Η παρουσίαση φορτώνεται. Παρακαλείστε να περιμένετε

Η παρουσίαση φορτώνεται. Παρακαλείστε να περιμένετε

«Θεμελιώδεις έννοιες του δικαίου και της πολιτικής του ελεύθερου ανταγωνισμού. Μέθοδοι προσδιορισμού της σχετικής αγοράς. Βασικές έννοιες των άρθρων 101(1)

Παρόμοιες παρουσιάσεις


Παρουσίαση με θέμα: "«Θεμελιώδεις έννοιες του δικαίου και της πολιτικής του ελεύθερου ανταγωνισμού. Μέθοδοι προσδιορισμού της σχετικής αγοράς. Βασικές έννοιες των άρθρων 101(1)"— Μεταγράφημα παρουσίασης:

1 «Θεμελιώδεις έννοιες του δικαίου και της πολιτικής του ελεύθερου ανταγωνισμού. Μέθοδοι προσδιορισμού της σχετικής αγοράς. Βασικές έννοιες των άρθρων 101(1) και 101(3) ΣΛΕΕ. Αξιολόγηση των οριζοντίων και καθέτων συμφωνιών.» ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ ΕΠΙΜΟΡΦΩΣΗΣ ΔΙΚΑΣΤΩΝ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΝ ΣΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΟΥ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ Λευκωσία, 2 έως 4 Νοεμβρίου 2015 Λάζαρος Γ. Γρηγοριάδης Διδάκτωρ Νομικής ΑΠΘ Λέκτορας Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Νεάπολις Πάφου

2 Εισαγωγικές παρατηρήσεις Άρθρο 3 παρ. 3 ΣΕΕ: Αρχή «της άκρως ανταγωνιστικής κοινωνικής οικονομίας της αγοράς» Άρθρο 3 παρ. 1, περ. β’ ΣΛΕΕ: η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει αποκλειστική αρμοδιότητα ως προς τη θέσπιση κανόνων ανταγωνισμού που είναι αναγκαίοι για τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Πρωτόκολλο Αριθ. 27 σχετικά με την εσωτερική αγορά και τον ανταγωνισμό: Διασφάλιση καθεστώτος ανόθευτου ανταγωνισμού Ανακοίνωση της Επιτροπής «Ευρώπη 2020»: Επιδίωξη της βιώσιμης ανάπτυξης μέσω «μιας πιο ανταγωνιστικής οικονομίας» Άρθρα ΣΛΕΕ: Αντιμονοπωλιακοί κανόνες (“antitrust rules”) – Άρθρο 101 ΣΛΕΕ: Απαγόρευση των συμπράξεων μεταξύ των επιχειρήσεων – Άρθρο 102 ΣΛΕΕ: Απαγόρευση της κατάχρησης της δεσπόζουσας θέσης επιχείρησης ή επιχειρήσεων Κανονισμός ΕΚ αριθμός 139/2004: Έλεγχος της συμβατότητας των συγκεντρώσεων επιχειρήσεων με το ενωσιακό δίκαιο Άρθρα της Σ.Λ.Ε.Ε.: Αναστολή όλων των κρατικών ενισχύσεων που δεν είναι σύμφωνες με τα άρθρα αυτά.

3 Το άρθρο 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ ειδικότερα 1) Η διάταξη Είναι ασυμβίβαστες με την εσωτερική αγορά και απαγορεύονται όλες οι συμφωνίες μεταξύ επιχειρή­σεων, όλες οι αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και κάθε εναρμονισμένη πρακτική, που δύνανται να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και που έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της εσωτερικής αγοράς.

4 2) Η έννοια της «επιχείρησης» Ως «επιχείρηση» υποδηλώνεται «κάθε φορέας που ασκεί οικονομική δραστηριότητα ανεξάρτητα από το νομικό καθεστώς του και τον τρόπο χρηματοδότησής του». Βάσει του ορισμού αυτού, η έννοια της επιχείρησης προϋποθέτει: – Πρώτον, την ύπαρξη «φορέα οικονομικής δραστηριότητας» Φορέας οικονομικής δραστηριότητας σημαίνει κάθε οικονομική μονάδα, δηλαδή κάθε συλλογή πόρων για την πραγματοποίηση οικονομικών δραστηριοτήτων. – Δεύτερον, η έννοια της επιχείρησης προϋποθέτει «άσκηση οικονομικής δραστηριότητας» από οικονομική μονάδα Ο όρος «οικονομική δραστηριότητα» χαρακτηρίζει κάθε δραστηριότητα που συνίσταται στην παραγωγή ή/και εμπορία προϊόντων ή στην παροχή υπηρεσιών σε δεδομένη αγορά. Δεν είναι εξ ορισμού οικονομική η φύση μιας δραστηριότητας εφόσον εμπίπτει στην άσκηση προνομίων δημόσιας εξουσίας. Δεν είναι οικονομική η φύση μιας δραστηριότητας εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι ακόλουθες περιστάσεις: α) η δραστηριότητα έχει καθαρά κοινωνικό χαρακτήρα, β) η άσκηση της δραστηριότητας στηρίζεται στην αρχή της εθνικής αλληλεγγύης και γ) η δραστηριότητα στερείται οποιουδήποτε κερδοσκοπικού σκοπού. – Τρίτον, προκειμένου ο φορέας μιας οικονομικής δραστηριότητας να συνιστά «επιχείρηση» κατά την έννοια του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, πρέπει να είναι σε θέση να ασκήσει αυτόνομη πολιτική πωλήσεων προϊόντων ή παροχής υπηρεσιών εντός της εσωτερικής αγοράς. Συνεπώς, το άρθρο 101 ΣΛΕΕ δεν μπορεί να εφαρμοστεί επί αντίθετης στον ανταγωνισμό συμπεριφοράς, στην οποία εμπλέκονται αποκλειστικά επιχειρήσεις του ίδιου ομίλου («προνόμιο του ομίλου»).

