, ή «Σκυλόσοφου», οι ταμπάκοι καυχιόταν ότι κατάγονταν από τους κατοίκους που διώχτηκαν μέσα από το κάστρο από τους Τούρκους («Οι ταμπάκοι παινευόνταν… 1612»). Αναγκάστηκαν οι πρόγονοί τους να εγκατασταθούν έξω από το κάστρο, όμως έχτισαν τη συνοικία τους δίπλα στο κάστρο και γενικά η ζωή της συντεχνίας αποτέλεσε ιστορική συνέχεια της μεσαιωνικής εποχής που τη δημιούργησε και βρίσκεται σε απόλυτη συνάρτηση με αυτή. Γι’ αυτό και οι ταμπάκοι δεν αποχωρίζονταν τις συνήθειες και τη νοοτροπία των αρχόντων - προγόνων τους (εγωισμός, έπαρση, περιφρόνηση για τους άλλους που δεν ανήκαν στο σινάφι). Μάλιστα, μιλούσαν το ιδιαίτερο γλωσσικό ιδίωμα της πόλης τη λεξιλογική καθαρότητα του τοπικού γλωσσικού ιδιώματος, καλύτερα από τον καθένα κι εξαιτίας της αρχοντικής καταγωγής τους έδειχναν υπεροψία, αλαζονεία, περιφρόνηση, αποδοκιμασία για τους άλλους (Και στ’ αλήθεια… φωνητική του). «Έμεναν εκεί, πίσω από το κάστρο, ένας κόσμος ξεχωριστός και κλεισμένος. Τελειωμένος»: η φράση αυτή αποδίδει επιγραμματικά τον κλειστό χαρακτήρα της κοινωνίας των ταμπάκων και δίνει τη σημασία της ιδιαιτερότητας και της περίκλειστης αυτοτέλειάς τους. Οι ταμπάκοι φέρονταν υπεροπτικά σε όλους όσους δεν ανήκαν στο σινάφι τους, επειδή ήταν ευγενείς Γιαννιώτες, ενώ οι άλλοι όχι («Τα νταραβέρια … τι νταραβέρια με τους χωριάτες;»). Έδιναν στην επαγγελματική-κοινωνική τους τάξη ένα ποιοτικό προβάδισμα σε σχέση με τους άλλους (πρόσφυγες, μετσοβίτες (από το Μέτσοβο), ζαγορίσιους (από τα Ζαγόρια ή Ζαγοροχώρια δηλαδή τα 47 χωριά που βρίσκονταν στην βορειοανατολική περιοχή των Ιωαννίνων και γνώρισαν μεγάλη ανάπτυξη την περίοδο της τουρκοκρατίας αλλά και ύστερα από την απελευθέρωση της Ελλάδας από τον Τουρκικό ζυγό), βουβουσιώτες( από τη Βοβούσα), ντομπρονοβίτες( από το Ντομπρίνοβο), τους οποίους αντιμετώπιζαν με περιφρόνηση, τους θεωρούσαν χωριάτες, δηλαδή «ντατσκαναραίους».

16 Οι σχέσεις μαζί τους ήταν τυπικές και περισσότερο επαγγελματικές: περιορίζονταν σε συναλλαγές, και αυτό μόνο από ανάγκη. Βλέπουμε δηλαδή μια κοινωνία κλειστή ως προς τη δομή της, συντηρητική, απομονωμένη από τις υπόλοιπες κοινωνικές ομάδες κι από τον πολιτισμό. Γι’ αυτό και δεν μπορούσαν οι ταμπάκοι να εντοπίσουν τις αλλαγές που γίνονταν στην παραγωγή και στην εξάπλωση των μηχανών. Χαρακτηριστική είναι η φράση «τι νταραβέρια με τους χωριάτες;» που δείχνει άμεσα την περιφρόνηση των ταμπάκων για τους άλλους. Μόνο με τους καϊκτσήδες του νησιού επικοινωνούσαν, γιατί τους ένωνε το πάθος του κυνηγιού. Και πάλι όμως δεν τους θεωρούσαν ισότιμους, αλλά τους άφηναν να κάτσουνε δίπλα τους, στα κρασοπουλειά, στα καφενεία τους. Διαπιστώνουμε λοιπόν ότι στην ουσία οι ταμπάκοι ήταν κλειστοί άνθρωποι, δεν μπορούσαν να νιώσουν τους άλλους ως συνανθρώπους τους, απλά τους έβλεπαν με αδιαφορία, στην καλύτερη περίπτωση, στη χειρότερη με περιφρόνηση και αλαζονεία και αίσθηση ανωτερότητας(«Το βράδυ πηγαίνανε… δίπλα τους»)

17

18 Στη συνέχεια, μας περιγράφεται ο εσωτερικός διάκοσμος και τα χρηστικά αντικείμενα του καφενείου- σημείο με έντονα ηθογραφικά στοιχεία για τη καθημερινή ζωή των ταμπάκων-: τα τραπέζια ήταν χαμηλά, με μια τρύπα για να μπαίνει το χειμώνα το μαγκάλι (σκεύος όπου καίγονται ξύλα ή κάρβουνα για τη θέρμανση), χαμηλά σκαμνιά και έπιναν ζεστό κρασί, το οποίο ζέσταιναν σε «χαλκωματένιους μαστραπάδες»- (χάλκινη κανάτα για σερβίρισμα κρασιού ή νερού -ηθογραφικό στοιχείο)(«Σ’ αυτά τα κρασοπουλειά… μαστραπάδες») Το ενδιαφέρον τους στα καφενεία επικεντρωνόταν στο κυριακάτικο κυνήγι και γι’ αυτό μόνο συζητούσαν. Ακόμα και τα μέλη της ίδιας συντεχνίας, ακόμα και δυο ταμπάκοι, από εγωισμό και περηφάνια – «άντρες σκληροί και περήφανοι»- δεν καταδέχονταν να αναφερθούν σε θέματα εργασίας, συμφερόντων, σε οικονομικές δυσχέρειες. Ήταν επιφυλακτικοί και σαν άτομα και στις μεταξύ τους σχέσεις. («Η κουβέντα… καταδέχονταν») Στη συνέχεια, μας περιγράφεται ο εσωτερικός διάκοσμος και τα χρηστικά αντικείμενα του καφενείου- σημείο με έντονα ηθογραφικά στοιχεία για τη καθημερινή ζωή των ταμπάκων-: τα τραπέζια ήταν χαμηλά, με μια τρύπα για να μπαίνει το χειμώνα το μαγκάλι (σκεύος όπου καίγονται ξύλα ή κάρβουνα για τη θέρμανση), χαμηλά σκαμνιά και έπιναν ζεστό κρασί, το οποίο ζέσταιναν σε «χαλκωματένιους μαστραπάδες»- (χάλκινη κανάτα για σερβίρισμα κρασιού ή νερού -ηθογραφικό στοιχείο)(«Σ’ αυτά τα κρασοπουλειά… μαστραπάδες») Το ενδιαφέρον τους στα καφενεία επικεντρωνόταν στο κυριακάτικο κυνήγι και γι’ αυτό μόνο συζητούσαν. Ακόμα και τα μέλη της ίδιας συντεχνίας, ακόμα και δυο ταμπάκοι, από εγωισμό και περηφάνια – «άντρες σκληροί και περήφανοι»- δεν καταδέχονταν να αναφερθούν σε θέματα εργασίας, συμφερόντων, σε οικονομικές δυσχέρειες. Ήταν επιφυλακτικοί και σαν άτομα και στις μεταξύ τους σχέσεις. («Η κουβέντα… καταδέχονταν»)

19 Όσον αφορά την ιδεολογική τους τοποθέτηση, και γι’ αυτή δε μιλούσαν. Γιατί δε τσακωνόντουσαν ποτέ για την πολιτική, αφού όλοι τους ήταν βενιζελικοί. Η ιδεολογία που έχουν υιοθετήσει χαρακτηρίζεται κι αυτή από την αντίληψη για την ανωτερότητα της ομάδας τους. Ο μεγαλοϊδεατισμός για την Ελλάδα των πέντε θαλασσών, η πρωτοπορία τους, τους οδηγεί στην υποστήριξη των βενιζελικών πολιτικών υποψηφίων που ήταν προοδευτικοί. Όμως, πέρα από αυτό δεν ασχολούνται με την πολιτική, γιατί είναι όλοι ομοϊδεάτες και δεν υπάρχουν διαφορές που να οδηγούν σε καυτές συζητήσεις, ούτε νοιάζονται για τα κοινά, γιατί πέρα από το μαχαλά τους δε νοιάζονται ούτε για την οργάνωση, ούτε για τη βελτίωση, ούτε για το καλό της πόλης τους. «Αυτάρκεια. Ηθική. Κοινωνική. Πολιτική»: η συντεχνία των ταμπάκων είχε κλειστό οικονομικό χαρακτήρα κι αυτάρκεια. Οι ταμπάκοι εξασφάλιζαν κυνήγι για φαγητό, προμηθεύονταν τα δέρματα από έξω. Τα υπόλοιπα υλικά που χρησιμοποιούσαν (ψαρόκολλα, βαφές) τα κατασκεύαζαν μόνοι τους, σύμφωνα με τον παραδοσιακό τρόπο που γνώριζαν, χωρίς να ενδιαφέρονται για τις εξελίξεις στον τομέα αυτό, που και την εργασία τους θα διευκόλυνε και θα αύξανε τα εισοδήματά τους.

20 Τα ήθη τους ήταν και αυτά προσαρμοσμένα στον ιδιαίτερο τρόπο ζωής τους και δεν έβγαιναν πιο πέρα από το μαχαλά: εσωστρέφεια, καχυποψία, περιφρόνηση για τους «χωριάτες» και τους πρόσφυγες, αδιαφορία για τις εξελίξεις που συντελούνταν για τις κοινές υποθέσεις, έλλειψη επικοινωνίας με ανθρώπους που δεν ανήκαν στην ομάδα τους, ομοφωνία στα πολιτικά ζητήματα. Ταμπάκοι γίνονταν μόνο όσοι ανήκαν στο σινάφι, σε καμιά περίπτωση ξένοι, και ήταν δύσκολο να ξεφύγουν από το επάγγελμα τα παιδιά που κατάγονταν από ταμπάκους. Οι νεαροί ταμπάκοι μάθαιναν τη δουλειά και εξασκούσαν το επάγγελμα σύμφωνα με την παράδοση, χωρίς να παρεκκλίνουν καθόλου από τις καθιερωμένες μεθόδους. Μάλιστα, για να συνεχιστεί η παράδοση του επαγγέλματος έκαναν και συγγένειες μεταξύ τους, όπως γάμους των παιδιών τους, ώστε να μη μπει κάποιος ξένος στο επάγγελμα, και γενικότερα στην κοινωνία τους. Η κατεργασία των δερμάτων ήταν γι’ αυτούς κάτι σαν ιεροτελεστία, με απαράβατους κανόνες: την ψαρόκολλα, που την έλεγαν τουκάλι (ψαρόκολλα), την έφτιαχναν πάντα μόνοι τους από τα ψάρια της λίμνης καθώς και στις βαφές και στα βαψίματα ακολουθούσαν τον καθιερωμένο τρόπο παρασκευής τους. (Και επαγγελματική…. Αναντάμ παπαντάμ(από γενιά σε γενιά- για κάτι κληρονομημένο από τους μακρινούς προγόνους)) Τα ήθη τους ήταν και αυτά προσαρμοσμένα στον ιδιαίτερο τρόπο ζωής τους και δεν έβγαιναν πιο πέρα από το μαχαλά: εσωστρέφεια, καχυποψία, περιφρόνηση για τους «χωριάτες» και τους πρόσφυγες, αδιαφορία για τις εξελίξεις που συντελούνταν για τις κοινές υποθέσεις, έλλειψη επικοινωνίας με ανθρώπους που δεν ανήκαν στην ομάδα τους, ομοφωνία στα πολιτικά ζητήματα. Ταμπάκοι γίνονταν μόνο όσοι ανήκαν στο σινάφι, σε καμιά περίπτωση ξένοι, και ήταν δύσκολο να ξεφύγουν από το επάγγελμα τα παιδιά που κατάγονταν από ταμπάκους. Οι νεαροί ταμπάκοι μάθαιναν τη δουλειά και εξασκούσαν το επάγγελμα σύμφωνα με την παράδοση, χωρίς να παρεκκλίνουν καθόλου από τις καθιερωμένες μεθόδους. Μάλιστα, για να συνεχιστεί η παράδοση του επαγγέλματος έκαναν και συγγένειες μεταξύ τους, όπως γάμους των παιδιών τους, ώστε να μη μπει κάποιος ξένος στο επάγγελμα, και γενικότερα στην κοινωνία τους. Η κατεργασία των δερμάτων ήταν γι’ αυτούς κάτι σαν ιεροτελεστία, με απαράβατους κανόνες: την ψαρόκολλα, που την έλεγαν τουκάλι (ψαρόκολλα), την έφτιαχναν πάντα μόνοι τους από τα ψάρια της λίμνης καθώς και στις βαφές και στα βαψίματα ακολουθούσαν τον καθιερωμένο τρόπο παρασκευής τους. (Και επαγγελματική…. Αναντάμ παπαντάμ(από γενιά σε γενιά- για κάτι κληρονομημένο από τους μακρινούς προγόνους))

21 Η μόνη αλλαγή που είχε συντελεστεί στη μακροχρόνια ιστορία των ταμπάκων ήταν ότι είχε σταματήσει να υφίσταται διαχωρισμός ανάμεσα σε μαστόρους και καλφάδες - μαθητεθόμενους βοηθούς τεχνιτών («Μαστόροι και καλφάδες… Αναντάμ παπαντάμ»). Αυτή ήταν η μόνη πρόοδος, η μόνη εξέλιξη, που έδεσε ακόμη πιο σφιχτά τους ταμπάκους μεταξύ τους, τους έκανε ένα συμπαγές σώμα που δε λάμβανε κανένα ερέθισμα από τον έξω κόσμο. Κι αυτή ήταν ουσιαστικά η αρχή του τέλους τους. Ο παρωπιδισμός, η συντηρητικότητα και η συνειδητή άρνησή τους να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα και να συμβαδίσουν με την πρόοδο, που συντελούνταν στην κατεργασία των δερμάτων και γενικότερα στον κόσμο, θα τους περιθωριοποιήσει, θα καταντήσει τις μεθόδους τους πρωτόγονες και αναποτελεσματικές, θα τους οδηγήσει στο περιθώριο της οικονομικής δραστηριότητας, στον αυτοεγκλωβισμό τους και τον εκούσιο απομονωτισμό τους.

22 Θέμα: Παρουσιάζεται ο Σιούλας ο ταμπάκος, δίνονται πληροφορίες για τη ζωή του και παρουσιάζεται ανάγλυφα η νοοτροπία του που αντιπροσωπεύει και τη νοοτροπία όλων των ταμπάκων Η μετάβαση από το τέλος της πρώτης ενότητας στην αρχή της δεύτερης γίνεται με την επανάληψη της ίδιας φράσης: «Αναντάμ παπαντάμ». Κι αυτό, γιατί ο χαρακτηρισμός αυτός που αφορά τη συντεχνία, ταιριάζει και σε έναν τυπικό εκπρόσωπό της, το Σιούλα. Κύριος συνεκτικός δεσμός της συντεχνίας και του Σιούλα είναι η παράδοση και η συνέχειά της. Ο Σιούλας είναι τυπικό μέλος των ταμπάκων. Σκιαγραφείται σαν μια μορφή δωρική στην οποία δε διαφαίνεται καμία ρωγμή («Ταμπάκος αναντάμ παπαντάμ, είτανε και ο Σιούλας.») Η ιδιόμορφη κοινωνία των ταμπάκων διέπλασε το ήθος του Σιούλα. Γέννημα θρέμμα του σιναφιού («από πατέρα ταμπάκο, από μάνα κόρη ταμπάκου»), ακολούθησε την τυπική πορεία προς την ενηλικίωσή του: έπαιξε με τα παιχνίδια της εποχής, «έπαιξε τα κότσια – αρχαίοι αστράγαλοι και τη σκλέντζα ή ξυλίκι- σαν το σημερινό μπέιζμπολ-, τις αμάδες ή ομάδες (παιχνίδι που παιζόταν με πέτρες και νικητής ήταν αυτό που θα πετούσε πιο μακριά την πέτρα), το αμπελοπήδημα και τα σκλαβάκια (τα σημερινά μήλα) – ηθογραφικό στοιχείο για τα παιχνίδια των παιδιών της εποχής εκείνης. Θέμα: Παρουσιάζεται ο Σιούλας ο ταμπάκος, δίνονται πληροφορίες για τη ζωή του και παρουσιάζεται ανάγλυφα η νοοτροπία του που αντιπροσωπεύει και τη νοοτροπία όλων των ταμπάκων Η μετάβαση από το τέλος της πρώτης ενότητας στην αρχή της δεύτερης γίνεται με την επανάληψη της ίδιας φράσης: «Αναντάμ παπαντάμ». Κι αυτό, γιατί ο χαρακτηρισμός αυτός που αφορά τη συντεχνία, ταιριάζει και σε έναν τυπικό εκπρόσωπό της, το Σιούλα. Κύριος συνεκτικός δεσμός της συντεχνίας και του Σιούλα είναι η παράδοση και η συνέχειά της. Ο Σιούλας είναι τυπικό μέλος των ταμπάκων. Σκιαγραφείται σαν μια μορφή δωρική στην οποία δε διαφαίνεται καμία ρωγμή («Ταμπάκος αναντάμ παπαντάμ, είτανε και ο Σιούλας.») Η ιδιόμορφη κοινωνία των ταμπάκων διέπλασε το ήθος του Σιούλα. Γέννημα θρέμμα του σιναφιού («από πατέρα ταμπάκο, από μάνα κόρη ταμπάκου»), ακολούθησε την τυπική πορεία προς την ενηλικίωσή του: έπαιξε με τα παιχνίδια της εποχής, «έπαιξε τα κότσια – αρχαίοι αστράγαλοι και τη σκλέντζα ή ξυλίκι- σαν το σημερινό μπέιζμπολ-, τις αμάδες ή ομάδες (παιχνίδι που παιζόταν με πέτρες και νικητής ήταν αυτό που θα πετούσε πιο μακριά την πέτρα), το αμπελοπήδημα και τα σκλαβάκια (τα σημερινά μήλα) – ηθογραφικό στοιχείο για τα παιχνίδια των παιδιών της εποχής εκείνης.

