Η παρουσίαση φορτώνεται. Παρακαλείστε να περιμένετε

Η παρουσίαση φορτώνεται. Παρακαλείστε να περιμένετε

 ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΗ – ΒΙΟΧΗΜΙΚΗ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ  ΑΛΒΟΥΜΙΝΗ  ΤΡΑΝΣΦΕΡΑΣΗ  ΠΡΟΑΛΒΟΥΜΙΝΗ  ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΕΣ ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ ΟΥΡΩΝ  ΙΣΟΖΥΓΙΟ ΑΖΩΤΟΥ  ΚΡΕΑΤΙΝΙΝΗ  ΟΥΡΙΚΟ.

Παρόμοιες παρουσιάσεις


Παρουσίαση με θέμα: " ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΗ – ΒΙΟΧΗΜΙΚΗ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ  ΑΛΒΟΥΜΙΝΗ  ΤΡΑΝΣΦΕΡΑΣΗ  ΠΡΟΑΛΒΟΥΜΙΝΗ  ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΕΣ ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ ΟΥΡΩΝ  ΙΣΟΖΥΓΙΟ ΑΖΩΤΟΥ  ΚΡΕΑΤΙΝΙΝΗ  ΟΥΡΙΚΟ."— Μεταγράφημα παρουσίασης:

1  ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΗ – ΒΙΟΧΗΜΙΚΗ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ  ΑΛΒΟΥΜΙΝΗ  ΤΡΑΝΣΦΕΡΑΣΗ  ΠΡΟΑΛΒΟΥΜΙΝΗ  ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΕΣ ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ ΟΥΡΩΝ  ΙΣΟΖΥΓΙΟ ΑΖΩΤΟΥ  ΚΡΕΑΤΙΝΙΝΗ  ΟΥΡΙΚΟ ΟΞΥ  ΑΙΜΑΤΟΛΟΓΙΚΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ

2  Τα βιοχημικά δεδομένα από τον εργαστηριακό έλεγχο του ασθενούς μπορούν να επηρεαστούν από διάφορους παράγοντες και μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τον εντοπισμό διατροφικών ελλείψεων ή άλλων σημαντικών προβλημάτων  Οι αναλύσεις συνήθως γίνονται σε ορό αίματος, πλάσμα, ερυθροκύτταρα, λευκοκύτταρα, ιστούς που λαμβάνονται με βιοψία, ούρα και κόπρανα  Σπανιότερα χρησιμοποιούνται για ανάλυση η σίελος, τα μαλλιά, τα νύχια και ο ιδρώτας  Πρέπει να αναφερθεί ότι οι τιμές αναφοράς των βιοχημικών εξετάσεων διαφέρουν από λίγο έως πολύ από εργαστήριο σε εργαστήριο

3  Οι 2 σημαντικότεροι τύποι εργαστηριακών προσδιορισμών είναι οι εξής :  α ) στατικοί προσδιορισμοί που δείχνουν απευθείας τα επίπεδα του θρεπτικού συστατικού στο είδος που αναλύεται ( π. χ. σίδηρος στον ορό του αίματος )  β ) λειτουργικοί προσδιορισμοί που δείχνουν μια βιοχημική δραστηριότητα, η οποία είναι εξαρτώμενη από το θρεπτικό συστατικό που εξετάζεται ( π. χ. μέτρηση φερριτίνης στον ορό )

4  Εργαστηριακοί δείκτες κατάστασης πρωτεϊνών και ενέργειας  Η μέτρηση των σπλαχνικών πρωτεϊνών αντιπροσωπεύει τις πρωτεΐνες ορού, τα ερυθροκύτταρα, κοκκιοκύτταρα, λεμφοκύτταρα, και τους ιστούς οργάνων  Η μέτρηση βασίζεται στην υπόθεση ότι οι μειωμένες τιμές των πρωτεϊνών αίματος αποδίδουν σε ευθέως ανάλογα ποσοστά τη μείωση της πρωτεϊνικής μάζας των σπλάχνων και της συνθετικής ικανότητας του ήπατος  Οι πρωτεΐνες ορού επηρεάζονται από πολλούς παράγοντες όπως η παρουσία οιδήματος, η χαμηλή πρόσληψη πρωτεΐνης, η ενυδάτωση, η εγκυμοσύνη, η άσκηση κ. α.