5 3) Η έννοια της «ένωσης επιχειρήσεων» Η έννοια της «ένωσης επιχειρήσεων» περιλαμβάνει επιχειρήσεις του ίδιου γενικά τύπου και είναι αρμόδια για την αντιπροσώπευση τους και την υπεράσπιση των συμφερόντων τους απέναντι σε άλλους οικονομικούς φορείς, κυβερνητικά όργανα και το δημόσιο γενικά.

6 4) «Συμφωνίες» μεταξύ επιχειρήσεων Για να υφίσταται «συμφωνία» κατά την έννοια του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, αρκεί οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις να έχουν εκδηλώσει την κοινή τους βούληση να συμπεριφέρονται στην αγορά κατά καθορισμένο τρόπο, χωρίς να ενδιαφέρει ο τύπος με τον οποίο έχει περιβληθεί η συμφωνία, δηλαδή ο τρόπος έκφρασης της συμφωνίας, ή ο βαθμός δεσμευτικότητάς της, δηλαδή το αν η σύναψη της συμφωνίας γεννά νομική, πραγματική ή ηθική δέσμευση. Προκειμένου ένα κείμενο να χαρακτηριστεί «συμφωνία» κατά την έννοια του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, αρκεί ένας από τους όρους του να αποτελεί την έκφραση της βούλησης των οικείων επιχειρήσεων να συμπεριφερθούν στην αγορά σύμφωνα με το κείμενο αυτό. Στις περισσότερες περιπτώσεις, η ύπαρξη «συμφωνίας» που θίγει τον ανταγωνισμό συνάγεται από ορισμένο αριθμό συμπτώσεων και ενδείξεων, οι οποίες, συνολικά θεωρούμενες από τα δικαστήρια της Ένωσης, μπορούν να αποτελέσουν, ελλείψει εύλογης άλλης εξήγησης, απόδειξη περί παράβασης των κανόνων ανταγωνισμού.

7 Εφόσον μια επιχείρηση ή ένωση επιχειρήσεων μετείχε, ακόμα και χωρίς να έχει ενεργό ρόλο, σε μια ή περισσότερες συνεδριάσεις κατά τις οποίες εκδηλώθηκε ή επιβεβαιώθηκε η σύμπτωση βουλήσεων για συμπεριφορά που θίγει τον ανταγωνισμό, και με την παρουσία της συναίνεσε ή τουλάχιστον έδωσε στους λοιπούς μετάσχοντες την εντύπωση ότι συναινούσε στο περιεχόμενο της θίγουσας τον ανταγωνισμό συμφωνίας η οποία συνάφθηκε και κατόπιν επιβεβαιώθηκε κατά τις συνεδριάσεις αυτές, πρέπει να θεωρείται ότι μετείχε στην εν λόγω συμφωνία, εκτός αν αποδείξει ότι αποστασιοποιήθηκε δημοσίως από την παράνομη συνεννόηση ή ότι πληροφορούσε τους λοιπούς μετέχοντες ότι σκόπευε να μετέχει στις συνεδριάσεις αυτές έχοντας διαφορετικές προθέσεις από τις δικές τους. Το άρθρο 101 ΣΛΕΕ εφαρμόζεται και επί συμφωνιών που έχουν παύσει να ισχύουν, αλλά εξακολουθούν να παράγουν αποτελέσματα και μετά την τυπική τους λήξη. Είναι δυνατό για μια επιχείρηση να μετέχει σε συμφωνία που εμπίπτει στο άρθρο 101 ΣΛΕΕ, ακόμα και αν η συμφωνία αυτή αφορά τμήμα της εσωτερικής αγοράς στο οποίο δεν δραστηριοποιείται η συγκεκριμένη επιχείρηση. Συναφώς παρατηρείται ότι είναι ενδεχόμενο ένας από τους όρους μιας εμπίπτουσας στο άρθρο 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ «συμφωνίας» να περιλαμβάνει τη δέσμευση επιχείρησης για παράλειψη δραστηριοποίησής της σε τμήμα της εσωτερικής αγοράς. ΔΕΝ εμπίπτουν στην έννοια της «συμφωνίας» μονομερή μέτρα τα οποία λαμβάνονται από επιχειρήσεις και τα οποία θίγουν τον ανταγωνισμό, εκτός αν τα μέτρα αυτά ερμηνευτούν, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, ότι εντάσσονται σε ολότητα συμβατικών σχέσεων.

8 5) «Αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων» Η «απόφαση ένωσης επιχειρήσεων» χαρακτηρίζεται από το ότι εκφράζει βούληση των μελών της ένωσης για συντονισμό της συμπεριφοράς τους στην αγορά. Ουσιώδες στοιχείο της απόφασης ένωσης επιχειρήσεων είναι η νομική δεσμευτικότητά της για τα μέλη της ένωσης, ανεξάρτητα αν αυτή είναι άμεση ή έμμεση.

9 6) «Εναρμονισμένη πρακτική μεταξύ επιχειρήσεων» Ως «εναρμονισμένη πρακτική» κατά την έννοια του άρθρου 101 ΣΛΕΕ νοείται ο συντονισμός μεταξύ επιχειρήσεων που, χωρίς να φθάνει μέχρι την κατά κυριολεξία σύναψη συμβάσεως, αντικαθιστά ηθελημένα τους κινδύνους που ενέχει ο ανταγωνισμός με την έμπρακτη συνεργασία των επιχειρήσεων αυτών. Ο συντονισμός που ενυπάρχει σε μια εναρμονισμένη πρακτική μειώνει την αβεβαιότητα που έχει κάθε επιχείρηση σχετικά με τη συμπεριφορά που θα υιοθετήσουν οι ανταγωνιστές της.