23 και τέλος «χτυπήθηκε στον πετροπόλεμο με τα παιδιά απ’ τους γειτονικούς μαχαλάδες», προμηνύοντας τις άσχημες σχέσεις που θα είχε μαζί τους στο μέλλον, έμαθε κολύμπι και κυνήγι, που ήταν η πιο αρχοντική συνήθεια του σιναφιού, έμαθε γράμματα και πήγαινε στην εκκλησία. Σαν φυσική εξέλιξη ήρθε η οργανική ένταξή του στο σώμα των ταμπάκων, η εξάσκηση του επαγγέλματος και η δημιουργία οικογένειας. Όπως ήταν φυσικό, υιοθέτησε και τη νοοτροπία, τις συνήθειες, την ιδεολογία των ταμπάκων: ολοκληρωτική αφοσίωση στην παράδοση, εμμονή στις καθιερωμένες μεθόδους επεξεργασίας του δέρματος, γεγονός που στάθηκε αιτία για την οικονομική καταρράκωση της συντεχνίας. Ο Σιούλας αντιμετώπιζε καθετί ξενικό και πρωτοποριακό με καχυποψία, επιφυλακτικότητα, άρνηση- «Κάθε νεωτερισμός ήταν ξιπασμός». Δε γνώριζε τι σημαίνει αλληλεγγύη, ανθρωπιά, κατανόηση, κρατούσε την ψυχή του φυλακισμένη, περιορισμένη εξαιτίας του παρωπιδισμού, του υπερβολικού εγωκεντρισμού, της αρρωστημένης περηφάνιας του- «έμεινε πάντα με την ψυχή του κλειστή περηφάνια, ατράνταχτη αυτάρκεια κι αδυσώπητη καταφρόνια»→ χρήση επιθέτων κατάλληλα επιλεγμένων – λογοπλαστική δεινότητα του συγγραφέα- για να τονιστούν ακόμα πιο έντονα τα ουσιαστικά που αυτά προσδιορίζουν και που αποτελούν τις αξίες του σιναφιού. Στο πρόσωπο του Σιούλα, ο οποίος συγκεντρώνει όλα σχεδόν τα διακριτικά της συντεχνίας του, ο συγγραφέας προσπαθεί να δημιουργήσει έναν «τυπικό» χαρακτήρα, του οποίου η προσωπική μοίρα να αντανακλά και εκείνη της κοινωνικής ομάδας όπου ανήκει.

24 Το γεγονός ότι κάποιος άνθρωπος που καταγόταν από το σινάφι ξενιτεύτηκε («Ένας δικός τους… δεν είχε αστεία μ’ αυτούς»), περιφρονώντας κατά κάποιο τρόπο την «ιερή» τέχνη- βέβαια «σπανιότατο πράγμα», δημιουργούσε στους άλλους μια τάση απώθησής του. Αυτό συνέβη όταν κάποτε κάποιος απαρνήθηκε την κοσμοθεωρία των ταμπάκων και προτίμησε να πάει σε ξένη χώρα, να συναναστραφεί με ανθρώπους που ανήκαν σε άλλους κόσμους, να γίνει κοινωνός μιας άλλης νοοτροπίας και να γυρίσει πίσω πλούσιος- με «χρυσή καδένα στο γιλέκο και παράδες στην τσέπη» - σε αντίθεση με τους υπόλοιπους ταμπάκους οι οποίοι δύσκολα τα έβγαζαν πέρα. Εμφανής ήταν η οικονομική άνεση που είχε αποκτήσει στα ξένα από το ντύσιμό του - ηθογραφικό στοιχείο του ντυσίματος της εποχής. Παρόλα αυτά, εξαιτίας της καταγωγής του- «καθώς το αίμα νερό δε γίνεται», του επέτρεπαν να συχνάζει στα κρασοπουλειά που σύχναζαν και αυτοί. Όταν όμως εκείνος διηγούνταν για τις χώρες που είχε επισκεφτεί, για τα τεχνολογικά θαύματα που αντίκρισε, για τις εμπειρίες του από τον πολιτισμένο, σύγχρονο κόσμο, τον «στραβοκοιτάξανε στην αρχή», τον «απόπαιρναν», προσπαθώντας να σταματήσουν τον οίστρο του, αλλά αυτός συνέχιζε. Βέβαια, εδώ βλέπουμε και την αντίδραση του ανθρώπου, δηλαδή του μετανάστη, που προσπαθεί να κάνει επίδειξη των γνώσεων, των εμπειριών, των αποκτημάτων του, επειδή υπερέχει από τους άλλους στον τομέα της γνώσης και των εμπειριών. Είναι η τυπική συμπεριφορά του ανθρώπου που καυχιέται για την πείρα του, αν και μπορεί να ερμηνευτεί και σαν την έμφυτη ανάγκη του ανθρώπου να επικοινωνήσει με τους συνανθρώπου του, να μοιραστεί μαζί τους τις σκέψεις και τα συναισθήματά του.

25 Στη συνέχεια, μας δίνεται ένα ζωηρό και ευτράπελο περιστατικό, μια παραστατική σκηνή, που κάνει ζωντανή την αφήγηση, ξεχωρίζει τον κεντρικό ήρωα, το Σιούλα, μέσα από την ομάδα. Δίνεται με ανάγλυφο τρόπο, που αισθητοποιείται μέσα από το διάλογο, η προσωπικότητα του Σιούλα, το μέγεθος της περηφάνιας του που θα γίνει η αιτία της συμφοράς του, γιατί ο εγωισμός, η υπεροψία, η άρνηση της προόδου είναι αυτά που θα οδηγήσουν τον ήρωα αλλά και τους υπόλοιπους ταμπάκους στην οικονομική δυσχέρεια και την εξαθλίωση. Μια μέρα, μεσημέρι καλοκαιριού, είχαν βγει οι ταμπάκοι έξω από τα εργαστήριά τους, για να φάνε το μεσημεριανό τους και να ξεκουραστούν λίγο, πριν συνεχίσουν τη δουλειά τους. Μέσα στην συντροφιά αυτή ήταν και ο ξενιτεμένος ταμπάκος, τον οποίο, πριν προλάβει να πει κάτι πάλι για τις εμπειρίες του, τον ρωτά ο Σιούλας, αν έμαθε να διαβάζει ξένες λέξεις- «φράγκικα». Στην θετική απάντηση του ξενιτεμένου ο Σιούλας στρέφει τα οπίσθιά του προς αυτόν, για να του διαβάσει τα μεγάλα ξενικά γράμματα της μάρκας του βρακιού του. Ο συμβολισμός είναι φανερός, αφού οι ταμπάκοι έχουν στραμμένα τα νώτα τους σε καθετί ξενόφερτο, όπως είναι φανερή και η τραγική ειρωνεία: στο πρόσωπο του κοσμογυρισμένου πατριώτη τους, ο Σιούλας και οι υπόλοιποι του σιναφιού, άντρες και γυναίκες, χλεύαζαν το δυτικό πολιτισμό, την εξέλιξη, το ξένο, που τους φαινόταν εχθρικό, τα ξένα ήθη και τις νοοτροπίες. Η ενέργεια αυτή του Σιούλα μοιάζει να απευθύνεται όχι τόσο στο συγχωριανό του προσωπικά, όσο σε όλους όσους επιβουλεύονται τη ζωή των ταμπάκων με τους νεοτερισμούς τους. Είναι φωνή και γέλια άμυνας και αυτοπροστασίας, αλλά και μορφή αγώνα επιβίωσης.

26 Εγκλωβισμένοι, όμως, στην άγνοια, δεν πληροφορήθηκαν τις εξελίξεις και τη μετάβαση από τη βιοτεχνία στην βιομηχανία κι αυτό έμελλε να είναι μοιραίο για τη ζωή τους. Η τεχνολογία, η πρόοδος που χλευάστηκαν στο πρόσωπο του μετανάστη, τους «εκδικούνται» για την περηφάνια, την έπαρση και την υπεροψία τους. Συνέπεια αυτής της συμπεριφοράς του Σιούλα και των υπολοίπων ταμπάκων ήταν ο ξενιτεμένος να βγάλει την καδένα από το γιλέκο του- ένα διακριτικό στοιχεία που τον ξεχώριζε από τους ξεβράκωτους ταμπάκους- και να μην ξαναμιλήσει για τα ταξίδια του, αφού έβλεπε και κάτι τέτοιο αποτελούσε αντικείμενο αρνητικού σχολιασμού από αυτούς παρά τους βοηθούσε να αλλάξουν και να γίνουν πιο ανοιχτόμυαλοι. («Δεν είχε αστεία μ’ αυτούς») Βέβαια ο μετανάστης αντιπροσωπεύει τον προοδευτικό άνθρωπο, που ξεπέρασε γρήγορα τις οπισθοδρομικές παραδοσιακές αντιλήψεις της ομάδας, στην οποία ανήκε, πήρε τη ζωή στα χέρια του και προόδευσε. Για τους ταμπάκους αντιπροσωπεύει την ξενική απειλή, τον ξιπασμό. Στο τέλος, αντιλαμβάνεται πως δεν μπορεί ναν συνεννοηθεί με τους ταμπάκους και παύει να μιλάει σ’ αυτούς για τα ταξίδια του. Εγκλωβισμένοι, όμως, στην άγνοια, δεν πληροφορήθηκαν τις εξελίξεις και τη μετάβαση από τη βιοτεχνία στην βιομηχανία κι αυτό έμελλε να είναι μοιραίο για τη ζωή τους. Η τεχνολογία, η πρόοδος που χλευάστηκαν στο πρόσωπο του μετανάστη, τους «εκδικούνται» για την περηφάνια, την έπαρση και την υπεροψία τους. Συνέπεια αυτής της συμπεριφοράς του Σιούλα και των υπολοίπων ταμπάκων ήταν ο ξενιτεμένος να βγάλει την καδένα από το γιλέκο του- ένα διακριτικό στοιχεία που τον ξεχώριζε από τους ξεβράκωτους ταμπάκους- και να μην ξαναμιλήσει για τα ταξίδια του, αφού έβλεπε και κάτι τέτοιο αποτελούσε αντικείμενο αρνητικού σχολιασμού από αυτούς παρά τους βοηθούσε να αλλάξουν και να γίνουν πιο ανοιχτόμυαλοι. («Δεν είχε αστεία μ’ αυτούς») Βέβαια ο μετανάστης αντιπροσωπεύει τον προοδευτικό άνθρωπο, που ξεπέρασε γρήγορα τις οπισθοδρομικές παραδοσιακές αντιλήψεις της ομάδας, στην οποία ανήκε, πήρε τη ζωή στα χέρια του και προόδευσε. Για τους ταμπάκους αντιπροσωπεύει την ξενική απειλή, τον ξιπασμό. Στο τέλος, αντιλαμβάνεται πως δεν μπορεί ναν συνεννοηθεί με τους ταμπάκους και παύει να μιλάει σ’ αυτούς για τα ταξίδια του.

27 3 η ΕΝΟΤΗΤΑ : « Περνάν ωστόσο τα χρόνια … για τον κόσμο όλον …» Θέμα: Μετάβαση από την εποχή της βιοτεχνίας στην εποχή της βιομηχανίας. Όλες οι συντεχνίες αποκτούν οικονομικές δυσκολίες, ο Σιούλας έχει οικονομικό πρόβλημα, αλλά βρίσκει παρηγοριά στο κυριακάτικο κυνήγι, μη θέλοντας να δει τις αλλαγές που έχουν συντελεστεί, εμμένοντας στον παραδοσιακό τρόπο ζωής (προγονοπληξία, εμμονή με την παράδοση και το συντηρητισμό) Στο σημείο αυτό του διηγήματος θα ξεκινήσει η αντίστροφη μέτρηση, θα αρχίσει να συντελείται η αλλαγή τόσο στο Σιούλα, όσο και γενικότερα σε όλη τη συντεχνία των ταμπάκων. Ο χρόνος είναι εκείνος που αλλάζει τα πάντα: το περιβάλλον, τους ανθρώπους, τις ανάγκες και τις συνθήκες ζωής τους («Περνάν ωστόσο τα χρόνια… να το νιώσεις»). Η ζωή του Σιούλα άλλαξε, η οικογένειά του μεγάλωσε, οι έννοιες και οι σκοτούρες τον εμπόδισαν να παρακολουθήσει τις εξελίξεις, να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα («Δίχως να το νιώσει κι ο Σιούλας, τα μαλλιά του πήραν κι άσπριζαν»). Ο καθημερινός μόχθος, με τις ψυχοφθόρες αλλά και σωματικές συνέπειες («Τα πόδια του, χρόνια μέσα στα νερά, κάπου-κάπου το βράδυ πιανόντανε»), που έχει στον άνθρωπο, τον οδηγούν στον αγώνα για την καθημερινή επιβίωση, χωρίς να του αφήνουν τα χρονικά έστω περιθώρια να σκεφτεί, να οργανώσει τη ζωή του με τον τρόπο που ενδεχομένως κι αυτός να ήθελε.

28 Η Σιούλαινα (έντονο ηθογραφικό στοιχείο – ενδεικτικό της υποτιμημένης, κατώτερης θέσης της γυναίκας την εποχή εκείνη αφού δεν προσδιορίζεται με το όνομά της αλλά με αυτό του συζύγου της με την προσθήκη της κατάληξης –αινα, -ίνα, -ού κλπ, -στη γραμματική λέγονται ανδρωνυμικά ουσιαστικά) η οποία με την παρομοίωση «κουνέλα», λόγω των πολλών παιδιών που γεννούσε. Και βέβαια η τακτοποίηση όλων αυτών των παιδιών («τρακάδα»: είναι η τοποθέτηση πραγμάτων σε σειρά ή συστοιχία. Περισσότερο δείχνει την τακτοποίηση των πραγμάτων και όχι την εύκολη μέτρησή τους, όπως με την ντάνα. Χρησιμοποιείται στην στοίχιση τούβλων, δεματιών, τσιμεντολίθων, ξύλων, πετρών κ.λ.π. για να είναι τακτοποιημένα, να μην καταλαμβάνουν χώρο και να είναι ευχερής η παραλαβή και προφύλαξή τους. Σχετικό και το ρήμα τρακαδιάζω=αποθέτω σε σειρά- (εδώ) πολλά παιδιά.) απαιτούσε να αφιερώσει το αντρόγυνο χρόνο για την ένδυση, την υπόδεση, τη μόρφωσή τους και ό,τι άλλο ήταν αναγκαίο για την καθημερινή τους επιβίωση («Η Σιούλαινα… ολόγυρά του»). Όλο αυτό το κλίμα των αλλαγών και μεταβολών λειτουργεί ως προσήμανση ή προϊδεασμός και προετοιμάζει τον αναγνώστη για την καταστροφή που θα ακολουθήσει.

29 Φυσικά στην οπισθοδρόμηση αυτή του Σιούλα σημαντικό ρόλο έπαιξε και η κοσμοθεωρία των ταμπάκων, που στένευε τη σκέψη του, ελαχιστοποιούσε τις δυνατότητές του να έρθει σε επαφή με την εποχή του και τους συγχρόνους του. Και οι υπόλοιποι ταμπάκοι ούτε εκείνοι κατάλαβαν τι έγινε και πότε συντελέστηκαν αυτές οι αλλαγές- «Κ’ οι ταμπάκοι δεν προφτάσαν κι αυτοί να ιδούνε τι γίνεται γύρω τους, τι ν’ άλλαξε τάχα και πότε ν’ άλλαξε κ’ η δουλειά στα ταμπάκικα όλο και χειρότερα πήγαινε» - εμμένοντας στην κοσμοθεωρία τους, στην ισχυρογνωμοσύνη τους, στις απαρχαιωμένες αντιλήψεις τους, αγνόησαν τις ραγδαίες εξελίξεις της βιομηχανικής επανάστασης, υποτίμησαν την αξία της μηχανής, δεν έκαναν τους σωστούς ελιγμούς, ώστε να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα και να αποφύγουν την οικονομική καταρράκωση. Όταν δυο-τρεις παλιοί δερματέμποροι της πόλης βρήκαν προς το συμφέρον τους την αποστολή και κατεργασία των δερμάτων στις μηχανές του εξωτερικού ή της Σύρας (προφανώς οι ταμπάκοι της Σύρου ήταν γνώστες των αλλαγών που συντελούνταν και είχαν προσαρμοστεί εγκαίρως στους νέους καιρούς και στα νέα δεδομένα, γι’ αυτό και αυτοί προτιμούνταν από τους ταμπάκους των Ιωαννίνων) οι ταμπάκοι έμειναν χωρίς ιδιαίτερη δουλειά («Δυο-τρεις παλιοί δερματέμποροι… Με τις μηχανές»). Φυσικά στην οπισθοδρόμηση αυτή του Σιούλα σημαντικό ρόλο έπαιξε και η κοσμοθεωρία των ταμπάκων, που στένευε τη σκέψη του, ελαχιστοποιούσε τις δυνατότητές του να έρθει σε επαφή με την εποχή του και τους συγχρόνους του. Και οι υπόλοιποι ταμπάκοι ούτε εκείνοι κατάλαβαν τι έγινε και πότε συντελέστηκαν αυτές οι αλλαγές- «Κ’ οι ταμπάκοι δεν προφτάσαν κι αυτοί να ιδούνε τι γίνεται γύρω τους, τι ν’ άλλαξε τάχα και πότε ν’ άλλαξε κ’ η δουλειά στα ταμπάκικα όλο και χειρότερα πήγαινε» - εμμένοντας στην κοσμοθεωρία τους, στην ισχυρογνωμοσύνη τους, στις απαρχαιωμένες αντιλήψεις τους, αγνόησαν τις ραγδαίες εξελίξεις της βιομηχανικής επανάστασης, υποτίμησαν την αξία της μηχανής, δεν έκαναν τους σωστούς ελιγμούς, ώστε να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα και να αποφύγουν την οικονομική καταρράκωση. Όταν δυο-τρεις παλιοί δερματέμποροι της πόλης βρήκαν προς το συμφέρον τους την αποστολή και κατεργασία των δερμάτων στις μηχανές του εξωτερικού ή της Σύρας (προφανώς οι ταμπάκοι της Σύρου ήταν γνώστες των αλλαγών που συντελούνταν και είχαν προσαρμοστεί εγκαίρως στους νέους καιρούς και στα νέα δεδομένα, γι’ αυτό και αυτοί προτιμούνταν από τους ταμπάκους των Ιωαννίνων) οι ταμπάκοι έμειναν χωρίς ιδιαίτερη δουλειά («Δυο-τρεις παλιοί δερματέμποροι… Με τις μηχανές»).

