Η παρουσίαση φορτώνεται. Παρακαλείστε να περιμένετε

Η παρουσίαση φορτώνεται. Παρακαλείστε να περιμένετε

Τα Ελληνικά μουσικά όργανα ΕΠIΜΕΛΗΘHΚΑΝ OI ΚΑΘΗΓHΤΕΣ κ. ΔΡΑΓΑΝΗΣ Α. και ο κ. ΜΗΛΙΩΝΗΣ Α. ΣΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΩΝ ΜΟΥΣΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ.

Παρόμοιες παρουσιάσεις


Παρουσίαση με θέμα: "Τα Ελληνικά μουσικά όργανα ΕΠIΜΕΛΗΘHΚΑΝ OI ΚΑΘΗΓHΤΕΣ κ. ΔΡΑΓΑΝΗΣ Α. και ο κ. ΜΗΛΙΩΝΗΣ Α. ΣΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΩΝ ΜΟΥΣΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ."— Μεταγράφημα παρουσίασης:

1 Τα Ελληνικά μουσικά όργανα ΕΠIΜΕΛΗΘHΚΑΝ OI ΚΑΘΗΓHΤΕΣ κ. ΔΡΑΓΑΝΗΣ Α. και ο κ. ΜΗΛΙΩΝΗΣ Α. ΣΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΩΝ ΜΟΥΣΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ ΕΡΓΑΣΤΗΚΑΝ ΟΙ ΜΑΘΗΤΕΣ ΠΑΠΑΖΟΓΛΟΥ Δ. ΜΕΤΣΟΒΙΤΗ Μ. ΜΠΑΡΔΑ Κ. ΛΑΡΙΣΗ Κ. ΚΑΡΠΟΥΖΑΣ Χ.

2 ● Τι είναι ήχος; Ήχος είναι οτιδήποτε ακούγεται στ' αυτιά μας. ● Πώς παράγονται οι ήχοι; Οι ήχοι παράγονται από παλμικές κινήσεις. ● Πώς μεταφέρεται ο ήχος και τον ακούμε; Οι παλμικές κινήσεις δημιουργούν ηχητικά κύματα, τα οποία μεταφέρονται μέσω των μορίων του αέρα. ΗΧΟΣ

3 ● Μουσική είναι οι οργανωμένοι ήχοι. Οποιοσδήποτε απρόσμενος και δυσάρεστος ήχος αποτελεί θόρυβο.

4 ● Ένταση: αφορά στο πόσο δυνατά ή σιγά ακούγεται ένας ήχος → Το πόσο έντονα είναι τα “πυκνώματα και τα αραιώματα” των μορίων του μέσου με το οποίο διαδίδεται ο ήχος καθορίζουν και την ένταση. ● Ύψος-Συχνότητα: Η συχνότητα καθορίζει το πόσο ψηλός ή χαμηλός ακούγεται ο ήχος → π.χ. Όσο μεγαλύτερη είναι η ταλάντωση των κυμάτων τόσο πιο χαμηλός είναι ο ήχος. Αυτό σημαίνει ότι η συχνότητα του ηχητικού κύματος είναι μικρότερη. ● Χροιά: Η χροιά είναι το χαρακτηριστικό που σχετίζεται με την κυμματομορφή του ήχου (τη μορφή του ηχητικού κύματος).

5 ΕΓΧΟΡΔΑ ● Ο ήχος παράγεται από τις παλμικές κινήσεις μιας ή περισσότερων χορδών, που είναι τεντωμένες πάνω σ’ ένα ηχείο. ● Όσο πιο μακριά και πιο παχιά είναι η χορδή, τόσο πιο αργά πάλλεται και τόσο πιο βαθύς είναι ο φθόγγος που παράγεται. ● Οι ταλαντώσεις των χορδών μεταδίδονται στο ηχείο, το οποίο, καθώς πάλλεται και αυτό, δυναμώνει και εμπλουτίζει τον παραγόμενο ήχο.

6 ● Ανάλογα με τον τρόπο που προκαλείται η παλμική κίνηση των χορδών, τα έγχορδα διακρίνονται σε - έγχορδα με τόξο: η παλμική κίνηση των χορδών προκαλείται με την τριβή τους από το δοξάρι (ή τόξο), όπως για παράδειγμα το βιολί, - νυκτά ή νυσσόμενα έγχορδα: οι χορδές νίσσονται, δηλαδή «τσιμπιούνται» με τα δάκτυλα του εκτελεστή, όπως στην άρπα ή μ’ ένα πλήκτρο, όπως στο μαντολίνο, - κρουώμενα έγχορδα: οι χορδές κρούονται με ειδικές μπαγκέτες, όπως στο σαντούρι ή με σφυράκια, όπως στο πιάνο. ● Πιάνο: είναι πληκτροφόρο όργανο και έχει χορδές. Μέσω του μηχανισμού του οι χορδές “κρούονται” με το πάτημα των πλήκτρων, με αποτέλεσμα να πάλλονται και να δημιουργεί παλμικές κινήσεις. Θεωρείται είτε έγχορδο είτε κρουστό.

7 ● Για να παραχθεί ήχος σ' ένα πνευστό όργανο πρέπει η στήλη του αέρα που περιέχεται μέσα στο σωλήνα του οργάνου να ταλαντωθεί, να δημιουργηθούν δηλ. μέσα στο σωλήνα κύματα από αέρα. Αυτή η στήλη του αέρα αρχίζει να πάλλεται καθώς τη χτυπάει ένα άλλο ρεύμα αέρα, που δημιουργείται συνήθως με το φύσημα του εκτελεστή. ● Όσο μακρύτερος είναι ο σωλήνας, τόσο βαθύτερος είναι ο φθόγγος που παράγεται και όσο πιο κοντός, τόσο πιο οξύς είναι ο ήχος. ● Τα πνευστά κατατάσσονται σε δύο ομάδες: -τα ξύλινα πνευστά: όπως το φλάουτο, το όμποε, το κλαρινέτο, το φαγκότο και άλλα, και -τα χάλκινα πνευστά: όπως η τρομπέτα, το κόρνο, το τρομπόνι, η τούμπα κ.ά.