10 Η ύπαρξη παράλληλη συμπεριφοράς μεταξύ επιχειρήσεων δεν αποτελεί αυτή καθαυτή απόδειξη εναρμονισμένης πρακτικής, παρά μόνον όταν η ύπαρξη εναρμονισμένης πρακτικής αποτελεί τη μόνη εύλογη εξήγηση για τη συμπεριφορά αυτή, λαμβανομένων υπόψη της φύσης των προϊόντων, του μεγέθους και του αριθμού των επιχειρήσεων και του όγκου της σχετικής αγοράς. Μια εναρμονισμένη πρακτική απαγορεύεται σε κάθε περίπτωση, ασχέτως αποτελέσματος, εφόσον το αντικείμενό της συνεπάγεται τη νόθευση, την παρεμπόδιση ή τον περιορισμό του ανταγωνισμού

11 7) «Αντικείμενο» ή «αποτέλεσμα» της σύμπραξης Για την απαγόρευση μιας σύμπραξης από το άρθρο 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ, πρέπει η σύμπραξη να έχει ως αντικείμενο ή αποτέλεσμα την παρακώλυση ή τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού. Η σύμπραξη έχει ως αντικείμενο την παρακώλυση ή τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού, όταν τα μέρη επιδιώκουν ένα από τα τρία αυτά αποτελέσματα (την παρακώλυση ή τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού), χωρίς να απαιτείται η είσοδος του αποτελέσματος. Η σύμπραξη έχει ως αποτέλεσμα την παρακώλυση ή τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού, όταν η παρακώλυση ή ο περιορισμός ή η νόθευση του ανταγωνισμού εμφανίζονται ως συνέπεια της σύμπραξης, ανεξάρτητα από το αν η συνέπεια αυτή αποσκοπήθηκε ή όχι. Παρακώλυση του ανταγωνισμού υπάρχει όταν με τη σύμπραξη δημιουργείται απόλυτο εμπόδιο στον ανταγωνισμό ως προς τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες, τις σχέσεις των συμπραττόντων ή τις σχέσεις τους με τρίτους. Περιορισμός του ανταγωνισμού συντρέχει όταν περιορίζεται η ελευθερία δραστηριότητας και λήψης οικονομικών αποφάσεων εκείνων που συμμετέχουν στη συμφωνία ή στην εναρμονισμένη πρακτική, άμεσα ή έμμεσα, με συμβατικές ή εξωσυμβατικές δεσμεύσεις και με αυτόν τον τρόπο οι δυνατότητες επιλογής των τρίτων που συμμετέχουν στην αγορά περιορίζονται ή μεταβάλλονται.

12 Νόθευση του ανταγωνισμού σημαίνει μεταβολή των συνθηκών συναλλαγής που προκύπτουν από τη δομή της αγοράς. Δηλαδή, ο κανόνας του άρθρου 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ απαγορεύει κατά τρόπο περιεκτικό κάθε μεταβολή των συνθηκών ανταγωνισμού που θα ίσχυαν χωρίς τη συγκεκριμένη συμφωνία, απόφαση ένωσης επιχειρήσεων ή εναρμονισμένη πρακτική. Όπως προκύπτει από τη σχετική με τις «συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων» νομολογία του Δικαστηρίου, προέχει η εξέταση του αντικειμένου της σύμπραξης, ενώ το αποτέλεσμά της εξετάζεται εφόσον δεν έχει αποδειχθεί το επιζήμιο για τον ανταγωνισμό αντικείμενο της συμφωνίας. Επίσης, η εξέταση του επιζήμιου για τον ανταγωνισμό αντικειμένου ή αποτελέσματος μιας σύμπραξης πρέπει να γίνεται υπό το πρίσμα του οικονομικού πλαισίου στο οποίο αυτή εντάσσεται.

13 8) Επηρεασμός του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών Προϋπόθεση εφαρμογής του άρθρου 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ επί μιας σύμπραξης είναι η σύμπραξη να μπορεί να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών, χωρίς να είναι απαραίτητο να έχει πράγματι επηρεάσει το εν λόγω εμπόριο. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, μια σύμπραξη μπορεί να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών, εφόσον γεννά συνέπειες στις διασυνοριακές οικονομικές δραστηριότητες μεταξύ δύο τουλάχιστον κρατών μελών. Η προϋπόθεση, λοιπόν, αυτή του επηρεασμού του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών χρησιμεύει ως κριτήριο οριοθέτησης μεταξύ του πεδίου εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου περί ανταγωνισμού και του πεδίου εφαρμογής του εθνικού δικαίου περί ανταγωνισμού. Συναφώς επισημαίνεται ότι, εφόσον μια σύμπραξη συνεπάγεται την παρακώλυση ή τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού αποκλειστικά εντός της εθνικής αγοράς κράτους μέλους, εφαρμόζεται μόνο το εθνικό δίκαιο ανταγωνισμού του οικείου κράτους μέλους. Ωστόσο, το γεγονός ότι μια από τις επιχειρήσεις που συμμετέχουν σε μια σύμπραξη βρίσκεται σε τρίτη χώρα ΔΕΝ εμποδίζει την εφαρμογή του άρθρου 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ, εφόσον η σύμπραξη συνεπάγεται την παρακώλυση ή τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της εσωτερικής αγοράς.