30 Η μηχανή ήταν αυτή που αντικαθιστούσε τη δουλειά των ταμπάκων, γιατί κατεργαζόταν μεγαλύτερη ποσότητα δερμάτων σε μικρότερο χρόνο, βελτιώνοντας ταυτόχρονα την ποιότητα και μειώνοντας το κόστος. Όλα αυτά τα θετικά στοιχεία των μηχανών έκαναν τους προοδευτικούς και πρακτικούς εμπόρους να αλλάξουν τακτική, να διοχετεύουν τα ακατέργαστα δέρματα στο εξωτερικό για επεξεργασία, αφήνοντας τους ταμπάκους στο έλεος της ανεργίας, της ανέχειας και της απόγνωσης. («Σεβρά, λουστρίνια… σολοδέρματα») – βακέτα: χοντρό κατεργασμένο δέρμα, κυρίως μοσχαριού, σολόδερμα: χοντρό και σκληρό δέρμα από το οποίο κατασκευάζονται οι σόλες των παπουτσιών- Αδυσώπητοι είναι οι νόμοι της κλειστής κοινωνίας των ταμπάκων και ιδιαίτερα οι νόμοι που διέπουν την οικονομική και κοινωνική εξέλιξη, αδυσώπητη και η μοίρα απέναντι στους ανθρώπους. Με τον μικροπερίοδο λόγο της φράσης «με τις μηχανές» αναδεικνύει ο συγγραφέας την αιτία του κακού που θα πλήξει από δω και στο εξής τους ταμπάκους / μέσα από την έντονη οπτική εικόνα μας περιγράφεται εναργέστατα η τραγική κατάσταση στην οποία έχουν περιέλθει:

31  με την μεταφορική φράση «απλωνόταν μια θολή καταχνιά πάνω από τα σκυμμένα κεφάλια» φαίνεται πως βρίσκονται σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση, η οποία τους οδηγεί να είναι σκυμμένοι, ακόμα πιο κλειστοί στον εαυτό τους. Μια μελαγχολία πλανιόταν στην ατμόσφαιρα των κρασοπουλειών που σύχναζαν. Δεν ήταν πλέον σίγουροι για τη δουλειά τους, για τα μεροκάματά τους και άρχιζαν να συνειδητοποιούν πως μια νέα εποχή ξεκινούσε.  «κάμποσοι δουλεύανε πια δυο-τρεις μέρες την εβδομάδα μονάχα»- μερική απασχόληση με άμεση μείωση των αποδοχών τους.  «κάμποσοι το ξέραν πως δεν αφήσανε τίποτα στο σπίτι τους για το βράδυ»- τελικό στάδιο ανέχειας, ώστε δεν έχουν ούτε τα απαραίτητα για τη σίτιση της οικογένειάς τους.  Μάλιστα οι γυναίκες τους ήταν σιωπηλοί συμμέτοχοι, ζούσαν πιο έντονα το δράμα κι αναγκάζονταν να μοιράζονται μεταξύ τους το μυστικό της φτώχειας, που οι άντρες τους αρνούνταν να το παραδεχτούν ανοιχτά, να ζητιανεύουν η μια από την άλλη τα βασικά για την καθημερινή διατροφή τους, καταρρακώνοντας παράλληλα την τιμή και την αξιοπρέπειά τους («Και το ξεραν… δικούς τους»)- απειλητικό το φάσμα της φτώχειας και της δυστυχίας.  με την μεταφορική φράση «απλωνόταν μια θολή καταχνιά πάνω από τα σκυμμένα κεφάλια» φαίνεται πως βρίσκονται σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση, η οποία τους οδηγεί να είναι σκυμμένοι, ακόμα πιο κλειστοί στον εαυτό τους. Μια μελαγχολία πλανιόταν στην ατμόσφαιρα των κρασοπουλειών που σύχναζαν. Δεν ήταν πλέον σίγουροι για τη δουλειά τους, για τα μεροκάματά τους και άρχιζαν να συνειδητοποιούν πως μια νέα εποχή ξεκινούσε.  «κάμποσοι δουλεύανε πια δυο-τρεις μέρες την εβδομάδα μονάχα»- μερική απασχόληση με άμεση μείωση των αποδοχών τους.  «κάμποσοι το ξέραν πως δεν αφήσανε τίποτα στο σπίτι τους για το βράδυ»- τελικό στάδιο ανέχειας, ώστε δεν έχουν ούτε τα απαραίτητα για τη σίτιση της οικογένειάς τους.  Μάλιστα οι γυναίκες τους ήταν σιωπηλοί συμμέτοχοι, ζούσαν πιο έντονα το δράμα κι αναγκάζονταν να μοιράζονται μεταξύ τους το μυστικό της φτώχειας, που οι άντρες τους αρνούνταν να το παραδεχτούν ανοιχτά, να ζητιανεύουν η μια από την άλλη τα βασικά για την καθημερινή διατροφή τους, καταρρακώνοντας παράλληλα την τιμή και την αξιοπρέπειά τους («Και το ξεραν… δικούς τους»)- απειλητικό το φάσμα της φτώχειας και της δυστυχίας.

32 Οι ταμπάκοι δεν ήθελαν να παραδεχτούν πως το μέλλον διαγραφόταν σκοτεινό και δυσοίωνο. Εθελοτυφλούσαν, κυριευμένοι καθώς ήταν από εγωισμό και περηφάνια, χωρίς αντίκρισμα, χωρίς να προσπαθούν να βρουν από κοινού κάποια λύση, που θα τους έβγαζε από το τέλμα («κανένας δεν κλαιγόταν, δε μαρτύραγε τίποτα για τη φτώχεια του, ντρεπόταν ο ένας τον άλλονε να μιλήσουν»). Έβλεπαν καθημερινά την κατάσταση να χειροτερεύει, αλλά αντιμετώπιζαν την τραγική αυτή κατάσταση είτε με κατήφεια και περισυλλογή είτε με διακριτικότητα και αλληλεγγύη είτε με αξιοπρέπεια, περηφάνια και ντροπή, με πίκρα και βουβό πόνο. Όμως αυτό που τους κρατούσε φυλακισμένους στο αδιέξοδο και στην ανέχεια ήταν η παράδοση και η ευθύνη τους προς τους προγόνους τους. Νόμιζαν πως ήταν προδοσία να αλλάξουν επάγγελμα, πως δεν ήταν ανάξιοι της καταγωγής τους και της κοινωνικής τους θέσης. Μάλιστα ο συγγραφέας παρουσιάζει με μια έντονη παρομοίωση «σαν ένα ταμπούρι» την κατάσταση που επικρατούσε στα ταμπάκικα, σαν να ήταν σε εμπόλεμη ζώνη και αυτοί να βρίσκονται πίσω από το οχυρό τους, να πολεμούν για το σινάφι τους με εχθρούς, φυσικά, τους υπόλοιπους κατοίκους της πόλης τους. Έτσι έβλεπαν μέρα με την ημέρα την ολοκληρωτική οικονομική καταστροφή να πλησιάζει, μένοντας όμως παθητικοί και αδρανείς («και κανένας δε ξέκοβε… τίποτα»).

33 Μοναδική παρηγοριά του Σιούλα και των άλλων ταμπάκων, μοναδική διέξοδος από την αφόρητη πραγματικότητα, μοναδικός τρόπος να δώσουν τροφή στην περηφάνεια τους, να εκφράσουν την ανδροπρεπή συνήθειά τους, να θυμηθούν την αρχοντική καταγωγή τους αλλά και να ψυχαγωγηθούν ήταν το κυριακάτικο κυνήγι στη λίμνη («Και τις Κυριακές… κυνηγιού»). Δεν το ασκούν για βιοπορισμό, όπως οι ψαράδες αλλά σαν ένα ευγενές άθλημα (κάτι σαν τα κυνήγια του Μεσαίωνα). Μέσα από έντονες οπτικές και ηχητικές εικόνες μας περιγράφεται από το συγγραφέα το σκηνικό του κυνηγιού των ταμπάκων, οι οποίοι «πρώτοι και καλύτεροι» είχαν το προνόμιο να πηγαίνουν στη λίμνη, πριν από το χάραμα, από την πιο μακρινή άκρη της λίμνης και σιγά-σιγά να πηγαίνουν προς το κέντρο της λίμνης, οδηγώντας έτσι τα κοπάδια από τις αγριόπαπιες, τα γέσια, τις καναβές ή φαλαρίδες και τις αγριόχηνες να πέφτουν στην παγίδα τους, περικυκλώνοντας τα και έτσι να αποκτούν μια καλή λεία για τη διατροφή και συντήρηση της οικογένειάς τους, αφού το κυνήγι τους αυτό ήταν η βασική διατροφή τους και αποτελούσε αποκλειστικότητα του κάθε ταμπάκου. (ηθογραφικό στοιχείο για την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη της εποχής ήταν η χρήση του φτερού της αγριόχηνας ως μπάλσαμο/γιατρικό για τις πληγές) («Το ‘χανε σαν προνόμιο… τέλειο πράγμα»).

34 Βέβαια, αντιλαμβανόμαστε πως το κυνήγι είναι για τους ταμπάκους μια επίφαση ευτυχίας, ένα φωτεινό σημείο του παρελθόντος στο σκοτεινό παρόν, ένα στοιχείο πλασματικής άμυνας απέναντι στην τωρινή αρνητική τους κατάσταση, μια απελπισμένη δηλαδή προσπάθεια των ταμπάκων να σταθούν στα πόδια τους και να νικήσουν. Τέλος, μας περιγράφεται η διαδικασία περισυλλογής των πτηνών που έπεφταν μέσα στη λίμνη από τους κυνηγούς, ώστε να μην υπάρχει πρόβλημα διεκδίκησης της λείας του κάθε κυνηγού (ηθογραφικό στοιχείο) («Στη μέση της λίμνης… βαρέθηκε»). Βέβαια, αντιλαμβανόμαστε πως το κυνήγι είναι για τους ταμπάκους μια επίφαση ευτυχίας, ένα φωτεινό σημείο του παρελθόντος στο σκοτεινό παρόν, ένα στοιχείο πλασματικής άμυνας απέναντι στην τωρινή αρνητική τους κατάσταση, μια απελπισμένη δηλαδή προσπάθεια των ταμπάκων να σταθούν στα πόδια τους και να νικήσουν. Τέλος, μας περιγράφεται η διαδικασία περισυλλογής των πτηνών που έπεφταν μέσα στη λίμνη από τους κυνηγούς, ώστε να μην υπάρχει πρόβλημα διεκδίκησης της λείας του κάθε κυνηγού (ηθογραφικό στοιχείο) («Στη μέση της λίμνης… βαρέθηκε»).

35 Στο μοναχικό κυνήγι της Κυριακής «έβλεπε» ο Σιούλας την κατάντια, στην οποία είχαν περιπέσει τόσο ο ίδιος όσο και οι υπόλοιποι ταμπάκοι, αλλά ταυτόχρονα μέσα από αυτό ζούσε τα «περασμένα μεγαλεία», τις αναμνήσεις της υπεροχής και της προόδου - «ξαναζούσε ακόμα τους καημούς και τα μεράκια και τις περηφάνιες της ψυχής του από τον καιρό της νιότης του» «ως τα τώρα που πήρε και γέρασε, πήρε και φτώχυνε - ξέπεσε»: έντονη στο σημείο αυτό η εικόνα της κατάρρευσης, της πτώσης, της υλικής και ηθικής καταρράκωσης - με τον μικροπερίοδο λόγο γίνεται πιο έντονη η επιτακτική ανάγκη για αλλαγή - προσαρμογή σε νέα δεδομένα. Στο σπίτι του ο Σιούλας γύριζε κατάκοπος, από τη σκληρή δουλεία, τις δύσκολες συνθήκες εργασίας, μέσα στην υγρασία και το καθιστό σταυροπόδι, μέσα στο στενό χώρο της βάρκας του («Το βράδυ γύριζε … στα ταμπάκικα»). Μέσα, όμως, στο σπίτι του ο Σιούλας μπορούσε για λίγο να ξεχάσει την άσχημη οικονομική κατάσταση, να νιώσει ζεστασιά, θαλπωρή, ανακούφιση, να απολαύσει μερικές ξέγνοιαστες στιγμές οικογενειακής ευτυχίας, πριν επιστρέψει στην τραγική πραγματικότητα:

36  «ξαπλωνότανε δίπλα στο τζάκι» (στο «μπάσι»- στο δωμάτιο όπου βρισκόταν όλη η οικογένεια το χειμώνα για να ζεσταθεί υπήρχε το τζάκι- ηθογραφικό στοιχείο για τα μέρη από τα οποία αποτελείτο το σπίτι εκείνης της εποχής)  «έβαζε τα παιδιά του ν’ ανεβούν όλα στην πλάτη του και να τον πατήσουν»- στοιχείο που δείχνει την τρυφερότητα, την αγάπη, τη ζεστασιά και την ξεγνοιασιά που ένιωθε ο Σιούλας με τα παιδιά του, που τον ξαναέκαναν πάλι κι αυτόν παιδί  Καθώς «τα παιδιά ξεφώνιζαν, γελούσαν, τον χτυπούσαν κλωτσιές, ξεφώνιζε κι αυτός»- μικροπερίοδος, σύντομος λόγος που δείχνει τις ωραίες, τρυφερές, ελπιδοφόρες οικογενειακές στιγμές της οικογένειας του Σιούλα, μακριά από τις έγνοιες της καθημερινότητας, της επιβίωσης και της φτώχειας. Το σκυλί κι αυτό συμμετέχει στη χαρά της οικογένειας- ηθογραφικό στοιχείο για την ύπαρξη σκύλου στο σπίτι της οικογένειας ως σκυλί-φύλακας του σπιτιού, αλλά και των παιδιών της οικογένειας. Βέβαια, όλα αυτά ήταν «μια ακόμα ευτυχισμένη στιγμή μέσα στην καταχνιά που κατέβαινε στα ταμπάκικα»- επανάληψη της εικόνας της καταχνιάς που απλώνεται πάνω από τα ταμπάκικα- μεταφορικά ο συγγραφέας επανέρχεται μετά από την ωραία οικογενειακή εικόνα στην μίζερη καθημερινότητα του σκληρού αγώνα της επιβίωσης.  «ξαπλωνότανε δίπλα στο τζάκι» (στο «μπάσι»- στο δωμάτιο όπου βρισκόταν όλη η οικογένεια το χειμώνα για να ζεσταθεί υπήρχε το τζάκι- ηθογραφικό στοιχείο για τα μέρη από τα οποία αποτελείτο το σπίτι εκείνης της εποχής)  «έβαζε τα παιδιά του ν’ ανεβούν όλα στην πλάτη του και να τον πατήσουν»- στοιχείο που δείχνει την τρυφερότητα, την αγάπη, τη ζεστασιά και την ξεγνοιασιά που ένιωθε ο Σιούλας με τα παιδιά του, που τον ξαναέκαναν πάλι κι αυτόν παιδί  Καθώς «τα παιδιά ξεφώνιζαν, γελούσαν, τον χτυπούσαν κλωτσιές, ξεφώνιζε κι αυτός»- μικροπερίοδος, σύντομος λόγος που δείχνει τις ωραίες, τρυφερές, ελπιδοφόρες οικογενειακές στιγμές της οικογένειας του Σιούλα, μακριά από τις έγνοιες της καθημερινότητας, της επιβίωσης και της φτώχειας. Το σκυλί κι αυτό συμμετέχει στη χαρά της οικογένειας- ηθογραφικό στοιχείο για την ύπαρξη σκύλου στο σπίτι της οικογένειας ως σκυλί-φύλακας του σπιτιού, αλλά και των παιδιών της οικογένειας. Βέβαια, όλα αυτά ήταν «μια ακόμα ευτυχισμένη στιγμή μέσα στην καταχνιά που κατέβαινε στα ταμπάκικα»- επανάληψη της εικόνας της καταχνιάς που απλώνεται πάνω από τα ταμπάκικα- μεταφορικά ο συγγραφέας επανέρχεται μετά από την ωραία οικογενειακή εικόνα στην μίζερη καθημερινότητα του σκληρού αγώνα της επιβίωσης.