5  Αλβουμίνη ( λευκωματίνη )  Συντίθεται κατά κύριο λόγο στο ήπαρ και έχει μεγάλα αποθέματα στο σώμα που ανέρχονται σε 4-5 g/kg.  Για αυτό το λόγο δεν είναι ευαίσθητος δείκτης για να διαγνωσθεί πρώιμα η πιθανή αλλαγή της κατάστασης θρέψης, ύστερα από την εφαρμογή προγράμματος θρεπτικής υποστήριξης  Μειωμένα επίπεδα αλβουμίνης θεωρούνται δείκτης μειωμένης πρωτεϊνικής σύνθεσης στο ήπαρ  Αν και έχει αμφισβητηθεί η αξία του προσδιορισμού της αλβουμίνης ως δείκτης θρέψης, κάποιοι ερευνητές υπέδειξαν ότι υπάρχει σχέση μεταξύ χαμηλών τιμών αλβουμίνης και αυξημένης νοσηρότητας και θνησιμότητας σε νοσοκομειακούς ασθενείς

6  Τρανσφερίνη  Η τρανσφερίνη δεσμεύει τον σίδηρο και τον μεταφέρει στο πλάσμα  Είναι ένας πιο ευαίσθητος δείκτης από την αλβουμίνη για την διάγνωση της κακής θρέψης  Προαλβουμίνη  Κάθε νόσος που προκαλεί αιφνίδια ανάγκη πρωτεϊνοσύνθεσης ( τραύμα, σήψη, κ. α.) μειώνει γρήγορα την τιμή της στον ορό,  με αποτέλεσμα η σχέση της με την παρουσία κακής θρέψης σε πολλές περιπτώσεις να μην είναι καθόλου εξειδικευμένη

7 Σπλαχνικές πρωτεΐνες Ελαφρά ανεπάρκειαΜέτρια ανεπάρκειαΣοβαρή ανεπάρκεια Αλβουμίνη g/dl2,8-3,52,1-2,7<2,1 Προαλβουμίνη mg/dl <5 Τρανσφερίνη mg/dl <100

8  Ισοζύγιο αζώτου  Είναι η παλαιότερη βιοχημική μέθοδος προσδιορισμού της πρωτεϊνικής κατάστασης ενός ατόμου και η μόνη που πραγματικά αντανακλά τα επίπεδα σωματικής και σπλαχνικής πρωτεΐνης  Βασίζεται στο γεγονός ότι περίπου το 16% της πρωτεΐνης είναι άζωτο.  Έτσι, εάν είναι γνωστή ακριβώς η ημερήσια πρωτεϊνική πρόσληψη και μετρηθεί η αποβολή του αζώτου στα ούρα (+ απώλειες από επιδερμίδα, κόπρανα, μαλλιά και ιδρώτα ) μπορεί να υπολογιστεί το ισοζύγιο του αζώτου

9  Σε υγιείς ενήλικες το ισοζύγιο του αζώτου είναι μηδέν  Αρνητική ισορροπία συμβαίνει όταν η αποικοδόμηση της πρωτεΐνης υπερβαίνει τη σύνθεσή της και τότε το άτομο που βρίσκεται σε αρνητικό ισοζύγιο κινδυνεύει να αναπτύξει πρωτεϊνική κακή θρέψη  Θετική ισορροπία αζώτου παρατηρείται κατά την περίοδο ανάπτυξης του παιδιού, την εγκυμοσύνη, σε αθλητές που συνθέτουν μυϊκή μάζα και σε ασθενείς κατά το χρόνο της επούλωσης πληγών

10  Το ισοζύγιο αζώτου υπολογίζεται με τον παρακάτω τύπο έχοντας υπόψη ότι 1 g πρωτεΐνης περιέχει 6,25 g αζώτου :  Ισοζύγιο αζώτου = προσλαμβανόμενο άζωτο - απώλειες αζώτου  Όπου προσλαμβανόμενο άζωτο = προσλαμβανόμενη πρωτεΐνη / 6,25  Όπου απώλειες αζώτου = άζωτο της ουρίας των ούρων ( ΑΟΟ ) + ουρικό άζωτο όχι από ουρία (1-2 g ) + άζωτο κοπράνων (1-2 g ) + άλλες απώλειες από δέρμα, ιδρώτα κ. λπ. (~ 1 g)  Οι απώλειες αζώτου συνήθως υπολογίζονται σε 4g  Συνεπώς η εξίσωση μπορεί να γραφτεί ως εξής: Ισοζύγιο αζώτου (g) = ( προσλαμβανόμενη πρωτεΐνη (g)/6,25 ) – ( ΑΟΟ (g) + 4 )