14 9) Η έννοια της «αγοράς» Η εφαρμογή του άρθρου 101 ΣΛΕΕ προϋποθέτει την οριοθέτηση της λεγόμενης «σχετικής αγοράς», στην έννοια της οποίας εντάσσεται τόσο η «σχετική αγορά προϊόντος» όσο και η «σχετική γεωγραφική αγορά». Ως «σχετική αγορά προϊόντος» νοείται η αγορά προϊόντων ή/και υπηρεσιών, στην οποία περιλαμβάνονται όλα εκείνα τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που βρίσκονται μεταξύ τους σε σχέση πλήρους ή σημαντικού βαθμού υποκαταστάσεως ή εναλλαξιμότητας από τη σκοπιά των χαρακτηριστικών τους, της τιμής τους ή της χρήσης για την οποία προορίζονται αλλά και των ανταγωνιστικών συνθηκών. Έτσι, τελικά, η «σχετική αγορά προϊόντος» προσδιορίζεται, κατά κύριο λόγο, από την πλευρά της «ζήτησης», καθώς το κρίσιμο στοιχείο της εναλλαξιμότητας συνέχεται με τον τελευταίο καταναλωτή.

15 Βάσει της Ανακοίνωσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με τις μεθόδους οριοθέτησης «της σχετικής αγοράς προϊόντος» (ΕΕΕΕ C 372/5 του 1997), η οριοθέτηση της σχετικής αγοράς προϊόντος βασίζεται στην αμερικανικής προέλευσης δοκιμή SSNIP (small but significant and non-transitory increase in prices - δηλαδή μικρή αλλά σημαντική και μη μεταβατική αύξηση στις τιμές). Σύμφωνα με τη δοκιμή αυτή, εάν η δυνατότητα υποκατάστασης από την άποψη της ζήτησης θα καθιστούσε την αύξηση της τιμής μη κερδοφόρα λόγω απώλειας πωλήσεων, τότε υποκατάστατα πρόσθετα προϊόντα θα συμπεριληφθούν στη σχετική αγορά. Ως «σχετική γεωγραφική αγορά» νοείται η εδαφική περιοχή στην οποία οι σχετικοί οικονομικοί φορείς εκτίθενται σε όρους ανταγωνισμού όμοιους ή επαρκώς ομοιογενείς. Συνεπώς μόνο γεωγραφικές ζώνες στις οποίες οι όροι ανταγωνισμού είναι ετερογενείς ΔΕΝ μπορούν να θεωρηθούν ότι αποτελούν μέρη της ίδιας «σχετικής γεωγραφικής αγοράς». Η «σχετική γεωγραφική αγορά» μπορεί να εκτείνεται στο σύνολο ή σε μέρος της ΕΕ ή να έχει παγκόσμιες διαστάσεις.

16 10) «Αισθητό» του επηρεασμού του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών Για την εφαρμογή του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, η σύμπραξη πρέπει να μπορεί να επηρεάσει το ενδοενωσιακό εμπόριο αισθητά, δηλαδή σε σημαντικό βαθμό (να μην είναι ασήμαντη). Πρόκειται για τον γνωστό κανόνα «de minimis», ο οποίος διαπλάστηκε από τη νομολογία των ενωσιακών δικαστηρίων και ο οποίος συνιστά έκφραση του ρωμαϊκού κανόνα de minimis non curat lex. Σύμφωνα με την Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής περί συμφωνιών ήσσονος σημασίας (ΕΕΕΕ C 368/13 του 2001, σημείο 7), το αισθητό ή μη του επηρεασμού του ανταγωνισμού και κατ’ επέκταση του ενδοενωσιακού εμπορίου προσδιορίζεται με βάση το μερίδιο αγοράς των συμμετεχουσών επιχειρήσεων και διαφοροποιείται ανάλογα με το επίπεδο της σύμπραξης (10% όταν η συμφωνία συνάπτεται μεταξύ επιχειρήσεων του ίδιου επιπέδου («οριζόντιες συμπράξεις») και 15% όταν η συμφωνία συνάπτεται μεταξύ επιχειρήσεων διαφορετικού επιπέδου («κάθετες συμπράξεις»). Το αισθητό του περιορισμού του ενδοενωσιακού εμπορίου πρέπει να εκτιμάται in concreto με βάση το οικονομικό και το νομικό πλαίσιο της σύμπραξης και όχι με βάση μια καθαρά τυπική ανάλυση.

17 11) Ευθύνη για συμμετοχή σε σύμπραξη που καταλαμβάνεται από την απαγόρευση του άρθρου 101 ΣΛΕΕ και κατανομή του βάρους απόδειξης Οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ μπορούν να εξεταστούν όχι μόνο από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, αλλά και από τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού και τα εθνικά δικαστήρια, σύμφωνα με το σύστημα αποκέντρωσης που καθιερώνει ο Κανονισμός 1/2003. Αν διαπιστωθεί παραβίαση του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, η Επιτροπή και οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού μπορούν να επιβάλλουν κυρώσεις με τη μορφή προστίμου ή χρηματικής ποινής, ανάλογα με τη διάρκεια και τη σοβαρότητα της παραβίασης, κατά τις διατάξεις των άρθρων 24 και 25 του Κανονισμού 1/2003). Οι επιχειρήσεις δεν μπορούν να δικαιολογούν την υιοθέτηση μιας απαγορευμένης από το άρθρο 101 ΣΛΕΕ συμπεριφοράς με το πρόσχημα ότι τις εξώθησε στην παράβαση αυτή η συμπεριφορά άλλων επιχειρηματιών. Σύμφωνα με την αρχή της προσωπικής ευθύνης, οσάκις μια επιχείρηση παραβαίνει τους κανόνες ανταγωνισμού ευθύνεται η ίδια για την παράβαση αυτή. Oσάκις επιχείρηση που παρέβη τους κανόνες του ανταγωνισμού αποτελεί αντικείμενο νομικής ή οργανωτικής μεταβολής, η νέα επιχείρηση που προέκυψε από την προαναφερθείσα επιχείρηση ενδέχεται να ευθύνεται για την παράβαση του ανταγωνισμού της επιχείρησης που υπέστη νομική ή οργανωτική μεταβολή, αν οι δυο επιχειρήσεις ταυτίζονται από οικονομική άποψη. H αντίθετη στους κανόνες του ανταγωνισμού συμπεριφορά μιας επιχείρησης μπορεί να καταλογιστεί σε άλλη, όταν η πρώτη δεν έχει καθορίσει αυτοτελώς τη συμπεριφορά της στην αγορά, αλλά έχει ακολουθήσει ουσιαστικά τις οδηγίες της δεύτερης ενόψει ιδίως των οικονομικών και των νομικών δεσμών που τις συνδέουν. Έτσι, το γεγονός ότι μια θυγατρική εταιρία έχει αυτοτελή νομική προσωπικότητα δεν αρκεί για να αποκλειστεί η δυνατότητα καταλογισμού της συμπεριφοράς της στη μητρική εταιρία.