37 «Μονάχα η Σιούλαινα γονατισμένη στο πάτωμα μέτραγε και ξαναμέτραγε τα παπιά»- Η Σιούλαινα, η γυναίκα του Σιούλα, είναι πρόσωπο υποταγμένο στο σύζυγό της. Γι’ αυτό και δεν αναφέρεται με το βαπτιστικό της όνομα, αλλά ως Σιούλαινα. Είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα των γυναικών της εποχής, που έμεναν στην αφάνεια και περιορίζονταν στα καθήκοντα του σπιτιού. Η Σιούλαινα μπορεί να κατάγεται από τους ταμπάκους, όμως είναι σύζυγος και μάνα, επομένως έχει έντονο το αίσθημα της αυτοσυντήρησης και της προστασίας της οικογένειά της. Κι όταν βλέπει την ανέχεια να’ χει γίνει μόνιμη κατάσταση, και τον κίνδυνο της ασιτίας να ελλοχεύει, δεν μπορεί να μείνει στα προσχήματα. Αρχίζει να σκέφτεται πρακτικά, ορθολογιστικά- «Τέσσερα για το σπίτι, ένα ζευγάρι στην αδελφή της, ένα ζευγάρι στην πεθερά της- αν πούλαγαν τα ρέστα;» « Ήταν μια σκέψη που μήτε με τα μάτια δεν είχε κουράγιο να τη φανερώσει σ’ αυτόν»- Δεν τολμάει ακόμα να ξεστομίσει κάτι στο Σιούλα, γιατί ξέρει πολύ καλά πως θα είναι μεγάλο χτύπημα για την περηφάνια του- «Ένας ταμπάκος, ποτές. Για τον κόσμο όλον…»- Επομένως, υπέφερε λοιπόν σιωπηλά την αγωνία της. Είναι κι αυτή αιχμάλωτη της παράδοσης, που περιορίζει τους ρόλους της και δεν της επιτρέπει ούτε τη γνώμη της να εκφράσει στο σύζυγό της από παραδοσιακό σεβασμό, αλλά και ενδόμυχο φόβο προς τον αρχηγό της οικογένειας. «Μονάχα η Σιούλαινα γονατισμένη στο πάτωμα μέτραγε και ξαναμέτραγε τα παπιά»- Η Σιούλαινα, η γυναίκα του Σιούλα, είναι πρόσωπο υποταγμένο στο σύζυγό της. Γι’ αυτό και δεν αναφέρεται με το βαπτιστικό της όνομα, αλλά ως Σιούλαινα. Είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα των γυναικών της εποχής, που έμεναν στην αφάνεια και περιορίζονταν στα καθήκοντα του σπιτιού. Η Σιούλαινα μπορεί να κατάγεται από τους ταμπάκους, όμως είναι σύζυγος και μάνα, επομένως έχει έντονο το αίσθημα της αυτοσυντήρησης και της προστασίας της οικογένειά της. Κι όταν βλέπει την ανέχεια να’ χει γίνει μόνιμη κατάσταση, και τον κίνδυνο της ασιτίας να ελλοχεύει, δεν μπορεί να μείνει στα προσχήματα. Αρχίζει να σκέφτεται πρακτικά, ορθολογιστικά- «Τέσσερα για το σπίτι, ένα ζευγάρι στην αδελφή της, ένα ζευγάρι στην πεθερά της- αν πούλαγαν τα ρέστα;» « Ήταν μια σκέψη που μήτε με τα μάτια δεν είχε κουράγιο να τη φανερώσει σ’ αυτόν»- Δεν τολμάει ακόμα να ξεστομίσει κάτι στο Σιούλα, γιατί ξέρει πολύ καλά πως θα είναι μεγάλο χτύπημα για την περηφάνια του- «Ένας ταμπάκος, ποτές. Για τον κόσμο όλον…»- Επομένως, υπέφερε λοιπόν σιωπηλά την αγωνία της. Είναι κι αυτή αιχμάλωτη της παράδοσης, που περιορίζει τους ρόλους της και δεν της επιτρέπει ούτε τη γνώμη της να εκφράσει στο σύζυγό της από παραδοσιακό σεβασμό, αλλά και ενδόμυχο φόβο προς τον αρχηγό της οικογένειας.

38 4 η ΕΝΟΤΗΤΑ: «Κι ήρθε τότε μια βδομάδα ολόκληρη… στοχαζότανε τώρα γι’ αυτή» Θέμα: Το έσχατο σημείο οικονομικής εξαθλίωσης γίνεται αιτία να μείνει η οικογένεια του Σιούλα χωρίς φαγητό, ο ίδιος να λογομαχήσει με τη γυναίκα του και ν’ αρχίσει να «τσακίζεται» η περηφάνια του και ο εγωισμός του, αναλογιζόμενος για πρώτη φορά τη γυναίκα του. Η Σιούλαινα υπέφερε σιωπηλά όλη την εβδομάδα- «μια βδομάδα ολόκληρη που τ’ αργαστήρι του Σιούλα σταμάτησε»- οδυνηρή διαπίστωση- χωρίς να τολμάει να πει τίποτα στον άντρα της, ούτε να τον κοιτάξει τολμούσε. Έκανε καθετί που περνούσε από το χέρι της, για να εξασφαλίσει φαγητό στα παιδιά, «ξετίναξε το σπίτι, πήρε κι από τις άλλες γυναίκες, έδωσε και κάτι κρυφά και στον Οβραίο τον παλιατζή»- όμως η πείνα υπερέβη τις αντιστάσεις της. Η Σιούλαινα μη μπορώντας να αντέξει την επικείμενη οικονομική καταστροφή της οικογένειάς της, ως προσωρινό μέτρο ανακούφισης της πείνας τους, προβαίνει στην απονενοημένη κίνησης της πώλησης αντικειμένων του σπιτιού της στον Εβραίο, που δε χάνει ευκαιρία να εκμεταλλευτεί τη δύσκολη κατάσταση των ταμπάκων (έμμεση κοινωνική κριτική του συγγραφέα). Νιώθοντας λοιπόν απόγνωση κι απελπισία, κάθισε μόνη της σε μια γωνιά κι έκλαψε, νιώθοντας πως δεν μπορεί να κάνει τίποτα παραπάνω, πως θα ερχόταν το μεσημέρι χωρίς να μπορεί να προσφέρει στην οικογένειά της «μήτε φα ῒ μήτε ψωμί» (εξαθλίωση και καταρράκωση της αξιοπρέπειας). Η εικόνα αυτή αποτυπώνει με τον πιο άμεσο και ξεκάθαρο τρόπο ότι και οι δύο λύσεις είναι ανεπαρκείς. Τα σταυρωμένα χέρια συμβολίζουν την απραξία και το κλάμα την απόγνωση. Το φάσμα της πείνας είναι προ των πυλών και ο εσωτερικός μονόλογος με την επανάληψη του «μήτε» το εκφράζουν με τον πιο δραματικό τρόπο. Η Σιούλαινα με το πρακτικό μυαλό της βλέπει πρώτη το κυνήγι, ως διέξοδο για την επιβίωση της οικογένειάς της, κάτι που αποτελεί προσήμανση/ προϊδεασμό για τον αναγνώστη.

39 Η Σιούλαινα είχε μόνο υποχρεώσεις και κανένα δικαίωμα. Μοναδική της έγνοια η αναπαραγωγή και η φροντίδα του σπιτιού και της οικογένειας. Φοβάται τον άντρα της, αποφεύγει να του μιλάει για τις σκέψεις και τις ανησυχίες της. Είναι ετεροπροσδιορισμένη και μέσα από τη δική της αγόγγυστη ταπείνωση θα οδηγηθεί ο Σιούλας στην αυτογνωσία. Τα παιδιά του Σιούλα, ένιωθαν την όλη κατάσταση, ήξεραν περίπου τι συμβαίνει και γνωρίζοντας πως δεν υπήρχε φαγητό κάρφωσαν τα πεινασμένα μάτια τους στον πατέρα τους, που μπήκε στο σπίτι, περιμένοντας να δώσει τη λύση στο πρόβλημά τους (οι υποχρεώσεις του ρόλου του πατέρα και αρχηγού της οικογένειας, ως του υπεύθυνου για την παροχή τροφής στα παιδιά του) («Αυτός ανέβηκε πάνω… καρφωμένα πάνω του»). Με την βραχυπερίοδη αφήγηση και τις σύντομες εικόνες καταγράφεται η συναισθηματική φόρτιση της στιγμής. Εδώ ο αναγνώστης συμμετέχει στο δράμα που αποδίδεται με λεκτική οικονομία και κοφτή σύνταξη. Ο Σιούλας τα έβαλε με τη γυναίκα του σαν να έφταιγε αυτή για την όλη κατάσταση. Ο ίδιος, συνηθισμένος να επιβάλλεται και να τα βρίσκει πάντα έτοιμα, οργίστηκε μαζί της και λογομάχησαν. Το ερώτημα που ο Σιούλας θέτει «και άφησες έτσι τα παιδιά;» αντιμετωπίζεται ως ρητορικό από την γυναίκα του, προσπαθώντας αυτή ν’ αμυνθεί σιωπηλά, αποφεύγοντας να απαντήσει- «αυτή δε μίλησε, καθόταν πάντα στην άκρη με το κεφάλι σκυμμένο» - Βρισκόταν σε απόγνωση, σε απελπισία. Ο συμβολισμός της φράσης είναι ξεκάθαρος. Η Σιούλαινα είναι υποτακτική στην παρουσία του άντρα της και νιώθει παραίτηση, απαιδιοδοξία και απόγνωση για την άσχημη κατάστασή τους. Η Σιούλαινα είχε μόνο υποχρεώσεις και κανένα δικαίωμα. Μοναδική της έγνοια η αναπαραγωγή και η φροντίδα του σπιτιού και της οικογένειας. Φοβάται τον άντρα της, αποφεύγει να του μιλάει για τις σκέψεις και τις ανησυχίες της. Είναι ετεροπροσδιορισμένη και μέσα από τη δική της αγόγγυστη ταπείνωση θα οδηγηθεί ο Σιούλας στην αυτογνωσία. Τα παιδιά του Σιούλα, ένιωθαν την όλη κατάσταση, ήξεραν περίπου τι συμβαίνει και γνωρίζοντας πως δεν υπήρχε φαγητό κάρφωσαν τα πεινασμένα μάτια τους στον πατέρα τους, που μπήκε στο σπίτι, περιμένοντας να δώσει τη λύση στο πρόβλημά τους (οι υποχρεώσεις του ρόλου του πατέρα και αρχηγού της οικογένειας, ως του υπεύθυνου για την παροχή τροφής στα παιδιά του) («Αυτός ανέβηκε πάνω… καρφωμένα πάνω του»). Με την βραχυπερίοδη αφήγηση και τις σύντομες εικόνες καταγράφεται η συναισθηματική φόρτιση της στιγμής. Εδώ ο αναγνώστης συμμετέχει στο δράμα που αποδίδεται με λεκτική οικονομία και κοφτή σύνταξη. Ο Σιούλας τα έβαλε με τη γυναίκα του σαν να έφταιγε αυτή για την όλη κατάσταση. Ο ίδιος, συνηθισμένος να επιβάλλεται και να τα βρίσκει πάντα έτοιμα, οργίστηκε μαζί της και λογομάχησαν. Το ερώτημα που ο Σιούλας θέτει «και άφησες έτσι τα παιδιά;» αντιμετωπίζεται ως ρητορικό από την γυναίκα του, προσπαθώντας αυτή ν’ αμυνθεί σιωπηλά, αποφεύγοντας να απαντήσει- «αυτή δε μίλησε, καθόταν πάντα στην άκρη με το κεφάλι σκυμμένο» - Βρισκόταν σε απόγνωση, σε απελπισία. Ο συμβολισμός της φράσης είναι ξεκάθαρος. Η Σιούλαινα είναι υποτακτική στην παρουσία του άντρα της και νιώθει παραίτηση, απαιδιοδοξία και απόγνωση για την άσχημη κατάστασή τους.

40 Όμως η επίθεση του Σιούλα στο πρόσωπό της, την φόρτισε συναισθηματικά και την έκανε να αντιδράσει απαντώντας πως κανείς, ούτε ο μπακάλης, ούτε ο φούρναρης τους δίνουν πράγματα, γιατί δεν μπορούσαν να τους πληρώσουν. Ο Σιούλας, αλαζόνας και ατομιστής όπως ήταν, στενόμυαλος και ανυποχώρητος, δεν μπορούσε να συνειδητοποιήσει τη δεινή θέση της οικογένειάς του καθώς και την δυσκολία της υπόλοιπης κοινωνίας να ανέχεται την οικονομική στενότητα των ταμπάκων. «Μήτε λύπη μήτε παράπονο μήτε θυμός δεν ήταν μέσα»: Η φράση αυτή χρησιμοποιεί το τριαδικό σχήμα για την περιγραφή της ψυχολογικής κατάστασης της γυναίκας. Η επανάληψη εδώ της λέξης «μήτε» εντείνει τον πόνο της. Η Σιούλαινα, απογοητευμένη και θυμωμένη από την άδικη, αναίτια και προσβλητική στάση του Σιούλα στο πρόσωπό της, δεν μπορούσε να ανεχτεί άλλο την κατάσταση αυτή, γι’ αυτό αποφάσισε να σηκωθεί και να φύγει «γρήγορα- γρήγορα για να κρύψει τα δάκρυα που την έπνιξαν», «πήγε στην αδελφή της να κλάψουν μαζί». Η στάση της Σιούλαινας δικαιολογείται απόλυτα, λόγω της ευσυνειδησίας και της υπευθυνότητάς της, αλλά και της κατάφορης αδικίας του Σιούλα προς το πρόσωπό της. Ο τυπικός χαρακτήρας της Σιούλαινας αντανακλάται στο πρόσωπο και των άλλων γυναικών της συντεχνίας που υποφέρουν βουβά με τον ίδιο τρόπο. Ο συγγραφέας φροντίζει να την αποζημιώσει κάπως, αφού τελικά ο Σιούλας αναγνωρίζει το λάθος του και προβαίνει σε κινήσεις που θα αλλάξουν την οικονομική κατάσταση της οικογένειάς τους. Η αντίδραση της Σιούλαινας μπροστά στην ανέχεια και την αδικία είναι ένας ισχυρός καταλύτης για την εσωτερική μεταστροφή του Σιούλα. Μη μπορώντας να αντέξει τον πόνο της, που πάει αντίθετα με το μητρικό της ένστικτο, λέει περισσότερα με τη σιγή από ότι με οποιαδήποτε λόγια. Όμως η επίθεση του Σιούλα στο πρόσωπό της, την φόρτισε συναισθηματικά και την έκανε να αντιδράσει απαντώντας πως κανείς, ούτε ο μπακάλης, ούτε ο φούρναρης τους δίνουν πράγματα, γιατί δεν μπορούσαν να τους πληρώσουν. Ο Σιούλας, αλαζόνας και ατομιστής όπως ήταν, στενόμυαλος και ανυποχώρητος, δεν μπορούσε να συνειδητοποιήσει τη δεινή θέση της οικογένειάς του καθώς και την δυσκολία της υπόλοιπης κοινωνίας να ανέχεται την οικονομική στενότητα των ταμπάκων. «Μήτε λύπη μήτε παράπονο μήτε θυμός δεν ήταν μέσα»: Η φράση αυτή χρησιμοποιεί το τριαδικό σχήμα για την περιγραφή της ψυχολογικής κατάστασης της γυναίκας. Η επανάληψη εδώ της λέξης «μήτε» εντείνει τον πόνο της. Η Σιούλαινα, απογοητευμένη και θυμωμένη από την άδικη, αναίτια και προσβλητική στάση του Σιούλα στο πρόσωπό της, δεν μπορούσε να ανεχτεί άλλο την κατάσταση αυτή, γι’ αυτό αποφάσισε να σηκωθεί και να φύγει «γρήγορα- γρήγορα για να κρύψει τα δάκρυα που την έπνιξαν», «πήγε στην αδελφή της να κλάψουν μαζί». Η στάση της Σιούλαινας δικαιολογείται απόλυτα, λόγω της ευσυνειδησίας και της υπευθυνότητάς της, αλλά και της κατάφορης αδικίας του Σιούλα προς το πρόσωπό της. Ο τυπικός χαρακτήρας της Σιούλαινας αντανακλάται στο πρόσωπο και των άλλων γυναικών της συντεχνίας που υποφέρουν βουβά με τον ίδιο τρόπο. Ο συγγραφέας φροντίζει να την αποζημιώσει κάπως, αφού τελικά ο Σιούλας αναγνωρίζει το λάθος του και προβαίνει σε κινήσεις που θα αλλάξουν την οικονομική κατάσταση της οικογένειάς τους. Η αντίδραση της Σιούλαινας μπροστά στην ανέχεια και την αδικία είναι ένας ισχυρός καταλύτης για την εσωτερική μεταστροφή του Σιούλα. Μη μπορώντας να αντέξει τον πόνο της, που πάει αντίθετα με το μητρικό της ένστικτο, λέει περισσότερα με τη σιγή από ότι με οποιαδήποτε λόγια.