8 ● Τα κρουστά παράγουν τον ήχο τους με την κρούση, την τριβή, το ξύσιμο, τη νύξη, τη δόνηση κ.ά. ● Στα μεμβρανόφωνα το ηχογόνο σώμα είναι μια μεμβράνη τεντωμένη πάνω από ένα ηχείο. ● Στα ιδιόφωνα το ηχογόνο σώμα είναι το ίδιο το σώμα του οργάνου ● Πολλά από τα ιδιόφωνα και τα περισσότερα μεμβρανόφωνα παράγουν ήχους ακαθόριστου τονικού ύψους (δεν αποδίδουν φθόγγους), επομένως δεν μπορούν να αποδώσουν μελωδίες αλλά μόνο ρυθμούς, όπως τα ταμπούρα, τα πιάτα, το τρίγωνο, οι κλάβες το γκονγκ, οι καστανιέτες, το γουντ μπλοκ, οι μαράκες κ.ά. ● Υπάρχουν όμως και άλλα που αποδίδουν ήχους συγκεκριμένου τονικού ύψους, δηλ. νότες, και επομένως μπορούν να παίξουν και μελωδίες, όπως το γκλόκενσπιλ το ξυλόφωνο και η μαρίμπα το βιμπράφωνο, οι καμπάνες κ.ά.

9  ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΜΟΥΣΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ –Φ.ΑΝΩΓΕΙΑΝΑΚΗΣ.  ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ- Σ.ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ  ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ  ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΗΣ κ. ΣΟΦΙΑΣ ΛΑΠΠΑ ΑΠΟΦΟΙΤΟΥ ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ  ΜΟΥΣΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ ΤΟΥ ΙΟΝΙΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ

10 ΠΗΡΑΝ ΜΕΡΟΣ OI ΜΑΘΗΤΕΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ Α. ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ Μ. ΤΣΟΥΚΑΛΑ Μ. ΣΑΛΒΑΤΩΡ Κ.

11 Για τα όργανα των αρχαίων Ελλήνων αντλούμε τα περισσότερα στοιχεία από την πλούσια εικονογραφία και ειδικότερα από τις αγγειογραφίες, τα ανάγλυφα, τα ψηφιδωτά, τα αγάλματα κ.α. Μέσα από το σύνολο αυτών των πηγών – εικονογραφία, θεωρητικά κείμενα περί Μουσικής και Αρμονικής συγγραφέων της εποχής όπως ο Αριστόξενος, ο Κλεωνίδης κ.α. – συμπεραίνουμε με σχετική ασφάλεια τον τρόπο εκτέλεσης των μουσικών οργάνων.

12 Έγχορδα ή Χορδόφωνα ονομάζονται τα μουσικά όργανα τα οποία διαθέτουν χορδές για την παραγωγή του ήχου.

13 Το πλέον διαδεδομένο έγχορδο της αρχαίας Ελλάδας, ένα μουσικό όργανο ιδιαίτερα δημοφιλές αφού δεν ήταν όργανο απαραίτητα των επαγγελματιών. Σύμβολο του Απόλλωνα, η λύρα δεν χρησιμοποιείτο σε εκδηλώσεις σε ανοιχτούς χώρους, ενώ ήταν το κατεξοχήν όργανο για εκπαίδευση των νέων. Μπορεί να χαρακτηριστεί ως το εθνικό όργανο των αρχαίων Ελλήνων.

14 Η παλαιότερη ίσως μορφή / εκδοχή της αρχαίας κιθάρας, κατεξοχήν συνδεδεμένη με την απόδοση από ραψωδούς των ομηρικών επών. Θεωρείτο ιερό όργανο και ίσως υπήρξε το πιο αρχαίο έγχορδο.

15 Συνήθως με τετράγωνη βάση είναι το μουσικό όργανο που απαιτεί δεξιοτεχνία γι’αυτό χαρακτηρίζεται ως το όργανο των επαγγελματιών κιθαρωδών και των μεγάλων μουσικών αγώνων. Μπορεί να χαρακτηριστεί ως ένας πιο τελειοποιημένος τύπος λύρας με περισσότερες χορδές (7 ή 8 χορδές στην κλασσική εποχή ενώ αργότερα συναντούμε και όργανα με περισσότερες) και πιο δυνατό ήχο.

16 Με πιο μεγάλους βραχίονες και ως εκ τούτου με πιο μεγάλες χορδές, το μουσικό αυτό όργανο έχει χαμηλότερη έκταση, και ήχο γλυκύτερο και πιο βαρύ απο εκεινο της λυρας

17 Είναι έγχορδο μουσικό όργανο, το οποίο έχει ιστορία τουλάχιστον ετών και η χρήση του οποίου συνεχίζεται μέχρι και σή μερα. Ο σκελετός της άρπας σχηματίζει τρίγωνο του οποίου η κατακόρυφη πλευρά χρησιμεύει για να στηρίζει τις δύο άλλες, επί των οποίων βρίσκονται τεντωμένες 46 χορδές χορδισμένες σε «ντο ύφεση». Η άρπα είναι από τα αρχαιότερα μουσικά όργανα, και εμφανίζεται με χορδές που στηρίζονταν σε ελλειψοειδή σκελετό, ελεύθερο από τη μια πλευρά.

18 Τρίχορδο όργανο, πρόγονος του λαούτου, ονομαζόμενο από τους αρχαίους και ως τρίχορδον.

19 Είναι τα μουσικά όργανα στα οποία ο ήχος παράγεται μέσω της διέλευσης αέρα από αυτά, συνήθως από έναν ευθύ ή καμπυλωμένο ηχητικό σωλήνα. Πνευστά είναι: ο αυλός, ο δίαυλος, η σάλπιγξ, το κοχύλι, ο άσκαυλος, η πολυκάλαμος, ο σύριγξ και το κέρας.