18 Σύμφωνα με τη νομολογία των δικαστηρίων της Ένωσης και ήδη σύμφωνα με το άρθρο 2 του Κανονισμού (ΕΚ) 1/2003, το βάρος απόδειξης ότι υπάρχει σύμπραξη που απαγορεύεται από το άρθρο 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ φέρει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Αντίθετα, η συμμετέχουσα σε σύμπραξη επιχείρηση μπορεί να επικαλεστεί το άρθρο 101 παρ. 3 ΣΛΕΕ και να αποδείξει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εξαίρεσης που θεσπίζει η συγκεκριμένη διάταξη, ώστε η σύμπραξη να κρίνεται τελικά συμβατή με την εσωτερική αγορά. Εξάλλου, η «παράλληλη συμπεριφορά» εκ μέρους επιχειρήσεων δεν συνιστά απόδειξη για την ύπαρξη σύμπραξης μεταξύ των συγκριμένων επιχειρήσεων, εκτός αν η σύμπραξη συνιστά τη μόνη εύλογη δικαιολογία για τέτοια συμπεριφορά. Στην περίπτωση αυτή, οι εμπλεκόμενες στην παράλληλη συμπεριφορά επιχειρήσεις φέρουν το βάρος να ανταποδείξουν τη νομιμότητα της παράλληλης συμπεριφοράς τους. Επίσης, στην περίπτωση της εναρμονισμένης πρακτικής, έχει θεμελιωθεί τεκμήριο αιτιώδους σχέσης διαβούλευσης και συμπεριφοράς. Ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή φέρει το βάρος να αποδείξει ότι πραγματοποιήθηκε διαβούλευση μεταξύ επιχειρήσεων και η παράλληλη συμπεριφορά ως αιτιατό τεκμαίρεται, οι εμπλεκόμενες στην παράλληλη συμπεριφορά επιχειρήσεις φέρουν το βάρος να ανταποδείξουν ότι η διαβούλευση ουδόλως επηρέασε τη συμπεριφορά τους στην αγορά. Τέλος, σε σχέση με το βάρος απόδειξης επισημαίνεται ότι το βάρος απόδειξης ότι μια επιχείρηση αποστασιοποιήθηκε δημόσια κατά τις διαβουλεύσεις στο πλαίσιο των οποίων συνάφθηκε και επιβεβαιώθηκε μια συμφωνία που εμπίπτει στο άρθρο 101 ΣΛΕΕ φέρει η ίδια αυτή επιχείρηση.

19 12) Τα παραδείγματα του άρθρου 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ περί απαγορευμένων συμπράξεων Το άρθρο 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ αναφέρει ενδεικτικά (όπως προκύπτει από τη χρήση του επιρρήματος «ιδίως»), πέντε παραδείγματα ομάδων απαγορευμένων συμπράξεων που έχουν ως αντικείμενο ή αποτέλεσμα: i. Τον άμεσο ή έμμεσο καθορισμό των τιμών αγοράς ή πωλήσεως ή άλλων όρων συναλλαγής. ii. Τον περιορισμό ή τον έλεγχο της παραγωγής, της διαθέσεως, της τεχνολογικής αναπτύξεως ή των επενδύσεων iii. Την κατανομή των αγορών ή των πηγών εφοδιασμού iv. Την εφαρμογή άνισων όρων επί ισοδύναμων παροχών έναντι των εμπορικώς συναλλασσομένων, με αποτέλεσμα να περιέρχονται αυτοί σε μειονεκτική θέση στον ανταγωνισμό. v. Την εξάρτηση της σύναψης συμβάσεων από την αποδοχή εκ μέρους των συναλλασσόμενων πρόσθετων παροχών που, εκ φύσεως ή σύμφωνα με τις εμπορικές συνήθειες, δεν έχουν σχέση με το αντικείμενο των συμβάσεων αυτών.

20 13) Ειδικά θέματα σε σχέση με το άρθρο 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ Η διάταξη του άρθρου 101 ΣΛΕΕ εφαρμόζονται μόνο επί αυτόβουλων συμπεριφορών επιχειρήσεων. Αν η θίγουσα τον ανταγωνισμό συμπεριφορά επιβάλλεται στις επιχειρήσεις από την εθνική νομοθεσία ή αν η τελευταία διαμορφώνει ένα νομικό πλαίσιο το οποίο από μόνο του αποκλείει κάθε δυνατότητα ανταγωνιστικής συμπεριφοράς των επιχειρήσεων, το άρθρο 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΕΦΑΡΜΟΓΗ. ii) Συχνά στη νομολογία των ενωσιακών δικαστηρίων συναντάται ο όρος «σύνθετη ή ενιαία παράβαση» του άρθρου 101 ΣΛΕΕ. Ως τέτοια νοείται συμπεριφορά η οποία περιλαμβάνει πραγματικά περιστατικά καθένα από τα οποία εμπίπτει είτε στην έννοια της «συμφωνίας», είτε στην έννοια της «εναρμονισμένης πρακτικής», είτε στην έννοια της απόφασης «ένωσης επιχειρήσεων». Κριτήριο για την ένταξη πράξεων ή παραλείψεων σε μια «σύνθετη ή ενιαία παράβαση» είναι το γεγονός ότι οι πράξεις ή οι παραλείψεις εντάσσονται σε συνολική στρατηγική.