41 Για πρώτη φορά ο Σιούλας βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με μια τέτοια κατάσταση, αντιμέτωπος με την ανέχεια, την πείνα, την εξαθλίωση, την απόλυτη ένδεια, σε πλήρη απόγνωση- «αυτός απόμεινε μόνος μέσα στο δωμάτιο, μέσα στο σπίτι». Το επίθετο «μόνος» και «μοναχός» σκιαγραφούν μια πρωτόγνωρη για το Σιούλα πραγματικότητα. Η αδικία του γίνεται τώρα θηλιά και τον πνίγει. Πιο πολύ από τη δυστυχία του σπιτιού του, τον ένοιαζε η πληγωμένη περηφάνια του και η ντροπή του προς τη γυναίκα του και τα παιδιά του. Στο σημείο αυτό ο συγγραφέας μας διασαφηνίζει τόσο τη συναισθηματική κατάσταση του Σιούλα, όσο και τα βαθύτερα συναισθήματά του. («Πιο πολύ κι από τη δυστυχία, απ’ την πληγωμένη περηφάνια και τη ντροπή μπροστά στα παιδιά του, όλο τ’ απόγευμα, μοναχός του εκεί μέσα, σκεφτόταν τη γυναίκα- την αδικία του»). Έτσι, άρχισε να χάνει κάτι από τον παλιό του εαυτό: τον εγωισμό, την έπαρση, την αρρωστημένη περηφάνια του. Και μόνο, αφού τσακίστηκε μέσα του η περηφάνια, η υπεροψία, ο κομπασμός μπόρεσε να δει λογικά τα πράγματα, να σκεφτεί και να υπολογίσει για πρώτη φορά μετά από είκοσι χρόνια τη γυναίκα του και την αδικία σε βάρος της, για την οποία ο ίδιος ήταν υπεύθυνος. Είναι η πρώτη φορά μετά από είκοσι χρόνια γάμου, που νιώθει ανεπαρκής και ευάλωτος («Είκοσι χρόνια μαζί της, πρώτη φορά στοχαζότανε τώρα γι’ αυτήν»). Στις στιγμές αυτές ενός μοναχικού στοχασμού, μιας εσωτερικής ενδοσκόπησης, ο Σιούλας συνειδητοποιεί τον ζεστό και ανθρώπινο χαρακτήρα, που έκρυβε καλά μέσα του. Γενικότερα, ο άνθρωπος πρέπει πρώτα να σκέφτεται ψύχραιμα και αντικειμενικά, για να γνωρίσει τον εαυτό του και για να μπορεί να νοιάζεται και για τους συνανθρώπους του. Η αφύπνιση του Σιούλα είναι βίαιη και απότομη. Αφετηρία της αποτέλεσε η απρόσμενη –για το Σιούλα- αντίδραση της γυναίκας του στο απόσπασμα. Κλεισμένος στην ψεύτικη υπεροχή της συντεχνίας, αρνήθηκε να δει τα σημάδια της πτώσης μέχρι που ήταν πλέον αργά. Η πείνα έφτασε μέσα στο ίδιο του το σπιτικό. Βασικό αφηγηματικό όπλο για να αποδώσει ο αφηγητής την εσωτερική μεταστροφή του Σιούλα είναι ο εσωτερικός μονόλογος.

42 5 η ΕΝΟΤΗΤΑ : « Έπαιρνε να βραδιάσει … Κάτι που δε μαραίνεται.» Θέμα: μέσα από τη συνάντησή του με το γύφτο και τη συνομιλία τους, ο Σιούλας οδηγείται στην αυτογνωσία / μέσα από μια απεγνωσμένη προσπάθεια να περισώσει την περηφάνια του, οδηγείται στην ταπείνωση και γνωρίζει το σημαίνει ανθρωπιά και συμπαράσταση. Η απόφαση του Σιούλα ήταν δύσκολη- ξεκρέμασε το δίκαννο, το κοίταξε, το ξανακοίταξε»- / βρίσκεται σε μια άθλια κατάσταση, γι’ αυτό και στρέφεται σε λύσεις ανάγκης. Το δίκαννο αντιπροσώπευε για το Σιούλα την περηφάνια του, αναδείκνυε την αρχοντική καταγωγή του, ήταν το σύμβολο της ανωτερότητάς ολόκληρου του συναφιού του. Με την απόφασή του να το πουλήσει, τσακίζει κάθε ίχνος εγωισμού και έπαρσης που υπάρχει μέσα του. Από απόγνωση και απελπισία οδηγείται στην απόφαση να πουλήσει το όπλο του. Η σκηνή της αγοραπωλησίας του ντουφεκιού είναι από τις βασικότερες στο διήγημα, γιατί μέσα από αυτή συντελείται η εσωτερική μεταλλαγή του Σιούλα. Ο Σιούλας φτάνοντας στον γύφτο κάνει μια τελευταία προσπάθεια να περισώσει την περηφάνια και την αξιοπρέπειά του μπροστά σε κάποιον που τον θεωρούσε κατώτερο, τόσο σε σχέση με την αρχοντική καταγωγή του, όσο και με το επάγγελμά του. Γι’ αυτό και απευθύνεται με περιφρόνηση σε αυτόν, με τρόπο απότομο, προσπαθώντας να κρύψει την ανησυχία του, τη μεγάλη ανάγκη του - «Είταν ένας γύφτος, όνομα και πράγμα, φουκαράς ψευτοντουφεξής(επιδιορθωτής όπλων) σε μια τρύπα στα μπιζεστένια (υφασματαγορά)». Λέει ψέματα πως θα πάρει άλλο όπλο από περηφάνια και ντροπή μαζί («Το ‘χω για πούλημα, είπε κοφτά και του ‘δωσε το ντουφέκι. Θα πάρω άλλο»). Θέμα: μέσα από τη συνάντησή του με το γύφτο και τη συνομιλία τους, ο Σιούλας οδηγείται στην αυτογνωσία / μέσα από μια απεγνωσμένη προσπάθεια να περισώσει την περηφάνια του, οδηγείται στην ταπείνωση και γνωρίζει το σημαίνει ανθρωπιά και συμπαράσταση. Η απόφαση του Σιούλα ήταν δύσκολη- ξεκρέμασε το δίκαννο, το κοίταξε, το ξανακοίταξε»- / βρίσκεται σε μια άθλια κατάσταση, γι’ αυτό και στρέφεται σε λύσεις ανάγκης. Το δίκαννο αντιπροσώπευε για το Σιούλα την περηφάνια του, αναδείκνυε την αρχοντική καταγωγή του, ήταν το σύμβολο της ανωτερότητάς ολόκληρου του συναφιού του. Με την απόφασή του να το πουλήσει, τσακίζει κάθε ίχνος εγωισμού και έπαρσης που υπάρχει μέσα του. Από απόγνωση και απελπισία οδηγείται στην απόφαση να πουλήσει το όπλο του. Η σκηνή της αγοραπωλησίας του ντουφεκιού είναι από τις βασικότερες στο διήγημα, γιατί μέσα από αυτή συντελείται η εσωτερική μεταλλαγή του Σιούλα. Ο Σιούλας φτάνοντας στον γύφτο κάνει μια τελευταία προσπάθεια να περισώσει την περηφάνια και την αξιοπρέπειά του μπροστά σε κάποιον που τον θεωρούσε κατώτερο, τόσο σε σχέση με την αρχοντική καταγωγή του, όσο και με το επάγγελμά του. Γι’ αυτό και απευθύνεται με περιφρόνηση σε αυτόν, με τρόπο απότομο, προσπαθώντας να κρύψει την ανησυχία του, τη μεγάλη ανάγκη του - «Είταν ένας γύφτος, όνομα και πράγμα, φουκαράς ψευτοντουφεξής(επιδιορθωτής όπλων) σε μια τρύπα στα μπιζεστένια (υφασματαγορά)». Λέει ψέματα πως θα πάρει άλλο όπλο από περηφάνια και ντροπή μαζί («Το ‘χω για πούλημα, είπε κοφτά και του ‘δωσε το ντουφέκι. Θα πάρω άλλο»).

43 Το δίκαννο του Σιούλα ήταν καλής ποιότητας, «καλό βελγικό δίκαννο, δωδεκάρι δίχως λύκους», το οποίο γνώριζε ο γύφτος και από τους άλλους ταμπάκους, που ενδεχομένως να του είχαν ξαναφέρει παλιότερα να φτιάξει τα δίκαννά τους. Γι’ αυτό «μήτε το πήρε στα χέρια του μήτε το κοίταξε». Ο γύφτος ήταν άνθρωπος έξυπνος: «τα γύφτικα, μπιρμπίλικα μάτια του», δε γελιόταν. Ήταν φτωχός, αλλά έντιμος, ντόμπρος, καλόψυχος- « Εγώ το παίρνω και το παραπαίρνω…Και διάφορο θα ’χω». Έβλεπε καλά τη χρεωκοπία των ταμπάκων («Στενοχώριες, αναδουλειές, τα παιδιά…»), όμως δεν ήθελε να εκμεταλλευτεί την ανάγκη στην οποία βρισκόταν. Ήταν κι αυτός φτωχός, «φουκαράς», και ήξερε καλά την κατάσταση του Σιούλα. Δεν ενοχλήθηκε από τα ταπεινωτικά του λόγια του Σιούλα (ηθογραφική λεπτομέρεια για τα στερεότυπα της εποχής)- «Δεν τ’ αφήνεις αυτά τα γύφτικα τα παζάρια; Πόσα δίνεις;» (Τα λόγια αυτά του Σιούλα είναι η τελευταία άμυνά του, για να διασώσει την περηφάνια του, δυσφορώντας μπροστά στη συνάφειά του με τον πλέον περιφρονημένο τύπο ανθρώπου της ελληνικής κοινωνίας). Ο γύφτος, όμως, ήταν συνηθισμένος να υπομένει καρτερικά την κοινωνική αδικία - «είταν μαθημένος να τον λένε γύφτο- δεν τον πείραζε». Δείχνει την ανωτερότητά του και την ανθρωπιά του, όμως, αρνούμενος να εκμεταλλευτεί την ανάγκη του συνανθρώπου του, μέσα από την φράση: «Όχι, Σιούλα… Μη το δώσεις, αδελφέ μου».

44 Είναι μια φράση που αποπνέει το μεγαλείο του, το ενδιαφέρον του και τη συμπαράστασή του στα προβλήματα του Σιούλα και της συντεχνίας του. Δεν είναι υστερόβουλος και συμφεροντολόγος,- αν και ήταν ο παρίας της κοινωνίας - δείχνει έμπρακτα τη συμπαράστασή του, την μεγαλοσύνη της ψυχής του, την ανθρωπιά του, την αλληλεγγύη και την κατανόησή του στο Σιούλα, τον βοηθά να νιώσει το πραγματικό νόημα της ζωής, να εγκαταλείψει τις στείρες αντιλήψεις του για κοινωνικές διαφοροποιήσεις και διακρίσεις. Βρίσκεται στην κατάλληλη στιγμή που ο Σιούλας τον χρειάζεται, για να τον «ταρακουνήσει», να τον κάνει να κατανοήσει την ταυτότητά του και τις ανάγκες του για συντροφικότητα, επικοινωνία, αγάπη, να τον σώσει από την ολοκληρωτική καταστροφή. Η στάση του γύφτου θα γκρεμίσει τα τείχη της ψυχικής απομόνωσής του, αν όχι και της συντεχνιακής και θα τον οδηγήσει στην οριστική του απελευθέρωση από τις προκαταλήψεις της συντεχνίας του και στην επίγνωση της πραγματικής κοινωνικής του θέσης. ο γύφτος ήξερε τη δύσκολη κατάσταση, στην οποία είχαν περιέλθει όλοι οι ταμπάκοι και αντιλαμβανόταν το δράμα τους, αφού οι περισσότεροι τον είχαν επισκεφτεί και του είχαν ζητήσει να αγοράσει τα δίκαννά τους αλλά αυτός δεν μπορούσε να μην τους συμπαρασταθεί αγοράζοντας μόνο από αυτούς που δεν είχαν μόνο ένα δίκαννο. Επίσης, η διακριτική χειρονομία του να του δανείσει χρήματα, διατηρώντας ταυτόχρονα και τα προσχήματα- «-Άμα είναι το, το ξαναφέρνεις.»- προσδίδει έντονη συναισθηματικότητα στο κείμενο.

45  « Κατέβασε τα μάτια του, κατέβασε το κεφάλι»- Ο Σιούλας για πρώτη φορά συνειδητοποίησε τι γινόταν γύρω του: ότι φερόταν άδικα και μιλούσε απότομα σε ανθρώπους που δεν το άξιζαν, στην γυναίκα του, στο γύφτο, σε ανθρώπους που του έδειχναν κατανόηση, τον βοηθούσαν και του συμπαραστέκονταν. Συγκρίνει τη δική του αλαζονική συμπεριφορά με την καλοσύνη του γύφτου και νιώθει την πρωτόγνωρη και συγκλονιστική επαφή του με τη ζεστασιά του γύφτου και γενικότερα των ανθρώπων. Για πρώτη φορά συνειδητοποίησε πως πάνω και πέρα από ταξικές και κοινωνικές διαφορές (« Ένα γύφτος τον είχε πει φουκαρά») υπάρχει η ιδιότητα του «ευγενούς» ανθρώπου, που ενώνει τα άτομα, δεν τα χωρίζει, δεν τα κατηγοριοποιεί. Ντράπηκε για τον ως τότε τρόπο σκέψης του, ντράπηκε για την αδικία του και έσπευσε να εξιλεωθεί απέναντι στον εαυτό του και το γύφτο, αναγνωρίζοντας την αξία του, παραδεχόμενος την ανθρωπιά του, συμβιβαζόμενος με τους ανθρώπους, που βρισκόταν στην ίδια μοίρα με αυτόν.- «Καλός άνθρωπος είσαι, του ‘πε σα να του το χρώσταγε και του χαμογέλασε»  Ο Σιούλας φτάνει στην αυτοκριτική και καταλήγει στην αυτογνωσία. Από τη θελημένη τυφλότητα περνάει στην αλήθεια, όχι μόνο από διεργασίες του νου, αλλά μέσα και από καθαρά συναισθηματικές εξάρσεις. Η κατάσταση είναι βιωματική και γι’ αυτό αληθοφανής. Δέχεται να καπνίσει ένα τσιγάρο με το γύφτο, έμμεσα παραδέχεται τη φτώχεια του και ακούει τη συμβουλή του γύφτου, γίνεται ένα με τους «φουκαράδες». Δέχεται αδιαμαρτύρητα το κατοστάρικο που του δίνει ο γύφτος, χωρίς να θέλει να τον μειώσει και χωρίς να ντρέπεται καθόλου για την κίνησή του αυτή- «το πήρε και δεν ένιωθε καμιά ντροπή»-, γιατί καταλαβαίνει πλέον τι σημαίνει αλληλεγγύη, αυθορμητισμός, συμπαράσταση. Νιώθει συγκίνηση γι’ αυτή του τη διαπίστωση, αφού έχει απαλλαγεί πια από το φθοροποιό εγωισμό και την αρρωστημένη περηφάνια του. Νιώθει χαρά, αγαλλίαση, ανακούφιση, που γνώρισε τον εαυτό του, ήρθε σε ουσιαστική επαφή με τους συνανθρώπους του, βρήκε το πραγματικό νόημα της ζωής και το αντίδοτο στη φτώχεια του. Βάδιζε στους δρόμους ευτυχισμένος, όχι για τα δανεικά που κουβαλούσε στην τσέπη του, αλλά γιατί ο γύφτος τον βοήθησε να γνωρίσει τον εαυτό του.- «Πιο πολύ γι’ αυτή τη γνωριμιά των ανθρώπων… πρώτη γνωριμιά του εαυτού του»

46 Ο συγγραφέας στην ενότητα αυτή παρουσιάζει, με συγκρατημένη συγκίνηση και ανθρωπιά, βήμα με βήμα τη μεταστροφή του Σιούλα. Η Σιούλαινα υπήρξε ο πρώτος καταλύτης στην εσωτερική μεταβολή του Σιούλα, ενώ ο γύφτος είναι ο δεύτερος καταλύτης. Τα δύο αυτά πρόσωπα συμμαχούν μέσα του, για να τον απελευθερώσουν από την εσωτερική του μοναξιά, από την μονομέρεια του πνεύματός του και τη συναισθηματική του στενότητα. Βασικές αφηγηματικές μεθόδους που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας είναι ο διάλογος και ο εσωτερικός μονόλογος. Μέσα από τον διάλογο αποκαλύπτεται το αδιέξοδο του ήρωα, ενώ μέσα από τον εσωτερικό μονόλογο, ο αφηγητής εξωτερικεύει την ψυχική κατάσταση των ηρώων. Η σκηνή του διαλόγου μεταξύ του γύφτου και του Σιούλα μεταφέρει, μέσω της εικονοπλασίας, τη δύναμη της στιγμής, που όλα αλλάζουν. Οι δύο χαρακτήρες σκιαγραφούνται με την αφηγηματική δύναμη του συγγραφέα. Είναι τυπικοί χαρακτήρες μιας κοινωνικής τάξης που καταρρέει. Είναι άνθρωποι στα μέτρα της καθημερινότητας, χωρίς υπερβολές, χωρίς καμιά διάθεση ηρωοποίησης ή υποβιβασμού. Μέσα από την αίσθηση του μέτρου επιτυγχάνεται η μύηση του αναγνώστη στο δράμα των απλών ανθρώπων που βιώνουν αντίστοιχες καταστάσεις. Ο Σιούλας κάνει μια πρώτη απόπειρα εξόδου από την κληρονομημένη «κλειστή περηφάνια», που είναι ενδεικτική για τη συνολική μεταστροφή που επέρχεται. Οδηγείται στην απελευθέρωση από τις προκαταλήψεις και στην επίγνωση της πραγματικής κοινωνικής του θέσης.