20 Τα σημαντικότερα αρχαιοελληνικά πνευστά, χρησιμοποιούνταν σε όλες σχεδόν τις ιδιωτικές και δημόσιες τελετές, στους εθνικούς αγώνες, στις πομπές και φυσικά στις παραστάσεις τραγωδίας. Είχαν χαρακτήρα οργιαστικό και ήταν συνδεδεμένοι με την λατρεία του θεού Διονύσου.

21 Πνευστό ιδιαίτερα ταπεινής θέσης, χρησιμοποιείτο ευρύτατα από τους ποιμένες ήταν μάλιστα συνδεδεμένη με τον θεό Πάνα – η πολυκάλαμη εκδοχή του οργάνου ονομαζόταν μάλιστα «σύριγγα του Πανός». Η σύριγγα δεν χρησιμοποιείτο για καλλιτεχνικούς σκοπούς.

22 Κατασκευασμένη από χαλκό. Δεν χρησιμοποιούνταν για καθαρά μουσικούς σκοπούς, αλλά για πολεμικά σαλπίσματα καθώς και για τελετουργικούς σκοπούς.

23 Μια φυσική σάλπιγγα. Οι αρχαίοι χρησιμοποιούσαν συνήθως τρίτωνα ή κάσση ή στρόμβο.

24 Πρόκειται για πνευστό όργανο (πρόγονο της τσαμπούνας) που έδινε τη δυνατότητα στον εκτελεστή του να παίζει χωρίς παύσεις για την αναπνοή του. Αποτελούνταν από έναν έως τέσσερεις αυλούς (με γλωσσίδες) προσαρμοσμένους σε έναν ασκό φτιαγμένο από ολόκληρο το δέρμα ενός μικρού ζώου ή την κύστη ενός μεγαλύτερου. Ο εκτελεστής κρατούσε τον άσκαυλο στην αγκαλιά του πιέζοντάς τον ώστε να διατηρεί σταθερή την πίεση του περιεχόμενου αέρα.

25 Πρόκειται για ταπεινό πνευστό όργανο, τον πανάρχαιο αυλό του Πανός, που χρησιμοποιούνταν συνήθως από βοσκούς. Αναπαρίσταται σε κυκλαδικά ειδώλια της τρίτης χιλιετίας π.Χ. Αποτελούνταν από μια ομάδα 4 έως 18 καλαμένιων συνήθως σωλήνων χωρίς γλωσσίδες και πλευρικές οπές για τα δάχτυλα. Οι σωλήνες ήταν συνδεμένοι μεταξύ τους με λινάρι, καλάμι ή κερί. Ο εκτελεστής την κρατούσε με τα δύο του χέρια και φυσούσε στους επιθυμητούς αυλούς από το ανοικτό άνω άκρο τους. Το διαφορετικό ηχητικό μήκος και επομένως οι διαφορετικοί μουσικοί φθόγγοι εξασφαλίζονταν είτε από κατάλληλους βαθμιαία ανισομήκεις αυλούς, είτε (συνηθέστερα) από ισομήκεις φραγμένους με κερί στο απαιτούμενο βάθος. Παρήγαγε βαθείς, γλυκούς με πλούσιες “αρμονικές” ήχους.

26 Ή βυκάνη: Πρόκειται για φυσική σάλπιγγα (γνωστή και ως σάλπιγγα των φτωχών) που δημιουργούνταν από ένα κέρατο ζώου. Χρησιμοποιούνταν κυρίως τους βοσκούς και τους στρατούς για την μετάδοση μηνυμάτων. Αποτελούνταν από ένα διάτρητο καμπυλωτό κωνοειδές κέρατο από το οποίο αφαιρούνταν ο οστέϊνος πυρήνας και κατόπιν ψηνόταν για να βελτιωθεί η ηχητικότητά του. Ο ήχος παραγόταν με απευθείας φύσημα στο στόμιο και κατάλληλο κτύπημα των χειλιών.

27 Είναι μια μεγάλη οικογένεια μουσικών οργάνων. Ονομάζονται κρουστά επειδή ο ήχος που παράγουν προκαλείται από κρούση είτε κάποιου ειδικού εξαρτήματος (σφυράκι ή μπαγκέτα) είτε του χεριού πάνω σε αυτά. Διαιρούνται σε διάφορες κατηγορίες, ανάλογα με τον τρόπο που τα χρησιμοποιούμε και τον καθορισμό ή όχι της τονικής τους οξύτητας: Υπάρχουν κρουστά που παράγουν κρότο (άτονα) αλλά και κρουστά που παράγουν τόνο (μουσική νότα). Στα κρουστά κατατάσσονται: το τύμπανο, τα κρόταλα, τα κύμβαλα και το σείστρο.

28 Όργανο κατεξοχήν «γυναικείο», χρησιμοποιείτο περισσότερο στις οργιαστικές λατρείες – πχ Βακχικές. Όπως και όλα εξάλλου τα κρουστά, δεν χρησιμοποιείτο για καθαρά μουσικούς σκοπούς, αλλά κυρίως σε τελετές και λατρευτικού χαρακτήρα θρησκευτικές εκδηλώσεις.

29 Ή ΚΡΕΜΒΑΛΑ: Ξύλινα κρουστά μουσικά όργανα αντίστοιχα με τις σημερινές καστανιέτες. Χρησιμοποιούνταν για να κρατάνε τον ρυθμό των χορευτών και συνήθως τα κρατούσαν γυναίκες.

30 Κατασκευασμένα από μέταλλο, συνδέονταν κατεξοχήν με την διονυσιακή λατρεία και τελετές. Είχαν ασιατική προέλευση και μολονότι χρησιμοποιούντο δεν θεωρούντο όργανα με ουσιαστική αξία.

31 Κρουστό αφρικανικής / αιγυπτιακής προέλευσης που με τον οξύ του ήχο αποτελούσε ένα είδος ρυθμικής συνοδείας.

32 ΤΑ ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΜΟΥΣΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ ΠΗΡΑΝ ΜΕΡΟΣ ΟΙ ΜΑΘΗΤΕΣ.