21 Β) Το άρθρο 101 παρ. 2 ΣΛΕΕ Σύμφωνα με το άρθρο 101 παρ. 2 ΣΛΕΕ, συμφωνίες ή αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων που καταλαμβάνονται από την απαγόρευση του άρθρου 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ είναι αυτοδικαίως άκυρες, χωρίς η ακυρότητα να εξαρτάται από άλλη διαδικασία, διαπίστωση ή δικαστική απόφαση. Η παράλειψη αναφοράς της εναρμονισμένης πρακτικής ήταν ηθελημένη, καθώς αυτή θεωρείται εν τοις πράγμασι συνεργασία, η μη συμμόρφωση με την οποία δεν γεννά αστικές αξιώσεις, λόγω της απουσίας δεσμευτικών δηλώσεων βούλησης. Συμφωνία ή απόφαση ένωσης επιχειρήσεων που εμπίπτει στο άρθρο 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ είναι αυτοδικαίως άκυρη, ώστε να μην απαιτείται η έκδοση διοικητικής ή δικαστικής απόφασης για κήρυξη της ακυρότητας της συμφωνίας ή της απόφασης. Η ακυρότητα αφορά μόνο τις περιλαμβανόμενες σε μια συμφωνία ή απόφαση ένωσης επιχειρήσεων ρήτρες που απαγορεύονται από το άρθρο 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ και όχι το σύνολο της συμφωνίας ή της απόφασης, εκτός αν το άκυρο μέρος της συμφωνίας ή της απόφασης δεν μπορεί να διαχωριστεί από το υπόλοιπο μέρος τους. Έτσι, η κατά το άρθρο 101 παρ. 2 ΣΛΕΕ ακυρότητα μπορεί να είναι μερική ή ολική. Σε περίπτωση μερικής ακυρότητας, η εγκυρότητα του υπόλοιπου τμήματος της συμφωνίας ή της απόφασης ελέγχεται με βάση το εθνικό δίκαιο. Διευκρινίζεται ότι κάθε ιδιώτης μπορεί να προβάλλει ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων την παράβαση του άρθρου 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ εκ μέρους μιας επιχειρήσεις. Επίσης, τονίζεται ότι κάθε υποκείμενο δικαίου δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση κατά τις οικείες διατάξεις του αστικού δικαίου για τη ζημία που του προξένησε συμφωνία, εναρμονισμένη πρακτική ή απόφαση ένωσης επιχειρήσεων δυνάμενη να παρακωλύσει, να περιορίσει ή να νοθεύσει τον ανταγωνισμό.

22 Γ) Το άρθρο 101 παρ. 3 ΣΛΕΕ 1) Το άρθρο 101 παρ. 3 ΣΛΕΕ γενικά Σύμφωνα με το άρθρο 101 παρ. 3 ΣΛΕΕ, συμπράξεις (δηλαδή συμφωνίες, εναρμονισμένες πρακτικές και αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων) που απαγορεύονται καταρχήν από το άρθρο 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ μπορούν τελικά να κριθούν νόμιμες και συμβατές με την εσωτερική αγορά, εφόσον σωρευτικά πληρούνται τέσσερις προϋποθέσεις: – i) Η σύμπραξη συμβάλλει στη βελτίωση της παραγωγής ή της διανομής των προϊόντων ή στην προώθηση της τεχνικής – οικονομικής προόδου – ii) εξασφαλίζει δίκαιο τμήμα στους καταναλωτές από το όφελος που προκύπτει – iii) οι περιορισμοί που επιβάλλονται στις συμπράττουσες επιχειρήσεις είναι απαραίτητοι για την επίτευξη των παραπάνω στόχων (υπό (i)) – iv) η σύμπραξη δεν παρέχει στα μέρη τη δυνατότητα κατάργησης του ανταγωνισμού σε σημαντικό τμήμα των σχετικών προϊόντων (σχετικής αγοράς). Εφόσον συντρέχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις, η σύμπραξη είναι αυτοδικαίως νόμιμη, χωρίς να απαιτείται η έκδοση απόφασης για την αναγνώριση της εγκυρότητας της σύμπραξης. Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, η εγκυρότητα μιας σύμπραξης κατά το άρθρο 101 παρ. 3 ΣΛΕΕ σημαίνει ότι τα οφέλη που προκύπτουν από την εκτέλεσή της πρέπει «να δείχνουν σημαντικά αντικειμενικά πλεονεκτήματα τέτοιου χαρακτήρα ώστε να αποζημιώνουν για τα μειονεκτήματα που δημιουργούν στο χώρο του ανταγωνισμού.»