47 «Κατιτίς καινούργιο, ζωντανό και ζεστό, σαν ένα φως έπαιζε μέσα του. Σχεδόν χαρούμενο μέσα στην κατάμαυρη δυστυχία. Κάτι που δε μαραίνεται»- ο συγγραφέας εδώ συμβολίζει με το λουλούδι, που δε μαραίνεται, τις ανθρώπινες σχέσεις, οι οποίες, όταν είναι υγιείς και ζωντανές, δε αλλάζουν μέσα στην πάροδο του χρόνου και δεν αλλοιώνονται από τις εξωτερικές, φθοροποιές καταστάσεις της καθημερινότητας. Παράλληλα παρομοιάζεται η αλλαγή αυτή «σαν ένα φως που έπαιζε μέσα του», μέσα στην ψυχή του Σιούλα, «κατιτίς ζωντανό και ζεστό», που ζεσταίνει τις καρδιές των ανθρώπων και τις κάνει να νιώθουν αλληλέγγυοι και ενωμένοι στην κοινή μοίρα, στις κοινές δυσκολίες της ζωής. Μάλιστα, η μεταφορική έκφραση της «κατάμαυρης δυστυχίας», που βίωνε ο Σιούλας, αρχίζει να αλλάζει, νιώθοντας χαρούμενος στην νέα κοινωνική προσέγγιση και αποκάλυψη της ανθρωπιάς των συνανθρώπων του. Η λειτουργία της συνάντησης Σιούλα-γύφτου είναι εξαιρετικά σημαντική στην εξέλιξη της πλοκής. Λειτουργεί ως γέφυρα που ενώνει τον άλλοτε αυτάρκη, υπερόπτη ταμπάκο με τον άνθρωπο που αναζητά λύσεις στην φτώχεια του. Αυτό επιτυγχάνεται μετά τον ισχυρό συναισθηματικό κραδασμό που δέχτηκε από την αντίδραση της γυναίκας του και στη συνέχεια από την ηθική και υλική συμπαράσταση του γύφτου.

48 6 η ΕΝΟΤΗΤΑ: « Είχε νυχτώσει πια… ούτε σάλεψαν» Θέμα: η ένταξη του Σιούλα στο ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον της πόλης του, η συναναστροφή του με τα μέλη των άλλων συντεχνιών και η κατανόησή του ότι ανήκουν στην ίδια μοίρα, δέχονται τις ίδιες οικονομικές πιέσεις και πάνω από όλα είναι άνθρωποι, ιδιότητα που τους ενώνει βαθιά. Στη συνέχεια έχουμε ένα ακόμη επεισόδιο που θα συντελέσει και θα σφραγίσει την οριστική μεταστροφή του Σιούλα. Ένα επεισόδιο ανάμεσα σε αυτόν και έναν Μετσοβίτη βαρελά, το οποίο αισθητοποιείται έντονα από το διάλογο. Ο Σιούλας μετά τα γεγονότα με το γύφτο αλλάζει τελείως τρόπο ζωής. Πρόθυμα αρχίζει να συναναστρέφεται με ανθρώπου άλλων συντεχνιών, ξεχνώντας τις αντιλήψεις του για την ανωτερότητα του συναφιού του («Είχε νυχτώσει πια όταν πέρναγε το δρόμο που ‘χαν τα’ αργαστήρια τους οι ξυλάδες κ’ οι βαρελάδες»). Τώρα που ανακάλυψε τον εαυτό του και το νόημα της ζωής του, ανταποκρίνεται σε κάθε κάλεσμά της. Αμέσως μετά τη συζήτησή του με το γύφτο, καθώς είχε νυχτώσει, πέρασε - στο δρόμο προς το σπίτι του - από τα εργαστήρια των ξυλάδων και των βαρελάδων, όπου ένας Μετσοβίτης βαρελάς, τον φώναξε με το όνομά του «Άκουσε που φώναζαν τ’ όνομά του»- ο ίδιος σπάνια ήξερε κάποιον εκτός του συναφιού του, αφού δεν τον ενδιέφερε να έχει επαφές με κανέναν από τους άλλους συντοπίτες του. Ακολουθεί η εξωτερική περιγραφή του βαρελά, η οποία είναι ενδεικτική της δυσκολίας του επαγγέλματος, «με φουσκωμένες τις πλάτες από το σκύψιμο». Στο σύντομο διάλογο που ακολουθεί ο βαρελάς ενδιαφέρεται ειλικρινά και ρωτά το Σιούλα για το δίκαννό του, γνωρίζοντας τη σημαντικότητα του όπλου αυτού για τους ταμπάκους. Ο Σιούλας, όμως, παρασυρμένος από την ντροπή, το φόβο και την ανησυχία μην αποκαλυφθεί η αληθινή αιτία για την οποία πήγε στο γύφτο το όπλο του, δικαιολογεί την πράξη του αυτή με ένα ψέμα. Αποκαλύπτει όμως παράλληλα την καλοσύνη του γύφτου, χωρίς να μπορεί να εξηγήσει γιατί είπε τον χαρακτηρισμό «καλός άνθρωπος» για το γύφτο. 6 η ΕΝΟΤΗΤΑ: « Είχε νυχτώσει πια… ούτε σάλεψαν» Θέμα: η ένταξη του Σιούλα στο ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον της πόλης του, η συναναστροφή του με τα μέλη των άλλων συντεχνιών και η κατανόησή του ότι ανήκουν στην ίδια μοίρα, δέχονται τις ίδιες οικονομικές πιέσεις και πάνω από όλα είναι άνθρωποι, ιδιότητα που τους ενώνει βαθιά. Στη συνέχεια έχουμε ένα ακόμη επεισόδιο που θα συντελέσει και θα σφραγίσει την οριστική μεταστροφή του Σιούλα. Ένα επεισόδιο ανάμεσα σε αυτόν και έναν Μετσοβίτη βαρελά, το οποίο αισθητοποιείται έντονα από το διάλογο. Ο Σιούλας μετά τα γεγονότα με το γύφτο αλλάζει τελείως τρόπο ζωής. Πρόθυμα αρχίζει να συναναστρέφεται με ανθρώπου άλλων συντεχνιών, ξεχνώντας τις αντιλήψεις του για την ανωτερότητα του συναφιού του («Είχε νυχτώσει πια όταν πέρναγε το δρόμο που ‘χαν τα’ αργαστήρια τους οι ξυλάδες κ’ οι βαρελάδες»). Τώρα που ανακάλυψε τον εαυτό του και το νόημα της ζωής του, ανταποκρίνεται σε κάθε κάλεσμά της. Αμέσως μετά τη συζήτησή του με το γύφτο, καθώς είχε νυχτώσει, πέρασε - στο δρόμο προς το σπίτι του - από τα εργαστήρια των ξυλάδων και των βαρελάδων, όπου ένας Μετσοβίτης βαρελάς, τον φώναξε με το όνομά του «Άκουσε που φώναζαν τ’ όνομά του»- ο ίδιος σπάνια ήξερε κάποιον εκτός του συναφιού του, αφού δεν τον ενδιέφερε να έχει επαφές με κανέναν από τους άλλους συντοπίτες του. Ακολουθεί η εξωτερική περιγραφή του βαρελά, η οποία είναι ενδεικτική της δυσκολίας του επαγγέλματος, «με φουσκωμένες τις πλάτες από το σκύψιμο». Στο σύντομο διάλογο που ακολουθεί ο βαρελάς ενδιαφέρεται ειλικρινά και ρωτά το Σιούλα για το δίκαννό του, γνωρίζοντας τη σημαντικότητα του όπλου αυτού για τους ταμπάκους. Ο Σιούλας, όμως, παρασυρμένος από την ντροπή, το φόβο και την ανησυχία μην αποκαλυφθεί η αληθινή αιτία για την οποία πήγε στο γύφτο το όπλο του, δικαιολογεί την πράξη του αυτή με ένα ψέμα. Αποκαλύπτει όμως παράλληλα την καλοσύνη του γύφτου, χωρίς να μπορεί να εξηγήσει γιατί είπε τον χαρακτηρισμό «καλός άνθρωπος» για το γύφτο.

49 Ο Σιούλας για πρώτη φορά στη ζωή του επισκέπτεται τα κρασοπουλειά κάποιων άλλων επαγγελματικών ομάδων της πόλης του και δέχεται να καθίσει και να συνομιλήσει μαζί τους. Στο κέρασμα του βαρελά ο Σιούλας μοιράζεται με τους άλλους τεχνίτες τις έννοιες του, τα προβλήματα του επαγγέλματός του και της ζωής του. Ανακαλύπτει τους εργατικούς ανθρώπους της πόλης του και γίνεται ένα μαζί τους. Έμμεσα δηλαδή, μέσα από το Σιούλα, υποδηλώνεται και το πέρασμα των ανθρώπων των συντεχνιών από τις «κλειστές» κοινωνικές ομάδες στην εργατική τάξη. Πραγματοποιείται, επομένως, την περίοδο αυτή η ταξικοποίησή τους. Επίσης, προβάλλεται η ανάγκη της εργατικής συναδέλφωσης κάτω από την πίεση της απειλούμενης εκβιομηχάνισης. Επέρχεται επομένως η ταξική συνειδητοποίηση και η εργατική συναδέλφωση υπό το βάρος των κοινωνικών μετασχηματισμών - έντονες οι ιδεολογικές προθέσεις του συγγραφέα. Στην αποκάλυψη της αλήθειας από τον Σιούλα, στην παραδοχή της πραγματικής κατάστασης νιώθει πως λυτρώνεται, πως εξιλεώνεται για όλα όσα είχε στερήσει τον εαυτό του και βιώνει μια πρωτόγνωρη γι’ αυτό συγκίνηση, «ένα ξεχείλισμα», «να τους κεράσει όλους εκεί μέσα», να μοιραστεί με αυτόν τον τρόπο την αμοιβαία δυσκολία, την κοινή μοίρα, «με τους βλάχους, τους γύφτους, τους χωριάτες, τους φουκαράδες, όλους». Η επίσκεψη του Σιούλα στο κρασοπουλειό των βαρελάδων σηματοδοτεί από τη μια τη δημόσια αποδοχή από τους ταμπάκους της κατάρρευσής τους και από την άλλη τη διάλυση του κλειστού χαρακτήρα της ζωής τους και την παράλληλη ενσωμάτωσή τους στο ευρύτερο κοινωνικό σύνολο. Αυτή η συναισθηματικότητα αποκαλύπτει τις ιδεολογικές προθέσεις του συγγραφέα, ο οποίος προβάλλει την ταξική συνειδητοποίηση και την εργατική συναδέλφωση κάτω από την πίεση των κοινωνικοοικονομικών μετασχηματισμών.

50 Όμως η αυτοσυγκράτηση, η συνηθισμένη «περηφάνια» του, η βιωμένη συστολή του σε σχέση με τους υπόλοιπους συντοπίτες του δεν τον αφήνουν να προβεί σε αυτή την αυθόρμητη ενέργεια παρά «κέρασε κι αυτός ένα ρακί το βαρελά του και τον καληνύχτισε πρόσχαρα» «-Καλός άνθρωπος είναι κι αυτός, το ‘λεγε και το ξανάλεγε μέσα του, να το νιώσει, να το χορτάσει. Καλός άνθρωπος- μα που στο διάολο κρύβονταν όλοι τους;»- ο Σιούλας μεταβαίνει από την τυφλότητα στο φως, από την άγνοια στην αποκάλυψη. Βρίσκει την κρυμμένη ευαισθησία του (δεν ήταν οι άλλοι κρυμμένοι αλλά αυτός κλεισμένος στους τέσσερις τοίχους της συντεχνίας του), τα ανθρωπιστικά του αισθήματα, την ανάγκη του για συντροφικότητα και επικοινωνία. Παραμερίζει κάθε ίχνος ψευτοπερηφάνιας και ανακαλύπτει την ουσία της ζωής, το νόημά της και την ιδανική ζωή που θα ήθελε να ζήσει. Επαναλαμβάνει στον εσωτερικό του μονόλογο την ίδια φράση γιατί ήθελε να πειστεί ότι είχε αλλάξει ριζικά, ότι πλέον αγαπούσε όλους τους ανθρώπους. Το δυσκολότερο πράγμα στη ζωή μας είναι να αλλάξουμε τον εαυτό μας, να παραδεχτούμε πως κάποιες σκέψεις, ιδέες, αντιλήψεις μας είναι πλέον διαφορετικές και πως ό,τι σκεφτόμασταν παλιότερα τώρα μας φαίνεται αδιανόητο. Στο δρόμο της επιστροφής ο Σιούλας συναντά ένα από τα παιδιά του, του δίνει τα χρήματα και το τουφέκι του να τα πάει σπίτι λόγω της έντονης ντροπής που ένιωθε προς τη γυναίκα του – κυρίως- αλλά και προς τα παιδιά του. Γύρισε μόνο όταν ήταν σίγουρος πως όλοι είχαν κοιμηθεί και ιδιαίτερα η γυναίκα του. Σίγουρα, αντιλαμβανόταν ο ένας τον πόνο του άλλου και προτίμησαν να σωπάσουν, ώστε να μη δημιουργηθούν περισσότερα προβλήματα. («Μπαίνοντας … ούτε σάλεψαν»)

51

52 7 η ΕΝΟΤΗΤΑ: «Πριν από τα χαράματα… ποδήματά του…» Θέμα: ο Σιούλας βρίσκει διέξοδο στο δίλημμά του αποφασίζοντας να ξεπεράσει την καθιερωμένη νοοτροπία των ταμπάκων και να αποκτήσει νέους οικονομικούς πόρους από την πώληση του κυνηγιού του. Η ενότητα αυτή αποτελεί τον επίλογο του διηγήματος. Το πρωί που σηκώθηκε- πριν από το χάραμα- ο Σιούλας είχε πάρει την απόφασή του: να παραμερίσει τις προκαταλήψεις και τα παραδοσιακά στοιχεία που αποτελούσαν τροχοπέδη για η ζωή και τη σκέψη του και να κάνει αυτό που πραγματικά ήταν σωστό: να βάλει ως προτεραιότητα την οικογένειά του και να φροντίσει για τις ανάγκες της. Από τη στιγμή που θα κάλυπτε τις βιοποριστικές του ανάγκες με ένα τίμιο τρόπο, δεν είχε να φοβάται και να ντρέπεται για τίποτα. Οπλίζεται με θάρρος, σιγουριά και αισιοδοξία, βλέπει την κατάσταση πρακτικά, ορθολογιστικά, ιεραρχώντας τις ανάγκες του, προκειμένου να θρέψει την οικογένειά του. («Πριν απ’ το χάραμα… τους είπε μόνο») Και πραγματικά περήφανος πέρασε μπροστά από τα ταμπάκικα κατευθυνόμενος για το παζάρι, όπου θα πούλαγε το κυνήγι, ξέροντας πως είχε τη συμπαράσταση της γυναίκας του και έχοντας ήσυχη τη συνείδησή του. («Ξανάφυγε … ποδήματά του…») Ο Σιούλας είναι ένας αγωνιστής, ένας πρωτοστάτης στην αλλαγή της νοοτροπίας και της οικονομικής οργάνωσης του συναφιού του. Τολμά να καινοτομήσει και αυτό του το παράδειγμα το ακολουθούν και άλλοι. Χωρίς ντροπή πια, χωρίς την αρρωστημένη περηφάνια στην οποία ήταν αιχμάλωτος, πορεύεται με βήμα σίγουρο και πρωτοστατεί στην ανανέωση της συντεχνίας, στην προσαρμογή των ταμπάκων στα νέα δεδομένα της ζωής, στην βελτίωση του τρόπου σκέψης τους. Θέμα: ο Σιούλας βρίσκει διέξοδο στο δίλημμά του αποφασίζοντας να ξεπεράσει την καθιερωμένη νοοτροπία των ταμπάκων και να αποκτήσει νέους οικονομικούς πόρους από την πώληση του κυνηγιού του. Η ενότητα αυτή αποτελεί τον επίλογο του διηγήματος. Το πρωί που σηκώθηκε- πριν από το χάραμα- ο Σιούλας είχε πάρει την απόφασή του: να παραμερίσει τις προκαταλήψεις και τα παραδοσιακά στοιχεία που αποτελούσαν τροχοπέδη για η ζωή και τη σκέψη του και να κάνει αυτό που πραγματικά ήταν σωστό: να βάλει ως προτεραιότητα την οικογένειά του και να φροντίσει για τις ανάγκες της. Από τη στιγμή που θα κάλυπτε τις βιοποριστικές του ανάγκες με ένα τίμιο τρόπο, δεν είχε να φοβάται και να ντρέπεται για τίποτα. Οπλίζεται με θάρρος, σιγουριά και αισιοδοξία, βλέπει την κατάσταση πρακτικά, ορθολογιστικά, ιεραρχώντας τις ανάγκες του, προκειμένου να θρέψει την οικογένειά του. («Πριν απ’ το χάραμα… τους είπε μόνο») Και πραγματικά περήφανος πέρασε μπροστά από τα ταμπάκικα κατευθυνόμενος για το παζάρι, όπου θα πούλαγε το κυνήγι, ξέροντας πως είχε τη συμπαράσταση της γυναίκας του και έχοντας ήσυχη τη συνείδησή του. («Ξανάφυγε … ποδήματά του…») Ο Σιούλας είναι ένας αγωνιστής, ένας πρωτοστάτης στην αλλαγή της νοοτροπίας και της οικονομικής οργάνωσης του συναφιού του. Τολμά να καινοτομήσει και αυτό του το παράδειγμα το ακολουθούν και άλλοι. Χωρίς ντροπή πια, χωρίς την αρρωστημένη περηφάνια στην οποία ήταν αιχμάλωτος, πορεύεται με βήμα σίγουρο και πρωτοστατεί στην ανανέωση της συντεχνίας, στην προσαρμογή των ταμπάκων στα νέα δεδομένα της ζωής, στην βελτίωση του τρόπου σκέψης τους.