33

34 Κιθάρα Μπουζούκι τετράχορδο, τρίχορδο Μπαγλαμάς Τζουράς Ούτι Λαούτο Λύρα Κρητική Δωδεκανήσων Πολίτικη κεμεντζές Βιολί Κανονάκι Σαντούρι

35 Το Μπουζούκι είναι λαουτοειδές έγχορδο λαϊκό μουσικό όργανο, με αχλαδόσχημο αντηχείο (σκάφος) από επιμήκεις ξύλινες λουρίδες, τις ντούγιες, και μακρύ βραχίονα, το μπράτσο ή μάνικο με κλειδιά στην άκρη για το χόρδισμα (κούρδισμα). Κατά μήκος του βραχίονα υπάρχουν λεπτά μεταλικά ελάσματα, κάθετα προς τον επιμήκη άξονα του βραχίονα, που σφηνώνονται σε μία λεπτή σχισμή και λέγονται τάστα. Τα διαστήματα ανάμεσα στα τάστα, οριοθετούν την απόσταση του ημιτονίουαντηχείο ντούγιες μάνικο Διαθέτει τρεις ή τέσσερις διπλές, και σε ορισμένες περιπτώσεις μονές, χορδές τις οποίες χτυπά ο μουσικός με ένα μικρό πλήκτρο την πένα.πένα

36 Από το τέλος του 19ου αιώνα το μπουζούκι άρχισε να εξαφανίζεται σταδιακά από την ελληνική δημοτική μουσική ‘Από εδώ και πέρα όμως ξεκίνησε μια νέα ακμή. Στο 2ο μισό του 19ου αιώνα ανιχνεύονται οι ρίζες του ρεμπέτικου τραγουδιού, το οποίο άρχισε να αποδίδεται με τη συνοδεία μπουζουκιού, αλλά όχι αποκλειστικά, όπως έγινε αργότερα. Στα 1935 σχηματίσθηκε η πρώτη επαγγελματική ρεμπέτικη κομπανία (το συνηθισμένο σχήμα με δύο μπουζούκια, μια κιθάρα κι ένα μπαγλαμά ή και παραλλαγές). ). Στην κομπανία συμμετείχαν ο Μάρκος Βαμβακάρης,που έπαιζε μπουζούκι και τραγουδούσε, ο Στράτος Παγιουμτζής που τραγουδούσε κυρίως, ο Ανέστης Δελιάς που έπαιζε μπουζούκια, κιθάρα και τραγουδούσε, και ο Γιώργος Μπάτης που έπαιζε μπαγλαμά και τραγουδούσε. Το ρεμπέτικο, αυτό το μουσικό είδος ταυτίσθηκε με το μπουζούκι και το όργανο αυτό τελειοποιήθηκε και αξιοποιήθηκε στα χέρια μεγάλων εκτελεστών ανάμεσα στους οποίους ήταν οι Βαμβακάρης, Τσιτσάνης, Παπαϊωάννου, Χιώτης, Μητσάκης και πολλοί άλλοι. Η μεγάλη αλλαγή στην τεχνική του μπουζουκιού έγινε από τον Μανώλη Χιώτη, που εισήγαγε το τετράχορδο μπουζούκι με το σύγχρονο κούρδισμα, στη δισκογραφία και στο πάλκο τη δεκαετία του 1950.Μάρκος ΒαμβακάρηςΣτράτος ΠαγιουμτζήςΑνέστης ΔελιάςΓιώργος Μπάτης

37 Ο τζουράς είναι νυκτό μουσικό όργανο, οκτάχορδο ή εξάχορδο. Θεωρείται μικρογραφία του μπουζουκιού, καθώς έχει μανίκι και κεφαλάρι όμοιο, αλλά μικρότερο σκάφος, περίπου διπλάσιο από τον μπαγλαμά. Κατασκευάζεται από τα ίδια υλικά και με παρόμοιες τεχνικές με το μπουζούκι και ανήκει και αυτό το ίδιο, στα έγχορδα λαϊκά όργανα της οικογένειας των λαούτων,μπαγλαμάμπουζούκι Ο ήχος του θυμίζει μπουζούκι αλλά έχει τη δική του ιδιαίτερη χροιά, γι' αυτό ο τζουράς έχει κατακτήσει την θέση που έχει σήμερα στην ελληνική λαϊκή ορχήστραήχοςελληνική λαϊκή ορχήστρα

38 Ο μπαγλαμάς ή μπαγλαμαδάκι, είναι νυκτό μουσικό όργανο, όπως κι ο ταμπουράς, μετεξέλιξη της αρχαιοελληνικής πανδούρας και μικρογραφία του μπουζουκιού, που χρησιμοποιείται στην ελληνική λαϊκή μουσική. Κατά κανόνα έχει τρεις διπλές χορδές. Ο ήχος του μπαγλαμά είναι οξύς. Κάθε χορδή κουρδίζεται μία οκτάβα υψηλότερα από την αντίστοιχη στο μπουζούκι.Ο λόγος που ο μπαγλαμάς έχει μικρότερες διαστάσεις είναι ότι έτσι θα μπορούσαν οι παίχτες να τον κρύψουν εύκολα αφού απαγορευόταν επί τουρκοκρατίας και μετέπειτα επι δικτατορίας ταμπουράς αρχαιοελληνικήςπανδούραςμπουζουκιούελληνική λαϊκή μουσική χορδές οκτάβατουρκοκρατίαςδικτατορίας

39  Ο όρος κιθάρα χρησιμοποιείτο στην Ελληνική Αρχαιότητα για να περιγράψει ένα έγχορδο μουσικό όργανο που ανήκε στην οικογένεια της λύρας. Ελληνική Αρχαιότηταέγχορδομουσικό όργανολύρας  Σήμερα η λέξη κιθάρα αναφέρεται στο σύγχρονο μουσικό όργανο "guitar" (ένας όρος που προέρχεται από το Αρχαιοελληνικό όρο κιθάρα). Η σύγχρονη κιθάρα είναι ένα έγχορδο νυκτό μουσικό όργανο που ανήκει στην οικογένεια του λαούτου. Στη σύγχρονη εκδοχή της, αποτελείται συνήθως από έξι χορδές, ωστόσο συναντώνται και παραλλαγές με επτά, οκτώ, δέκα, δώδεκα και δεκαοκτώ. Ο όρος κιθάρα περιγράφει εν γένει αρκετά όργανα που εμφανίζουν παραλλαγές ως προς τη μορφολογία τους ή τον τρόπο εκτέλεσής τους.έγχορδομουσικό όργανολαούτουχορδές