23 Η επίκληση της εξαίρεσης του άρθρου 101 παρ. 3 ΣΛΕΕ πρέπει να γίνεται με πειστικά επιχειρήματα και αποδείξεις, ώστε η Επιτροπή, οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού και τα εθνικά δικαστήρια να είναι σε θέση να κρίνουν επαρκώς εάν συντρέχουν ή όχι οι όροι της διάταξης. Μια σύμπραξη μπορεί να κριθεί νόμιμη υπό το πρίσμα του άρθρου 101 παρ. 3 ΣΛΕΕ μόνο για όσο χρόνο πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει η συγκεκριμένη διάταξη. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 και τη νομολογία των ενωσιακών δικαστηρίων, το βάρος απόδειξης για το αν μια σύμπραξη εμπίπτει στην εξαίρεση του άρθρου 101 παρ. 3 ΣΛΕΕ βρίσκεται στο μέρος που επικαλείται τις ευεργετικές διατάξεις. Το γεγονός ότι μια συμπεριφορά εμπίπτει στο άρθρο 101 παρ. 3 ΣΛΕΕ δεν σημαίνει ότι η συγκεκριμένη συμπεριφορά δεν απαγορεύεται από το άρθρο 102 ΣΛΕΕ. 0ι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 101 παρ. 3 ΣΛΕΕ μπορούν να εξεταστούν όχι μόνο από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή αλλά και από τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού και τα εθνικά δικαστήρια, σύμφωνα με το σύστημα αποκέντρωσης που καθιερώνει ο Κανονισμός (ΕΚ) 1/2003.

24 2) Απαλλαγή κατά κατηγορίες (Ι) - Η απαλλαγή κατά κατηγορίες γενικά Σύμφωνα με το άρθρο 101 παρ. 3 ΣΛΕΕ, είναι δυνατόν να κριθούν ως συμβατές με την εσωτερική αγορά όχι μόνο μεμονωμένες συμπράξεις που εμπίπτουν στο άρθρο 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ αλλά και κατηγορίες συμπράξεων που εμπίπτουν στην προαναφερθείσα διάταξη. Πρόκειται για τη λεγόμενη «κατά κατηγορίες απαλλαγή», η οποία βασίζεται σε εκδοθέντες από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Κανονισμούς, έχει προσωρινή διάρκεια και προϋποθέσεις σωρευτικά συντρέχουσες. Η κατά κατηγορίες απαλλαγή δημιουργεί «τεκμήριο εγκυρότητας» μιας σύμπραξης ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, το οποίο έχει μόνο την εξουσία να διαπιστώνει ότι ο σχετικός Κανονισμός είναι εφαρμοστέος στη συγκεκριμένη περίπτωση και, σε περίπτωση αμφιβολίας, ανοίγεται ο δρόμος για την υποβολή προδικαστικού ερωτήματος ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι κυριότεροι μέχρι σήμερα Κανονισμοί που έχουν εκδοθεί για κατά κατηγορίες απαλλαγή είναι οι ακόλουθοι: – i) Ο Κανονισμός (ΕΕ) 330/2010 για τις συμφωνίες αποκλειστικής διανομής, τις συμφωνίες αποκλειστικής αγοράς, τις κάθετες συμφωνίες και τις συμφωνίες δικαιόχρησης (franchising) – ii) Ο Κανονισμός 2349/94/ΕΟΚ για τις συμφωνίες παραχώρησης άδειας εκμετάλλευσης διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας – iii) Ο Κανονισμός (ΕΚ) 772/2004 για τις συμφωνίες μεταφοράς τεχνολογίας – iv) Ο Κανονισμός (ΕΕ) 461/2010 για τις συμφωνίες διανομής και εξυπηρέτησης αυτοκινήτων – v) Ο Κανονισμός (ΕΕ) 1217/2010 για τις συμφωνίες έρευνας και ανάπτυξης – vi) Ο Κανονισμός (ΕΕ) 1218/2010 για τις συμφωνίες εξειδίκευσης – vii) Ο Κανονισμός (ΕΕ) 267/2010 για τις συμφωνίες του τομέα ασφάλισης – viii) Ο Κανονισμός 397/87/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε με τον Κανονισμό 2411/92/ΕΟΚ, για τις συμφωνίες εναέριας μεταφοράς – ix) Ο Κανονισμός (ΕΚ) 906/2009 για τις συμφωνίες στον τομέα θαλάσσιας μεταφοράς Αν μια συμφωνία δεν πληροί τις προϋποθέσεις που θέτει ο οικείος Κανονισμός για την απαλλαγή δεν είναι χωρίς άλλο απαγορευμένη, αφού δεν αποκλείεται να εμπίπτει αυτή καθαυτή στο άρθρο 101 παρ. 3 ΣΛΕΕ. Σε κάθε περίπτωση, για τον χαρακτηρισμό μιας συμφωνίας ως απαγορευμένης βάσει του άρθρου 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ, απαιτείται να αποδεικνύονται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή οι προϋποθέσεις της τελευταίας διάταξης.