11  Πλεονεκτήματα Αποτελεί μία οικονομική μέθοδο που αντανακλά τα ολικά επίπεδα πρωτεΐνης στο σώμα  Μειονεκτήματα 1) η ανάγκη για συλλογή ούρων 24 ώρου 2) η δυσκολία να υπολογισθεί η προσλαμβανόμενη πρωτεΐνη σε άτομα που καταναλώνουν τροφή ελεύθερα από το στόμα ή σιτίζονται εκτός σπιτιού 3) οι περιορισμοί στην αξιολόγηση του ισοζυγίου αζώτου σε περιπτώσεις παθολογικών απωλειών στα κόπρανα, στο δέρμα, και σε παρουσία νεφρικής ή ηπατικής βλάβης

12  Χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό της μυοσκελετικής μάζας  Απελευθερώνεται από το μυϊκό ιστό σε σχετικά σταθερό ρυθμό  Οι φυσιολογικές τιμές της κρεατινίνης είναι 0,6-1,3 mg/dl  Κατά την διάρκεια των ημερών συλλογής ούρων δίνεται διαιτολόγιο ελεύθερο κρέατος, διότι ο μυς του κρέατος περιέχει κρεατινίνη και θα επηρεάσει τα επίπεδα κρεατινίνης του ασθενούς  Ένα από τα μεγαλύτερα μειονεκτήματα της μεθόδου είναι α ) η ανάγκη συλλογής ούρων 24 ώρου που σε πολλές περιπτώσεις είναι δύσκολη και β ) η απέκκριση κρεατίνης εξαρτάται από πολλούς παράγοντες όπως η ηλικία, η διατροφή, η παρουσία νεφρικής ανεπάρκειας, ο μεταβολισμός του ασθενή κ. α

13  Η μέτρηση του ουρικού οξέως γίνεται κυρίως για την εκτίμηση της νεφρικής ανεπάρκειας  Τα φυσιολογικά επίπεδα του ουρικού οξέως είναι 3,5-7,2 mg/dl για τους άντρες και 2,6-6,0 mg/dl για τις γυναίκες  Υψηλά επίπεδα ουρικού οξέως ευθύνονται για την εμφάνιση μίας μορφής αρθρίτιδας ( ποδάγρα )

14  Λιπίδια πλάσματος  Η μέτρηση των λιπιδίων του αίματος γίνεται στην καθημερινή κλινική πράξη και περιλαμβάνει την ολική χοληστερόλη, LDL- χοληστερόλη, HDL- χοληστερόλη και τριγλυκερίδια (TG)  Προηγείται της εξέτασης 12 ωρη νηστεία Φυσιολογική τιμή (mg/dl) Ήπιος κίνδυνος (mg/dl) Υψηλός κίνδυνος (mg/dl) Ολική χοληστερόλη < >240 HDL χοληστερόλη > <40 LDL χοληστερόλη < >160 Τριγλυκερίδια < >200

15 Ερμηνεία Ολική χοληστερόλη με υποθυρεοειδισμό, εγκυμοσύνη, νεφρωσικό σύνδρομο, διαβήτη, δίαιτα με υψηλά λιπαρά με υπερθυρεοειδισμό, λοίμωξη, κακή θρέψη, καρδιακή ανεπάρκεια, ηπατική βλάβη, δυσαπορρόφηση, στρες HDL - χοληστερόλη με άσκηση, ινσουλίνη, οιστρογόνα με ασιτία, παχυσαρκία, κάπνισμα, υποθυρεοειδισμό, ηπατοπάθεια LDL- χοληστερόλη με παχυσαρκία, εγκυμοσύνη, δίαιτα υψηλή σε λιπαρά, διαβήτη, υποθυρεοειδισμό, ηπατοπάθεια Τριγλυκερίδια με νεφρωσικό σύνδρομο, ηπατίτιδα, πανκρεατίτιδα, υπεριλιπιδαιμία, διαβήτη, αλκοολισμό με κακή θρέψη, δυσαπορρόφηση, υπερθυρεοειδισμό