40 Το λαούτο ή λαγούτο, είναι έγχορδο όργανο, που στην ελληνική παραδοσιακή μουσική χρησιμοποιείται κυρίως σαν συνοδεία σε βιολί, λύρα ή άλλα όργανα.ελληνική παραδοσιακή μουσικήβιολίλύρα Το λαούτο αποτελεί σύνθεση στοιχείων από την αρχαιοελληνική πανδούρα (μακρύ χέρι). Συγγενεύει με το ούτι αλλά έχει μεγαλύτερο μπράτσο. Είναι όργανο υποτιμημένο, ιδιαίτερα στις στεργιανές περιοχές -χρησιμοποιείται όμως αρκετά στα νησιά- παρόλα αυτά οι δυνατότητές του είναι πολύ μεγάλες. Ο δεξιοτέχνης του λαούτου Χρήστος Ζώτος συνέβαλλε στην ανάδειξη του λαούτου δημιουργώντας μια δική του τεχνική. αρχαιοελληνικήπανδούραούτιΧρήστος Ζώτος Η χρήση του είναι πολύ διαδεδομένη στην Κρήτη, όπου και συνοδεύει συνήθως την λύρα. Πολλές φορές όμως, το συναντάμε και μόνο του ή σε ζευγάρια.Κρήτηλύρα

41 Το ούτι είναι νυκτό έγχορδο μουσικό όργανο, που κατάγεται από την Περσία και είναι αρκετά διαδεδομένο στις μουσικές της Μέσης Ανατολής αλλά και στην ελληνική έγχορδομουσικό όργανο Περσία Μέσης Ανατολής παραδοσιακή μουσική. Συγγενεύει με το λαούτολαούτο

42

43 Μετεξέλιξη της Βυζαντινής λύρας με δοξάρι (lura) είναι οι σύγχρονες αχλαδόσχημες και φυαλόσχημες λύρες που χρησιμοποιούνται σε διάφορες περιοχές των Βαλκανίων και της Μικράς Ασίας και παίζονται με δοξάρι. Ακουστικά, έχουν κάποια ομοιότητα με το βιολί. Διαφορετικός όμως είναι ο τρόπος που κρατείται η λύρα, καθώς δεν ακουμπάει το σκάφος της στον λαιμό/κάτω γνάθο του οργανοπαίκτη όπως το βιολί αλλά ακουμπάει συνήθως στο γόνατο του όταν είναι καθιστός, η στηρίζεται στην κοιλιακή χώρα όταν είναι όρθιος. Στην Ελλάδα, χρησιμοποιείται κυρίως στην Κρήτη (αχλαδόσχημη), τα Δωδεκάνησα, (ιδιαίτερα στη Κάσο και την Κάρπαθο, ενώ στη Ρόδο παιζόταν μέχρι την δεκαετία του '60, για να επανεμφανιστεί πρόσφατα χάρη στην παρουσία του Ροδίτη Γιάννη Κλαδάκη), αλλά και στην βόρεια Ελλάδα.βιολί Οι νεότερες λύρες έχουν 3 χορδές και λόγω του έντονου ακουστικά χαρακτήρα τους, αποτελούν το κύριο όργανο (solo) με συνηθισμένη την συνοδεία άλλων οργάνων, όπως το λαούτο, το νταούλι, τη τσαμπούνα, το μαντολίνο κτλ.λαούτονταούλιτσαμπούναμαντολίνο

44

45 Στην περίοδο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας ο όρος "λύρα" (Λατινικά: lūrā) χρησιμοποιούταν για να περιγράψει ένα αχλαδόμορφο μουσικό όργανο που παιζόταν με δοξάρι, τυπικά όργανα των Βυζαντινών Όμοια τρίχορδα όργανα με δοξάρι, απόγονοι της βυζαντινής lūrā εξακολοθούν να παίζονται μέχρι σήμερα σε μετα-Βυζαντινές περιοχές, όπως για παράδειγμα, η Γκαντούλκα της Βουλγαρίας, η Κρητική λύρα της Κρήτης και των Δωδεκανήσων, η λύρα της Καλαβρίας Ιταλίας και η Πολίτικη Λύρα ή (Πολίτικος κεμεντζές) στην Κωνσταντινούπολη, Τουρκία.δοξάρι Γκαντούλκα λύρακεμεντζές

46 Το βιoλί είναι έγχορδο μουσικό όργανο που παίζεται με δοξάρι. Έχει 4 χορδές διαφορετικού τονικού ύψους (σολ, ρε, λα, μι), που χορδίζονται κατά διαστήματα πέμπτης και η μουσική του έκταση περιλαμβάνει 44 χρωματικούς φθόγγους. Το βιολί στηρίζεται στον ώμο ενώ με το ένα χέρι ο μουσικός απλώς πιέζει τις χορδές με το να το κρατά καθόλου ενώ με το άλλο κινεί το δοξάρι επάνω στις χορδές.δοξάρι Λαογραφία Ο Ελληνικός λαός λέγοντας βιολιά (στον πληθυντικό) χαρακτηρίζει τις μικρές λαϊκές ή παραδοσιακές ορχήστρες από διάφορα όργανα όπως φλαούτο, κλαρίνο, ούτι, ντέφι, τσαμπούνα κλπ. που απαρτίζονται κυρίως σε γιορτές γάμων και πανηγύρια. Το βιολί είναι πολύ διαδεδομένο κυρίως στην παραδοσιακή μικρασιάτικη, νησιώτικη και κρητική μουσική. Ιδίως στην τελευταία, εικάζεται ότι προηγείται κατά πολλών δεκάδων χρόνων της λύρας, παρ' ότι πολλοί πιστεύουν το αντίθετο