53 8 η ΕΝΟΤΗΤΑ : «… Έτσι πήγε κάποτε … Σαν τρομαγμένα κι αυτά » Ιεριχώ: αρχαία πόλη της Παλαιστίνης, χτισμένη κοντά στην Ιερουσαλήμ, στην κοιλάδα του ποταμού Ιορδάνη. Όταν το 1545 π.Χ. ο Ιησούς του Ναυή έφτασε μπροστά στα τείχη της, τα τελευταία γκρεμίστηκαν από το ήχο των σαλπίγγων του στρατού με τη βοήθεια του Θεού. Η πτώση της αναφέρεται στην Παλαιά Διαθήκη (Ιησούς του Ναυή, κεφάλαιο 6) και αποτελεί μια από τις δραματικότερες σκηνές που περιγράφονται στη Βίβλο. Για έξι ημέρες οι Ισραηλίτες περπατούσαν γύρω από την πόλη μια φορά την ημέρα. Την έβδομη πραγματοποίησαν το γύρο της πόλης επτά φορές. Όταν επτά ιερείς σήμαναν τις σάλπιγγες, όλοι οι Ισραηλίτες φώναξαν με δυνατή φωνή και τα τείχη της Ιεριχούς ισοπεδώθηκαν. Οι Ισραηλίτες τότε εισέβαλαν στην πόλη και την κατέστρεψαν ολοκληρωτικά.

54 Θέμα: Μια νέα εποχή ανατέλλει για το Σιούλα τον ταμπάκο και για τις συντεχνίες γενικότερα. Τα μέλη τους προσαρμόζονται στα καινούργια δεδομένα, αναζητούν νέους τρόπους για να αντεπεξέλθουν στις ανάγκες της ζωής. Ο συγγραφέας κάνει χρήση της μεταφορικής αυτής φράσης, ταυτίζοντας την απόρθητη Ιεριχώ με την συντεχνία των ταμπάκων που κατέρρευσε εξαιτίας της προόδου της τεχνολογίας. Οι σάλπιγγες, λοιπόν, αντιπροσωπεύουν την επέμβαση της μηχανής στη ζωή του ανθρώπου. Το διήγημα τελειώνει με μια βιβλική εικόνα, όπου η κλειστή παραδοσιακή συντεχνία συντρίβεται από τη νέα εποχή, της βιομηχανίας και της κατανάλωσης. Εικόνα βιβλική, αλλά μονάχα ως προς τις κοσμογονικές αλλαγές που παριστάνει ο συγγραφέας σπεύδει να τις συμπληρώσει με τα κοπάδια τις αγριόχηνες που φεύγουν τρομαγμένες, ώστε ο συγγραφέας να επαναφέρει την όλη εικόνα σε διαστάσεις φυσικού φαινομένου. Με τον λυρικό αυτό επίλογο ο συγγραφέας παρουσιάζει ανάγλυφα την εξέλιξη της συντεχνίας. Η μηχανή κατάργησε τα ανθρώπινα χέρια και δημιούργησε την ανάγκη για εξεύρεση νέων βιοποριστικών μέσων, αφού η βιοτεχνική αντικαταστάθηκε από την βιομηχανική παραγωγή. Ο Σιούλας άνοιξε το δρόμο για την απολύτρωση από την ανέχεια, έβαλε τέλος στις προκαταλήψεις της συντηρητικής κοινωνίας των ταμπάκων, άνοιξε το δρόμο για μια ζωή πιο ελεύθερη, πιο ευτυχισμένη, με περισσότερο και βαθύτερο νόημα. Οδηγεί στη συνειδητοποίηση ότι σεβασμός στην παράδοση δε σημαίνει προσκόλληση σε αυτήν, αλλά αφομοίωση των ζωντανών στοιχείων της, που προάγουν τον ανθρώπινο βίο. Η αισιόδοξη λύση και το διδακτικό επιμύθιο του διηγήματος, προέρχεται από την ολοκληρωτική αλλαγή του Σιούλα, την εγκατάλειψη της ταξικής υπεροψίας και της συντεχνιακής απομόνωσης. («Έτσι πήγε… κι αυτά») Θέμα: Μια νέα εποχή ανατέλλει για το Σιούλα τον ταμπάκο και για τις συντεχνίες γενικότερα. Τα μέλη τους προσαρμόζονται στα καινούργια δεδομένα, αναζητούν νέους τρόπους για να αντεπεξέλθουν στις ανάγκες της ζωής. Ο συγγραφέας κάνει χρήση της μεταφορικής αυτής φράσης, ταυτίζοντας την απόρθητη Ιεριχώ με την συντεχνία των ταμπάκων που κατέρρευσε εξαιτίας της προόδου της τεχνολογίας. Οι σάλπιγγες, λοιπόν, αντιπροσωπεύουν την επέμβαση της μηχανής στη ζωή του ανθρώπου. Το διήγημα τελειώνει με μια βιβλική εικόνα, όπου η κλειστή παραδοσιακή συντεχνία συντρίβεται από τη νέα εποχή, της βιομηχανίας και της κατανάλωσης. Εικόνα βιβλική, αλλά μονάχα ως προς τις κοσμογονικές αλλαγές που παριστάνει ο συγγραφέας σπεύδει να τις συμπληρώσει με τα κοπάδια τις αγριόχηνες που φεύγουν τρομαγμένες, ώστε ο συγγραφέας να επαναφέρει την όλη εικόνα σε διαστάσεις φυσικού φαινομένου. Με τον λυρικό αυτό επίλογο ο συγγραφέας παρουσιάζει ανάγλυφα την εξέλιξη της συντεχνίας. Η μηχανή κατάργησε τα ανθρώπινα χέρια και δημιούργησε την ανάγκη για εξεύρεση νέων βιοποριστικών μέσων, αφού η βιοτεχνική αντικαταστάθηκε από την βιομηχανική παραγωγή. Ο Σιούλας άνοιξε το δρόμο για την απολύτρωση από την ανέχεια, έβαλε τέλος στις προκαταλήψεις της συντηρητικής κοινωνίας των ταμπάκων, άνοιξε το δρόμο για μια ζωή πιο ελεύθερη, πιο ευτυχισμένη, με περισσότερο και βαθύτερο νόημα. Οδηγεί στη συνειδητοποίηση ότι σεβασμός στην παράδοση δε σημαίνει προσκόλληση σε αυτήν, αλλά αφομοίωση των ζωντανών στοιχείων της, που προάγουν τον ανθρώπινο βίο. Η αισιόδοξη λύση και το διδακτικό επιμύθιο του διηγήματος, προέρχεται από την ολοκληρωτική αλλαγή του Σιούλα, την εγκατάλειψη της ταξικής υπεροψίας και της συντεχνιακής απομόνωσης. («Έτσι πήγε… κι αυτά»)

55 Το μικρό οικονομικοκοινωνικό σύνολο των ταμπάκων δεν ανταποκρίνεται πια στις ανάγκες της σύγχρονης οικονομίας και δεν θα παραδοθεί ανυπεράσπιστο στην μοίρα του: θα γίνει ένα με τη μάζα των υπόλοιπων «φουκαράδων» της πόλης, συντονίζοντας αναγκαστικά το βήμα του μαζί τους. Η αλλαγή είναι τετελεσμένη, η τέχνη της βυρσοδεψίας θα εξαφανιστεί παρά τα όσα συνεισέφερε στην οικονομία της πόλης, γιατί αυτό απαιτεί η εξέλιξη. Η τεχνολογία επελαύνει σαρωτικά, αντικαθιστώντας πανηγυρικά το δικό τους ξεπερασμένο τρόπο παραγωγής, γκρεμίζοντας τα νοητά τείχη της ταμπάκικης κοινωνίας και εισάγοντας νομοτελειακά τη νέα εποχή. Με την τελευταία παράγραφο ο αφηγητής εξηγεί ότι στην ατομική περίπτωση του Σιούλα υπολανθάνει η κατάσταση του συνόλου των ταμπάκων. Οδηγούμαστε λοιπόν από το ειδικό πάλι στο γενικό, σε ένα συμπέρασμα για όλη την κοινωνία των βυρσοδεψών. Ο Χατζής καταδικάζει τον παλιό κόσμο που δεσμεύει τη σκέψη του ανθρώπου και εκφράζει τη συγκατάθεσή του για την καινούργια εποχή που ξεκινάει και προσφέρει ελευθερία σκέψης και επιλογών. Καταξιώνει τον ανθρώπινο χαρακτήρα που τολμά να ακολουθήσει την καρδιά και τη συνείδησή του, όταν του υποδεικνύουν ότι κάτι τέτοιο είναι σωστό. Επιβραβεύει όλα τα είδη εργασίας που προσφέρουν στον άνθρωπο αξιοπρεπή διαβίωση, αρκεί να ασκούνται με τιμιότητα. Είναι υπέρ της άποψης πως καθένας πρέπει να σέβεται την παράδοση, να γνωρίζει και να τιμάει τις ρίζες του. Αυτό όμως δεν πρέπει να σημαίνει πως είναι ανάγκη να προσκολληθεί σε ένα οπισθοδρομικό, στατικό τρόπο ζωής, που οδηγεί στην οπισθοδρόμηση, στην αποτελμάτωση. Αναγνωρίζει πως ο άνθρωπος πρέπει να καθορίζεται πρώτα από την εποχή που ζει, φροντίζοντας πάντα να προβαίνει σε ενέργειες που δεν τον μειώνουν ως προσωπικότητα. Ο τίτλος της συλλογής των διηγημάτων «Το τέλος της μικρής μας πόλης» σχετίζεται με την έννοια του τέλους για το παλιό κόσμο, αλλά η ιστορία του Σιούλα και των υπόλοιπων ταμπάκων διαφοροποιείται από αυτό το τέλος, γιατί η αντίδρασή τους σηματοδοτεί μια νέα αρχή, ένα διαφορετικό ξεκίνημα. Το τέλος της πόλης υπονοεί μάλλον το τέλος των παλιών μορφών ζωής, θετικών ή αρνητικών, και την αρχή για το καινούργιο, την κυριαρχία της μηχανής, μ’ όλο το σκεπτικισμό που υπονοείται από το συγγραφέα γι αυτό το ενδεχόμενο.

56 ΓΛΩΣΣΑ Η γλώσσα του διηγήματος είναι απλή δημοτική, χωρίς στοιχεία καθαρεύουσας. Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί το πολυτονικό σύστημα. Διαπιστώνουμε πως ο συγγραφέας έχει ενστερνιστεί μεγάλο μέρος από το λεξιλόγιο το σιναφιού, το λεξιλόγιο των ταμπάκων. Το λεξιλόγιο που χρησιμοποιεί καθορίζει και το πραγματολογικό περιβάλλον μέσα στο οποίο θα ξετυλιχτεί η ιστορία του διηγήματος: «τ’ αργαστήρια», «τα τεζαρισμένα τομάρια», «η δριμύλα του τομαριού», «τα σφυροκοπήματα των βαρελάδων», «τα κρασοπουλειά με τα μαγκάλια», «οι χαλκωματένιοι μαστραπάδες» κ.α. Συνεπώς ο αναγνώστης κατορθώνει να βιώνει το δράμα των ταμπάκων όχι μόνο μέσα από τις εικόνες αλλά και από τη ρεαλιστική γλώσσα της αφήγησης. Τον τόπο, επίσης, ο συγγραφέας δεν τον ονομάζει ρητά, αλλά αφήνει τον αναγνώστη να τον υποπτευτεί τόσο από τις περιγραφές όσο και από την ιδιωματική γλώσσα του διηγήματος. Λέξεις τουρκικές, όπως «μαχαλάς», «χαγιάτι», νταραβέρι», «μαστραπάς», «κάλφας», αλλά και λέξεις καθαρά τοπικές, όπως «Βωβουσιώτες», «αμόλευτος», «Ντομπρινοβίτες», «αγνάντια», κρασοπουλειά», μαρτυρούν τον τρόπο δράσης και καθιστούν το αφήγημα ηθογραφικό. Το γεγονός ότι ο συγγραφέας δεν αρκείται στο να δώσει μόνο τους διαλόγους σε ιδιωματική γλώσσα, αλλά βάζει τον αφηγητή του να διηγείται σε αυτήν όλη την ιστορία επιτείνει την αίσθηση της ψυχικής εγγύτητας. Μιλάει τη γλώσσα τους γιατί τους συμπαθεί και κατανοεί τα προβλήματά τους. Μιλάει το ιδίωμά τους γιατί είναι μάρτυρας της ιστορίας, γιατί θέλει να δώσει την εντύπωση ότι βρίσκεται κοντά τους, ότι ζει ανάμεσά τους.

57 ΥΦΟΣ Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί ύφος ανάλογα με το τι θέλει να πετύχει. Αρχικά, στις ενότητες 1 και 2 το ύφος είναι περιγραφικό, όπου δίνεται έμφαση στις λεπτομέρειες, γιατί θέλει να παρουσιάσει όσο πιο ανάγλυφα γίνεται την ιστορία των ταμπάκων και κυρίως έναν εκπρόσωπό τους, το Σιούλα. Στις επόμενες ενότητες το ύφος γίνεται δραματικό γιατί ο συγγραφέας διεισδύει στον εσωτερικό κόσμο του ήρωα, δίνει έμφαση στις ψυχικές διεργασίες που συντελούνται μέσα του παρουσιάζοντας κλιμακωτά την απόφασή του να παραβεί μια πατροπαράδοτη αρχή. Στον επίλογο του κειμένου, στην τελευταία ενότητα, το ύφος είναι στομφώδες και λυρικό, που σφραγίζουν με τον καλύτερο τρόπο το κείμενο. Γενικότερα, το ύφος του κειμένου είναι γλαφυρό, ενώ οι εικόνες και οι γεμάτες δραματικότητα σκηνές σε συνδυασμό με τη χρήση του διαλόγου δίνουν στο λόγο ζωντάνια και παραστατικότητα. Επίσης, έντονη είναι η χρήση της παύλας- σε παρενθετική χρήση, σε επεξηγήσεις, σε αιτιολογήσεις, σε αντιθέσεις- η οποία δίνει ιδιαίτερη ζωντάνια και εκφραστικότητα στο λόγο. Επίσης, ο συγγραφέας χρησιμοποιεί το ασύνδετο σχήμα είτε για να δώσει περιληπτικά γεγονότα και καταστάσεις χωρίς πολλές λεπτομέρειες, επιταχύνοντας έτσι το χρόνο είτε για να δώσει έμφαση στις αλλαγές που συντελούνται στην κλειστή κοινωνία των ταμπάκων και στις συνέπειες που έχουν αυτές στη ζωή τους.

58 ΑΦΗΓΗΤΗΣ Ο αφηγητής είναι τριτοπρόσωπος, ετεροδιηγητικός, παντογνώστης, με μηδενική εστίαση και παραμένει- τυπικά τουλάχιστον- αμέτοχος στα γεγονότα, ως αντικειμενικός παρατηρητής. Δε βλέπει μέσα από κανένα πρόσωπο, ωστόσο σχολιάζει με ευαισθησία τα διαδραματιζόμενα και γενικά φαίνεται ότι δεν είναι ψυχρός παρατηρητής της τύχης του Σιούλα και των ομότεχνών του, αλλά συμμετέχει συναισθηματικά στην περιπέτειά τους βλέποντάς τους με συμπάθεια και ανιχνεύοντας τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους. Ο Χατζής σε τέσσερα σημεία( «θαρρώ», «μόνο που στα χρόνια που γράφω», « μήτε προφταίνεις να το νιώσεις», «δεν είσαι άδικος, εσύ Σιούλα») του διηγήματος μας υπενθυμίζει ότι είναι κι αυτός παρών στην «πόλη», διαδραματίζονται κάποιο ρόλο και αναλαμβάνει το ρόλο του αφηγητή που ζει από κοντά και βιώνει τους αγώνες και τις αμφιβολίες των συμπολιτών του, επιθυμώντας να εξιστορήσει τα «πάθια και τους καημούς» των ηρώων του, αξιοποιώντας παπαδιαμαντικούς αφηγηματικούς τρόπους σε μια προσπάθεια να εκφράσει το δράμα των αμφιταλαντεύσεων των ηρώων του ή ίσως το δράμα της δικής του δυσπιστίας. Αφηγείται με «ανθρωπιστικό ρεαλισμό», δηλαδή αφηγείται τη ζωή της «μικρής του κοινότητας» με ενάργεια και ανθρωπιά.