16  Η μέτρηση των δεικτών αναιμίας είναι απαραίτητη για τον προσδιορισμό της αναιμίας, το χαρακτηρισμό του τύπου της, τον προσδιορισμό του σχετικού ελλείμματος και το σχεδιασμό συγκεκριμένης διατροφικής παρέμβασης  Η αναιμία μπορεί να έχει παθολογικά ή διατροφικά αίτια ( π. χ. έλλειψη σιδήρου, φυλλικού οξέως, βιταμίνης B12)  Η αρχική εκτίμηση της αναιμίας περιλαμβάνει αναλύσεις αιμοσφαρίνης και αιματοκρίτη

17  Η μέτρηση αιμοσφαιρίνης (Hb) ανιχνεύει την παρουσία αναιμίας, καθορίζει την βαρύτητά της και παρακολουθεί την ανταπόκριση στην θεραπεία  Οι φυσιολογικές τιμές Hb για ενήλικες άντρες είναι g/dl και για γυναίκες 14-17,5 g/dl  Ο αιματοκρίτης (Hct) καθορίζει τη μάζα των ερυθρών αιμοσφαιρίων στον όγκο του αίματος και η μέτρησή του είναι ουσιαστική για τον καθορισμό αναιμίας  Οι φυσιολογικές τιμές για ενήλικες άντρες είναι ενώ για γυναίκες  Hct κάτω από 30 δηλώνει μέτρια έως σοβαρή αναιμία

18  Επίσης στα ερυθρά αιμοσφαίρια υπολογίζονται τα εξής : 1. Ο μέσος όγκος ερυθρών (MCV) 2. Η μέση αιμοσφαιρίνη ερυθρών (MCH) 3. Η μέση συγκέντρωση αιμοσφαιρίνης ερυθρών (MCHC)  Στη σιδηροπενική αναιμία οι τιμές των MCV, MCH και MCHC είναι χαμηλές.  Στις περιπτώσεις μακροκυτταρικών αναιμιών με ανεπάρκεια Β 12 ή φυλλικού οξέος οι παραπάνω τιμές συνήθως είναι φυσιολογικές ή υψηλές

19  Απαραίτητος στον οργανισμό γιατί συμμετέχει στη σύνθεση της αιμοσφαιρίνης  Οι φυσιολογικές τιμές σιδήρου για τους άντρες είναι μg/dl ενώ για τις γυναίκες μg/dl  Στα φυσιολογικά άτομα, οι τιμές παραμένουν σταθερές  Οι ημερήσιες απώλειες σιδήρου για τον άνδρα είναι 0,6 mg/ ημέρα και 1,2 mg/ ημέρα στις γυναίκες ( έμμηνο ρύση ) = καλύπτονται από τη λήψη τροφής  Η φερριτίνη αντανακλά τα αποθέματα σιδήρου του σώματος και αποτελεί ένα καλό δείκτη της κατάστασης των αποθεμάτων σιδήρου.  Φυσιολογικές τιμές φερριτίνης είναι ng/ml για τους άντρες και ng/ml για τις γυναίκες

20  Η βιταμίνη Β 12 είναι αναγκαία για την παραγωγή ερυθρών  Οι φυσιολογικές τιμές είναι pg/ml  Τα επίπεδα βιταμίνης Β 12 και φυλλικού οξέος συνήθως εξετάζονται ταυτόχρονα, επειδή η αναζήτηση του αιτίου μακροκυτταρικής αναιμίας προϋποθέτει μέτρηση και των δύο αυτών βιταμινών  Το φυλλικό οξύ χρειάζεται για τη φυσιολογική λειτουργία των λευκών και ερυθρών αιμοσφαιρίων  Φυσιολογικές τιμές του φυλλικού οξέος είναι 2-20 ng/ml

21


Κατέβασμα ppt " ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΗ – ΒΙΟΧΗΜΙΚΗ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ  ΑΛΒΟΥΜΙΝΗ  ΤΡΑΝΣΦΕΡΑΣΗ  ΠΡΟΑΛΒΟΥΜΙΝΗ  ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΕΣ ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ ΟΥΡΩΝ  ΙΣΟΖΥΓΙΟ ΑΖΩΤΟΥ  ΚΡΕΑΤΙΝΙΝΗ  ΟΥΡΙΚΟ."

Παρόμοιες παρουσιάσεις


Διαφημίσεις Google