47 Το Κανονάκι (ονομασία που προέρχεται από τον κανόνα -το πειραματικό μονόχορδο του Πυθαγόρα) είναι γνωστό στην Ελλάδα από την αρχαιότητα ως τρίγωνο ή επιγόνειο και τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία ως ψαλτήρι. ΠυθαγόραΕλλάδααρχαιότηταΒυζαντινή Αυτοκρατορίαψαλτήρι Είναι νυκτό όργανο, με εντέρινες χορδές, παίζεται με δύο πένες που προσδένονται με μεταλλικές δακτυλήθρες στους δείκτες των δύο χεριών. Σε κάθε χορδή, κινητοί καβαλάρηδες υψώνουν τους φθόγγους σύμφωνα με τα μικροδιαστήματα της παραδοσιακής μουσικής κλίμακας όπου κινείται ο οργανοπαίκτης

48 Το σαντούρι είναι έγχορδο κρουστό επίπεδο μουσικό όργανο. Το όνομά του προέρχεται εκ της ελληνικής λέξεως ψαλτήριον μέσω της περσικής γλώσσας σαντούρ Πρόκειται για αρχαίο μουσικό όργανο που επινοήθηκε πιθανόν στη Περσία από την οποία και διαδόθηκε τόσο προς την Ινδία και την Κίνα, όσο και δυτικά στη Μέση Ανατολή και τη Βαλκανική. Κατασκευάζεται συνηθέστερα από ξύλο καρυδιάς. Έχει σχήμα τραπεζοειδές επί του οποίου φέρονται οριζοντίως και επάλληλα 72 μεταλλικές χορδές, ανά τρεις για κάθε φθόγγο, αποδίδοντας έτσι 23 νότες, με τις μεγαλύτερες σε μήκος χορδές στο κάτω μέρος και τις μικρότερες στο άνω. Οι χορδές του οργάνου αυτού, "χορδίζονται" στο 1/4 με ειδικά "ωτία" που φέρονται συνηθέστερα επί της δεξιάς πλευράς του οργάνου και οι οποίες κρούονται με μικρά ραβδία, οι άκρες των οποίων φέρουν μεταλλικές κοιλόμορφες σφύρες (σαν κουταλάκια).ΠερσίαΙνδίαΚίναΜέση Ανατολή Βαλκανικήκαρυδιάς

49

50 H Γκάιντα ή τσαμπούνα ή τουλούμι ή αγγείο είναι ένα είδος άσκαυλου, δηλαδή είδος παραδοσιακού μουσικού πνευστού μουσικού οργάνου, αποτελούμενο από ασκό και από ξύλινο μέρος. Η γκάιντα αποτελεί παραδοσιακό μουσικό όργανο.Η γκάιντα αποτελείται από τον ασκό, το επιστόμιο και το τμήμα παραγωγής ήχου. Το τελευταίο απαρτίζεται από δύο ξεχωριστούς αυλούς. Ο ένας, κοντός με τρύπες, παράγει τη μελωδία και ο άλλος, μακρύς χωρίς οπές, παράγει ένα φθόγγο που κρατάει το ίσο.αυλούς

51 Αποτελείται από το ασκί, το επιστόμιο και τη συσκευή για την παραγωγή του ήχου. Το επιστόμιο είναι ένας κυλινδρικός ή κωνικός σωλήνας που φτιάχνεται από καλάμι,διάφορα ξύλα ή και κόκαλο από πόδι αρνιού όρνιου. Στο άκρο του σωλήνα που είναι μέσα στο ασκί δένουν ένα στρογγυλό πετσάκι – παλιότερα χρησιμοποιούσαν κρεμμυδόφυλα – που λειτουργεί ως βαλβίδα και εμποδίζει την έξοδο του αέρα από το ασκί. Στις τσαμπούνες που δεν έχουν βαλβίδα, ο τσαμπουνάρης, όταν για να ξεκουραστεί σταματά να φυσάει, κλείνει το άνοιγμα του επιστομίου με τη γλώσσα του ή ακουμπάει το επιστόμιο στο μάγουλό του, για να μη ξεφουσκώσει το ασκί.. Ό,τι αντιπροσωπεύει ο ζουρνάς και το νταούλι στην ηπειρωτική Ελλάδα, είναι η τσαμπούνα για τα ελληνικά νησιά: το κατεξοχήν λαϊκό όργανο που συνόδευε και συνοδεύεί.

52 φλογέρα είναι πνευστό μουσικό όργανο. Είναι κυλινδρικό, μακρόστενο, ανοικτό και στα δύο του άκρα, στο ένα άκρο φέρει τον μηχανισμό (επιστόμιο και γλωσσίδι) που παράγει τις κύριες δονήσεις του ήχου, και κατά μήκος του κυλίνδρου φέρει ευθυγραμμισμένες τρύπες, σε ίσες αποστάσεις μεταξύ τους, τις οποίες κλείνει και ανοίγει με τα δάχτυλά του ο οργανοπαίκτης καθώς παίζει. Είναι παραδοσιακό μουσικό όργανο που φτιάχνεται από καλάμι ή ξύλο, αλλά και πιο σύγχρονα υλικά πλέον, όπως πλαστικό. Έχει διάφορα μεγέθη και απαντάται με μήκος από 15 ως και 50 περίπου εκατοστά. Η φλογέρα, πέραν του ότι χρησιμοποιείται από τον λαό της ελληνικής υπαίθρου, είναι από τα μουσικά όργανα που διδάσκονται τα παιδιά μουσική στα δημόσια σχολεία.πνευστόμουσικό όργανο κυλινδρικόεπιστόμιογλωσσίδιδονήσειςήχουδάχτυλά οργανοπαίκτηςκαλάμιξύλοπλαστικόμουσική