59 ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΑΦΗΓΗΣΗΣ Ο συγγραφέας μεταχειρίζεται την αφήγηση και την περιγραφή. Αφηγείται τα γεγονότα που έχουν δευτερεύουσα σημασία, με απλότητα, χωρίς να δίνει έμφαση. Η περιγραφή της καταγωγής, της ιστορίας και της ζωής των ταμπάκων γίνεται με πολλές λεπτομέρειες, ενώ χρησιμοποιούνται πολλά επίθετα, αλλά και παρομοιώσεις και μεταφορές. Όταν όμως ο συγγραφέας περιγράφει τα πρόσωπα και ιδιαίτερα τις ψυχικές διεργασίες που συντελούνται μέσα τους, δίνει έμφαση στις διάφορες αποχρώσεις των συναισθημάτων τους, στην έκφραση του προσώπου τους. Γίνεται συμμέτοχος, κοινωνός των προβλημάτων των ηρώων του, συνδέεται άμεσα μαζί τους και αισθάνεται ό,τι αισθάνονται. Χαρακτηριστικό είναι ότι ο συγγραφέας χρησιμοποιεί το ασύνδετο σχήμα. Υπάρχουν ακόμη πολλές εικόνες- οπτικές, ακουστικές, οσφρητικές κ.α.-, όπως αυτή του μαχαλά, του κάστρου, του κυνηγιού στη λίμνη, των σαλπίγγων. Στον επίλογο βρίσκουμε μια μεταφορική φράση που εμπεριέχει αρκετό λυρισμό, κρύβει μέσα της την έννοια της καταστροφής, αλλά και της ανανέωσης μέσα από τα συντρίμμια της συντεχνίας. Ως προς το χρόνο της αφήγησης και ειδικά ως προς το ρυθμό της έχουμε τα γεγονότα να παρουσιάζονται με ομαλή, γραμμική αλληλουχία και χρονική σειρά: με τη σειρά με την οποία διαδραματίζονται στην ιστορία, το ένα μετά το άλλο σε χρονική ακολουθία, αλλά έχουμε και μια μορφή επιβράδυνσης στην περιγραφή του κυνηγιού. Ο συγγραφέας πετυχαίνει τη ρεαλιστική οργάνωση της αφήγησης μέσω της κατάλληλης χρήσης του χρόνου. Πιο συγκεκριμένα, στην αφήγηση εναλλάσσονται οι χρόνοι των ρημάτων. Το αφηγηματικό παρόν δηλώνεται με τον ενεστώτα, ενώ η διήγηση της ιστορίας πραγματοποιείται με ρήματα ιστορικών χρόνων. Το ρεαλισμό επιτείνουν και οι διάφορες ανισοχρονίες στη διάρκεια της αφήγησης.

60 Ειδικότερα, πολλές φορές ο χρόνος της αφήγησης είναι μικρότερος του χρόνου της ιστορίας. Δηλαδή πολλά γεγονότα συνοψίζονται σε περιλήψεις. Περιληπτικά δίνονται, παραδείγματος χάριν, τα χρόνια που πέρασε και γέρασε ο Σιούλας. Πιθανότατα αυτό συμβαίνει γιατί ο συγγραφέας δίνει μεγαλύτερο στα γεγονότα που απεικονίζουν την ψυχική εξέλιξη του ήρωα και λιγότερο σε όσα αφορούν τη συνολική εξέλιξη της ιστορίας. Έτσι, προκειμένου να φανεί η αλλαγή των συναισθημάτων και της συμπεριφοράς του Σιούλα ο συγγραφέας δημιουργεί σκηνές- αυτή με τον ξενιτεμένο, την άλλη με τη γυναίκα του, το διάλογο με το γύφτο και το βαρελά. Στις σκηνές αυτές ο χρόνος αφήγησης είναι ίσος με το χρόνο της ιστορίας, με αποτέλεσμα ο αναγνώστης να νομίζει ότι τα γεγονότα διαδραματίζονται μπροστά του. Συνεπώς αυτές οι τεχνικές αφηγηματικού χρόνου επιτείνουν την αίσθηση του ρεαλισμού. Ο αναγνώστης δε συγχέει το παρόν με το παρελθόν, δεν προβληματίζεται για το ποια γεγονότα έχουν μεγαλύτερη βαρύτητα και νιώθει σα να βιώνει και ο ίδιος τα γεγονότα. Μέσα τεχνικής που χρησιμοποιούνται είναι:  Ο εσωτερικός μονόλογος, κυρίως της γυναίκας του Σιούλα και του Σιούλα  Η περιγραφή  Η τραγική ειρωνεία και η περιπέτεια (ο Fabro στον ορισμό που δίνει για την ειρωνεία είναι ότι ειρωνεία είναι «μια πολύπλοκη στάση του πνεύματος, που θέλει να εκδηλώσει μιαν ορισμένη κατάσταση της συνείδησης ή μιαν αξιολογική κρίση μέσω της αντίθεσης ή της αντίστροφης φράσης)- στο διήγημα έντονα ειρωνικά είναι τα ρητορικά ερωτήματα του Σιούλα, όπως «μα πού στο διάολο κρύβονταν όλοι τους;»  Ο διάλογος Ειδικότερα, πολλές φορές ο χρόνος της αφήγησης είναι μικρότερος του χρόνου της ιστορίας. Δηλαδή πολλά γεγονότα συνοψίζονται σε περιλήψεις. Περιληπτικά δίνονται, παραδείγματος χάριν, τα χρόνια που πέρασε και γέρασε ο Σιούλας. Πιθανότατα αυτό συμβαίνει γιατί ο συγγραφέας δίνει μεγαλύτερο στα γεγονότα που απεικονίζουν την ψυχική εξέλιξη του ήρωα και λιγότερο σε όσα αφορούν τη συνολική εξέλιξη της ιστορίας. Έτσι, προκειμένου να φανεί η αλλαγή των συναισθημάτων και της συμπεριφοράς του Σιούλα ο συγγραφέας δημιουργεί σκηνές- αυτή με τον ξενιτεμένο, την άλλη με τη γυναίκα του, το διάλογο με το γύφτο και το βαρελά. Στις σκηνές αυτές ο χρόνος αφήγησης είναι ίσος με το χρόνο της ιστορίας, με αποτέλεσμα ο αναγνώστης να νομίζει ότι τα γεγονότα διαδραματίζονται μπροστά του. Συνεπώς αυτές οι τεχνικές αφηγηματικού χρόνου επιτείνουν την αίσθηση του ρεαλισμού. Ο αναγνώστης δε συγχέει το παρόν με το παρελθόν, δεν προβληματίζεται για το ποια γεγονότα έχουν μεγαλύτερη βαρύτητα και νιώθει σα να βιώνει και ο ίδιος τα γεγονότα. Μέσα τεχνικής που χρησιμοποιούνται είναι:  Ο εσωτερικός μονόλογος, κυρίως της γυναίκας του Σιούλα και του Σιούλα  Η περιγραφή  Η τραγική ειρωνεία και η περιπέτεια (ο Fabro στον ορισμό που δίνει για την ειρωνεία είναι ότι ειρωνεία είναι «μια πολύπλοκη στάση του πνεύματος, που θέλει να εκδηλώσει μιαν ορισμένη κατάσταση της συνείδησης ή μιαν αξιολογική κρίση μέσω της αντίθεσης ή της αντίστροφης φράσης)- στο διήγημα έντονα ειρωνικά είναι τα ρητορικά ερωτήματα του Σιούλα, όπως «μα πού στο διάολο κρύβονταν όλοι τους;»  Ο διάλογος

61 Σχήματα λόγου:  Μεταφορά: το κρατούσαν αμόλευτο, η κουβέντα γύριζε πάντα, κανένας δεν έφευγε από το επάγγελμα, κλειστή περηφάνια, ατράνταχτη αυτάρκεια, αδυσώπητη καταφρόνια, αλέθεται ο άνθρωπος, θολή καταχνιά, μοιράζονται το φαρμάκι και το πίνουνε μοναχές τους, βαστούσαν το ταμπάκικο, η γυναίκα του τα ‘φερε βόλτα μοναχή της, ξετίναξε το σπίτι, πληγωμένη περηφάνια, είχε μυριστεί τι γινόταν, τα μάτια των παιδιών του ήταν καρφωμένα πάνω του, τον κάρφωσε με τα μάτια, μπιρμπίλικα μάτια που παίζανε στο καπνισμένο του μούτρο, χρόνια τρώω το ψωμί σας, κατάμαυρη δυστυχία, θα μαραθείς, ένα φως έπαιζε μέσα του,  Παρομοίωση: σαν πολεμίστρες, σαν κουνέλα, σαν ένα ταμπούρι, σαν να μην άλλαξε τίποτα, σαν ένα αδάμαστο «παρών», σαν προνόμιο, σα μετάξι, σα μαλλί, σα μια ζέστα, σαν ένα φως, σαν ένα ξεχείλισμα  Συνεκδοχή: τα δίκαννα αντιλαλούσανε, πετούσε τα κυνήγια, τα μάτια της τον παρακαλούσαν να σπάσει, μήτε ο φούρνος μας δίνει  Προσωποποίηση: ζάβωσε (το ντουφέκι), ρεύουνε χρόνο το χρόνο τα τείχια του κάστρου, στην καταχνιά που κατέβαινε στα ταμπάκικα,  Χιαστό: οι ταμπάκοι γελούσανε δυνατά, γελούσαν κι οι γυναίκες, περνάν τα χρόνια, οι άνθρωποι γερνάνε  Επαναφορά: πήρε και γέρασε, πήρε και φτώχυνε  Επαναστροφή: ν’ ανεβούν όλα στην πλάτη του και τον πατήσουν- να πατήσουν στην πλάτη του  Αναδίπλωση: Το πήρε. Το πήρε και δεν ένιωθε καμιά ντροπή  Επανάληψη: όπως τα ξεραν, όπως τα βρήκαν, αναντάμ παπαντάμ, καλός άνθρωπος, γνωριμιά  Ιδιωτισμοί και παροιμιακές φράσεις: το αίμα δε γίνεται νερό, τα μαλλιά του πήραν κι άσπρισαν, με το σήμερα και με το αύριο, να πάει και ο ψωμί παρακάτω, για τον κόσμον όλον, τα ‘φερε βόλτα μοναχή της, έπαιρνε να βραδιάσει, δεν του’ χε την όρεξη ν’ ανοίξει κουβέντες μαζί του, όνομα και πράγμα, έφτιαχνε για ένα τίποτα τα ντουφέκια, πού στο διάβολο κρύβονταν όλοι τους;

62 Το περιεχόμενο του διηγήματος « Σιούλας ο ταμπάκος » είναι : Α. Κοινωνικό: αφού αναφέρεται στη δομή και στη λειτουργία μιας κλειστής κοινωνίας: στα επαγγέλματα και στις ασχολίες των ανθρώπων, στον ηθικό τους κώδικα, στην πολιτική ιδεολογία τους και στις διαπροσωπικές τους σχέσεις, ιδιαίτερα στα προβλήματά τους. Β. Ηθογραφικό: α. αναφέρεται σε είδη λαϊκών επαγγελμάτων και στις ασχολίες των ανθρώπων κατά τον ελεύθερο χρόνο τους, περιγράφοντας παράλληλα και τους αντίστοιχους χώρους. β. διαγράφει λαϊκούς τύπους. γ. κάνει λόγο για λαϊκά παιδικά παιχνίδια δ. στο λεξιλόγιο του κειμένου υπάρχουν πάρα πολλές ιδιωματικές λέξεις, που συμπληρώνουν τον ηθογραφικό χαρακτήρα του. Γ. Ψυχογραφικό: γιατί σε αυτό αποδίδονται εσωτερικές ψυχικές καταστάσεις και μεταπτώσεις, που παρακολουθούν την οικονομική μεταλλαγή από την άνεση στην φτώχεια, από την ακμή στην παρακμή. Α. Κοινωνικό: αφού αναφέρεται στη δομή και στη λειτουργία μιας κλειστής κοινωνίας: στα επαγγέλματα και στις ασχολίες των ανθρώπων, στον ηθικό τους κώδικα, στην πολιτική ιδεολογία τους και στις διαπροσωπικές τους σχέσεις, ιδιαίτερα στα προβλήματά τους. Β. Ηθογραφικό: α. αναφέρεται σε είδη λαϊκών επαγγελμάτων και στις ασχολίες των ανθρώπων κατά τον ελεύθερο χρόνο τους, περιγράφοντας παράλληλα και τους αντίστοιχους χώρους. β. διαγράφει λαϊκούς τύπους. γ. κάνει λόγο για λαϊκά παιδικά παιχνίδια δ. στο λεξιλόγιο του κειμένου υπάρχουν πάρα πολλές ιδιωματικές λέξεις, που συμπληρώνουν τον ηθογραφικό χαρακτήρα του. Γ. Ψυχογραφικό: γιατί σε αυτό αποδίδονται εσωτερικές ψυχικές καταστάσεις και μεταπτώσεις, που παρακολουθούν την οικονομική μεταλλαγή από την άνεση στην φτώχεια, από την ακμή στην παρακμή.

63 ΠΑΡΑΛΛΗΛΟ ΚΕΙΜΕΝΟ Τείχη, Κων / νου Καβάφη Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη. Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ. Άλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη· διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον. A όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω. Aλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον. Aνεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω.

64 INDIVIDUAL ORAL COMMENTARY Το απόσπασμα που θα αναλύσω προέρχεται από τη συλλογή διηγημάτων του Δ. Χατζή Το τέλος της μικρής μας πόλης και το διήγημα Ο Σιούλας ο ταμπάκος. Το έργο γράφτηκε το 1963 και είναι έργο της ωριμότητας του συγγραφέα και δείχνει το καθολικό όραμα του συγγραφέα για τον κόσμο, τη γενική αντίληψή του για τη ζωή και την ανθρώπινη ύπαρξη. Στο διήγημα Ο Σιούλας ο ταμπάκος ο Χατζής μας εικονίζει την τάξη των βυρσοδεψών και την πορεία της προς την παρακμή. Η παλιά, περήφανη τάξη, αυτοαποκλεισμένη στην αυτάρκειά της που διατηρούσε την παράδοση του συναφιού αναγκάζεται να προσαρμοστεί στην τροπή των νέων καιρών : η εκβιομηχάνιση εισβάλλει, η ζωή αλλάζει, το παλιό φθείρεται. Ο Χατζής με τα πεζογραφικά του μέσα προσπαθεί να απεικονίσει την αίσθηση της αλλαγής και της φθοράς. Αρχικά μας δίνει το σύνολο της τάξης των ταμπάκηδων, με τις συνήθειες, τα ήθη, το φυσικό και ανθρώπινο περιβάλλον της κι έπειτα ένα μέρος της, τον Σιούλα και την προσωπική του ιστορία. ΑΝΑΛΥΣΗ Το συγκεκριμένο απόσπασμα προέρχεται από … Ο αφηγητής περιγράφει / αναφέρεται / αναλύει / καταγράφει ( περιληπτικά το νόημα του αποσπάσματος ) Βασικά πρόσωπα του αποσπάσματος είναι … Στόχος του συγγραφέα μέσα από αυτό το απόσπασμα είναι …( π. χ. Να παρουσιάσει την πόλη και να δώσει την αίσθηση του συνόλου με την κοινή μοίρα - να δείξει την αυτάρκεια, την υπερηφάνεια και τη σχέση των ταμπάκων με το υπόλοιπο κοινωνικό σύνολο - την άρνηση των νεωτερισμών και τις συνέπειες που αυτή είχε - την ανθρωπιά, αξιοπρέπεια, ευαισθησία κ. α.) Αυτό το πετυχαίνει τονίζοντας / αναφέρει εκφράσεις - ( αποσπάσματα του κειμένου και τα σχολιάζεις ) Οι χαρακτήρες διαγράφονται σφαιρικά και έτσι μπορούμε να καταλάβουμε εδώ για … ( χαρακτηρισμός προσώπων )

65 Ο αφηγητής καταφέρνει να μας μεταδώσει … ( ΕΚΦΡΑΣΤΙΚΑ ΜΕΣΑ )( την αυτάρκεια, την υπερηφάνεια και την έπαρση των ταμπάκηδων - τη γενική ατμόσφαιρα του οικονομικού μαρασμού μιας ολόκληρης τάξης - την αξιοπρέπεια με την οποία δέχονται τις αλλαγές - την ανθρωπιά και την ευαισθησία ) Αυτό που είναι αξιοσημείωτο και αποτελεί ένα από τα χαρακτηριστικά του Χατζή είναι ότι διαγράφει τα πρόσωπά του στα μέτρα του ανθρώπου, ούτε τα εξυψώνει με υπερβολές ούτε τον υποβιβάζει. Κρατώντας την αίσθηση του μέτρου προσπαθεί να προκαλέσει τη συγκίνηση του αναγνώστη. Όλα αυτά ο αφηγητής τα επιτυγχάνει μέσα από τη γλώσσα απλή, δημοτική, διανθισμένη με ιδιωματισμούς … και λαϊκές εκφράσεις που προσδίδουν ρεαλισμό. Ο διάλογος δίνει ζωντάνια και παραστατικότητα, ενώ μέσα από το εσωτερικό μονόλογο προσεγγίζουμε περισσότερο την ψυχοσύνθεση των χαρακτήρων. Η αφήγηση είναι τριτοπρόσωπη - έμμεση και γίνεται με μηδενική εστίαση από έναν ετεροδιηγητικό αφηγητή που είναι παντογνώστης και με τα σχόλιά του διασαφηνίζει την ατμόσφαιρα της εποχής, τις ιδέες και τις απόψεις των ταμπάκηδων / τα βαθύτερα συναισθήματα των προσώπων. Τέλος, σημαντικό ρόλο παίζουν και οι περιγραφές και η εικονοπλαστική δύναμη του συγγραφέα. Μέσα από αυτό το απόσπασμα μπορούμε να εντοπίσουμε κάποια από τα χαρακτηριστικά του Χατζή όπως το ότι επικεντρώνεται στον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου. Ο άνθρωπος παρουσιάζεται σφαιρικά, με πολύπλευρη προσωπικότητα και ψυχοσύνθεση : έχει πλούσια εσωτερική ζωή, ανησυχίες, αμφιβολίες, αντιφάσεις. Αυτό είναι κάτι που πετυχαίνει μέσα από την περιγραφή - ανάπλαση της εξωτερικής πραγματικότητας και τη διαγραφή της εικόνας του κοινωνικού περιβάλλοντος αντικρισμένη από τη δική του οπτική γωνία. Είναι σαφές ότι τον ενδιαφέρει ο αγώνας του ανθρώπου με την κοινωνία και με τις αδιάκοπες μεταβολές.


Κατέβασμα ppt "Δημήτρης Χατζής Το τέλος της μικρής μας πόλης - Ο Σιούλας ο ταμπάκος."

Παρόμοιες παρουσιάσεις


Διαφημίσεις Google