25 3) Απαλλαγή κατά κατηγορίες (ΙΙ) - Ο Κανονισμός (ΕΕ) 330/2010 Στις τέθηκε σε ισχύ ο Κανονισμός (ΕΕ) 330/2010 της Επιτροπής για την εφαρμογή του άρθρου 101 παρ. 3 ΣΛΕΕ για ορισμένες κατηγορίες κάθετων συμφωνιών και εναρμονισμένων πρακτικών, σε αντικατάσταση του μέχρι τότε ισχύοντος Κανονισμού (ΕΚ) 2790/1999. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Κανονισμού (ΕΕ) 330/2010, ο Κανονισμός αυτός εφαρμόζεται σε όλους τους περιλαμβανόμενους σε κάθετες συμφωνίες περιορισμούς, είτε αυτοί αναφέρονται σε ενδιάμεσα ή τελικά προϊόντα και υπηρεσίες αυτά καθαυτά είτε στις προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι επιχειρήσεις μπορούν να πωλούν, προμηθεύονται και μεταπωλούν τα συμφωνούμενα προϊόντα τους ή τις υπηρεσίες τους. Ο Κανονισμός (ΕΕ) 330/2010 δεν εφαρμόζεται σε κάθετες συμφωνίες που συνάπτονται μεταξύ ανταγωνιζόμενων επιχειρήσεων. Ωστόσο, εφαρμόζεται εφόσον ανταγωνιζόμενες επιχειρήσεις συνάπτουν μη αμοιβαίες κάθετες συμφωνίες και: – α) ο προμηθευτής είναι παραγωγός και διανομέας προϊόντων, ενώ ο αγοραστής είναι διανομέας και δεν είναι επιχείρηση που παράγει ανταγωνιστικά προϊόντα, ή – β) ο προμηθευτής παρέχει υπηρεσίες σε περισσότερα του ενός επίπεδα εμπορικής δραστηριότητας, ενώ ο αγοραστής παρέχει τα αγαθά ή τις υπηρεσίες του σε επίπεδο λιανικής και δεν είναι ανταγωνιζόμενη επιχείρηση στο επίπεδο εμπορικής δραστηριότητας στο οποίο αγοράζει τις αναφερόμενες στη σύμβαση υπηρεσίες. Η απαλλαγή που καθιερώνεται στο άρθρο 2 του Κανονισμού (ΕΕ) 330/2010 ισχύει εφόσον το μερίδιο αγοράς που διαθέτει ο προμηθευτής δεν υπερβαίνει το 30% της σχετικής αγοράς (άρθρο 3 του Κανονισμού (ΕΕ) 330/2010). Η απαλλαγή που καθιερώνεται στο άρθρο 2 του Κανονισμού (ΕΕ) 330/2010 δεν ισχύει ή δεν εφαρμόζεται στις προβλεπόμενες στα άρθρα 4 και 5 του εν λόγω Κανονισμού περιπτώσεις. Το άρθρο 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 330/2010 περιλαμβάνει κατάλογο περιπτώσεων «απαγορευμένων λόγω αντικειμένου περιορισμών», με την έννοια ότι αν συντρέχει τέτοιος περιορισμός, η συμφωνία οπωσδήποτε δεν απαλλάσσεται από την εφαρμογή του άρθρου 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ, ακόμα και αν ο περιορισμός αποχωριστεί από τη συμφωνία. Στους «απαγορευμένους λόγω αντικειμένου περιορισμούς» (ή κατ’ άλλη ορολογία «περιορισμούς σκληρού πυρήνα») καταλέγονται (όπως οι περιορισμοί αυτοί εξειδικεύονται στο άρθρο 4 του Κανονισμού): – περιορισμοί ως προς τον καθορισμό τιμών, – περιορισμοί ως προς την περιοχή πώλησης των προϊόντων ή υπηρεσιών – με ορισμένες εξαιρέσεις – – περιορισμοί των ενεργητικών ή παθητικών πωλήσεων σε τελικούς χρήστες από τα μέλη ενός επιλεκτικού συστήματος διανομής που δραστηριοποιούνται στο επίπεδο της λιανικής πώλησης, – περιορισμοί των αμοιβαίων προμηθειών μεταξύ διανομέων στο πλαίσιο συστήματος επιλεκτικής διανομής, – ο συμφωνημένος περιορισμός μεταξύ προμηθευτή εξαρτημάτων και αγοραστή αυτών προς ενσωμάτωσ η

26 Το άρθρο 5 του Κανονισμού (ΕΕ) 330/2010 περιλαμβάνει κατάλογο περιπτώσεων «αποκλειόμενων περιορισμών», με την έννοια ότι αν συντρέχει τέτοιος περιορισμός, η συμφωνία απαλλάσσεται από την εφαρμογή του άρθρου 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ, δηλαδή εμπίπτει στην κατά κατηγορίες απαλλαγή, εφόσον ο περιορισμός «αποχωριστεί» από τη συμφωνία. Στους περιορισμούς αυτούς καταλέγονται: – η άμεση ή έμμεση υποχρέωση μη ανταγωνισμού η διάρκεια της οποίας είναι απεριόριστη ή υπερβαίνει τα πέντε έτη, – οποιαδήποτε υποχρέωση που αναλαμβάνει ο αγοραστής μετά τη λύση της συμφωνίας να μη παράγει, αγοράζει ή πωλεί ή μεταπωλεί αγαθά ή υπηρεσίες και κάθε άμεση ή έμμεση υποχρέωση που επιβάλλεται στα μέλη συστήματος επιλεκτικής διανομής να μην πωλούν σήματα ορισμένων ανταγωνιζομένων προμηθευτών, όπως οι παραπάνω υποχρεώσεις αυτές εξειδικεύονται στο άρθρο 5 του Κανονισμού. Με βάση τα παραπάνω, αν μια κάθετη συμφωνία που εμπίπτει στο πεδίο του Κανονισμού (ΕΕ) 330/2010 δεν περιέχει «απαγορευμένο λόγω αντικειμένου περιορισμό» ή «αποκλειόμενο περιορισμό» ή ο τυχόν «αποκλειόμενος περιορισμός» αποχωρίστηκε, πρέπει να ερευνάται αν το μερίδιο αγοράς του προμηθευτή υπερβαίνει το 30%. Αν δεν το υπερβαίνει η συμφωνία απαλλάσσεται. Σε περίπτωση υπέρβασης και συνεπώς μη κατά κατηγορίες απαλλαγής της συμφωνίας, πρέπει να ερευνηθεί αν η συμφωνία εμπίπτει αυτή καθαυτή στο άρθρο 101 παρ. 3 ΣΛΕΕ και, σε επόμενη φάση, αν η συμφωνία εμπίπτει στο άρθρο 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ.


Κατέβασμα ppt "«Θεμελιώδεις έννοιες του δικαίου και της πολιτικής του ελεύθερου ανταγωνισμού. Μέθοδοι προσδιορισμού της σχετικής αγοράς. Βασικές έννοιες των άρθρων 101(1)"

Παρόμοιες παρουσιάσεις


Διαφημίσεις Google