53 Η τρομπέτα είναι αερόφωνο μουσικό όργανο, με μεταλλικό επιστόμιο σε σχήμα κούπας, που ανήκει στην οικογένεια των χάλκινων πνευστών.επιστόμιοχάλκινων πνευστών Στην αρχική μορφή της, ως σάλπιγγα, από τους αρχαίους Έλληνες, ήταν γνωστή στους Αιγυπτίους, στους Εβραίους και τους Ρωμαίους, φτιαγμένη αρχικά από ξύλο, αργότερα από μέταλλο (μπρούντζο, ασήμι) και τέλος (όπως και σήμερα) από χαλκό..σάλπιγγααρχαίους ΈλληνεςΑιγυπτίουςΕβραίουςΡωμαίουςμπρούντζο ασήμιχαλκό Καθώς παρέμενε η αδυναμία του οργάνου να παράγει όλες τις νότες της κλίμακας, από τα τέλη του 18ου αιώνα επιχειρήθηκε η εισαγωγή μηχανισμού που θα βοηθούσε στην παραγωγή όλων των φθόγγων. Στις αρχές του 19ου αιώνα εισήχθησαν τα έμβολα, στην αρχή δύο και έπειτα τρία, που επέτρεπαν την εκτέλεση όλων των χρωματικών ήχων μιας κλίμακας. Από εκεί και ύστερα, ονομάζεται τρομπέτα με έμβολα, σε διάκριση από την παλαιότερη φυσική τρομπέτα.κλίμακας Στρατιωτικό, μουσικό όργανο, αρχικά, εισήχθη στην ορχήστρα στις αρχές του 17ου αιώνα, όμως περισσότερο γνωστή έγινε στη διάρκεια του 19ου αιώνα. Η ανάπτυξη της δεξιοτεχνικής τεχνικής της τρομπέτας έχει κάνει πολλούς συνθέτες να τη χρησιμοποιήσουν ως μελωδικό όργανο ίδιας ευκινησίας με τα ξύλινα πνευστά και έτσι η τρομπέτα θεωρείται σήμερα δημοφιλέστατο όργανο ορχήστρας και συγκροτήματος, ιδίως στην παραδοσιακή μουσική της Μακεδονίας, καθώς και τη μουσική τζαζ και σκαξύλινα πνευστάΜακεδονίαςτζαζσκα

54 Το τρομπόνι ή είναι χάλκινο πνευστό μουσικό όργανο. Είναι ιδιόμορφη παραλλαγή της τρομπέτας. Δημιουργήθηκε πιθανόν περίπου το 1450 στην περιοχή της Βουργουνδίας. Αρχικά εμφανίστηκε σε στρατιωτικές ορχήστρες και κατά το 16ο αιώνα χρησιμοποιήθηκε στις συμφωνικές ορχήστρες. Στη μακραίωνη ιστορία του δέχτηκε πολλές μεταβολές στη μορφή του. Σήμερα αποτελείται από ένα σωλήνα με σταθερό μήκος και από άλλους τρεις κυλίνδρους εφοδιασμένους με "κλειδιά".χάλκινο πνευστό μουσικό όργανοτρομπέτας 1450Βουργουνδίαςσυμφωνικές ορχήστρες

55 Το κλαρινέτο (ή ευθύαυλος) είναι πνευστό μουσικό όργανο. Στη σημερινή του μορφή εμφανίστηκε το 19ο αιώνα. Το κλαρινέτο κατέχει σήμερα βασική θέση στη συμφωνική ορχήστρα, και ανήκει στην κατηγορία των ξύλινων πνευστών. Πολύ σύνηθες είναι το κλαρινέτο και ως μέλος ορχηστρών της τζαζ. Στην Ελλάδα, όπου επεκράτησε η ονομασία κλαρίνο, αλλά και σε πολλές χώρες των Βαλκανίων, αποτελεί ένα από τα βασικά όργανα της παραδοσιακής μουσικής πνευστόμουσικό όργανοσυμφωνική ορχήστραξύλινων πνευστών ορχηστρώντζαζΕλλάδα Βαλκανίωνπαραδοσιακής μουσικής

56

57 Είναι πασίγνωστο το ειδικό βάρος που έχει το κλαρίνο στη Ελληνική δημοτική μουσική. Είναι πολύ διαδεδομένο σε όλες τις γωνιές της χώρας, ιδιαίτερα δε στην Πελοπόννησο, στη Στερεά, στην Ήπειρο και στη Θεσσαλία, χωρίς να λείπει και από την υπόλοιπη επικράτεια. Δεν είναι απολύτως σίγουρο το πώς το κλαρίνο διαδόθηκε στην Ελλάδα, αντικαθιστώντας άλλα παλαιότερα όργανα όπως η φλογέρα και ο ζουρνάς. Το πιθανότερο είναι ότι προήλθε από τη διαδικασία εκσυγχρονισμού των μουσικών του τουρκικού στρατού στις αρχές του 19ου αιώνα, οι οποίοι μεταξύ άλλων υιοθέτησαν και το κλαρίνο. Κατά μια απλούστερη εκδοχή, το κλαρίνο πέρασε στους Έλληνες από τους Τούρκους ή τουρκόγυφτους περιοδεύοντες μουσικούς, οι οποίοι το έφεραν από την Ευρώπη τον καιρό της τουρκοκρατίας. Το κλαρίνο διαδόθηκε εύκολα, λόγω της απόδοσής του και ίσως λόγω και της επιρροής του ως ένα μοντέρνο όργανο κατευθείαν από τις συμφωνικές ορχήστρες της Δύσης Σίγουρα όμως το κλαρίνο επικράτησε κυρίως λόγω των μεγάλων του μουσικών ικανοτήτων και του τόσο ταιριαστού στην Ελληνική μουσική ήχου του, που οι Έλληνες αγάπησαν αμέσως. Η "άλωση" της δημοτικής μουσικής από το κλαρίνο ήταν τόσο καθολική, που σήμερα για τους περισσότερους Έλληνες είναι αδιανόητη η αποσύνδεσή της από αυτό.

58

59 Το τουμπελέκι, είναι ένα ελληνικό Κρουστό όργανο χωρίς λαβή, γνωστό από την αρχαιότητα, που το συναντούμε συχνά στην ελληνική παραδοσιακή, λαϊκή και ρεμπέτικη μουσική. Ονομάζεται επίσης ταραμπούκα, στάμνα, ντουμπελέκι, τσιμπουρλέκι ή τουμπερλέκι.ελληνικό αρχαιότητα ελληνικήπαραδοσιακήλαϊκήρεμπέτικη Το τουμπελέκι είναι μια μικρογραφία τυμπάνου. Είναι ανοικτό από κάτω και καλυμμένο με τεντωμένο δέρμα από πάνω. Η βάση του δεν είναι πήλινη σαν της ταραμπούκας, αλλά συνήθως από μέταλλο. Παίζεται με τα χέρια, καθώς το δεξί χέρι "μαρκάρει" τους ισχυρούς χρόνους και το αριστερό, τους ασθενείς και συχνά αποτελείται από κρεμασμένα περιμετρικά κουδουνάκια.δέρμαμέταλλο

60 Το νταούλι είναι μεμβρανόφωνο μουσικό όργανο της ελληνικής λαϊκής και δημοτικής μουσικής που συναντάται κυρίως στην ηπειρωτική Ελλάδα. Το μέγεθός του ποικίλλει και για την κατασκευή του χρησιμοποιούνται δέρματα από κατσίκι ή πρόβατο και παλαιότερα από λύκο ή γαϊδούρι. Ο οργανοπαίκτης (νταουλιέρης), το κρεμάει στον αριστερό του ώμο και το κτυπάει στη δεξιά πλευρά με το νταουλόξυλο και στην αριστερή με πιό λεπτό ξύλο, τη βέργα. Ο ήχος που δημιουργείται από τη δεξιά πλευρά είναι βαρύτερος και από την αριστερή οξύτερος. Το νταούλι (τύμπανο) συνοδεύει συχνά το κλαρίνο και τον ζουρνά στα χοροστάσια των λαϊκών πανηγυριών και παλαιότερα συμμετείχε με συνδυασμούς οργάνων στη βυζαντινή στρατιωτική μουσική.μεμβρανόφωνο κλαρίνοζουρνά

61 Τα ζίλ(λ)ια ή ζήλια είναι αρχαία ιδιόφωνα κρουστά όργανα. Πρόκειται για σιδερένια ή ξύλινα μικρά κύμβαλα που ηχούν όταν, στερεωμένα στα δάκτυλα, χτυπιούνται μεταξύ τους. Συνοδεύουν τα κάλαντα, αλλά και νησιώτικους και μικρασιατικούς χορούς. κύμβαλακάλανταμικρασιατικούς Η τωρινή ονομασία τους παράγεται από το τουρκικό Zil και είναι πιθανόν περσικής καταγωγής.τουρκικό περσικής

62 Το ντέφι είναι μουσικό όργανο που ανήκει την οικογένεια των κρουστών και αποτελείται από μια μεμβράνη στερεωμένη σε ένα κυκλικό τελάρο και διάφορα ζεύγη από μέταλλο που κουδουνίζουν. Τα περισσότερα ντέφια που βλέπει κανείς σήμερα στη δυτική λαϊκή μουσική είναι χωρίς τη μεμβράνη. Το ντέφι παίζεται με διάφορους τρόπους: Κρατώντας το ή στερεώνοντάς το σε μια βάση, κτυπώντας το με το χέρι ή κάποιο ξύλο, κουνώντας το, ή κτυπώντας το στο πόδι.μουσικό όργανοκρουστών

63 Βασικό ρυθμικό όργανο που ανήκει στην κατηγορία των μεμβρανοφώνων. Συνήθως κατασκευάζεται από τους ίδιους τους οργανοπαίκτες, με κατσικίσιο δέρμα και το στεφάνι ( ένα ξύλινο τελάρο) από ξύλο καρυδιάς, καστανιάς ή οξιάς. Το τελάρο έχει ύψος συνήθως 5-6 εκατοστά και διάμετρο εκατοστά. Το δέρμα κολλιέται ή καρφώνεται στην άκρη του κυλινδρικού σκελετού. Για να έχει αυτό το διαφορετικό χαρακτηριστικό ήχο, προσθέτουν γύρω - γύρω, στο στεφάνι, 6-10 ζιλιά ( μεταλλικά κύμβαλα), ώστε με το χτύπημα του χεριού στη μεμβράνη, τα ζιλιά να κουνιούνται και έτσι ν΄ ακούγεται συγχρόνως και η μεταλλική κουδουνιστή φωνή της. Ο νταϊρές παίζεται μόνο με το δεξί χέρι, ενώ το αριστερό χρησιμεύει για την στήριξη του οργάνου. Τα χτυπήματα στον νταϊρέ είναι σε δυο θέσεις. Στο κέντρο όπου δίνει βαθύ ήχο με όγκο και συμπίπτει με τους ισχυρούς χρόνους του μέτρου, και στο άκρο όπου δίνει οξύτερο ήχο (σ΄ αυτό βοηθάνε και τα ζιλιά ) και ταυτίζεται με τους αδύνατους ή "κόντρα" ήχους του μέτρου

64 Αν το δει κανείς πιο πλατιά, δεν είναι παρά ένα ακόμα όργανο της οικογένειας του αρχαίου ελληνικού "τύμπανου", της πιο διαδεδομένης μορφής κρουστού ανά τους αιώνες και ανά τον κόσμο, δηλαδή ένα κυλινδρικό ρηχό στεφάνι με τεντωμένο επάνω του ένα δέρμα. Σ' αυτή την κατηγορία, αλλά με την προσθήκη κυμβάλων (ζίλια), ανήκουν και το ηπειρώτικο ντέφι, οι νταϊρέδες, αλλά και τα κάθε είδους "ντέφια" που συναντάει κανείς στην περιοχή μας,


Κατέβασμα ppt "Τα Ελληνικά μουσικά όργανα ΕΠIΜΕΛΗΘHΚΑΝ OI ΚΑΘΗΓHΤΕΣ κ. ΔΡΑΓΑΝΗΣ Α. και ο κ. ΜΗΛΙΩΝΗΣ Α. ΣΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΩΝ ΜΟΥΣΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ."

Παρόμοιες παρουσιάσεις


Διαφημίσεις Google